14 Μαΐ 2017

Οι εκλογές στη Γαλλία [και τα ρεύματα σε Βρετανία και Γερμανία]


Η νίκη του Μακρόν στις γαλλικές προεδρικές εκλογές «ανακούφισε», όπως ειπώθηκε κατ’ επανάληψη τις ευρωπαϊκές ελίτ, και τους φιλοευρωπαϊκούς. Η ανακούφιση, φυσικά, οφειλόταν στην ήττα της Μαρί Λεπέν, η οποία διεκδικούσε και έξοδο της Γαλλίας από την ΕΕ. Και ο Μακρόν σε ένα μεγάλο βαθμό φαίνεται ένα «παιδί του κατεστημένου» - από τις γαλλικές σχολές εκπαίδευσης της ελίτ μέχρι την υπηρεσία του σε τράπεζες όπως η Rothschild & Cie Banque. Όμως, οι εκλογές μπορεί να καθησύχασαν το status quo, αλλά η εκλογή Μακρόν, ήταν και ένα συγκυριακό φαινόμενο και ένα φαινόμενο κατασκευασμένο εν μέρει. Και το πιο προβληματικό για την όλη εικόνα είναι το γεγονός ότι, όχι μόνο η Λεπέν, αλλά και η άκρα αριστερά φαίνεται να αναδύεται έντονα – και στην κάλπη και στο δρομο. Σε αυτό το πλαίσιο, η εκλογή Μακρόν είναι μια στάση – αλλά η πορεία παραμένει ανοικτή.

Η αόρατη νίκη του Ολάντ;

Ο πρώην πρόεδρος, ο κ. Ολάντ, είχε εκλεγεί με μια αριστερίζουσα πλατφόρμα. Υποστήριζε προεκλογικά [και προσπάθησε μετεκλογικά αρχικά] τη φορολόγηση του πλούτου και την αντιπαράθεση με τη λιτότητα. Ήταν με όρους πολιτικής οικονομίας μια επιστροφή του σοσιαλδημοκρατικού κεϋνσιανισμού. Δεν υπήρξε ποτέ ιδιαίτερα δημοφιλής – και η αποτυχία του να μειώσει την ανεργία του στοίχισε σαφώς. Και τελικά, κατέληξε με ασήμαντα ποσοστά κάτω και από  10%. Η μετακίνηση του σε πιο νεοφιλελεύθερες εισηγήσεις για μείωση της ανεργίας [η οποία και πάλι δεν μειώθηκε] για χαλάρωση των κανονισμών πρόσληψης και απόλυσης προκάλεσε ένα μαζικό νεολαιίστικο κίνημα – με την κυβέρνησή του ως στόχο. Αλλά με ένα ενδιαφέρον τρόπο εκείνο το κίνημα πυροδότησε, με τη γαλλική παράδοση της αριστεράς του δρόμου, μια αναβίωση της αριστεράς – έστω και εκτός κυβέρνησης. Με μια έμμεση πολιτική, μπορεί να πει κάποιος ότι ο Ολάντ, παρά το ότι έχασε ο ίδιος, δημιούργησε ένα πλαίσιο, όπου στο μεγάλο διαχωρισμό αριστεράς και δεξιάς στην Γαλλία [όπου παρά τη μείωση της δύναμης των παραδοσιακών κομμάτων, δύσκολα μπορεί να πει κανείς ότι δεν υπάρχει ο διαχωρισμός ακόμα] η «αριστερά» εμφανίστηκε με πολλαπλούς πόλους και κέρδισε σχετικά άνετα. Ο Μακρόν άλλωστε θήτευσε στην κυβέρνησή του.

Αν αξιολογήσει κανείς τη θητεία του Ολάντ δεν ήταν τελείως η κατά βάση αποτυχία. Απέτυχε με τις υποσχέσεις του για την ανεργία και μετακινήθηκε δεξιά στην οικονομία [όπως και στην εξωτερική πολιτική], αλλά, από την άλλη κατάφερε να αποτρέψει την επιβολή λιτότητας ή την διολίσθηση τη οικονομίας σε ύφεση. Και τουλάχιστον σε ευρωπαϊκό επίπεδο ήταν ένα κάποιο αντίβαρο στη γερμανική πολιτικής της σκληρής λιτότητας για τον νότο. Ήταν μια αμυντική τακτική μπορεί να πει κανείς. Και για να συγκαλύπτει τα εσωτερικά προβλήματα, δεν φάνηκε να έχει ενδοιασμούς στο υιοθετήσει τις πρακτικές της Γαλλίας των επεμβάσεων που θύμιζαν αποικιακό παρελθόν – αν και στο εσωτερικό [ιδιαίτερα μετά τις ισλαμιστικες επιθέσεις] βοήθησε στο να συντηρηθεί ένα κλίμα ανοχής.

Εκεί, όμως, που θα μπορούσε να αποδώσει κανείς στον Ολάντ τα εύσημα όσον αφορά στην ικανότητα του πολιτικού παράγοντα που ξέρει να χειρίζεται τους μηχανισμούς, ήταν ο τρόπος που λειτούργησαν διάφοροι μηχανισμοί προεκλογικά – που δύσκολα θα μπορούσε να πει κάποιος ότι δεν υπήρχε ένα αόρατο χέρι εστίασης. Μπορεί να μην ήταν του Ολάντ άμεσα – αλλά σαφώς οι σοσιαλιστές που μπήκαν στον κρατικό μηχανισμό επί Μιττεράν, τώρα φαίνεται να έχουν και γερή πρόσβαση στους μηχανισμούς του κράτους, αλλά και στη διαχείριση της δημόσιας συζήτησης. Έτσι προεκλογικά μια έρευνα για πληρωμές τη γυναίκα του κύριου αναδυομένου αντίπαλου εκ μέρους της δεξιάς, του Φιγιόν, μπλόκαρε τη δυναμική του. Και τότε απόκτησε δυναμική ο Μακρόν. Ταυτόχρονα, το ευρωπαϊκό κοινοβούλιο ξεκίνησε έρευνα για την Λεπέν αφου ηρε την ασυλια της για θεματα διασπαθισης δημοσιου χρηματος/διαφθροας κοκ – και πάλι λίγο δύσκολο να πιστέψει κάποιος ότι ήταν τυχαία η έρευνα προεκλογικά. Ουσιαστικά, οι δυο κύριοι υποψήφιοι της δεξιάς και της ακροδεξιάς ήταν κατά τη διάρκεια του τέλους της προεκλογικής εκστρατείας υπό αστυνομική έρευνα για διαπλοκή.

Με αυτόν τον τρόπο ο Φιγιόν τέθηκε εκτός δευτέρου γύρου αν και συγκράτησε ένα σεβαστό ποσοστό 20%, ενώ η Λεπέν στον δεύτερο γύρο αντιμετώπισε τον αποκλεισμό από όλους [εκτός από τον Μελανσόν που δεν πήρε θέση]. Με αυτήν την έννοια, η εκλογή Μακρόν ήταν μεν δημοκρατική, αλλά σε ένα πλαίσιο που σαφώς τον ευνοούσε και στον πρώτο γύρο [αντίπαλοι υπό διερεύνηση] και στο δεύτερο γύρο [το πολιτικό κατεστημένο και τα βασικά ΜΜΕ και θεσμοί τάχθηκαν υπέρ του].

..Και όμως, τελικά δεν ήταν απλή νίκη – απλώς η συγκυρία διαμορφώθηκε έτσι… Και η Λεπέν και η Αριστερά έχουν λόγο να βλέπουν στο μέλλον
Το ποιά θα είναι η πραγματική πολιτική του Μακρόν θα φανεί. Έχει την εικόνα ενός Γάλλου Κλίντον – χωρίς την αύρα της δεκαετίας του 1960, αλλά με περισσότερο ακαδημαϊκή αύρα. Αλλά πολιτικά φαίνεται να κινείται σε ανάλογο χώρο. Επίσης τώρα δεν είναι η δεκαετία του 1990, και η κυρία Κλίντον έχασε μέσα από τα χέρια της την εκλογή – εν μέρει και λόγω της κληρονομιάς της πολιτικής του συμβίου/συζύγου.

Οι αντίπαλοι του κατεστημένου που «οργάνωσε» [ας το ονομάσουμε έτσι] την νίκη Μακρόν, δεν τα πήγαν άσχημα ωστόσο. Η Λεπέν έχασε δραματικά 66% με 34%. Αλλά αν συγκρίνει κανείς με το ποσοστό που πήρε ο πατέρας της το 2002 [17.8%] τότε ουσιαστικά το έχει διπλασιάσει. Και αφού εδώ οι δημοσκοπήσεις λειτούργησαν [με την έννοια ότι πρόβλεψαν τα ποσοστά] σε μια φάση πριν την τελευταία εβδομάδα και την τηλεοπτική συζήτηση φάνηκε να εκτοξεύεται στο 42%. Οι δημοσκοπήσεις έδειχναν ότι μια μερίδα των ψηφοφόρων του Μαλανσόν, σκεφτόταν να ψηφίσει Λεπέν – σαν ψήφο ενάντια στο κατεστημένο. Σε αυτό το σημείο, η προσφυγική κρίση αντί να βοηθήσει ζημιωσε την Λεπέν. Γιατί ενώ συσπείρωσε μερίδα της δεξιάς [όχι τους κεντρώους ή, τους φιλελεύθερους], η αντιπαράθεση για το μεταναστευτικό, που πήρε διαστάσεις ιερού σκοπού και στόχου στην αριστερά, την απέκλεισε. Σαφώς, όμως, η ακροδεξιά [που βάζει πια νερό στο κρασί της σε διαφορά, και στηρίζει έντονα την Γαλλία vs ΕΕ, είναι μια σημαντικά αναδυομένη δύναμη με δυναμική που φτάνει πια στο ένα τρίτο του πληθυσμού.

Η αριστερά ήταν με μια έννοια η πραγματική έκπληξη. Καθώς τα ιστορικά αριστερά κόμματα, ιδιαίτερα το ιστορικό ΚΚΓ, έχουν ελάχιστα ποσοστά [αλλα το ΚΚΓ, σαν κόμμα ακτιβιστών πια παραμένει ισχυρό στα συνδικάτα], στην Γαλλία, η αριστερά φαίνεται να κινείται με την δυναμική των δρόμων [στο κυπριακό πλαίσιο η τουρκοκυπριακή αριστερά μετά το 2000 φαίνεται να έχει μια ανάλογη δομή]. Έτσι, από τα κινήματα των δρόμων, ξεπήδησαν ξαφνικά δυναμικές που ήταν απρόσμενες. Από την μια ο Μελανσόν [ο οποίος δανείστηκε μια αύρα γαλλικής απόχρωσης αυτή την φορά στην προεκλογική του – σχολιάστηκε ότι, αντί μόνο κόκκινες σημαίες, υπήρχαν έντονα γαλλικές σημαίες] κατάφερε [και χάρις στην προσωπική του γοητεία – και χάρις στην μεταπήδηση του από το ύφος του ξερόλα στο χιούμορ] να εκτοξευθεί στο 19+%. Και υπήρχαν και μια σειρά από άλλοι μικροί ακροαριστεροί σχηματισμοί. Το πιο αξιοσημείωτο ήταν ότι και στις εσωκομματικές εκλογές των σοσιαλιστών κέρδισε και πάλι ένας εκπρόσωπος της αριστεράς, ο Αμόν, ο οποίος εκτός από κριτικός για την πολιτική Ολάντ, χαρακτήρισε τις εκλογές ένα σκηνικό όπου «πρωταγωνιστούσε το κόμμα του χρήματος».
Ο Αμόν τελικά έμεινε στο 6.36%  - αφήνοντας ανοικτό το ζήτημα αν μια συνεργασία της αριστεράς θα μπορούσε να περάσει δεύτερο γύρο με την Λεπέν και να προκαλέσει νέο έμφραγμα στο ευρωπαϊκό σκηνικό.

Αξιοσημείωτο των εκτός συστημικού πλαισίου ρευμάτων και οι αυξανόμενες από τα αριστερά διαδηλώσεις [και μαθητών/τριών] ενάντια στις εκλογές σαν θέαμα – και συγκεκριμένους υποψήφιους [την Λεπέν, αλλά μετεκλογικά και τον Μακρόν]…

Εξωτερική πολιτική: το ζήτημα της Ρωσίας σαν σύμπτωμα μιας εκλογής που δεν εκφράζει την σαφή πλειοψηφία της γαλλικής κοινωνίας – όταν οι αντίθετοι στην αντιπαράθεση με τη Ρωσία είναι άνω του 60% στον πρώτο γύρο, αλλά τα ΜΜΕ βόσκουν αλλού
 Με δεδομένη την υστερία των αμερικάνικων ΜΜΕ για την ήττα τους από τον Τραμπ, αλλά και η δυσφορία για την άνοδο της Ρωσίας και τη σταδιακή συνειδητοποίηση του τέλους της αμερικανικής ηγεμονίας, αντι-ρωσικης υστερία έγινε απόπειρα να μεταφερθεί και στην Γαλλία- όπου ο Μακρόν το έπαιζε [αλλά συγκρατημένα] αντι-Πούτιν. Ο Ολάντ στα διεθνή ζητήματα ταυτίστηκε πλήρως με τον δυτικό άξονα – και η πολιτική του στη Συρία υπήρξε σχεδόν χυδαία επεμβατική ρητορικά – αλλά για να είναι κάποιος δίκαιος πρέπει να αναφέρει ότι δεν πέρασε εύκολα το σύνορο της επέμβασης.
Σε αυτό το πλαίσιο, το πιο αξιοσημείωτο είναι ότι μια σαφής πλειοψηφία των υποψήφιων του πρώτου γύρου [Λεπέν,21.3%, Φιγιόν 20%, Μελανσόν 19.5%] με ποσοστό άνω του 60% θεωρούνται ..φιλορώσοι…
Για τον Μελανσόν γράφτηκε ότι ήταν «δικηγόρος του Κρεμλίνου», η Λεπέν κατηγορείτο ότι ήταν η «εκλεκτη»του Πούτιν, όπως και ο Φιγιόν – μάλιστα μέρος της επίθεσης εναντίον του Φιγιόν είχε να κάνει με την εναντίωση του στις κυρώσεις εναντίον της Ρωσίας. Προφανώς, το Ουκρανικό που άγγιξε την γαλλική αριστερά με ιστορική συνείδηση [η άνοδος του νεοφασισμού στην εξουσία στην πόρτα σου δεν μπορεί να κρυφτεί] όπως και το Συριακό [που άγγιξε και τους συντηρητικούς καθολικούς, αφού υπό επίθεση από τους ισλαμιστές στην Συρία είναι και οι χριστιανοί, δημιούργησαν μια νέα πραγματικότητα – και μια πλειοψηφία εναντίον της αντι-ρωσικης υστερίας. Αλλά τα γαλλικά και τα δυτικά ΜΜΕ έκαναν ότι δεν καταλάβαιναν – αγνόησαν το αποτέλεσμα του πρώτου γύρου σε σχέση με την εξωτερική πολιτική και εστίασαν τη δεύτερη Κυριακή στον αποκλεισμό της Λεπέν λόγω της ακροδεξιάς καταγωγής της. Ήταν ουσιαστικά ένα είδος σαλαμοποίησης των ζητημάτων για να εκλεγεί ο εκλεκτός – έστω και αν σε μια σειρά θεμάτων είναι σε μειοψηφία [όπως η αντιπαράθεση με την Ρωσία, αλλά και ζητήματα του κοινωνικού κράτους – το οποίο στηρίζει και η Λεπέν-για τους Γάλλους – και σύσσωμη η αριστερά – για όλους- είναι άνω του 50%].  Ομως, αν ο κύριος Μακρόν έχει κατανόηση των δεδομένων θα κατανοήσει ότι κέρδισε χρόνο όχι αποδοχή ακόμα τουλάχιστον – αφού έτσι και αλλιώς η πολιτική του πρακτική είναι άγνωστη ακόμα..

Και γύρω γύρω – στη Γερμανία και τη Βρετανία
Στη Γερμανία το χριστιανοδημοκρατικό κόμμα φαίνεται να ανακάμπτει μετα τη δραματική άνοδο των σοσιαλδημοκρατών με την ανάληψη της εκστρατείας από τον Σουλτς. Όμως, τα δύο στρατόπεδα [αριστεράς – σοσιαλδημοκράτες, αριστερά, πράσινοι, και δεξιάς – χριστιανοδημοκράτες, φιλελεύθεροι] φαίνονται να είναι οριακά κοντά με την αριστερά ελαφρώς μπροστά, όπως και στις προηγούμενες εκλογές. Αλλά πρώτο κόμμα με τα σημερινά δεδομένα φαίνεται να εκλέγεται το κόμμα της Μέρκελ. Άρα οι Γερμανοί είναι ακόμα αναμεσά στην φαντασίωση του καθησυχασμού που προσφέρει η Μέρκελ [παραβλέποντας την ευρύτερη κρίση ηγεμονίας στην ΕΕ – αλλά αυτό το εσωστρεφές σύμπτωμα είναι χαρακτηριστική της ίδιας της κρίσης, όταν ο εν δυνάμει ηγεμόνας δεν κατανοεί την κρίση νομιμοποίησης], και την πιθανότητα να προσφέρουν μια νέα εικόνα στην Ευρώπη με την σοσιαλδημοκρατική-αριστερο-πράσινη συμμαχία του Σουλτς. Υπάρχει, όμως, δρόμος ακόμα…

Στη Βρετανία τα ΜΜΕ συνεχίζουν την επίθεση στο εργατικό κόμμα. Η διαρροή του μανιφέστου του κόμματος έγινε δεκτή με επιθέσεις. Όμως, το πρόγραμμα αποτελεί μια τομή γιατί επαναφέρει, μετά την συναίνεση του νεοφιλελευθερισμού από το 1980, το ζήτημα του κοινωνικού κράτους. Ιδιαίτερα η πρόταση για κατάργηση των διδάκτρων στα πανεπιστήμια φαίνεται να προκάλεσε αίσθηση. Και τουλάχιστον σε μια πρόσφατή δημοσκόπηση το εργατικό κόμμα φάνηκε να ανεβαίνει – κατά 5%. Μακριά ακόμα από τους συντηρητικούς που αντλούν από το κόμμα της ανεξαρτησίας αλλα, όσον αφορά στο εργατικό κόμμα επί Κόρμπυν, συγκρατούνται τα ποσοστά, παρά τις επιθέσεις και την συγκυρία. Αν ανεβεί κιόλας το ποσοστό, θα είναι ενδιαφέρον…





Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου