29 Μαΐ 2017

ΚΕΙΜΕΝΑ Κοινωνικής – Πολιτισμικής - Πολιτικής Ιστορίας και ανάλυσης [καταγράφοντας την Ιστορία και την πραγματικότητα]


Ένα κείμενο για την επαρχία Πάφου κατά την μετάβαση από την παραδοσιακή στην μοντέρνα κοινωνία που τεκμηριώνει τον πλουραλιστικό πολιτισμικό πλούτο της περιοχής – που υποβάθμισε εν μέρει η νεωτερικότητα, αλλά επιστρέφει και πάλι, σαν είδος ..Μωσαϊκού..
Αναδημοσιεύουμε το εξαιρετικό πιο κάτω κείμενο για δυο λόγους.
1.    Αρχικά το κείμενο αποτελεί μια σημαντική προσφορά στην κυπριακή κοινωνική και πολιτισμική Ιστορία – κάπως έτσι θα γράφεται η Ιστορία της Κύπρου στο μέλλον [και μεθοδολογικά και εννοιολογικά], και η παρούσα εργασία οικοδομει αυτό το μέλλον..
2.    Αποτελεί επίσης ένα ακόμα τεκμήριο της ιστορικής αλήθειας της γεωγραφικής θέσης. Η Κύπρος ήταν πάντα μια πλουραλιστική κοινωνία – και θα είναι. Η εμπειρία της επαρχίας Πάφου είναι ενδεικτική. Και γιατί παρόλη την επίσημη ηγεμονική εικόνα για την Πάφο σαν μια ομοιογενή τοπική κοινωνία, η ιστορική πραγματικότητα είναι ότι η Πάφος ήταν ένα μωσαϊκό ιστορικά και τα τέλη του 19ου αιώνα και σε ένα βαθμό μέχρι και τα μέσα του 20 αιώνα. Και μετα την τραγωδία της βίας του 1956-74, με την μετακόμιση/φυγή/εκδίωξη των τουρκοκυπρίων, ξαναέγινε σύντομα και πάλι πλουραλιστική…Με άλλες εισροές και εκροές – αλλα διατηρώντας και την ιστορική έστω και συμβολική παρουσία των τουρκοκυπρίων. Φαντασιακά αλλα και ρεαλιστικά – και με την συμβολική παρουσία των Κοκκίνων όσο και με διάφορα «υπόλοιπα» που ανοίγουν αναπόφευκτα τις πύλες του παρελθόντος. Όπως λ.χ. το επίμαχο τεμάχιο «Βερικον» [το οποίο μερικοί θέλουν να υφαρπασουν]  δίπλα από τα Λουτρά της Αφροδίτης που ανήκει στον Τουρκοκύπριο δικαστή που αναγνώρισε σε ανύποπτο χρόνο το δικαίωμα των ελληνοκυπρίων προσφύγων στην γη τους. Το πιο κάτω κείμενο δεν αγγίζει αυτήν την διάσταση – μένει στην προηγούμενη περίοδο πλουραλισμού. Είναι με αυτήν την έννοια και ένας καθρέφτης του πραγματικού παρελθόντος…
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ευρύτερα πολύ ενδιαφέρουσα έκδοση «Το Μεγάλο Μωσαϊκό»..
Πάφος: Το μεγάλο πληθυσμιακό μωσαϊκό;
Χρίστος Μάης

Πάφος 2017, επιγραφές παντού. Επιγραφές στα κινέζικα, στα ρωσικά και προφανώς στα αγγλικά. Άγγλοι και Ρώσοι, κατά βάση, τουρίστες[1], οικιακές βοηθοί από τη Νοτιοανατολική Ασία, εργαζόμενοι από την ανατολική Ευρώπη αλλά και τη Μέση Ανατολή, “παλινοστούντες ομογενείς από την τέως Σοβιετική Ένωση” (σύμφωνα με την ορολογία του Ελληνικού Κράτους) ή “Ρωσοπόντιοι” (σύμφωνα με την ορολογία του μέσου Παφίτη) που διαμένουν στην “Ποντιούπολη” (μια ορολογία στα όρια (;) του ρατσισμού και πάλι σύμφωνα με τον μέσο Παφίτη). Ο αριθμός των τελευταίων μάλλον μειώθηκε στα χρόνια της κρίσης ενώ αντιθέτως έχει αυξηθεί αυτός των οικονομικών μεταναστών από την Ελλάδα λόγω της εκεί εντονότερης κρίσης. Ολόκληροι οικισμοί της επαρχίας στους οποίους διαμένουν κατά πλειοψηφία Άγγλοι συνταξιούχοι, και προφανώς πέραν όλων αυτών, οι γηγενείς.  Μπορεί οι πολύγλωσσες επιγραφές να οπτικοποιούν την πολυεθνοτική παρουσία στην Πάφο σήμερα αλλά υπάρχουν κι άλλα στοιχεία προς αυτή την κατεύθυνση. Σύμφωνα με τον Κυπριακό Οργανισμό Τουρισμού, στην Επαρχία Πάφου σήμερα —πέραν των Παφίων Ορθοδόξων Χριστιανών— ασκούν τα θρησκευτικά τους καθήκοντα μέλη της αγγλικανικής εκκλησίας, μέλη της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας, με τις λειτουργίες να τελούνται τόσο στα Λατινικά όσο και στην αγγλική και πολωνική γλώσσα, μέλη της Γερμανικής Ευαγγελικής Εκκλησίας, μέλη της Εκκλησίας των Μαρωνίτες, μέλη της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας και μέλη της Κόπτικης Ορθόδοξης Εκκλησίας[2]. Οι Μουσουλμάνοι κάτοικοι της Πάφου έχουν επίσης ένα μικρό θρησκευτικό χώρο στην Κάτω Πάφο. Τζαμιά όπως το Τζαμί του Μουτάλλου και της Χρυσοχούς όπως και αυτά τα οποία βρίσκονται διάσπαρτα σε διάφορα χωριά της Επαρχίας, μας υπενθυμίζουν τη απουσία των Τουρκοκυπρίων Παφίων εδώ και σχεδόν μισό αιώνα. Ο ίδιος ο χώρος των τεχνών της πόλης, είναι μπολιασμένος από καλλιτέχνες—μόνιμους κατοίκους της πόλης εδώ και χρόνια—που προέρχονται από μια γκάμα χωρών, από την Κολομβία μέχρι την Ιαπωνία και από την πρώην Σοβιετική Ένωση μέχρι την Ιρλανδία.
          Το βασικό ερώτημα που διέπει την παρούσα μελέτη είναι κατά πόσο αυτή η πολυεθνοτική και πολυπολιτισμική εικόνα του σήμερα αντανακλάται στη διαχρονία ή πρόκειται για ένα σύγχρονο φαινόμενο. Επιπροσθέτως,—και σε συνάρτηση με το βασικό ερώτημα—στην περίπτωση που η διάσταση αυτή του πληθυσμιακού μωσαϊκού συναντάται και στο παρελθόν, ποιες είναι οι τομές οι οποίες αλλάζουν την εικόνα της επαρχίας της Πάφου ως προς αυτή τη διάσταση; Ποια παγκόσμια ή και τοπικά γεγονότα έχουν αντίκτυπο στον πληθυσμιακό μετασχηματισμό της Πάφου και με ποιο τρόπο;
          Η επικέντρωση στην νεώτερη ιστορία γίνεται αν μη τι άλλο λόγω των διαθέσιμων στατιστικών και αρχειακών στοιχείων. Ως εκ τούτου ο χρονικός μας ορίζοντας αφορά κυρίως την περίοδο της αγγλοκρατίας μέχρι και σήμερα, πλην μικρών αναφορών σε προηγούμενες περιόδους. Παρότι θα έπρεπε να είναι προφανής, οφείλουμε να ξεκινήσουμε με την εξής παρατήρηση. Οι αριθμοί, όπως και όλες οι πηγές, δεν λένε πάντα την αλήθεια, ούτε και όλη την αλήθεια. Υπό την έννοια πως τόσο τα ερωτήματα βάση των οποίων δομούνται οι απογραφές όσο και οι επεξεργασίες  των πρωτογενών δεδομένων γίνονται από κοινωνικοπολιτικούς φορείς, οργανισμούς και θεσμούς, με τις δικές τους—πολιτικές—στοχεύσεις και ιδεολογικές αφετηρίες. Επιπλέον, σε πάρα πολλές αποικίες όπως η Κύπρος, ιδίως στα αρχικά στάδια της αποικιοκρατίας, αποτελεί ερωτηματικό το μέγεθος αλλά και η αξιοπιστία του μηχανισμού ο οποίος συντελεί λ.χ. απογραφές πληθυσμού με εξίσου αμφίβολο και αναξιόπιστο αποτέλεσμα.

Οι αριθμοί κατά την περίοδο της Αγγλοκρατίας

Οι πληθυσμιακές απογραφές της αγγλικής αποικιακής διοίκησης αναδεικνύουν τις ιδιαιτερότητες της κάθε Επαρχίας ως προς την πληθυσμιακή της σύνθεση την στιγμή της έλευσής της το 1878. Οι απογραφές καθαυτές έχουν ιδιαιτερότητες ως προς το πόσο λεπτομερείς είναι ή και ως προς τις κατηγοριοποιήσεις του πληθυσμού, εθνοτικά, θρησκευτικά ή με κάποιο συνδυασμό των δυο[3]
          Η πρώτη απογραφή λαμβάνει χώρα το 1881. Σύμφωνα με αυτήν, στην Επαρχία Πάφου κατοικούν 28.424 κάτοικοι, ενώ συνολικά στην Κύπρο κατοικούν 186.173. Στην περιφέρεια (Nahieh)[4] της Πάφου διαμένουν 11.244 κάτοικοι ενώ 9.521 στην αντίστοιχη της Χρυσοχού και 7.659 σε αυτήν των Κελοκεδάρων.
 Η Επαρχία Πάφου συγκεντρώνει το μεγαλύτερο ποσοστό “Μωαμεθανών”[5]—“Mahommedans” στο αρχικό κείμενο—, της τάξης του 33.3% και 66.6% Ελλήνων Ορθοδόξων—“Greek Church” στο αρχικό κείμενο—και μόλις 0.1% να ανήκει σε άλλη θρησκευτική κατηγορία[6].
Το πολύ ψηλό ποσοστό που αφορά στο μουσουλμανικό στοιχείο γίνεται ακόμη υψηλότερο στην περίπτωση των περιφερειών της Χρυσοχού και των Κελοκεδάρων, με 39.1% και 38.5% αντίστοιχα. Στην περιφέρεια της Πάφου το ποσοστό είναι σχετικά χαμηλό, μόλις 16.2% παρότι στον Δήμο της Πάφου συγκεντρώνεται το υψηλότερο ποσοστό παγκυπρίως, 59.8%, με τον Δήμο της Κερύνειας να ακολουθεί με 47.8%[7]. Πολύ ενδιαφέρουσα είναι η θρησκευτική ομοιογένεια του πληθυσμού στην Επαρχία Πάφου με την σχεδόν αποκλειστική παρουσία Χριστιανών Ορθοδόξων και Μουσουλμάνων[8], σε αντίθεση με άλλες επαρχίες, όπως τη Κερύνειας όπου έχουμε υψηλή συγκέντρωση Μαρωνιτών, της Λευκωσίας με υψηλή συγκέντρωση Λατίνων αλλά και Αρμενίων συγκριτικά με τις άλλες πόλεις. Το πιο ενδιαφέρον στοιχείο όμως αφορά την μητρική γλώσσα του πληθυσμού όπου εκεί έχουμε διαφοροποιήσεις από τα θρησκευτικά ποσοστά, δηλαδή, τα ποσοστά των ελληνόφωνων και των τουρκόφωνων δεν αντιστοιχουν στα θρησκευτικά ποσοστά των Χριστιανών Ορθοδόξων και των Μουσουλμάνων αντίστοιχα. Έτσι έχουμε το 28.6% να αντιστοιχεί σε τουρκόφωνους και το 71.3% σε ελληνόφωνους, με το 0.1% να αντιστοιχεί σε άλλες γλώσσες αντίστοιχο ποσοστό με αυτό που δήλωνε άλλη θρησκεία και το οποίο δεν προσδιορίζεται περαιτέρω.[9] Ως εκ τούτου προκύπτει ότι το 1881 το 4.7% των Παφίων ήταν ελληνόφωνοι Μουσουλμάνοι. Στον πίνακα της απογραφής που αφορά στην πληθυσμιακή κατανομή βάση μητρικής γλώσσας και θρησκείας, 1317 κάτοικοι της Πάφου καταγράφονται ως ελληνόφωνοι Μουσουλμάνοι, 15 ως Μουσουλμάνοι Ρομά και 12 ως αραβόφωνοι Μουσουλμάνοι. Έξι κάτοικοι της επαρχίας είναι τουρκόφωνοι Χριστιανοί Ορθόδοξοι και μια είναι χριστιανή ορθόδοξη Κιρκάσια. Δυο είναι ελληνόφωνες ρωμαιοκαθολικές, τέσσερεις Αραβόφωνοι και δυο γαλλόφωνοι ρωμαιοκαθολικοί. Επίσης, υπάρχουν πέντε αραβόφωνοι Κόπτες, ένας Αρμένιος και δυο μέλη της Εκκλησίας της Αγγλίας[10]. Ως εκ τούτου οι κυρίαρχες θρησκείες των κατοίκων της Πάφου κατά την συγκεκριμένη περίοδο είναι η χριστιανική ορθόδοξη και η μουσουλμανική και οι κυρίαρχες γλώσσες η ελληνική και η τουρκική[11]. Το γεγονός όμως της ύπαρξης αυτού του υβριδικού 4.7% του πληθυσμού της Πάφου μας υποχρεώνει να ανοίξουμε μια αρκετά μεγάλη παρένθεση και να αναφερθούμε σε κάποιες σκηνές, μορφές και κοινωνικές ομάδες του παρελθόντος, όπως οι λινοπάμπακοι και τα Χασαμπουλιά, αλλά και μια ξεχασμένη εξέγερση που έγινε κάπως πιο γνωστή τα τελευταία χρόνια, ζητήματα τα οποία θα αναλυθούν αργότερα.
          Η απογραφή του 1891 παρουσιάζει μια ενδιαφέρουσα προσθήκη η οποία σχετίζεται με τον τόπο γέννησης των κατοίκων της Κύπρου. Έτσι βλέπουμε στην Επαρχία της Πάφου να κατοικούν άτομα με τόπους καταγωγής την Αραβία, την Μικρά Ασία, την Συρία, την Αίγυπτο, την Βρεττανία, την Σκωτία, την Ελλάδα και τα ελληνικά νησιά, την Ιταλία, την Ρωσία, και την Τουρκία. Από τον συνολικό πληθυσμό της Επαρχίας ο οποίος ανέρχεται σε 31674 άτομα, τα 135 άτομα είχαν γεννηθεί εκτός Κύπρου[12].
          Επιπροσθέτως, βλέπουμε τον αριθμό των ελληνόφωνων Μουσουλμάνων να μειώνεται σε σχέση με την προηγούμενη απογραφή παρότι ο πληθυσμός της Επαρχίας αυξάνεται αλλά και τον αριθμό των τουρκόφωνων Χριστιανών Ορθοδόξων να αυξάνεται. Συγκεκριμένα, έχουμε 127 τουρκόφωνους χριστιανούς ορθοδόξους έναντι μόλις έξι της προηγούμενης απογραφής και μόλις 243 ελληνόφωνους μουσουλμάνους έναντι 1317[13].
          Η απογραφή του 1901 γίνεται ακόμη πιο σαφής για την σταδιακή εξάλειψη των υβριδιακών ταυτοτήτων αλλά και συνάμα την διαπάλη μεταξύ μικρο-ταυτοτήτων και μεγάλων αφηγημάτων, με την σταδιακή συγκρότηση εθνικών ταυτοτήτων αλλά και την άνοδο των εγχώριων εθνικισμών οι οποίοι συνέθλιψαν την κυπριακή υβριδική ιδιαιτερότητα[14]. Έτσι έχουμε εκ νέου αύξηση των ελληνόφωνων Μουσουλμάνων σε 388 με μόλις τέσσερεις τουρκόφωνους χριστιανούς ορθοδόξους[15]. Επιπλέον, έχουμε 255 άτομα που έχουν γεννηθεί εκτός Κύπρου χωρίς ιδιαίτερες διαφοροποιήσεις ως προς την χώρα προέλευσης σε σχέση με την απογραφή του 1891.
          Στην απογραφή του 1911 η Πάφος έχει το μικρότερο ποσοστό αλλά και απόλυτο αριθμό αλλόγλωσσων—πέραν της ελληνικής και της τουρκικής—με μόλις 24 άτομα σε συνολικό πληθυσμό 38508 ατόμων (0.00062%). Οι ελληνόφωνοι Μουσουλμάνοι μειώνονται στους 193 ενώ οι τουρκόφωνοι Χριστιανοί Ορθόδοξοι περιορίζονται εκ νέου στους έξι[16]. Η απογραφή του 1921 δείχνει μια αύξηση του Αρμενικού στοιχείου στην Κύπρο ως αποτέλεσμα της Αρμενικής γενοκτονίας η οποία όμως αφήνει την Πάφο ανεπιρεάστη μιας και μαζί με την Κερύνεια και την Αμμόχωστο δέχονται διψήφιο αριθμό Αρμενίων, η Πάφος δέχτηκε μόλις 22 σε σύνολο 1371 προσφύγων[17]. Γενικώς η Πάφος φέρεται να επηρεάζεται δημογραφικά λιγότερο από τα διάφορα περιφερειακά και παγκόσμια γεγονότα. Το αξιοσημείωτο στοιχείο αυτής της απογραφής είναι η αύξηση του αριθμού των ελληνόφωνων Μουσουλμάνων της Επαρχίας σε 350, σε μια περίοδο όπου τείνουν να παγιωθούν οι εθνικές ταυτότητες. Καταγράφεται πλέον μόνο ένας τουρκόφωνος χριστιανός ορθόδοξος. Η απογραφή του 1931, εγγραφεί στην Επαρχία της Πάφου 521 ελληνόφωνους μουσουλμάνους σε σύνολο 1631. Ενώ υπάρχουν τρεις τουρκόφωνες χριστιανές ορθόδοξες. Η απογραφή προχωράει στην εκτίμηση όσον αφορά στους τουρκόφωνους χριστιανούς ορθοδόξους, ότι πρόκειται κατά βάση για μετανάστες από την Καραμανία και την Κιλικία[18].
          Η πλέον λεπτομερής απογραφή επί Αγγλικής αποικιοκρατίας λαμβάνει χώρα το 1946. Επίσης εδώ έχουμε και αλλαγή παραδείγματος ως προς την ορολογία μιας και λαμβάνει μια εθνοτικο-θρησκευτική διάσταση. Οι “Χριστιανοί Ορθόδοξοι” αναφέρονται πλέον ως “Έλληνες Ορθόδοξοι” ενώ οι μέχρι πρότινως “Μωαμεθανοί” σε “Μουσουλμάνοι (Τούρκοι)”[19].
          Η απογραφή αυτή αφού παραθέτει τα αριθμητικά δεδομένα που αφορούν στους ελληνόφωνους μουσουλμάνους και τα αμφισβητεί τουλάχιστον από το 1901 κι έπειτα παρότι πρόκειται για δεδομένα που οι ίδιες οι αρχές έχουν συλλέξει. Συγκεκριμένα αναφέρει τα εξής:

Τώρα που σχεδόν κάθε χωριό έχει το δικό του δημοτικό σχολείο οι μουσουλμανόπαιδες λαμβάνουν την εκπαίδευσή τους στην Τουρκική γλώσσα. Ως εκ τούτου τείνουν να καταγράφονται ως τουρκόφωνοι—ιδίως εφόσον ο διευθυντής τους είναι ο απογραφέας—ακόμη κι εάν η καθομιλουμένη γλώσσα είναι η ελληνική. Αναμφισβήτητα η νεώτερη γενιά σε αυτά τα χωριά είναι δίγλωσση[20].

Βλέπουμε δηλαδή την εκπαιδευτική πολιτική να ασκείται ως φορέας ομογενειοποίησης του πληθυσμού. Εδώ οφείλω να προσθέσω ένα ανεκδοτολογικό στοιχείο. Σε μια συζήτηση με τον μακαρίτη Κώστα Οικονόμου, μια σημαντική μορφή των γραμμάτων και των τεχνών της Κύπρου, μου ανέφερε το εξής. Όταν διορίστηκε δάσκαλος στα χωριά του Πύργου και των Κοκκίνων, μαζί με άλλους συναδέλφους του Ελληνοκύπριους και Τουρκοκύπριους μετά την πρώτη μέρα στο σχολείο συναντήθηκαν όλοι οι δάσκαλοι και διηγήθηκαν την εμπειρία της πρώτης μέρας στο σχολείο. Ο Τουρκοκύπριος συνάδελφός του—διορισμένος στο σχολείο της Μασούρας εάν δεν κάνω λάθος—υπήρξε αρκετά προβληματισμένος. Ο λόγος ήταν απλός, οι Τουρκοκύπριοι μαθητές του δεν μιλούσαν τουρκικά αλλά ελληνικά ή για να είμαστε πιο ακριβείς, την ελληνοκυπριακή διάλεκτο.
Η εποχή της διήγησης του Οικονόμου ταυτίζεται με την περίοδο της απογραφής.  Οι Άγγλοι επιχειρούν την κανονικοποίηση των κοινοτήτων όπου γλώσσα,  θρησκεία και άρα εθνότητα θα ταυτίζονται επιχειρώντας να θέσουν ένα τέλος στις υβριδικές πολιτισμικές ταυτότητες υπηρετώντας έτσι και στην περαιτέρω συγκρότηση των εθνικισμών στο νησί. Βέβαια, όπως είδαμε από την διήγηση του Κώστα Οικονόμου, αυτό υπήρξε εν μέρει αναποτελεσματικό. Αυτό αποδεικνύεται και μέσω της  απογραφής μέσω της σύγκρισης ελληνοφώνων και Χριστιανών Ορθοδόξων, και τουρκόφωνων και Μουσουλμάνων. Από τις συγκρίσεις προκύπτουν 453 ελληνόφωνοι μη Χριστιανοί Ορθόδοξοι και 457 Μουσουλμάνοι μη τουρκόφωνοι. Υποθέτουμε ότι οι 453 ελληνόφωνοι είναι Μουσουλμάνοι με τους υπόλοιπους 4 τουρκόφωνους να είναι είτε αρμένιοι είτε ρομά.[21]
          Η άνοδος όμως των εθνικισμών κατά τη δεκαετία του 1940 με την κορύφωσή τους από τα μέσα του 1950, τις διακοινοτικές ταραχές της δεκαετίας του 1960[22] και την τουρκική εισβολή του 1974 έφερε ανατροπές στις ζωές των Κυπρίων, την υποχρεωτική “επιλογή στρατοπέδου” και την λογοκρισία ή την αυτολογοκρισία και τις υποχρεωτικές μετατοπίσεις πληθυσμών. Η διγλωσσία χάνεται σιγά-σιγά με τους προγόνους να μιλάνε και τις δυο γλώσσες ή γλώσσα διάφορη από αυτή που εκ των υστέρων υπαγορεύει το θρήσκευμα ενώ οι απόγονοί τους όχι. Η διακοινοτική επαφή χάνεται για να ξαναπιαστεί το νήμα δεκαετίες αργότερα, από το άνοιγμα των οδοφραγμάτων το 2003 και μέχρι σήμερα. Μια σημαντική ψηφίδα του μωσαϊκού διαγράφηκε και ξαναβάφτηκε βίαια και υποχρεωτικά είτε κόκκινη, είτε μπλε. Η απογραφή του 1956[23] αναφέρεται πλέον στον πληθυσμό ως “Έλληνες”, “Τούρκους” και “Άλλους”[24]. Δεν έχουμε πλέον στοιχεία για τις αντιστοιχίες γλωσσών και θρησκευμάτων αλλά γνωρίζουμε πως η Πάφος συνεχίζει να έχει ελάχιστο πληθυσμό που αφορά είτε στις άλλες θρησκευτικές κοινότητες (Αρμένιοι, Μαρωνίτες, Λατίνοι) είτε σε ξένους υπηκόους (λ.χ. Άγγλους) με μόλις 129 άτομα σε σύνολο πληθυσμού επαρχίας 56.905[25].

Οι κυπριακοί αριθμοί αντικαθιστούν τους αγγλικούς και οι κυπριακές πράξεις διαχωρίζουν τις κοινότητες

To 1960 η νεοσύστατη Κυπριακή Δημοκρατία εκπονεί την πρώτη της απογραφή πληθυσμού στο ίδιο μοτίβο με τις αγγλικές αποικιοκρατικές απογραφές. Διατηρεί το μοντέλο “Έλληνες”, “Τούρκοι” και “Άλλοι” με τις διάφορες εθνο-θρησκευτικές κοινότητες και ομάδες του νησιού να απορροφούνται δημογραφικά από τις δυο κυρίαρχες κοινότητες. Τομή αποτελεί όμως η αλλαγή της αγγλικής ορολογίας “κοινότητα” σε “φυλή”[26] με ότι αυτό συνεπάγεται ως προς την αναγνώριση ή την αποδοχή των μη κανονικοποιημένων Κυπρίων όπου θρησκεία, γλώσσα και εθνοτική ή εθνική συνείδηση δεν ταυτίζονται. Η Επαρχία Πάφου συνεχίζει να έχει αμελητέο ποσοτικά πληθυσμό που να ανήκει σε “φυλή” διάφορη της “ελληνικής” και της “τουρκικής”[27]. Ήδη από το 1958 λαμβάνουν χώρα εθνικιστικές εξάρσεις που υποχρεώνουν σε βίαιες εκτοπίσεις πληθυσμών, τόσο Ελληνοκυπριών αλλά κυρίως Τουρκοκυπρίων, εκτουρκισμό τοπωνυμίων[28], κ.ά. Οι πράξεις αυτές συνεχίζονται μέχρι και την περίοδο 1963-1964 και τις διακοινοτικές ταραχές της εποχής για να ολοκληρωθούν κατά την περίοδο της τουρκικής εισβολής το καλοκαίρι του 1974. Ήδη από το 1958, Ελληνοκύπριοι εκτοπίζονται μόνιμα από τη Σουσκιά, τα Μανδριά και τον Μάρωνα και Τουρκοκύπριοι από τα χωριά Μωρό Νερό, Μυρμιγκώφ και Αμαργέτη. Οι Τουρκοκύπριοι εκτοπίζονται και από τα χωριά Κρήτου Μαρόττου, Λέμπα, Ακουρσό, Τίμη και Πραστειό επίσης το 1958 αν και σύντομα επέστρεψαν για να ξαναεκτοπιστούν κατά τις διακοινοτικές ταραχές από τις 21 Δεκεμβρίου 1963 έως και τις 6 Αυγούστου 1964, πλην των τουρκοκυπρίων κατοίκων της Τίμης και τους Ακουρσού[29]. Η έκρυθμη κατάσταση οφείλεται τόσο σε διακοινοτικές όσο και σε εσωκοινοτικές διαμάχες μιας και οι πιέσεις για την διάρρηξη των σχέσεων μεταξύ των δυο κοινοτήτων δεν εκπορευόταν μόνο από τα εθνικιστικά στοιχεία της άλλης κοινότητας αλλά και από τα ίδια στοιχεία εντός της κάθε κοινότητας[30].
          Το 1977 έχουμε την πρώτη απογραφή μετά την τουρκική εισβολή[31]. Πρόκειται για μια de jure απογραφή σε αντίθεση με τις μέχρι τότε de facto απογραφές. Πρόκειται δηλαδή για εκτιμήσεις βασισμένες πάνω στην απογραφή του 1960[32]. Η απογραφή που αφορά στο έτος 1980-1981 μας δίνει χρήσιμες πληροφορίες σε σχέση με τη μόνιμη μετανάστευση. Γνωρίζουμε πως η Πάφος η οποία τουλάχιστον κατά τη νεώτερη ιστορία της δεν υπήρξε κέντρο υποδοχής μεταναστών ή προσφύγων. Ως εκ τούτου υπήρξε ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα η εύρεση στοιχείων η οποία αναφέρει πως στην Πάφο έχουν μεταναστεύσει μόνιμα 193 Λευκωσιάτες, 47 Λεμεσιανοί, 7 Λαρνακείς, 45 Κερυνειώτες και 159 Αμμοχωστιανοί[33]. Μπορούμε να υποθέσουμε ότι πρόκειται κατά βάση για πρόσφυγες και η μετανάστευση αυτή αποτελεί απόρροια της εισβολής. Επιπλέον, έχουμε την μόνιμη εγκατάστηση 46 μη Κυπρίων κατά βάση Ελλήνων και Άγγλων. Διόλου αμελητέο στοιχείο αποτελεί το γεγονός πως έχουμε εσωτερική μετανάστευση από τις αγροτικές περιοχές προς την πόλη της Πάφου αντίστοιχου μεγέθους με το σύνολο της υπόλοιπης μετανάστευσης προς την Πάφο. Συγκεκριμένα, 537 Παφίτες μετακινούνται εντός της Επαρχίας με τους 530 να μεταναστεύουν από την επαρχία προς την πόλη[34]. Οι καταρρεύσεις των καθεστώτων του ανατολικού μπλοκ την περίοδο 1989-1991 είχαν ως αποτέλεσμα ανακατατάξεις και μεταναστεύσεις που δεν άφησαν ανεπηρρέαστη την Κύπρο και την Πάφο. Αυτό, σε συνδυασμό με την τουριστική ανάπτυξη—με βάση τον τουρισμό—είχε ως αποτέλεσμα πληθυσμιακές αλλαγές τις οποίες θα επιχειρήσουμε να σκιαγραφήσουμε. Το 1992 στην επαρχία της Πάφου λαμβάνουν χώρα 1023 γεννήσεις εκ των οποίων οι 45 αφορά σε μη-Κύπριες μητέρες, μόνιμες κατοίκους Κύπρου[35]. Στην απογραφή που ακολούθησε μετά από τρία χρόνια, το 1995, οι γεννήσεις στην Πάφο μειώθηκαν σε 965 με τις αντίστοιχες γεννήσεις που αφορούν σε μη-Κύπριες μητέρες να αυξάνονται σε 66[36].
          Κατά τη δεκαετία του 1990 βλέπουμε και αρκετούς γάμους αλλά και διαζύγια μεταξύ Πάφιων και ξένων υπηκόων[37].

Λινοπάμπακοι: ένα πολιτισμικό υβρίδιο

Από την απογραφή του 1881 καθεαυτή δεν μπορούμε να εξάγουμε επιπλέον συμπεράσματα για τον προναφερθέν πληθυσμό των 1317 ελληνόφωνων Μουσουλμάνων, αλλά μπορούμε να προχωρήσουμε σε ορισμένες υποθέσεις. Πιθανότατα ένα έστω ποσοστό αφορά σε Λινοπάμπακους ή Λινοβάμβακους κατά το νεοελληνικότερο[38]. Πρόκειται δηλαδή για εξισλαμισθέντες Χριστιανούς—όχι κατ’ ανάγκη Ορθοδόξους. Μάλιστα, η περίπτωση να πρόκειται κατά βάση για Μαρωνίτες και Λατίνους, δηλαδή, Ρωμαιοκαθολικούς έχει ιδιαίτερη βάση μιας και οι Ρωμαιοκαθολικοί Ενετοί υπήρξαν οι ηττημένοι της σύγκρουσης με την Οθωμανική Αυτοκρατορία η οποία οδήγησε στην κατάληψη της Κύπρου από τα Οθωμανικά στρατεύματα[39]. Οι Λινοπάμπακοι αποτελούν μια σχετικά άγνωστη πτυχή της ιστορίας μας και αποτελούν μια πληθυσμική ομάδα που δεν της έχει δωθεί η ανάλογη επιστημονική προσοχή.
          Βάση των αποικιοκρατικών απογραφών ο πληθυσμός αυτός βρίσκεται συγκεντρωμένος κύρια στην Λευκωσία και την Πάφο[40]. Ο ιστορικός Ρολάνδος Κατσιαούνης αναφέρει πως ενώ στα αρχικά στάδια μετά την οθωμανική κατάληψη της Κύπρου ο εξισλαμισμός ήταν σύνηθες φαινόμενο για τμήματα της μέχρι τότε ελίτ, προκειμένου να διατηρήσουν τα προνόμιά τους, σε μεταγενέστερα στάδια αυτό αφορούσε κυρίως τα φτωχότερα τμήματα του πληθυσμού.[41]
Αρκετά χωριά της Πάφου έχουν χαρακτηριστεί ως χωριά Λινοπαμπάκων, όπως τα χωριά Μαλούντα, Πραστειόν, Κάτω Αρόδες, Σκούλλιν, Κρήτου Μαρόττου, Σταυροκόννου, Βρέτσια, Άγιος Νικόλαος, Άγιος Ισίδωρος, Άγιος Γεώργιος, Άγιος Ιωάννης, Αγία Βαρβάρα και Μαμώνια[42].
          Παρόλα αυτά, η “καταγωγή” των λινοπάμπακων αποτελεί αντικείμενο διαμάχης για θρησκευτικούς και πολιτικούς λόγους. Ο Κυριάκος Χατζηιωάννου στηλιτεύει τον Γάλλο ιστορικό Mas Latrie που θεωρεί τους λινοπάμπακους εν γένει (ρωμαιο)καθολικούς, ενώ ο ίδιος τους θεωρεί εν γένει χριστιανούς ορθόδοξους.[43] Το ίδιο πράττει και ο Παρασκευάς Μ. Σαμαράς κατηγορώντας για προπαγάνδα όσους θεωρούν την “ πλειονότητα αυτών των ανθρώπων ως καταγόμενους από λατίνους και κυρίως Μαρωνίτες”. Σύμφωνα με τον ίδιο αυτές οι απόψεις δεν βασίζονται σε “σοβαρές ιστορικές αποδείξεις”, αν και το ίδιο μπορεί να ισχυρισθεί κανείς και για τον ισχυρισμό του Σαμαρά περί της ελληνικότητας της καταγωγής λινοπαμπάκων[44]. Ιδίως όταν πρόκειται για ένα κοινωνικο-πολιτισμικό στρώμα που γεννάται κατά τον 16ο αιώνα, όταν δεν υπάρχει η έννοια της “ελληνικότητας” παρά της θρησκευτικής πίστης. Επιπλέον, ενώ όλοι αναφέρονται στις πιέσεις που δέχτηκαν για να εξισλαμισθούν οι λινοπάμπακοι, αγνοείται ή αποσιωπάται η πίεση που δέχτηκαν στην μετα-οθωμανική περίοδο για να “επιλέξουν” πίστη. Ο αρχιμανδρίτης Παύλος (Βενέδικτος) Εγγλεζάκης αναφέρει:
Σημειώνω—για να δώσω μια γεύση της εποχής πριν το 1900—ότι για τη διάσωση δέκα λινοβαμβάκικων χωριών της Λεμεσού από τη λατινική προπαγάνδα και τη διασφάλιση τους για τον Ελληνισμό, ο έπαινος ανήκει στους Λεμεσιανούς τοκογλύφους των 40% και 50% που, κατά προτροπή της Εκκλησίας, έπαψαν αμέσως να δανείζουν τους πρώην Τούρκους και τώρα νεόφυτους Μαρωνίτες πελάτες τους, μέχρι που τους ανάγκασαν να γίνουν Ορθόδοξοι.[45]

Με βάση και τα παραπάνω, θεωρώ πως είναι λάθος να αναζητούμε τη μια και μοναδική ταυτότητα σε τέτοια πολυπολιτισμικά περιβάλλοντα. Το ερώτημα “ποιοι ήταν οι Λινοπάμπακοι” κατά τη γνώμη μου είναι λάθος μιας και εκπορεύεται τόσο το ίδιο όσο και συχνά οι απαντήσεις που δίνονται από ιδεοληψίες. Οι Λινοπάμπακοι δεν σημαίνει πως ήταν καταπιεσμένοι είτε κρύπτο-Χριστιανοί είτε ελληνόφωνοι Μουσουλμάνοι, και μόνο, ούτε βέβαια ότι δεν ενυπάρχουν και αυτές οι πτυχές. Οι Λινοπάμπακοι εξασκούσαν τις θρησκευτικές και εν πολλοίς πολιτισμικές τελετουργίες και με τις οποίες βρίσκονταν σε άμεση επαφή ασχέτως του θρησκευτικού δόγματος από το οποίο προέρχονται. Αποτελούν απόδειξη του πως η αλληλεπίδραση και ώσμωση θρησκειών και κουλτούρων μπορεί να παράξει υβριδικές μορφές ταυτότητας όπως είναι και αυτή των Χασαμπουλιών στα οποία θα γίνει περαιτέρω αναφορά αμέσως πιο κάτω[46].


Χασαμπουλιά: Κοινωνικοί ληστές πέρα από θρησκείες και γλώσσες

 Ο ποιητάρης Χριστόδουλος Τζιαπούρας αναφέρει στο ποίημα “Το τραγούδι των Χασσάν-Πουλίδων”,
Χασαμπουλια-χασαμπουλια σαν τα πουλιά πετούσαν
διάφορα φορέματα καθ ήμερα φορούσαν
την μια ημέρα τούρκικα την άλλη τα ρωμεϊκά[47]


Με βάση και τους πιο πάνω στίχους, η γνωστή συμμορία έχει υβριδική εμφάνιση, τουρκική και ρωμέϊκη, η οποία εναλλάσσεται. Πέραν αυτής, έχει ως έδρα της ένα χωριό Λινοπαμπάκων, τα Μαμμώνια, και το ίδιο της το όνομα συνδυάζει το τούρκικο όνομα Χασάν με την ελληνική λέξη πουλί. Η οικογένεια των Χασαμπουλιών κατάγεται από το επίσης χωριό Λινοπαμπάκων Επισκοπή της Λεμεσού. Τόσο τα μέλη της συμμορίας όσο και τα θύματά της προέρχονται και από τις δυο κύριες θρησκευτικές και γλωσσικές ομάδες της Κύπρου[48]. Κατά τον Κατσιαούνη τα Χασαμπουλιά—και όχι μόνο αυτά—αποτελούν κοινωνικούς ληστές, ένα φαινόμενο που σύμφωνα με τον ίδιο άκμασε στην Κύπρο κατά τα τέλη του 19ου αιώνα[49].
Ο Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου κατά την δεκαετία του 1930, Μ. Χ. Καρεκλάς, έγραψε μια λεπτομερή αναφορά του προς τον J. H. Ashnore, Υπαρχηγό της Αστυνομίας, με θέμα τα Χασαμπουλιά και τη δράση τους. Σε αυτή διαφαίνεται, και μάλλον όχι τυχαία, πως το φιλικό δίκτυο χωριών αλλά και το κατεξοχήν γεωγραφικό πεδίο δράσης για τα Χασαμπουλιά αποτελείτο από χωριά λινοπάμπακων τόσο της Επαρχίας της Πάφου, όσο και της Λεμεσού και τις γύρω από αυτά περιοχές[50].

Το παζάρι της Πάφου

Ένα από τα σημεία συγκέντρωσης και συνεργασίας, ανεξαρτήτως θρησκείας και εθνότητας υπήρξε πάντα η αγορά, το “παζάρι”. Παραθέτουμε κάποια λαογραφικά στοιχεία που αφορούν στην περίοδο της οθωμανοκρατίας. Ο χριστιανός καφετζής Παντελής και λίγο πέρα ο “οθωμανός Καραπαττάς” γνωστός παρασκευστής γιαουρτιού. Χριστιανοί μαραγκοί και οι δυο ωρολογοποιοί της πόλης, ο ένας χότζας και ο Μπέρω, πιθανώς Λατίνος. Ο Χριστόδουλος ο κωμοδρόμος, δηλαδή σιδεράς, και πλάι του ο Ισμέτ ο τενεκετζής. Γραφικές φιγούρες αποτελούσαν από την μια ο οθωμανός πλανόδιος καρβουνιάρης με σαρίκι στο κεφάλι, ο επίσης οθωμανός με την άσπρη βράκα που πουλούσε από μια πήλινη στάμνα με πολτό—ψημένο σιτάρι με χαρουπόμελο—,ο τυφλός Χαμπής πουλούσε αλεσμένο καφέ σπίτι με σπίτι, ένας μικρασιάτης που πουλούσε ψιλικά τα οποία περιέφερε σε ένα μεγάλο πανέρι που τοποθετούσε στο κεφάλη του. Ένας χριστιανός και ένας  μουσουλμάνος πουλούσαν πετρέλαιο με τον μουσουλμάνο Μουμίνη να διαφημίζει την πραμάτια του στα ελληνικά[51]. Στα πλαίσια της οθωμανικής αυτοκρατορίας, η Κύπρος φέρεται να προσφέρθηκε και για την ανάπτυξης επιχειρηματικότητας. Έτσι, ο Δημήτριος Ρούβαλης από την Θεσσαλία εγκατέστησε στην Πάφο το Καπνεργοστάσιο “Θρίαμβος”. Ασχολήθηκε επίσης και με το εμπόριο κουκουλιών μεταξιού όπως και πολλοί Χριστιανοί έμποροι όπως ο Κωνσταντίνος Ιωάννου Στρατουράς και ο Κωνσταντίνος Κακογιάννης. Οι έμποροι προκειμένου να αυξήσουν την παραγωγικότητά τους επιστράτευσαν και ένα άραβα παλαιστίνιο, το Γιακούμπ. Τα κουκούλια προορίζονταν κατά βάση για τις ξένες αγορές και μέσω του λιμανιού της πόλης στέλνονταν στη Γένοβα και την Μασσαλία[52]. Έχουμε επίσης έμμεση αναφορά στους Ρομά, οι οποίοι γενικώς παραμένουν στην ιστορική αφάνεια, μέσω της παρουσίασης των “μαντισσών” οι οποίες επιδιόρθωναν και συντηρούσαν τα χάλκινα σκεύη των νοικοκυριών[53]. Ενδιαφέρον στοιχείο αποτελεί ένας ιδιότυπος καταμερισμός επαγγελμάτων ανάμεσα σε χριστιανούς και μουσουλμάνους. Όπως είδαμε πιο πάνω, οι μαραγκοί ήταν κατά βάση Χριστιανοί, όπως λ.χ. και οι κηροποιοί, ενώ λ.χ. οι παπλωματάδες ήταν Μουσουλμάνοι[54]. Αντίστοιχα υπήρξαν επαγγέλματα μικτά, όπως η ιδιοκτησία χανιών[55]. Η περίοδος της αγγλοκρατίας προσφέρθηκε για νέες επιχειρηματικές δραστηριότητες και πολλοί Χριστιανοί δημιούργησαν ξενοδοχεία, ξενώνες και μαγειρεία για να εξυπηρετήσουν τους αποικιοκράτες[56]. Στον τομέα της ζαχαροπλαστικής αλλά και της εστίασης δραστηριοποιήθηκαν τόσο Χριστιανοί όσο και Μουσουλμάνοι κύπριοι προσφέροντας ο καθένας τα ιδιαίτερα γλυκά και φαγητά που συνήθιζαν να τρώνε στην κάθε κοινότητα αλλά και ένας μικρασιάτης παγωτοποιός[57]. Στα Οθωμανικά λουτρά του Τσιάτταλου εξυπηρετούσαν οποιοδήποτε πελάτη, “Έλληναν, Τούρκον ή Αρμένιον”[58].
          O Πέτρος Γεωργίου εξέδωσε το 2015 τις αναμνήσεις του. Σύμφωνα με αυτές κατά τη δεκαετία του 1940 στην δημοτική αγορά δραστηριοποιούνταν πάνω από 20 ελληνοκύπριοι και 5 τουρκοκύπριοι κρεοπώλες, ελάχιστοι ιχθυοπώλες—όλοι ελληνοκύπριοι—, δεκάδες λαχανοπώλες και οπωροπώλες—κατά βάση ελληνοκύπριοι αλλά και ορισμένοι τουρκοκύπριοι[59]. Παρά το γεγονός ότι ο Γεωργίου γράφει από μια ελληνική εθνικιστική σκοπιά αναφέρεται στην αγαστή συνεργασία των δυο κοινοτήτων[60]. Διόλου τυχαίο το γεγονός ότι στην εμπορική οδό Φελλάχογλου, οι καταστηματάρχες ήταν μοιρασμένοι σε ελληνοκύπριους και τουρκοκύπριους χωρίς ιδιαίτερα προβλήματα μεταξύ τους[61]. Αντίστοιχες σκηνές περιγράφει και ο Γεώργιος Χατζηκωστής ο οποίος τονίζει το πως οι τουρκοκύπριοι γνώριζαν πολύ καλά την ελληνική γλώσσα[62].

Μια εξέγερση και η σημερινή δίγλωσση μνημόνευσή της

Μισό αιώνα περίπου πριν την εμφάνιση των Χασαμπουλιών, το 1833, ξέσπασε στην Πάφο ίσως η σημαντικότερη εξέγερση της Οθωμανικής περιόδου, μιας και ήταν αυτή που έθεσε και ζήτημα κατάληψης της εξουσίας. Επικεφαλής της εξέγερσης υπήρξε ο Γκιαούρ Ιμάμης από το χωριό Τρεμιθούσα της περιοχής της Χρυσοχού[63]. Επρόκειτο για μια σημαντική εξέγερση όχι μόνο γιατί είχε ως στόχο την κατάληψη της εξουσίας—σε αντίθεση με άλλες που στρέφονταν κατά τμήματος των ντόπιων ελίτ ή κάποιου κυβερνητικού, συνήθως φορολογικού, μέτρου—αλλά και διότι η σύνθεσή της είχε ξεπεράσει τα εθνοθρησκευτικά όρια με τη συμμετοχή χριστιανών και Μουσουλμάνων υπό την ηγεσία πιθανώς ενός λινοβάμβακου.[64]



Ο Γκιαούρ Ιμάμης μνημονεύεται σε ένα από τα δρομάκια του Μουττάλλου, του πάλαι ποτέ τουρκοκυπριακού μαχαλά της Πάφου. Μνημονεύεται επίσης και στο χώρο της μουσικής μέσα από το τραγούδι Gavur İmam İsyanı[68] το οποίο έχει διασκευαστεί και στα ελληνικά ως Το Σύστημαν. Για την εν γένει ιστορία του τραγουδιού θα παραπέμψω σε μια εξαιρετική ανάρτηση του Αντώνη Χατζηκυριάκου[69]. Αλλά οφείλουμε να σταθούμε σε κάποια ορισμένη σημειολογία που επιμένει να συνδέει χριστιανούς και μουσουλμάνους και πιο συγκεκριμένα ελληνοκύπριους και τουρκοκύπριους αλλά κυρίως Παφίτες. Το τραγούδι αυτό πρωτοερμηνεύθηκε απο τον Hamza Irkad, τουρκοκύπριο Παφίτη ο οποίος το έλαβε, άγνωστο σε μια γλώσσα, από ένα ελληνοκύπριο Παφίτη συνδικαλιστή στο Λονδίνο, τον Γιάννη Γεωργίου, αναδεικνύοντας και επαναφέροντας στην επιφάνεια μια σημαντική κοινή στιγμή της ιστορίας μας η οποία είναι πλέον προσβάσιμη τόσο σε ελληνόφωνο όσο και σε τουρκόφωνο ακροατήριο μιας και έχει ερμηνευθεί από τους Monsieur Doumani στην (ελληνο)κυπριακή διάλεκτο, και από τους Bandista και τους Sol Anahtari στην τουρκική γλώσσα.

Αντί επιλόγου

Το μεγάλο μωσαϊκό δεν αφορά κατ’ ανάγκη την μεγάλη εικόνα αλλά κι ένα άτομο, μια οικογένεια, ένα χωριό. Αφορά στην αφομοίωση στοιχείων από διαφορετικές κουλτούρες, παραδόσεις ή και γλώσσες. Αφορά εν τέλει στο να καθούμαστεν πας την τσαέραν τζιαι να τρώμεν το καλοτζιαίριν χαλλούμιν με παττίχα τζι άμα τρέξουν τα ζουμιά της πάνω μας να αναφωνήσουμεν εσσιέξιξι ενώ κάπου στο βάθος ανακατώνονται οι ήχοι Κυπραίων που φωνασκούν πάνω που μιαν σούβλαν, μεθυσμένων Εγγλέζων που βλέπουν και ακούν στην διαπασών κάποιο μάτς του αγγλικού πρωταθλήματος ποδοσφαίρου, Ρώσων που συζητάνε για τη νέα τους έπαυλη στο Λατσί πλάι στο κύμα και Κινέζων που αγνοούμε για το τι συζητούν.



Figure 2The British Occupation of Cyprus: landing place on the West Coast, near Baffos
Το αποικιακό βλέμμα για τους ιθαγενείς: Κύπρος 1878. Από το:
CYPRUS 1878: The Journal of Sir Garnet Wolseley
Εκ. Πολιτιστικό Κέντρο Λαϊκής Τράπεζας, σελ. 8




[1] Το 2015 επισκέφθηκαν την Κύπρο περίπου 2.659.400 τουρίστες εκ των οποίων το 41.6% διέμεινε στην Επαρχία της Πάφου. Κυπριακή Δημοκρατία, Στατιστικές Τουρισμού, 2015, Στατιστική Υπηρεσία, Φεβρουάριος 2017, 25.
[2] http://www.visitcyprus.com/index.php/el/practical-information/languages-religions, τελευταία επίσκεψη: 4 Φεβρουαρίου 2017.
[3] Για το ζήτημα των απογραφών επί Αγγλοκρατίας βλ. Christos Mais & Romanos Lyritsas, “Nicosia: The story of a shared and contested city”, http://www.nicosiaproject.eu/site/about, τελευταία επίσκεψη: 5 Φεβρουαρίου 2017. Για την πολιτική χρήση των κυπριακών απογραφών πληθυσμού βλέπε Hansjörg Brey and Günter Heinritz, “Ethnicity and demographic changes in Cyprus: in the "statistical fog”, Geographica Slovenica, vol. 24 (1993), 201-222.
[4] Οι περιφέρειες αποτελούν υποδιαίρεση των επαρχιών.
[5] Ο όρος “μωαμεθανοί” αποτελεί έναν οριενταλιστικό προσδιορισμό των οπαδών του Ισλάμ, γνωστών και ως μουσουλμάνων μιας και αποτελεί μια προβολή του Μωάμεθ ως θεού, κατά την περίπτωση του Χριστού και του όρου “χριστιανοί”.
[6] Οι Χριστιανοί Ορθόδοξοι ανέρχονται σε 18934 και οι Μουσουλμάνοι σε 9454. Report on the Census of Cyprus, taken 6th April 1881. London: Colonial Office, 1884, 35.
[7] Τα θρησκευτικά ποσοστά των περιφερειών υπολογίζονται με την εξαίρεση του πληθυσμού ο οποίος ανήκει στους Δήμους. Αυτό εξηγεί το χαμηλό ποσοστό μουσουλμάνων στην περιφέρεια της Πάφου μιας και η συγκεκριμένη θρησκευτική ομάδα συγκέντρωνε υψηλό ποσοστό στον Δήμο.              Report on the Census of Cyprus, taken 6th April 1881. London: Colonial Office, 1884, 12.
[8] Ο προσδιορισμός των Χριστιανών Ορθοδόξων και των Μουσουλμάνων ως Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων αντίστοιχα θα ήταν εν μέρει αυθαίρετος μιας και αποδίδεται εθνική συνείδηση βάσει θρησκεύματος και μάλιστα ετεροχρονισμένα. Πρόκειται για ιστορικό αναχρονισμό υπό την έννοια πως η εθνική συνείδηση δεν είναι κάτι που υπήρχε εσαεί, ούτε η γλώσσα ή η θρησκεία ενέτασσε το άτομο αυτομάτως σε μια μεγάλη εθνική οικογένεια. Αντίστοιχος ιστορικός αναχρονισμός επικρατεί με τον χαρακτηρισμό της Οθωμανικής περιόδου ως Τουρκοκρατίας.
[9] Report on the Census of Cyprus, taken 6th April 1881. London: Colonial Office, 1884, 36-37.
[10] Οι απογραφές δεν είναι απολύτως ακριβείς, λ.χ. στην απογραφή με βάση την μητρική γλώσσα εντοπίζουμε πέντε Γερμανόφωνους και ένα Μαλτέζο, όπως επίση 21 αραβόφωνους. Οι αριθμοί αυτοί δεν ανταποκρίνονται στην απογραφή σε συνάρτηση γλώσσας και θρησκείας πλην εν μέρει των αραβοφώνων.
[11] Πληθυσμός διάφορων των χριστιανών ορθοδόξων και των μουσουλμάνων Κυπρίων συνήθως συγκεντρώνεται εντός των δημοτικών ορίων και όχι στην επαρχία εν γένει.
[12] Report on the Census of Cyprus, taken 6th April 1891. London: Colonial Office, 1893, 57.
[13] Op.cit., 62.
[14] Βλέπε, Παναγιώτης Περσιάνης, Πτυχές της εκπαίδευσης της Κύπρου καά το τέλος του 19ου και τις αρχές του 20ου αιώνα, Λευκωσία: Παιδαγωγικό Ινστιτούτο της Κύπρου, 1994, 51-54, Altay Nevzat and Mete Hatay, “Politics, Society and the Decline of Islam in Cyprus: From the Ottoman Era to the 21st Century”, Middle Eastern Studies, vol. 45, no. 6 (2009), 911-933, Rebecca Bryant, Imagining the Modern: The Cultures of Nationalism in Cyprus, London: I. B. Tauris, 2004, John Frederick Oswald, “The Social and Spatial Dimensions of Ethnic Conflict: Contextualizing the Divided City of Nicosia, Cyprus”, University of Texas at Austin, December 2013. unpublished PhD Dissertation, 161-171.
[15] Report on the Census of Cyprus, taken 6th April 1891. London: Colonial Office, 1893, 70.
[16] Report and General Abstracts of the Census of 1911, taken on the 2nd April 1911. London: Waterlow and Sons Limited, 1912, 20, 72.
[17] Report and General Abstracts of the Census of 1921, taken on the 24th April 1921. London: Waterlow and Sons Limited, 1922, 60.
[18] Report of the Census of 1931, taken on April 27-28, 1931. Nicosia: F.S. Passingham, Government Printer, 1932, 24.
[19] Στο πρωτότυπο, “Greek Orthodox” και “Moslem (Turkish)”. Census of Population and Agriculture 1946: Reports and Tables, London: C. F. Hodgson, 1949, 9.
Για τις κοινωνικές, πολιτικές και πολιτιστικές προεκτάσεις που αφορούν στις απογραφές βλέπε: Christos Mais and Romanos Lyritsas, “Nicosia: The story of a shared and contested city”, http://www.nicosiaproject.eu/site/about, τελευταία επίσκεψη: 8 Μαρτίου 2017.
[20] Census of Population and Agriculture 1946: Reports and Tables, London: C. F. Hodgson, 1949, 11.
[21] Census of Population and Agriculture 1946: Tables, London: C. F. Hodgson, 1949, 22-26, 48.
[22] Για τις διακοινοτικές ταραχές στην Πάφο από αρκετά εθνικιστική πλευρά βλέπε: Πέτρος Γεωργίου, Ζωή και μνήμαι από την Πάφον του χθες, Λευκωσία: Εκδόσεις Κώστα Επιφανίου, 2015, 256-260.
[23] Κατακρίβεια πρόκειται για μια καταγραφή με στόχο την έκδοση ταυτοτήτων και αφορά τον μόνιμο πληθυσμό ηλικίας 12 ετών και άνω. Registration of the Population 1956: Report and Tables, Nicosia: Statistics Section, Financial Secretary’s Office, 1956, 1-2.
[24] Op. cit., 2.
[25] Op. cit., 13.
[26]Community” και “race” στα πρωτότυπα κείμενα των δυο απογραφών.
[27] Census of Population and Agriculture, 1960, Nicosia: Printing Office of the Republic of Cyprus, 1962,
[28] C. F. Beckingham, “The Turks of Cyprus”, The Journal of the Royal Anthropological Institute of Great Britain and Ireland vol. 87, no. 2 (Jul. - Dec., 1957), 165-174.
[29] Richard A. Patrick, Political Geography and the Cyprus Conflict: 1963-1971, Waterloo: University of Waterloo, 1976, 96-98.
[30] Op. cit., 99.
[31] Δημογραφική Έκθεσις, 1977.
[32] Op. cit., 2.
[33] Όλοι οι αριθμοί αφορούν σε ενήλικες.
[34] Department of Statistics and Research, Ministry of Finance Demographic Survey, 1980/1981, Nicosia: Printing Office of the Republic of Cyprus, 237.
[35] Department of Statistics and Research, Ministry of Finance Demographic Survey, 1992, Nicosia: Printing Office of the Republic of Cyprus, 82.
[36] Department of Statistics and Research, Ministry of Finance Demographic Survey, 1995, Nicosia: Printing Office of the Republic of Cyprus, 80
[37] Το 1992, τελέστηκαν 304 εκκλησιαστικοί γάμοι στην Κύπρο. Σε 27 περιπτώσεις ο γαμπρός και σε 36 η νύφη καταγόταν από το εξωτερικό. Department of Statistics and Research, Ministry of Finance Demographic Survey, 1992, Nicosia: Printing Office of the Republic of Cyprus, 122-123. Το 1995, σε σύνολο 406 εκκλησιαστικών γάμων οι 21 αφορούσαν γαμπρούς και οι 35 νύφες που κατάγονταν από το εξωτερικό. Department of Statistics and Research, Ministry of Finance Demographic Survey, 1995, Nicosia: Printing Office of the Republic of Cyprus, 119-120. Το 2005, από τις 223 Πάφιες μόνο 16 παντρεύτηκαν ξένους υπηκόους ενώ 247 Πάφιοι παντρεύτηκαν 52 ξένες υπηκόους. Department of Statistics and Research, Ministry of Finance Demographic Survey, 2005, Nicosia: Printing Office of the Republic of Cyprus, 125. Το 1995 εκδόθηκαν 55 διαζύγια όπου ο πρώην σύζυγος ήταν κάτοικος Πάφου. Σε 6 περιπτώσεις η πρώην σύζυγος ήταν κάτοικος εξωτερικού. Αντίστοιχα εκδόθηκαν 49 διαζύγια όπου η πρώην σύζυγος ήταν κάτοικος Πάφου. Σε 4 περιπτώσεις ο πρώην σύζυγος ήταν κάτοικος εξωτερικού. Department of Statistics and Research, Ministry of Finance Demographic Survey, 1995, Nicosia: Printing Office of the Republic of Cyprus, 150.
[38] Ο όρος προέρχεται από το λινό και το βαμβάκι το οποίο υπονοεί τη διττή τους φύση/πίστη. Ένα πολύ ενδιαφέρον άρθρο για τους Λινοπάμπακους έρχεται από τον Roland L. N. Michell, “A Muslim-Christian Sect in Cyprus”, The Nineteenth Century Journal, n. 63 (May 1908), 751-762. O Michell θέτει το ζήτημα της μουσουλμανο-χριστιανικής σέχτας, όπως αποκαλεί τους Λινοπάμπακους, στα ευρύτερα πλαίσια της Οθωμανικής αυτοκρατορίας προχωρώντας σε κάποιες γενικεύσεις, πέρα από λογικές κυπριακής μοναδικότητας. Για τους λινοβάμβακους και τον κρυπτοχριστιανισμό στην Κύπρο βλέπε επίσης, R. M. Dawkins, “The Crypto-Christians of Turkey”, Byzantion, vol. VII (1933), 254-257.
[39] Αλέξανδρος-Μιχαήλ Χατζηλύρας, Οι Λατίνοι της Κύπρου, Λευκωσία: Γραφείο Τύπου και Πληροφοριών, 2012, 9. Elevating and Safeguarding Culture Using Tools of the Information Society (ESCUTIS), Dusty trace of the Muslim Culture: Cyprus During the Ottoman Domination, 92-93, http://earthlab.uoi.gr/escutis/Books/ESCUTIS_Cyprus_study.pdf, τελευταία επίσκεψη: 12 Μαρτίου 2017.
[40] Report of the Census of 1931, taken on April 27-28, 1931. Nicosia: F.S. Passingham, Government Printer, 1932, 24.
[41] Rolandos Katsiaounis, Labour, Society and Politics in Cyprus during the second half of the nineteenth century, Nicosia: Cyprus Research Centre, 1996, 50.
[42] Παρασκευάς Μ. Σαμαράς, Η ελληνική καταγωγή των τουρκοκυπρίων: Ιστορική μελέτη, χ.ε.: Αθήνα 1987, 33 και Κυριάκος Χατζηιωάννου, ό.π.
[43] Κυριάκος Χατζηιωάννου, “Η καταγωγή των τουρκοκυπρίων και το κυπριακό”
[44] Παρασκευάς Μ. Σαμαράς, op. cit., 22.
[45] Benedict Englezakis, Studies on the History of the Church of Cyprus, 4th-20th Centuries, Hampshire: Variorum, 1995, 437-438, αναφορά στο απόσπασμα στο Mete Hatay, Is the Turkish Cypriot Population Shrinking? Overview of the Ethno-Demography of Cyprus in the Light of the Preliminary Results of the 2006 Turkish-Cypriot Census, PRIO Report 2/2007, 20, https://www.prio.org/Global/upload/Cyprus/Publications/Is%20the%20Turkish%20Cypriot%20Population%20Shrinking.pdf, τελευταία επίσκεψη: 23 Φεβρουαρίου 2017.
[46] Βλέπε και Costas M. Constantinou, “Aporias of Identity: Bicommunalism, Hybridity and the ‘Cyprus Problem”, Cooperation and Conflict: Journal of the Nordic International Studies Association, vol. 42:3 (2007), 247-270.
[47] https://mamoniavillage.blogspot.gr/2012/10/blog-post_24.html, τελευταία επίσκεψη: 12 Φεβρουαρίου 2017. Σύμφωνα με τον Ρολάνδο Κατσιαούνη το ποίημα αυτό εκδόθηκε το 1896 σε φυλλάδα από τον Τζιαπούρα και πούλησε 2000 αντίτυπα. Rolandos Katsiaounis, op. cit., 156.

[48] Paul Sant Cassia, “Banditry, Myth, and Terror in Cyprus and Other Mediterranean Societies”, Comparative Studies in Society and History, Vol. 35:3 (October 1993), 776.
[49] Rolandos Katsiaounisopcit., 149-150, 155-158. Η κοινωνική απείχηση των Χασαμπουλιών τεκμέρεται κι από το κείμενο του Frederic Gordon Templer, ο οποίος κατά τα τέλη του 19ου αιώνα διετέλεσε τόσο Επαρχιακός Δικαστής, όσο καιΣυνήγορος του Στέμματος στην Κύπρο. Frederic Gordon Templer, “The Poulis”, Blackwood’s Magazine, Vol. CCII:MCCXXI (July 1917), 483-503.
[50] Cyprus Police and Αστυνομία Κύπρου, “Τα Χασαμπουλιά,” Αψίδαhttps://apsida.cut.ac.cy/items/show/19124, τελευταία επίσκεψη: 10 Μαρτίου 2017.
[51] Αγνή Μ. Μιχαηλίδη, Πάφος, το παλιό Κτήμα, Λευκωσία: 1989, 220-224
[52] Op. cit., 226-232.
[53] Op. cit., 236-238.
[54] Op. cit., 238-240.
[55] Op. cit., 115-117.
[56] Op. cit., 121-125.
[57] Op. cit., 125-127
[58] Πέτρος Γεωργίου, Ζωή και μνήμαι από την Πάφον του χθες, Λευκωσία: Εκδόσεις Κώστα Επιφανίου, 2015, 261-262.
[59]Opcit., 253-256.
[60] Opcit., 268.
[61] Κώστας Σοφοκλέους, Πάλη για την Ελευθερία: Ενδογενείς αντιπαραθέσειςΑρχές του 20ου αιώνα μέχρι το 1949, τόμος Ι, 2003, 172-173.
[62] Γεώργιος Χατζηκωστής, Η Πάφος του χτές: Η Κάτω Πάφος - Το Κτήμα, Λευκωσία 2011, 53-54.
[63] Για τις εξεγέρσεις στην Οθωμανική Κύπρο βλέπε Μιχάλης Ν. Μιχαήλ, Οι εξεγέρσεις ως πεδίο διαπραγμάτευσης της εξουσίας: Οθωμανική Κύπρος, 1804-1841, Αθήνα: Αλεξάνδρεια, 2016. Για την συγκεκριμένη εξέγερση βλέπε κυρίως τις σελίδες 127-137.
[64] Rolandos Katsiaounisopcit., 19.
[65] Η εξέγερση του Γκιαούρ Ιμάμη.
[66] “Η ιστορία (τζιαι η γενεαλογία) ενός τραουθκιού”, http://patosmetrypav.blogspot.gr/2015/08/blog-post.html, τελευταία επίσκεψη: 27 Φεβρουαρίου 2017.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου