15 Μαΐ 2017

Οι τάσεις και στάσεις της κοινωνίας απέναντι στη λύση – αλλά και η παρακμαζουσα επίδραση των ΜΜΕ – σε ιστορικό πλαίσιο


Η δημοσιοποίηση της έρευνας του Πανεπιστημίου Κύπρου υπό την εποπτεία του κ. Χ. Ψάλτη[1] είναι από τις κυπριακές έρευνες που φαίνεται να μπορεί να εμπιστευθεί κανείς. Κατ’ αρχήν, οι ερωτήσεις δεν ακολουθούν την πρακτική των υπό παραγγελία δημοσκοπήσεων, όπου προσπαθούν να εκμαιεύσουν το αποτέλεσμα. Και σε ένα ιστορικό πλαίσιο φαίνεται να καταγράφει τάσεις που διαφαίνονταν και ευρύτερα. Αν και η θέση ότι τα στοιχεία δείχνουν ότι η ώρα της λύσης είναι «τώρα ή ποτέ» είναι μάλλον υπερβολική [και δεν στηρίζεται κατ’ ανάγκη από τα τεκμήρια] εντούτοις το γεγονός ότι τα τεκμήρια είναι εκεί, και δεν ακολουθούν την πρόθεση έστω για να εκφραστούν θέσεις στην συγκυρία είναι σαφώς στα υπερ της έρευνας.

Η ανοδική πορεία της στήριξης σε λύση – η σταθεροποίηση μια πλειοψηφίας λύσης και οι συγκυρίες που οδηγούν σε μετατοπίσεις του αναποφάσιστους, ή πώς η ανησυχία για ένταση λειτουργεί και υπέρ της λύσης
Το πρώτο σημαντικό στοιχείο είναι η χρονική διακύμανση.



Όπως φαίνεται στον πιο πάνω πίνακα, με αφετηρία το 2013, τότε ήταν ήδη εξισορροπημένη η στάση των ελληνοκυπρίων απέναντι στο ναι και στο όχι σε δημοψήφισμα. Αυτό αξίζει να το δει κανείς στο ιστορικό του πλαίσιο. Μόλις 9 χρόνια πριν, ένα συντριπτικό ποσοστό του 76% στήριξε το Όχι, και την περίοδο 2008-2010 είχαν γίνει και έντονες συνομιλίες [που κατέληξαν στις συγκλίσεις Χριστόφια – Ταλάτ, αλλά και στην κοινωνία με υστερικές επιθέσεις εναντίον του τότε προέδρου για την ειλικρίνεια του να θέσει ενώπιον της κοινωνίας τα δεδομένα του κυπριακού. Ίσως και για πρώτη φορά με τόση σαφήνεια. Και όμως, το Όχι παρά τις υστερικές κραυγές, και τις υπαναχωρήσεις ακόμα και του Αναστασιάδη από τις θέσεις του 2004 [η υπαναχώρηση είχε ξεκινήσει από το 2010], το όχι μόλις και φτάνει το ναι σε ένα ενδεχόμενο δημοψήφισμα.

Όμως, σαφώς υπάρχει ένας μεγάλος αστάθμητος παράγοντας – το σχεδόν δυσθεώρητο ποσοστό του 60% των αναποφάσιστων. Οι μετακινήσεις αυτού του ποσοστού είναι όμως ευδιάκριτες.  Κάθε φορά που προκύπτει κρίση [όπως την περίοδο 2013-14, όταν ο Αναστασιάδης συναγωνίζονταν σε αδιαλλαξία και θεάματα τον Έρογλου] ξαφνικά το ποσοστό των αναποφάσιστων πέφτει δραματικά, ενώ ενισχύεται η θέση αυτών που θέλουν λύση. Θα μπορούσε να αποδώσει κανείς την τότε διακύμανση στο γενικότερο κλίμα της κρίσης – ίσως να εμφανίζονταν η λύση του κυπριακού σαν είδος αποφυγής του μνημονίου. Όμως, ανάλογη διακύμανση παρατηρείται και το 2017, όταν και πάλι ο Αναστασιάδης οδηγεί τις συνομιλίες σε κρίση με προεκλογικά κίνητρα. Μάλιστα σε μια ακόμα πιο ενδιαφέρουσα εξέλιξη, οι αναποφάσιστοι μετά την αποτυχία/ναυάγιο των συνομιλιών και την κρίση που πυροδότησε το ψήφισμα του ΕΛΑΜ και η απρεπής στάση του Αναστασιάδη στη συνάντηση με τον Ακιντζή [όταν φακκούσε την πόρτα και εξαφανίστηκε για 40 λεπτά – δήθεν για τσιγάρο, ενώ οι άλλοι περίμεναν χωρίς να ξέρουν τί κάνει] η άνοδος των αναποφάσιστων αντλείται βασικά από τη μείωση των απορριπτικών ψήφων.

Σε ένα γενικότερο πλαίσιο, όπως σωστά παρατήρησε ο κ. Ψάλτης, φαίνεται να διαμορφώνεται ένα σαφώς πλειοψηφικό ρεύμα λύσης με το απορριπτικό μπλοκ να έχει ένα μέσο όρο στήριξης 20-25% [με μια μάξιμουμ διακύμανση προς το 45%], ενώ αντίθετα το ρεύμα της λύσης τείνει προς την σταθεροποίηση ανάμεσα στο 40-50%.

Η διακύμανση του 2017 είναι ενδεικτική – ενώ το κλίμα λύσης συσπείρωσε το απορριπτικό μπλοκ με φόντο τον κίνδυνο λύσης, μόλις μπλοκαρίστηκε η διαδικασία, μια μεγάλη μερίδα των ψήφων του όχι μετατράπηκε σε αναποφάσιστους ή ψήφους του ναι. Μια κρυφή μεταβλητή, λοιπόν, είναι η ανησυχία για την επόμενη μέρα – που λειτουργεί βασικά για τους αναποφάσιστους: συσπειρώθηκαν προς το όχι, όταν ξαφνικά το κλίμα έδειχνε λύση, και μετά μεταστράφηκαν όταν είδαν ότι η μη λύση οδηγούσε σε κρίση.

Το ιστορικό πλαίσιο των διακυμάνσεων
Αξίζει, επίσης, να δούμε τις διακυμάνσεις ιστορικά. Το ναι φαίνεται να πήρε ανοδική πορεία από το 2013 – ή για να είμαστε πιο ακριβείς με βάση το ιστορικό πλαίσιο, συνέχισε την ανοδική του πορεία μετα την μεταστροφή την προηγούμενη περίοδο Χριστόφια, όταν κατάφερε να ισοφαρίσει το όχι. Το ναι έφτασε στο μάξιμουμ του 50% το 2015, γύρω από την περίοδο κρίσης με το Μπαρμπαρός και, στη θετική πλευρά, την εκλογή Ακιντζή. Ακολούθως το ναι ακολουθεί μια μικρή πορεία μείωσης – αλλά το ίδιο και το όχι που φτάνει στο χαμηλότερο του σημείο την άνοιξη του 2016. Ο βασικός κερδισμένος των 2 μειώσεων φαίνεται να ήταν οι αναποφάσιστοι. Από την άνοιξη του 2016 [άρα γύρω στις βουλευτικές] αρχίζει μια άνοδος του όχι, που συνόδευσε εν μέρει την ανακτημένη αυτοπεποίθηση του απορριπτικού χώρου με τις βουλευτικές, αλλά και το μετεκλογικό κλίμα ότι οι διαπραγματεύσεις όδευαν προς την λύση. Σε όλο το υπόλοιπο 2016 [που ενδεχομένως εξηγεί και την αναποφασιστικότητα η δειλία του Αναστασιάδη] το όχι ανεβαίνει δραματικά και για πρώτη φορά το 2013, τον Ιανουάριο, ξεπερνά το ναι έστω και σύντομα. Αυτή η μετατόπιση ήταν σαφώς αποτέλεσμα μετατοπίσεων από τους αναποφάσιστους που φοβήθηκαν την πιθανότητα λύσης ή και την αβεβαιότητα που προκαλούσε ο ίδιος ο πρόεδρος με την στάση του [ο Αναστασιάδης έδινε το αίσθημα ότι βασικά τον πίεζαν]… Όταν, όμως, ο Αναστασιάδης τράβηξε όντως πίσω από τις συνομιλίες είχαμε την ανάποδη διαδικασία: μια δραματική πτώση του όχι, και μια ανάκαμψη του ναι [το ναι ουσιαστικά, όμως, φαίνεται πια να σταθεροποιείται στο 40-50% σε αντίθεση με το όχι του οποίου η διακύμανση είναι από το 20-40%. Και η πτώση του όχι μεταφέρεται σε μεγάλο βαθμό και πάλι στους αναποφάσιστους.

Η κρίση της δυνατότητας χειραγώγησης από τα ΜΜΕ: η περίπτωση του ψηφίσματος του ΕΛΑΜ, και τα σχετικά πενιχρά αποτελέσματα της υστερίας με πρωτοστάτη την αρχισυνταξία του Φιλελευθέρου και ολόκληρο το τηλεοπτικό τοπίο – άμα όλα αυτά φτάνουν μόνο στο 39%....
Αυτές οι διακυμάνσεις τεκμηριώνουν την ευρύτερη τάση μεγάλων στρωμάτων [εκτοπισμένων, αλλά και νεότερων γενιών που ανησυχούν τα ιστορικά στρώματα που ήταν ανέκαθεν υπέρ της λύσης – όπως την αριστερά σαν ιστορικό χώρο] προς την λύση. Όμως, οι διακυμάνσεις τεκμηριώνουν επίσης και μια άλλη σημαντική διάσταση – το πώς σταδιακά [για όποιον παρακολουθεί από το 2011, με κομβικό σημείο καμπής τον Μάρτιο του 2013] μεγάλα στρώματα του πληθυσμού αρχίζουν να μην ακολουθούν σε σταθερή φάση τα ΜΜΕ. Το θέμα του ψηφίσματος του ΕΛΑΜ είναι χαρακτηριστικό: στην ερώτηση αν συμφωνούν με το ψήφισμα του ΕΛΑΜ, μια σαφής πλειοψηφία [άνω το 50%] διαφωνεί. ενώ μόλις το 26% συμφωνεί. Το 23% είναι αναποφάσιστοι.


Στην επόμενη ερώτηση [στην ίδια δημοσκόπηση] για το ψήφισμα της βουλής για να παρακαμφθεί το ψήφισμα του ΕΛΑΜ, 39% διαφωνούν επίσης, ενώ το 37% συμφωνεί. Οι αναποφάσιστοι ανεβαίνουν κατά 1.7% στο 24.7%.


Υπάρχει και εδώ η απροθυμία για κρίση – καταγγέλλεται/απορρίπτεται, ουσιαστικά ,η αρχική κίνηση του ΕΛΑΜ, αλλά υπάρχει και επιφύλαξη για την αλλαγή, που προκάλεσε επίσης ένταση, αλλά εδώ οι θετικοί προς τη διαδικασία λύσης παραμένουν γενικά σταθεροί, ενώ αυξάνεται το ποσοστό της αντίδρασης προς την απορριπτική στάση με μερίδα αναποφάσιστων να στρέφεται και εναντίον της αλλαγής του νόμου. Για να κατανοηθεί ωστόσο αυτό το αποτέλεσμα πρέπει να το δούμε στο πλαίσιο των μιντιακων αντιδράσεων – και σε αυτό το πλαίσιο, είναι εντυπωσιακή η απόρριψη των νουθεσιών και κλισέ των ΜΜΕ που παρουσίαζαν το ψήφισμα σαν «νόμο Ακιντζή», παρέμβαση των τουρκοκυπρίων στο ελληνοκυπριακό εκπαιδευτικό σύστημα κοκ. Και είναι ακριβώς εκείνο το κλίμα που οδήγησε στην ένταση στη βουλή, και μετέπειτα αισχρότητες, όπως εκείνη με την ευχή της επανάληψης της δολοφονίας ανθρώπων στα καφενεία, όπως έκανε η ΕΟΚΑ β. ευχή που ανέχθηκε ο βουλευτής του ΕΛΑΜ, κ. Λίνος Παπαγιάννης. Και φυσικά, η απόπειρα τραμπουκισμού στο ΤΕΠΑΚ ήταν συνέχεια εκείνου του κλίματος.

Ο διευθυντής ύλης του Φιλελευθέρου, και οι συν αυτώ, πανηγύριζαν σε μια αυτάρεσκη, αλλά χωρίς επαφή με την πραγματικότητα,  ναρκισσιστική έπαρση ότι «σύσσωμη η κοινωνία» είχε υιοθετήσει την υστερία που κατασκεύασαν. Τα τεκμήρια είναι συντριπτικά: παρά την μιντιακή υπεροπλία των ΜΜΕ, μόλις 40% τους ακολούθησε – ένα σχετικά ανάλογο ποσοστό 35% αντιστάθηκε σαφώς, και οι υπόλοιποι ήταν αναποφάσιστοι. Ήταν μια ήττα. Όταν μια οπτική προωθείται έμμεσα η άμεσα και από τις 5 παγκυπριες τηλεοράσεις και με προπαγανδιστική εμμονή από την εφημερίδα που πουλά περισσότερα φύλα από τις υπόλοιπες τέσσερις, και έχει και την έντονη στήριξη ακόμα μιας εφημερίδας [Σημερινή], και την επιτήδεια ουδετερότητα των πρωτοσέλιδων τουλάχιστον μιας άλλης [Πολίτης] ενώ ανάλογη μέχρι τον Απρίλη ήταν και η Αλήθειας, τότε το να συγκροτήσει ένα ποσοστό μόλις 40% μια τέτοια προπαγανδιστική ομοβροντία ήταν σαφώς μια ήττα επιπέδου. Σε ένα στοιχειωδώς δημοκρατικό διάλογο, οι απόψεις του διευθυντή του Φιλελευθέρου και των συν αυτώ, θα καταλήγαν σε ποσοστά μόλις 20% ή και ενδεχομένως λιγότερα αποσπώντας έγκριση μόνο από τους ακραίους απορριπτικούς και την ακροδεξιά.
Η έρευνα αγγίζει και μια σειρά από άλλα θέματα [όπως της εκπαίδευσης, των εισηγήσεων για την ασφάλεια κοκ] όπου τεκμηριώνεται η γενικότερη τάση που περίγραψε ο κ. Ψάλτης: μια σταθερά πλειοψηφική τάση προς την λύση. Ακόμα και η σχετικά αντιφατική τάση της απαισιοδοξίας για λύση με επιθυμία για κατάληξη ίσως να έκφραζε και την σταθεροποίηση, πια, του ανοδικού ποσοστού υπερ της λύσης – ακόμα και σε ψυχολογικά αρνητικές συνθήκες, όταν η βιομηχανία χειραγώγησης των ελληνοκυπριακών ΜΜΕ εξαπολύει τις επαναλαμβανόμενες υστερίες της μετα γνωστά κλισέ, σκίτσα, παραπλανήσεις κοκ… Για αυτό και η διερεύνηση των συνθηκών κάτω από τις οποίες οι αναποφάσιστοι [που εκφράζουν και τους εσωτερικούς διχασμούς σε μερίδα της κοινωνίας] είναι ιδιαίτερα χρήσιμοι για να διαφανεί η ευρύτερη ιστορική τάση, αλλά και τα συγκυριακά δεδομένα. Διότι η πλειοψηφία των πολιτών δεν ασχολείται με το κυπριακό σε μεγάλο βαθμό. Η ζωή τους κυλά στην καθημερινότητα, και το κυπριακό πλανιέται σαν κάτι στην ατμόσφαιρα – και εστιάζει ο κόσμος σε αυτό σε περιόδους κρίσεων η εντάσεων η προσμονών. Και υπάρχει μετά και η άλλη τάση, εκείνων που ασχολούνται, που έχουν κατασταλάξει και ότι και να γίνει η άποψη τους δεν αλλάζει εύκολα. Εδώ το όχι χάνει σαφώς στον χρόνο.






[1] Από το Πανεπιστημιακο Κεντρο Ερευνων Πεδιου

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου