20 Μαρ 2017

Ένα ακόμα χελιδόνι από το εφηβικό ασυνείδητο του μέλλοντος, των κυπρίων millennials: το μεταμοντέρνο παιχνίδισμα των εσωρούχων σε αγάλματα και η εκτροπή ενός δεδομένου αποτελέσματος σε ανατρεπτική κίνηση. Θα πρέπει άραγε να επιτρέπεται να βλέπει ο αρχιεπίσκοπος Κυπριανός το βυζι της Αφροδίτης;



Η αντιμετώπιση των έργων τέχνης γίνεται με διάφορές σημασιολογικές αποχρώσεις που βρίσκονται αναμεσά σε δυο πόλους. Ο ένας από τους πόλους αυτούς είναι η λατρευτική αξία, ο άλλος η εκθετική αξία…Η τεχνική αναπαραγωγιμοτητα του έργου τέχνης αλλάζει της σχέση της μάζας με την τέχνη…ένα από τα σημαντικότερα καθήκοντα της τέχνης ήταν ανέκαθεν να δημιουργεί μια ζήτηση, για την πλήρη ικανοποίηση της οποίας δεν έχει έρθει ακόμα η ώρα. Η ιστορία κάθε μορφής τέχνης περνάει κρίσιμες περιόδους, κατά τις οποίες η μορφή αυτή τέχνης προσπαθεί να πέτυχει αποτελέσματα, που κατ΄αναγκη μόνο με μια αλλαγή τεχνικού προτύπου,  δηλαδή με μια καινούργια μορφή τέχνης μπορούν να πραγματοποιηθούν….οι ντανταιστικες εκδηλώσεις εγγυούνταν ένα έντονο περισπασμό, κάνοντας το έργο τέχνης επίκεντρο κάποιου σκανδάλου. Το έργο τέχνης έπρεπε προπάντων να εκπληρώνει μια λειτουργία: να προκαλεί τη δημόσια αγανάκτηση..»
Βάλτερ Μπένγιαμιν,
το έργο τέχνης την εποχή της τεχνικής αναπαραγωγιμότητας του

«Το μεταμοντέρνο θα είναι αυτό το οποίο, μέσα στο μοντέρνο, θέτει μπροστά εκείνο που δεν μπορεί να παρουσιαστεί στο παρουσιάσιμο¨  αυτό το οποίο αρνείται στον εαυτό του την παρηγοριά των κάλων μορφών, την ομοφωνία του γούστου/αίσθησης το οποίο θα έκανε εφικτό να μοιραστεί συλλογικά η νοσταλγία για αυτό που δεν μπορεί να επιτευχθεί¨ αυτό το οποίο ερευνά για νέες παρουσιάσεις, όχι για να τις απολαύσει αλλα για να κατοχυρώσει μια ισχυρότερη αίσθηση αυτού που δεν μπορεί να παρουσιαστεί…ο καλλιτέχνης και ο συγγραφέας, κατά συνέπεια, εργάζονται χωρίς κανόνες για να διαμορφώσουν του κανόνες αυτού που θα γινόταν. Εξου και το γεγονός ότι η εργασία η το κείμενο έχουν χαρακτήρες δρωμένου/event..»
Jean-Francois Lyotard.
Answering the question: what is postmodernism?

Μια μαθητική αισθητική παρέμβαση, που κατέγραψε υπόγειες διαδρομές του μέλλοντες και το κλίμα υστερίας των νοσταλγών του χθες σαν λατρεία χωρίς σκέψη…
Η καλλιτεχνική παρέμβαση μαθητών/τριών στο Παγκύπρια γυμνάσιο, στα πλαίσια της οποίας φόρεσαν σουτιέν και ζαρτιέρες σε αγάλματα, προκάλεσε, φυσικά, την οργή των συντηρητικών και του Ταλιαδώρου, αλλά γενικότερα το όλο σκηνικό, μάλλον, προκάλεσε ένα αίσθημα χιούμορ, αλλά και θετικής ανακούφισης. Το ότι οι μαθητές/τριες[1] προκαλούν το καθιερωμένο με ένα παιχνίδισμα σημείων, είναι, αν μη τί άλλο, μια απόδειξη ότι η νεότερη γενιά των μελλοντικών κύπριων καλλιτεχνών συμβαδίζει [και τελικά προσφέρει, αφού η όλη παρέμβαση χάρη στην υστερία του/των Ταλιαδώρων θα είναι πια ιστορική] με τις παγκόσμιες τάσεις και προβληματισμούς. Αυτό, όμως, που αξίζει να προσεχθεί περισσότερο, και σαν φόρος τιμής στην παρέμβαση την ίδια, είναι ο τρόπος με τον οποίο μια φαινομενικά καλοπροαίρετη, για τα θέσμια, σκέψη-πράξη άνοιξε νέες διαστάσεις εικαστικών, αλλά και πολιτικο-πολιτιστικών παρεμβάσεων…

Ο Ταλιαδώρος φωνάζει και γιατί δεν διαβάζει….
Το θέμα το έφερε στην επικαιρότητα ο Ταλιαδώρος, ο οποίος λειτουργεί σε ένα βαθμό σαν λογοκριτής και χωροφύλακας[2] στο εκπαιδευτικό σύστημα, χάρη στην πρόσβασή του στο κυβερνητικό κόμμα.

«ΕΛΕΟΣ!!!! ΣΗΜΕΡΙΝΕΣ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΠΑΓΚΥΠΡΙΟ ΓΥΜΝΑΣΙΟ. ΔΕΝ ΒΛΑΠΤΕΙ ΛΙΓΟΣ ΣΕΒΑΣΜΟΣ ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΚΑΙ ΣΤΑ ΕΡΓΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ, ΣΤΟΝ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟ ΚΥΠΡΙΑΝΟ»

Στην απάντηση του σχολείου [μέσω διευθύντριας], αλλά και στο ίδιο το κείμενο της ομάδας που έκανε την εικαστική παρέμβαση[3], διαφάνηκε ότι δεν υπήρχε ουσιαστικά πρόθεση για πρόκληση – αντίθετα: φαινομενικά [με βάση την πρόθεση] ο στόχος ήταν να επιβεβαιωθεί κάτι που έγινε και στην Ελλάδα[4]. Να διαφανεί ότι η εμπορευματοποίηση [και η παγκοσμιοποίηση που χρησιμοποιήθηκε ως είδος εναλλακτικού όρου] οδηγεί σε ισοπέδωση κλπ.… Ο τίτλος είναι εκφραστικός: «Από το ιδεώδες στο Αγοραίο – Η κατά παγκοσμιοποίηση γεφύρωση των πολιτισμών». Η εστίαση είναι σαφής στην κωδικοποίηση – το «ιδεώδες» είναι τα αρχαία αγάλματα, ενώ το «Αγοραίο» [το εμπορικό ή και το πορνογραφικό/πορνεία] είναι τα εσώρουχα. Και το «κατά την παγκοσμιοποίηση» παραπέμπει στην αρνητική εκδοχή της «γεφύρωσης των πολιτισμών».

Υπήρξε, όμως, μια ενδιαφέρουσα εκτροπή. Κατ’ αρχήν η παρέμβαση δεν έγινε σε ιστορικά αρχαιά αγάλματα, αλλά σε αντίγραφα [ρέπλικες] – προϊόντα, δηλαδή, της «μαζικής αναπαραγωγής» που έλεγε και ο Μπένγιαμιν. Η παρέμβαση η ίδια δεν έγινε από την Gucci, ένα οίκο/βιομηχανία μόδας, αλλά από μια ομάδα εφήβων με την καθηγήτριά τους. Έτσι, δεν υπήρχε κατ’ ανάγκη κάτι να πουληθεί. Δεν διευκρινίστηκε αν το σουτιέν και οι ζαρτιέρες είχαν ταμπέλες, όπου αναφέρονταν επώνυμες μάρκες, αλλά κάτι τέτοιο δεν προέκυψε στη συζήτηση. Αυτό που φαινόταν σαν εικόνα, και το οποίο θα έβλεπαν οι μαθητές/τριες που θα περνούσαν από εκείνο τον χώρο, ήταν εσώρουχα τα οποία χρησιμοποιούνται καθημερινά [σουτιέν] ή θα μπορούσαν να χρησιμοποιούνται [ζαρτιέρες], και θα μπορούσαν να είναι είτε μάρκες, όπως η Gucci, είτε από φτηνά αντίστοιχα… Άρα το ερώτημα μετατέθηκε [με την απουσία επώνυμης μάρκας, αλλά και original έργων τέχνης] στο ζήτημα του ερωτισμού – αφού τα συγκεκριμένα εσώρουχα παραπέμπουν σε ερωτισμό και ανάλογες φαντασιώσεις.

Ουσιαστικά, ο Ταλιαδώρος απέδειξε ότι δεν διάβασε καν το κείμενο. Το να μην κατανοεί τις τάσεις την μεταμοντέρνας τέχνης, είναι κατανοητό – είναι, βαθιά συντηρητικός, άκαμπτος αισθητικά, ακόμα και στο λόγο του. Αν, όμως, διάβαζε και μπορούσε να αφαιρέσει έστω και λίγο τις παρωπίδες, θα έβλεπε ότι ο στόχος ήταν να επιβεβαιώσει εν μέρει [αν αυτές ήταν οι αντιδράσεις του κοινού/μαθητών/τριών] αυτό για το οποίο ο ίδιος φώναζε: Ότι «δεν είναι σωστό» να γίνεται/γίνονται τέτοια μείγματα/συνδυασμός στοιχείων. Αλλά ο κ. Ταλιαδώρος, φιλόλογος, ο οποίος λογικά διδάσκει «κατανόηση κειμένου»,  δεν μπορεί φαίνεται να κατανοήσει ούτε καν κείμενα που αγγίζουν τέτοιες διαστάσεις… Ή δεν συνήθισε να ρωτά και να σκέφτεται πριν εκτοξεύσει πολεμικές ιαχές για τα περιμαζέψει τους εναπομείναντες φανατικούς του χθες που αναζητούν «ανώτερο» για να υποταχθούν/προσκυνήσουν σαν πιστοί… Η αντίληψη του για την Τέχνη φαίνεται να είναι «λατρευτική» με την έννοια ενός ειδώλου που λατρεύεται σαν σύμβολο ανωτερότητας για να επιβάλει υποταγή στους πιστούς – παρά σαν ένα άνοιγμα προς την αισθητική εμπειρία και μορφές αλήθειες που καταγράφουν ένα «άλλο κόσμο» ως προοπτική και πιθανότητα, ως την «ουτοπία που εξατμίστηκε από την θρησκεία». [5]

Μια απόπειρα αποκωδικοποίησης του περάσματος/παιχνιδίσματος που τρομοκράτησε τον κάθε Ταλιαδώρο…



Ο Ταλιαδώρος αντέδρασε γιατί ένοιωσε ότι υπήρχε κάτι γοητευτικό στην παρέμβαση που παραβιάζει το ιερό της υποταγής σε νεκρά είδωλα. Αν το σκηνικό έδειχνε κάτι που στο ασυνείδητο του θα ήταν αρνητικό, δεν θα ενοχλείτο.

Τί έγινε λοιπόν;

Οι μαθητές/τριες προφανώς άφησαν το ασυνείδητο τους, για να το πούμε με την σουρεαλιστική αντίληψη για την πηγή της αισθητικής έκφρασης, να «μιλήσει».

Το σουτιέν στην Αφροδίτη είναι μαύρο το οποίο στη μετανεωτερική κουλτούρα παραπέμπει σε ένα είδος «έντονου» [μυστήριου; βρώμικου; άγριου; σαδομαζοχιστικού;] ερωτισμού, και η τιράντα στο ένα χέρι [ότι υπάρχει από το χέρι] είναι μισοκατεβασμένη όπως στις διαφημίσεις, παραπέμποντας σε ένα είδος γδυσίματος, Στριπ τηζ. Αυτά είναι μέρος από τους κώδικες της μεταμοντέρνας διαφήμισης – αλλά και του ερωτισμού της εποχής μας.

Το εσώρουχο/ζαρτιερα στο πρόσωπο της Αφροδίτης από την άλλη, είναι μια ενδιαφέρουσα εκτροπή στο πολιτικο-πολιτισμικό κόσμο της εποχής μας. Η γυμνή θεά που ντύνεται για να αποκτήσει ερωτισμό, καλύπτει το πρόσωπο όπως οι μουσουλμάνες στη δυτική και την ισλαμιστική [και όχι τη μουσουλμανική κοσμική] εκδοχή της εικόνας των γυναικών στον μουσουλμανικό κόσμο. Ή για να το πούμε με κυπριακούς ορους: «να μεν μας δει ο κόσμος» - ότι εν θωρούμεν, κλείουμεν τα μμάθκια σε ότι συμβαίνει, αλλά τζιαι στον εαυτό μας.[6]

Το ντύσιμο-γδύσιμο έτσι αποκτά και μια ειρωνική αύρα – είναι ένα παιχνίδισμα με την αντιφατικότητα της εποχής: το γυμνό σώμα [του αγάλματος] δεν ενόχλησε [ενώ βρίσκεται μπροστά από χριστιανική εικόνα και το πορτρέτο του αρχιεπίσκοπου Κυπριανού, αλλά [όπως το κατέγραψε ο κ. Ταλιαδώρος] η «ντροπή» και το «σοκ» εμφανίστηκαν όταν.. καλύφτηκε το στήθος/βυζί.. Ήταν πιο σεμνό άραγε το βλέμμα του αρχιεπίσκοπου να βλέπει το γυμνό βυζί της Αφροδίτης; Δείγμα της αντίφασης μιας μεταβατικής εποχής, όπου το Στριπ τηζ και το γδύσιμο είναι πιο ερωτικό από το ίδιο το γυμνό σώμα. Σε αυτό το πλαίσιο, το καλυμμένο πρόσωπο της Αφροδίτης με την παραπομπή του στην ισλαμιστική συντηρητική απεικόνιση του φερετζέ μοιάζει να είναι και μια εκ των προτέρων απάντηση στον κ. Ταλιαδώρο..

Φυσικά το πιο προκλητικο είναι οι ζαρτιέρες στο αντρικό γυμνό σώμα.
Μια παιχνιδιάρικη παραπομπή στην ομοφυλοφιλία ενδεχομένως ή και σε ένα είδος ανδρόγυνου ερωτισμού ευρύτερα. Αυτό είναι μια συνειδητή εκτροπή προς το σκάνδαλο. Αλλά και πάλι παιχνιδιάρικη – το ερωτικό σώμα στο δυτικό κόσμο επανεμφανίστηκε μετά την Αναγέννηση σε πίνακες ζωγραφικής και οι κώδικες της πέρασαν και στη διαφήμιση και την πορνογραφία, από όπου εμφανώς αντλείται η παραπομπή στη ζαρτιέρα. Αλλά και πάλι το σύμβολο εμπεριέχει την αντίφαση της πραγματικότητας – στον αρχαίο κόσμο, η ομοφυλοφιλία ήταν αποδεκτή, και το αντρικό σώμα ήταν και ερωτικό σώμα στις δημόσιες αναπαραστάσεις του γυμνού. Και ο Πλάτωνας ήταν αρκετά σαφής στο Συμπόσιο. Κατά συνέπεια, οι ζαρτιέρες στο αντρικό σώμα παραπέμπουν και στη διάχυση των ερωτικών συμβόλων του γδυσίματος, αλλά και στην κουλτούρα της ομοφυλοφιλίας που ανάδειξε τον αντρικό ερωτικό σώμα, το οποίο σαν ρεπλίκα εμφανίζεται μπροστά στο πουριτανικό βλέμμα του αρχιεπίσκοπου και της θρησκευτικής εικόνας με τους αγγέλους. Μόλις τώρα αρχίζει το ετερόφυλο αντρικό ερωτικό σώμα να εμφανίζεται – και αυτό αποτριχωμένο, όπως έκανε το γυναίκειο για αιώνες…

Και πάλι, όμως, με ένα γοητευτικα διαφορετικό τρόπο υπάρχει ένα παιχνίδι με το «βλέπω/δεν βλέπω». Τα γυαλλιά στα μάτια παραπέμπουν και στον κόσμο του θεάματος της σημερινής κατανάλωσης, αλλά και με ένα παιχνίδι, όπου τα μάτια κρύβονται.. ενώ ταυτόχρονα η ερωτική κουλτύρα προσπαθεί να γδύσει τα σώματα...

Ο χώρος της παρέμβασης και οι αντιφάσεις της ιστορικότητας που λογοκρίνει [θέλει να λογοκρίνει το λατρευτικό-τυφλο-υποταγμένο βλέμμα/λόγος: μια ιστορική υπενθύμιση για τους προγόνους της λογοκρισίας στην Κύπρο -  το 1913  και το Θέατρο ήταν αντικείμενο δαιμονοποίησης από τους εθνικά/λατρευτικά ορθούς [σαν ευτελές και τέχνη των καταγωγίων] και προσβλητικό για την παρουσία χριστιανών ιερωμένων

Και το ότι έγινε σε ένα τέτοιο χώρο υπό τη σκιά της χριστιανικής παρουσίας [εικόνας και αρχιεπισκοπικού βλέμματος] που από τον 4ο αιώνα μ.χ. μέχρι τον 20ο απαγόρευε, όχι απλώς την συνύπαρξη αρχαίων γυμνών [ή οτιδήποτε αρχαίου] μαζί με χριστιανικά σύμβολα, αλλά απαγόρευε τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό ως ειδωλολατρικό και αμαρτωλό. Η μεταμοντέρνα παρέμβαση στον χώρο συνύπαρξης των χριστιανικών και των αρχαίων ερωτικών συμβόλων ήταν από μόνη της μια στρατηγικά οξυδερκής  [είτε ήταν προϊόν αναλυτικής σκέψης, είτε προϊόν της συγκυρίας του χώρου] που επαναφέρει και το ιστορικό πλαίσιο ότι αυτοί οι δυο πολιτισμοί μόλις πρόσφατα κατάφεραν να συνυπάρχουν. Οι προγονοί του κ. Ταλιαδωρου, το 1913-14 θεωρούσαν και το Θέατρο βέβηλο, όπως και ένα σουτιέν σήμερα..

Ο Ν. Καταλάνος, εθνικόφρων και βασιλόφρων, τότε έγινε έξω φρενών, όταν ο μητροπολίτης Μελέτιος Μεταξάκης, φίλος του Βενιζέλου κοκ, τόλμησε να πάει στο θέατρο, αυτή η αρχαιοελληνική τέχνη [όπως και τα αγάλματα στην παρούσα περίπτωση].. Έγραφε, λοιπόν, ο Καταλάνος, όπως ένας πρώιμος Ταλιαδώρος, για τα κακά του θέατρου.. [Και για να γίνει κατανοητό το πλαίσιο, τον μητροπολίτη τον υπερασπίστηκε και ο Γ. Ξενόπουλος. Αλλά στην Κύπρο η εθνικοφροσύνη ανθεί με τη διεκδίκηση του ‘λατρευτικού’ παρελθόντος ως συμβόλου που λογοκρίνει την σκέψη στο παρόν – οπότε προτιμά να ξεχνά…

«[με αυτόν τον τρόπο, την παρακολούθηση θέατρου από κληρικούς].. θα εφοίτων και άλλοι κληρικοί εις τα θέατρα, εις τα καφενεία, τα κεφεωδεία και εις καπηλειά αυλητρίδων και ορχηστρίδων, και το ιερατικόν σχήμα θα διεσύρετο τοιουτοτρόπως εις τον βόρβορον των καταγωγίων και θα συνεγελάζοντο αδιακρίτως κληρικοί και λαϊκοί»

Με αυτήν την έννοια η παρέμβαση ήταν ιστορική. Γιατί κατάφερε να θέσει σαν ανοιχτό ζήτημα το ξεπέρασμα της λατρευτικής/θρησκευτικής στάσης απέναντι στην τέχνη, η οποία αποκλείει την σκέψη, αλλά και εγκλωβίζει την αισθητική αναζήτηση… Η δουλοπρεπής στάση απέναντι στην τέχνη, η οποία λογοκρίνει την συνύπαρξη χριστιανικών και ερωτικών ειδωλολατρικών εικόνων είναι εμφανής στο ότι οι συντηρητικοί ενοχλήθηκαν από ένα σουτιέν και όχι από το βυζιά της Αφροδίτης. Ούτε καν προφανώς ασχολήθηκαν ποτέ με την ιστορική αντιπαράθεση χριστιανισμού και αρχαίου κόσμου. Προτιμούν να διδάσκεται η υποταγή – σε ένα πρότυπο, κάποιο πρότυπο. Ο Πλάτωνας είναι «μεγάλος φιλόσοφος», αλλά δεν είναι ανάγκη να διαβάζουμε το περιεχόμενο του, στο Συμπόσιο λ.χ.. Έτσι, η καλλιτεχνική παρέμβαση έσπασε την λατρευτική βιτρίνα και χρησιμοποιώντας τα αποσπάσματα της σημερινής καθημερινότητας, μετέτρεψε το νεκρό σχήμα των αγαλμάτων και δημιούργησε μια εκτροπή που έθετε νέα ζητήματα. Αν το μεταμοντέρνο είναι η επανάληψη [έστω και με εμπορικά αποσπάσματα 15 λεπτών δημοσιότητας] της ρήξης που ενυπάρχει στο μοντέρνο, τότε η ρήξη ήταν σαφής…

Η όλη συζήτηση θύμιζε και την ανάλογη συζήτηση πριν λίγες εβδομάδες για το τον Μακάριο και τα βυζούθκια της Αφροδίτης στο πίνακα της Τουρκοκύπριας καλλιτέχνιδας. Σήμερα, η πρόκληση της αναζήτησης των νέων μορφών παρουσίασης του μέλλοντος έφτασε και σε ένα άντρο του συντηρητισμού – το Παγκύπριο. Σε αυτό το πλαίσιο, η παρέμβαση θύμιζε πολύ περισσότερο τις μαζικές διαδηλώσεις των μαθητών/τριών ενάντια στην αντιμεταρρύθμιση στην Παιδεία [με το σύστημα εξετάσεων σαν μια νέα μορφής πειθαρχική πρακτική]…

«Και όμως σας ξεφεύγει…» Θα μπορούσε να ήταν η απάντηση του εφηβικού υποσυνείδητου μπροστά στην κωμική παράσταση της Ιεράς εξέτασης

που προσπάθησε να στήσει η αμάθεια και η ημιμάθεια. Άλλωστε σήμερα ποιός θυμάται αυτούς που ήθελαν να αφορίσουν τον Καζαντζάκη ή τον Ανθία; …Η Ιστορία θυμάται του αφορισμένους και όχι τους ιεροεξεταστές…

 






[1] Και θα πρέπει να αναφερθεί και η καθηγήτρια, αλλά και η διευθύντρια, η οποία αρνήθηκε να υποταχθεί στο όλο κλίμα που πήγε να δημιουργηθεί. Αξιοσημείωτη ήταν και η σιωπή του Υπουργού, η οποία προκάλεσε και τη δυσφορία του Ταλιαδώρου που φάνηκε  να περίμενε υπουργική παρέμβαση και καταδίκη …
[2] Η παρέμβαση του άγγιξε τα όρια της αυταρχικής υστερίας, όταν άρχισε να επικαλείται δικαιώματα βιντεογράφησης – παραγνωρίζοντας σκόπικα και την καλλιτεχνική διάσταση και το ότι η διευθύντρια του σχολείου ήξερε για το όλο θέμα. Ήταμ μια εμμονή να λογοκριθεί κάθε τί – και ιδιαίτερα φαίνετα η στάση των μαθητών/ τριών, όταν αντίκρυσαν την παρέμβαση... Σε αυτό το πλαίσιο, ο επικεφαλής της συνετεχνίας των καθηγητών/ τριών μετατρεπόταν σε ένα είδος χωροφύλακα του αισθητικά επιτρεπτού στο χώρο των σχολείων γενικότερα... Ευτυχώς, ο υπουργός Παιδείας δεν ακολούθησε το μονοπάτι του αυταρχισμού..
[4] Το όλο σκηνικό στην Ελλάδα είχε να κάνει με μια προσφορά του οίκου Gucci για χρήση του Παρθενώνα στο πλαίσιο επίδειξης μόδας
[5] «.. τα εργα τέχνης – αντικειμενικά προϊόντα του νου που έχουν αποσπαστεί από το πλαίσιο του πρακτικού κόσμου – παρέχουν άσυλο σε αρχές μέσα από τις οποίες ο κόσμος που τα γέννησε φαίνεται ξένος και ψευδής... ξυπνούν μνήμες μιας ελευθερίας που κάνει τα κυρίαρχα κριτήρια να φαίνονται στενόμυαλα και βάρβαρα. Η τέχνη από τότε που έγινε αυτόνομη, έχει διατηρήσει την ουτοπία που εξατμήστηκε μέσα από τη θρησκεία» Μαξ Χορκχάιμερ, Αυτός ο άλλος κόσμος ήταν εκείνος της τέχνης.
[6] Σαν ένα ειδος πολιτισμικής καταπίεσης, ακόμα, του ερωτισμού – με ένα ειδος εθελοτύφλωσης από τους ενήλικες.. Οι έφηβοι, σε ένα βαθμο, θεωρούνται ακόμα «μωρά». Αρκετοί γονιοί και σίγουρα το σχολείο δεν τους βλέπουν σαν σεξουαλικά όντα. Σε αυτό το πλαίσιο, θα μπορούσε η ζαρτιέρα πάνω από το πρόσωπο να ερμηνευθεί και σαν το παιδικό παιχνίδι, όπου το μωρό κλείνει τα μάτια, και είναι λες και δεν συμβαίνει αυτό που βλέπει. Και κάνουν «ιτά» για να κρυφοκοιτάξουν.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου