13 Φεβ 2017

Αποσπάσματα από την απόφαση του δικαστηρίου για το θεσμικό πλαίσιο της «δικαίας δίκης» και το συμπέρασμα για το πως στήθηκε η διαπλοκή



ΑΝΑΛΥΣΕΙΣ

«ΕΓΕΙΡΟΜΕΝΑ ΖΗΣΗΜΑΣΑ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗ ΔΙΚΑΙΗ ΔΙΚΗ Μεγάλο μέρος των αγορεύσεων, κυρίως εκείνης που προώθησε η Υπεράσπιση του Κ.4, αφορούσε σε ισχυρισμούς περί παραβίασης της δίκαιης δίκης. Μελέτη των σχετικών εισηγήσεων καταδεικνύει ότι αυτές δύνανται να ενταχθούν σε 4 βασικές ενότητες ως ακολούθως: (Α) Προσυνεννοήσεις και μόλυνση μαρτυρίας Ένα από τα θέματα που ήγειρε η Υπεράσπιση του Κ.4 μέσω του κ. Μαρκίδη ήταν ότι: (i) Η Κατηγορούσα Αρχή είχε συναντήσεις πριν την ακρόαση με τους μάρτυρες κατηγορίας. (ii) Αποτέλεσμα των εν λόγω συναντήσεων ήταν οι περισσότεροι μάρτυρες κατηγορίας συστηματικά να προσθέτουν σε ό,τι είχαν προηγουμένως καταθέσει στους ανακριτές της υπόθεσης. (ii) Πάντοτε η προσθήκη τέτοιας μαρτυρίας αποτελούσε επιβάρυνση της θέσης των Κατηγορουμένων και προσαρμογή της κατάθεσης τους στη βάση του τι είπαν οι άλλοι μάρτυρες. (Β) Διττός ρόλος Γενικού Εισαγγελέα ως Εισαγγελέα και μάρτυρα γεγονότων. · Προβλήθηκε η θέση ότι ο Γ.Ε. παρά το ότι ο ίδιος θα ήταν μάρτυρας στην υπόθεση εντούτοις είχε πρόσβαση και εξέτασε όλα τα αποδεικτικά στοιχεία της υπόθεσης περιλαμβανομένων και των καταθέσεων άλλων μαρτύρων ειδικά σε σχέση με τη διαδρομή του ποινικού φακέλου της Providencia παραβιάζοντας την αναγνωρισμένη ανάγκη για προστασία των αποδεικτικών στοιχείων των μαρτύρων από μόλυνση ή επιρροή. · Προέβη σε γραπτή δήλωση και όχι σε κατάθεση προς τους ποινικούς ανακριτές. · Όντας μάρτυρας ο ίδιος, αξιολόγησε το μαρτυρικό υλικό, έκρινε τη δική του μαρτυρία αξιόπιστη (αφού περιέλαβε τον εαυτό του στους μάρτυρες κατηγορίας) έκρινε, χωρίς οποιαδήποτε αιτιολογία, συγκεκριμένους μάρτυρες ήτοι τις κες ΢ερδάρη Μ.Τ.4(4) και Ρούσου ως αναξιόπιστες (αφού δεν τις περιέλαβε στο κατηγορητήριο ως μάρτυρες κατηγορίας), υπέγραψε το κατηγορητήριο της υπόθεσης και ήταν σε διαρκή επαφή με τους δικηγόρους που ο ίδιος διόρισε. (Γ) Παράλειψη διενέργειας ενδελεχούς έρευνας σε σχέση με οτιδήποτε θα μπορούσε ενδεχομένως να οδηγήσει σε πορίσματα αθωότητας των κατηγορουμένων Κατά παρόμοιο τρόπο η Υπεράσπιση της Κ.3 ήγειρε και αυτή το ζήτημα πλημμελούς ποινικής διερεύνησης από μέρους των ανακριτικών και διωκτικών αρχών. (Δ) Παραβίαση του τεκμηρίου της αθωότητας Τπήρξε ισχυρισμός ότι οι δηλώσεις του Γ.Ε. κατά την δημοσιογραφική διάσκεψη στις 14/4/15 στην οποία ανακοίνωσε το πόρισμα του κ. Καλλή ήταν τέτοιες που συνιστούσαν παραβίαση του τεκμηρίου της αθωότητας. Πιο συγκεκριμένα τονίστηκαν οι ακόλουθες αναφορές του Γ.Ε.: (α) ότι ο ποινικός ανακριτής προέβη σε «ενδελεχή ανάλυση της περιβάλλουσας μαρτυρίας», «αιτιολογημένο συμπέρασμα» και «λεπτομερή ανάλυση του συνόλου του μαρτυρικού υλικού» (β) ότι στην έκθεση υπάρχει «μια σαφής τοποθέτηση και κατάληξη σύμφωνα με την οποίαν αποκαλύπτεται η διάπραξη ποινικών αδικημάτων» (γ) Η αναφορά περί προώθησης διαδικασίας «η οποία προβλέπεται για τέτοιες περιπτώσεις διάπραξης ποινικών αδικημάτων». Περαιτέρω, υποστηρίχθηκε ότι με τις σχετικές αναφορές του Μ.Κ.8 δημιουργήθηκε η εντύπωση ή μπορούσε να δημιουργηθεί ότι ο παραμερισμός της απόφασης επιτεύχθηκε λόγω του δεύτερου δικηγόρου. Πριν την εξέταση των πιο πάνω ζητημάτων, κρίνεται σκόπιμη η παράθεση εν συνάψει του νομικού πλαισίου που διέπει τα υπό εξέταση ζητήματα. Σο ερώτημα κατά πόσο μια δίκη είναι δίκαιη απαντάται με βάση την αξιολόγηση της στο σύνολο. Όπως έχει και προσφάτως επισημανθεί στην υπόθεση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Παπανδρέα Αθανάση ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 45/14, ημ. 5/10/16 τελικά η όλη δικαστική διαδικασία αποτιμάται στο πλαίσιο του συνόλου της δίκης ακριβώς διότι μόνο σε αυτό το πλαίσιο μπορεί να διαπιστωθεί αν η δίκη υπήρξε δίκαιη. Ισχυρισμός για παράβαση του δικαιώματος της δίκαιης δίκης δεν εξετάζεται μεμονωμένα ή αποσπασματικά ούτε και με τρόπο αφηρημένο, in [220] abstracto αλλά συγκεκριμένα και υπό το φως της κάθε δεδομένης υπόθεσης (in concreto). Σε κάθε περίπτωση ο κατηγορούμενος έχει το βάρος να αποδείξει ότι πράγματι επηρεάστηκε δυσμενώς η Τπεράσπισή του89. Σε σχέση με το ζήτημα της ενότητας (Α), όπως είχαμε επισημάνει στην Ενδιάμεση Απόφαση μας ημερ.3/3/15, το συμφέρον της ορθής απονομής της δικαιοσύνης υπαγορεύει ότι ένας μάρτυρας καταθέτει ενώπιον του Δικαστηρίου ελεύθερα και ανεπηρέαστα τα γεγονότα που βρίσκονται στη γνώση και αντίληψη του. Είναι δε για αυτό τον λόγο που δεν επιτρέπεται η προσυνεννόηση μεταξύ μαρτύρων και οι κοινές συναντήσεις μεταξύ αυτών ούτως ώστε να μην γνωρίζει ένας μάρτυρας τι θα καταθέσει ένας άλλος. Εντός του ίδιου πλαισίου εντάσσεται και η αρχή ότι η προετοιμασία (coaching) και/ή η εκπαίδευση (training) ενός μάρτυρα αναφορικά με το τι θα πει και πως θα καταθέσει ενώπιον του Δικαστηρίου είναι αθέμιτη και ανεπίτρεπτη πρακτική90. Και αυτό σε αντίθεση με την απλή εξοικείωση (familiarisation) του μάρτυρα με τη δικαστική αίθουσα στην οποία θα καταθέσει και της επεξήγησης των διαφόρων φάσεων της δικαστικής διαδικασίας.[...] Είναι δε σκόπιμο να καταστήσουμε σαφές ότι η προηγούμενη επαφή και συνέντευξη του εκπροσώπου της Κ.Α. με ένα μάρτυρα κατηγορίας, ήτοι πριν το στάδιο της έναρξης της μαρτυρίας του ενώπιον του Δικαστηρίου, δεν απαγορεύεται. Αντιθέτως ο εκπρόσωπος της Κ.Α. δικαιούται να έχει τέτοια επαφή η οποία δυνατόν να συμπεριλαμβάνει την ανάγνωση της κατάθεσης του μάρτυρα που έδωσε στην Αστυνομία, την υποβολή οποιωνδήποτε διευκρινιστικών ερωτήσεων και την πιθανή εξασφάλιση/προσθήκη νέων στοιχείων στη μαρτυρία. Σε καμία, βεβαίως, περίπτωση δεν πρέπει η επαφή αυτή με τον μάρτυρα να έχει ως στόχο την βελτίωση ή ενδυνάμωση της μαρτυρίας που αυτός θα δώσει όταν θα καταθέσει στο Δικαστήριο ή την όποια καθοδήγηση προς αυτόν. [...] Στην αγόρευση του ο κ. Μαρκίδης έδωσε έμφαση στο γεγονός ότι κάποιοι μάρτυρες είχαν προσθέσει σε αυτά που είχαν καταθέσει στους ανακριτές. Στο πλαίσιο αυτό έγινε αναφορά και στον αριθμό σελίδων από τα πρακτικά που κάλυψε η πρόσθετη μαρτυρία, ήτοι αυτή που ήταν πέραν της κατάθεσης τους. Εν πρώτοις να πούμε ότι δεν υπάρχει οποιοσδήποτε κανόνας ο οποίος περιορίζει την κυρίως εξέταση στο περιεχόμενο και μόνο της κατάθεσης που ο μάρτυρας έδωσε στις ανακριτικές αρχές και η οποία κατάθεση υιοθετείται ως μέρος της κυρίως εξέτασης. Κατά δεύτερο δεν υπάρχει οτιδήποτε το επιλήψιμο από το γεγονός και μόνο ότι ο μάρτυρας προσφέρει στην κυρίως εξέταση του μαρτυρία πρόσθετη από εκείνη που περιέχεται στην κατάθεση του. Αντίθετα θα λέγαμε ότι κάτι τέτοιο είναι εν πολλοίς αναμενόμενο να προκύψει ως αποτέλεσμα της συνάντησης και συνέντευξης που ο μάρτυρας είχε με τον εκπρόσωπο της Κ.Α.. Σε μια τέτοια περίπτωση καλό θα ήταν ο εκπρόσωπος της Κ.Α. να εξασφάλιζε επιπρόσθετη κατάθεση από τον μάρτυρα στην οποία να περιλαμβάνεται ό,τι επιπλέον προέκυψε και δεν περιέχετο στην αρχική κατάθεση και στη συνέχεια να το έθετε υπόψιν της Τπεράσπισης92. Η παράλειψη, ωστόσο, να γίνει κάτι τέτοιο δεν μπορεί από μόνη της να οδηγήσει σε οποιαδήποτε εισήγηση περί επηρεασμού - από πλευράς του εκπροσώπου της Κ.Α. - της μαρτυρίας ενός μάρτυρα. Υποστήριξε εν προκειμένω ο κ. Μαρκίδης ότι η παράλειψη λήψης κατάθεσης από τον Μ.Κ.1 στην οποία να καταγράφεται η πρόσθετη μαρτυρία που έδωσε στο Δικαστήριο και η οποία δεν περιλαμβάνετο στην κατάθεση του στέρησε από την Υπεράσπιση τη δυνατότητα να πληροφορηθεί περί αυτής σε ικανοποιητικό πριν από τη δίκη χρόνο. Επισημαίνουμε στο σημείο αυτό ότι της αντεξέτασης του Μ.Κ.1 προηγήθηκε διάλειμμα που είχε ζητηθεί ειδικά από τον συνήγορο του Κ.2 για σκοπούς διαβούλευσης με τον πελάτη του. Αν η υπεράσπιση αισθανόταν την ανάγκη να της παραχωρηθεί περαιτέρω χρόνος θα μπορούσε να υποβάλει σχετικό αίτημα κάτι το οποίο, ωστόσο, δεν έπραξε. Επιπλέον είναι σημαντικό να σημειώσουμε ότι η Μ.Τ.4(4) στην αντεξέταση της ανέφερε ότι στη διάρκεια του διαλείμματος την ημέρα που κατέθετε ο Μ.Κ.1 είχε ρωτηθεί από τον δικηγόρο του Κ.4 και μετέφερε τη θέση της αναφορικά με το κατά πόσον είχε λάβει χώρα η ισχυριζόμενη από τον Μ.Κ.1 στιχομυθία μαζί της93. Τποστήριξε ακόμη ο κ. Μαρκίδης ότι το αποτέλεσμα της συνάντησης του Μ.Κ.1 με τους εκπροσώπους της Κ.Α. ήταν η προσπάθεια «τελειοποίησης» της μαρτυρίας του Μ.Κ.1 με την συμπερίληψη γεγονότων που δεν υπήρχαν στην αρχική του κατάθεση. Σε τετοια θέση, ωστόσο, δεν υποβλήθηκε στον Μ.Κ.1 για να τοποθετηθεί. Εν πάση δε περιπτώσει δεν διαφεύγει την προσοχή μας ότι ούτε στους άλλους μάρτυρες για τους οποίους έγινε λόγος από τον κ. Μαρκίδη ότι συστηματικά προσέθεταν σε ό,τι είχαν προηγουμένως καταθέσει στους ανακριτές δεν τέθηκε από τους συνηγόρους Τπεράσπισης η θέση ότι τα όσα επιπλέον της κατάθεσης τους ανέφεραν στο στάδιο της κυρίως εξέτασης ήταν αποτέλεσμα καθοδήγησης ή συμβουλών ή οποιασδήποτε ενημέρωσης για το τι είπαν άλλοι μάρτυρες από μέρους του εκπροσώπου της Κ.Α..
Σε ό,τι αφορά την ενότητα (Β) από την αγόρευση του κ. Μαρκίδη προκύπτει ότι καταλογίζεται στον Γ.Ε. έλλειψη αμεροληψίας και ανεξαρτησίας. Και τούτο ένεκα του ρόλου που διαδραμάτισε στην ανάκριση, δίωξη και διεξαγωγή της δίκης στην παρούσα υπόθεση. Ψς προεξάρχον στοιχείο τονίζεται η σημασία και το κίνητρο που είχε για τον Γ.Ε. να προωθήσει ως μάρτυρας κατηγορίας την δική του εκδοχή σχετικά με το ζήτημα αν ο ποινικός φάκελος της Providencia είχε σταλεί με το καροτσάκι στο γραφείο του για έγκριση ενόψει της ύπαρξης αντίθετης μαρτυρίας από υπαλλήλους του γραφείου του. Σο κατά πόσον η απόφαση του Γ.Ε. να δώσει μαρτυρία στην παρούσα υπόθεση ελαύνετο από προκατάληψη συνιστά, κατά την άποψη μας, ζήτημα που εμπίπτει καθαρά στη σφαίρα αξιολόγησης της μαρτυρίας του Μ.Κ.8 και αποτελεί στοιχείο το οποίο λήφθηκε υπόψη και συνεκτιμήθηκε στη βάση όλων των γνωστών παραμέτρων αξιολόγησης. Σο ίδιο ισχύει και για τη θέση που προβάλλεται από τον ευπαίδευτο συνήγορο για τον Κ.4 σε σχέση με το ότι ο Μ.Κ.8 είχε την ευκαιρία να δει τις καταθέσεις των άλλων μαρτύρων πριν δώσει τη δική του μαρτυρία. Αποτελεί και εδώ ζήτημα το οποίο αξιολογήθηκε προηγουμένως. Κατά παρόμοιο τρόπο θα εξετασθεί και η θέση του κ. Μαρκίδη ότι ο λόγος διορισμού από τον Γ.Ε. των δύο νέων Ποινικών Ανακριτών δεν ήταν η πλήρης διερεύνηση της υπόθεσης αλλά η «ενδυνάμωση» της - όπως την χαρακτήρισε ο Γ.Ε. - εναντίον των Κατηγορούμενων με αποτέλεσμα να προκύπτει έκδηλη παραβίαση τόσο του καθήκοντος της αμεροληψίας και ανεξαρτησίας όσο και του τεκμηρίου της αθωότητας. Και εδώ το ζήτημα άπτεται της αξιολόγησης της σχετικής μαρτυρίας και ειδικότερα εκείνης που αφορά στον τρόπο που λειτούργησαν οι Ποινικοί Ανακριτές και το τι έπραξαν στο πλαίσιο της περαιτέρω ανάκρισης, πράγμα το οποίο ήδη έγινε. Ο κ. Μαρκίδης εισηγήθηκε περαιτέρω ότι έλλειψη αμεροληψίας καταδεικνύει και το ότι ο Γ.Ε. υπέγραψε το κατηγορητήριο και βρίσκετο σε επαφή με τους δικηγόρους που διόρισε.
Σε ό,τι αφορά την εμπλοκή του Γ.Ε. στην παρούσα υπόθεση και της υπογραφής του κατηγορητηρίου της θεωρούμε αναγκαίο να θέσουμε εν πρώτοις το θεσμικό πλαίσιο εντός του οποίου ασκούνται οι εξουσίες του Γ.Ε. αναφορικά με τις ποινικές διώξεις. Σύμφωνα με το Άρθρο 112 του Συντάγματος ο Γ.Ε. προΐσταται της Ν.Τ. της Δημοκρατίας και έχει δικαίωμα να ακούεται υπό παντός Δικαστηρίου ή Δικαστή. Περαιτέρω, με βάση το Άρθρο 113.2 έχει εξουσία κατά την κρίση του, η οποία ασκείται με γνώμονα το δημόσιο συμφέρον, να διώκει ποινικώς οποιοδήποτε πρόσωπο εντός της Δημοκρατίας. Και «Η τοιαύτη εξουσία δύναται να ασκήται υπό του γενικού εισαγγελέως της Δημοκρατίας είτε αυτοπροσώπως είτε δι‟ υπαλλήλων υπαγομένων εις αυτόν ενεργούντων υπό και συμφώνως προς τας οδηγίας αυτού». Είναι πασιφανές ότι με βάση τις πρόνοιες αυτές ο Γ.Ε. δικαιολογημένα μπορεί να χαρακτηρισθεί ως ο «άρχων των ποινικών διώξεων». Η γενικότητα με την οποία ορίζεται η εξουσία του Γενικού Εισαγγελέα στο Άρθρο 113.2 λαμβάνει συγκεκριμένη μορφή στην περίπτωση που ένας κατηγορούμενος παραπέμπεται σε δίκη ενώπιον του Κακουργιοδικείου. Στην περίπτωση αυτή, σύμφωνα με το Άρθρο 107 του Κεφ. 15594, το κατηγορητήριο καταχωρείται από το Γ.Ε. Βέβαια, όχι απαραίτητα από τον ίδιο προσωπικά, αφού σύμφωνα με την προαναφερθείσα πρόνοια μπορεί να ασκεί τη συνταγματική του εξουσία που περιλαμβάνει και αυτή στο Άρθρο 107, διά των λειτουργών της υπηρεσίας της οποίας προΐσταται και οι οποίοι ενεργούν με τις οδηγίες του95. Με βάση όλα τα πιο πάνω η υπογραφή του κατηγορητηρίου από τον Γ.Ε. υπό τη θεσμική του ιδιότητα δεν αποτελεί κώλυμα στο να καταθέσει ως μάρτυρας αναφορικά με γεγονότα που γνωρίζει σε μία υπόθεση, όπως η υπό εξέταση, της οποίας ο χειρισμός ανετέθη σε ιδιώτες δικηγόρους. Και αφού της άσκησης ποινικής δίωξης προηγήθηκε ποινική ανάκριση από Ποινικούς Ανακριτές. Ανοίγουμε εδώ μια παρένθεση για να επισημάνουμε ότι η υπό εξέταση περίπτωση δεν είναι μια συνηθισμένη περίπτωση. Θα μπορούσε δε κάλλιστα να χαρακτηριστεί και πρωτοφανής. Παρουσιάζεται το φαινόμενο ο Γ.Ε., πέραν της θεσμικής ιδιότητας του, να είναι και μάρτυρας γεγονότων σχετικών με την υπόθεση στην οποία Κατηγορούμενος είναι, μεταξύ άλλων, ο Β.Γ.Ε. Είναι, πιστεύουμε, κοινός τόπος ότι η υπό κρίση περίπτωση δεν παρουσιάζει οποιοδήποτε προηγούμενο ενώ στο Σύνταγμα και την Ποινική Δικονομία δεν διαλαμβάνονται εν προκειμένω συγκεκριμένες και/ή οποιεσδήποτε ρυθμίσεις. Στο ζητούμενο σε τελευταία ανάλυση είναι κατά πόσον ο χειρισμός της παρούσας υπόθεσης με τον τρόπο που έγινε επηρέασε στην πράξη καθ΄οιονδήποτε τρόπο τις βασικές διασφαλίσεις και δικαιώματα που προβλέπονται για την υπεράσπιση των Κατηγορουμένων. Δεδομένης, ωστόσο, της πιο πάνω συνταγματικής πρόνοιας του Άρθρου 113.2, δεν μπορεί εξ αυτού να οδηγηθεί το Δικαστήριο σε κατάληξη περί ελλείψεως αμεροληψίας του Γ.Ε. Ενδεχομένως να ήταν προτιμότερο η υπογραφή του κατηγορητηρίου να είχε ανατεθεί σε άλλο πρόσωπο, πλην όμως η μη ανάθεση της είναι και αυτή παράγοντας που ανάγεται στο πλαίσιο της συνολικής θεώρησης της μαρτυρίας του Γ.Ε.
Στο πλαίσιο, δε, της παρούσας δίκης δεν έχει περιέλθει στην αντίληψη μας και ούτε τέθηκε από την Υπεράσπιση ο Γ.Ε. να έχει οποιανδήποτε εμπλοκή στο χειρισμό της υπόθεσης υπό τη θεσμική του ιδιότητα, την οποία και χειρίζονται, όπως ήδη αναφέραμε, ιδιώτες δικηγόροι. Η παρουσία του στο Δικαστήριο ήταν για να καταθέσει ως μάρτυρας κατηγορίας θέτοντας ενώπιον μας κάποια μαρτυρία αναφορικά με τις υπό εξέταση κατηγορίες. Δεν θα πρέπει δε να ξεχνούμε και πάλι ότι μοναδικός και τελικός κριτής στην υπόθεση με βάση την ενώπιον του τεθείσα μαρτυρία είναι το Δικαστήριο και κανένας άλλος, διασφαλίζοντας έτσι συγχρόνως και από κάθε άποψη το ακριβοδίκαιο της δικαστικής διαδικασίας. Σε ό,τι αφορά την ενότητα (Γ) προβλήθηκε η θέση ότι η Κ.Α. απέτυχε να τηρήσει την υποχρέωση της για επαρκή ποινική έρευνα και διερεύνηση όλων των πιθανών ισχυρισμών ούτως ώστε να προσκομίσει όλη τη σχετική μαρτυρία. Ενδεικτικό παράδειγμα τέτοιας παράλειψης δίδεται η περίπτωση της μη εξασφάλισης κατάθεσης από τη Μ.Τ.4(4) με συνέπεια να μην έχει τεθεί η δική της εκδοχή για ένα ουσιώδες συμβάν. Ανεξαρτήτως του κατά πόσον τέτοια μαρτυρία θα ήτο ή όχι ουσιαστικής μορφής, το δεδομένο ενώπιον μας είναι ότι η εκδοχή της Μ.Τ.4(4) τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου μέσω της κλήτευσης της ως μάρτυρα Υπεράσπισης εκ μέρους του Κ.4. Τούτου δοθέντος δεν παρέμεινε οποιοδήποτε κενό στην προσαχθείσα μαρτυρία με αποτέλεσμα να μην προκύπτει οποιοσδήποτε επηρεασμός στα δικαιώματα της Υπεράσπισης και γενικότερα της δίκαιης δίκης. Επί αυτής της ενότητας σχετική ήταν και η εισήγηση του κ. Γεωργίου εκ μέρους της Κ.3 αναφορικά με παραλείψεις που ισχυρίστηκε ότι υπήρξαν από μέρους του Μ.Κ.20, ποινικού ανακριτή, τις οποίες χαρακτήρισε ως «πλημμελή ποινική διερεύνηση». Μεταξύ αυτών των παραλείψεων επικαλέστηκε και τα ακόλουθα σε σχέση με τον Μ.Κ.20: Μη διερεύνηση του ποιος είχε υπογράψει την αίτηση για απόφαση ημερ. 30/9/13 · Μη εξασφάλιση κατάθεσης από την Ελένη Σπανού, ενόρκως δηλούσας στην ένορκη δήλωση που υποστήριζε την αίτηση παραμερισμού · Παράλειψη υποβολής ερώτησης στον αναφορικά με το αν είχε υπόψη του για ανάμειξη του Κ.4 στην υπόθεση · Παράλειψη μελέτης εγγράφων που παρέδωσε ο Μ.Κ.13 και μη εξασφάλιση κατάθεσης από τον Υ. Αριστοτέλους Φωρίς αμφιβολία μέσα στα πλαίσια της παροχής όλων των αναγκαίων διευκολύνσεων για σκοπούς ετοιμασίας της υπεράσπισης ενός κατηγορούμενου και της ισότητας των όπλων εμπίπτει και η δυνατότητα πρόσβασης του σε κάθε σχετικό στοιχείο το οποίο έχει συλλεγεί ή θα μπορούσε να είχε συλλεγεί από τις ανακριτικές αρχές96. Στην προκειμένη περίπτωση, ωστόσο, δεν έχει επεξηγηθεί πειστικά πως οι πιο πάνω παραλείψεις επηρέασαν καθ΄οιονδήποτε τρόπο δυσμενώς την Υπεράσπιση οποιουδήποτε Κατηγορούμενου. Αντίθετα θα λέγαμε ότι τα πιο πάνω αλλά και άλλα σημεία αποτέλεσαν τη βάση για να αναπτυχθεί από πλευρά Υπεράσπισης επιχειρηματολογία περί έλλειψης μαρτυρίας σε βάρος των Κατηγορουμένων. Σέτοια ήταν για παράδειγμα η περίπτωση όπου η Υπεράσπιση τόσο του Κ.1 όσο και του Κ.2 υποστήριξαν σθεναρώς την έλλειψη μαρτυρίας που να αποδεικνύει ότι ο Κ.2 ήτο το πρόσωπο που είχε καταχωρήσει την αίτηση για απόφαση ημερ. 30/9/13. Παρομοίως η παράλειψη των Ανακριτών να ερωτήσουν τον Μ.Κ.15 στα πλαίσια της ανακριτικής κατάθεσης του ημερ.14/5/15 για το αν είχε υπόψη του ανάμειξη του Κ4 στην υπόθεση Providencia – και η μη αναφορά Επιπλέον αξίζει να υπογραμμιστεί ότι σε κανένα στάδιο δεν τέθηκε στον Μ.Κ.20 ότι οι περαιτέρω ανακριτικές ενέργειες και έρευνα στην παρούσα υπόθεση αποσκοπούσαν στην εξασφάλιση και μόνο ενοχοποιητικής μαρτυρίας και όχι η πλήρης διερεύνηση της υπόθεσης. Όσον αφορά την ενότητα (Δ) ιδιαίτερη μνεία έγινε από τον ευπαίδευτο συνήγορο του Κατηγορούμενου 4 στη δημοσιογραφική διάσκεψη που δόθηκε από τον Γ.Ε. Μ.Κ.8 για ανακοίνωση του πορίσματος του Ποινικού Ανακριτή με την εισήγηση ότι υπήρξε παραβίαση του τεκμηρίου της Αθωότητας.
Από τη Νομολογία του Ε.Δ.Α.Δ. προκύπτει κάποια διαφοροποίηση σε περιπτώσεις όπου η υπόθεση εκδικάζεται από επαγγελματίες δικαστές με αυτές όπου η τελική απόφαση περί καταδίκης ή μη εναπόκειται σε ενόρκους98. Επίσης στην υπόθεση Konstas v Greece, Appl. No. 53466/07 ημερ. 24.5.11 στην παρ. 37 λέχθηκε ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει κατά πόσο τα σχόλια έγιναν υπό τέτοιες περιστάσεις και με τέτοιο τρόπο που να μπορούν να θεωρηθούν ότι είναι δυνατό να επηρεάσουν το Δικαστήριο ενώπιον του οποίου η υπόθεση εκκρεμεί99. Στο Τεκμήριο 273(β) παρουσιάζεται ο Γ.Ε. να παραπέμπει σε γεγονότα που καταγράφονται στο πόρισμα του κ. Καλλή, αλλά και στην «άποψη» εκείνου περί του λόγου για τον οποίο ο Κ.1 δεν ενημέρωσε τον Γ.Ε. Οι αναφορές στην 2η παράγραφο της σελίδας 2 του τεκμηρίου 273(β) παρουσιάζονται ως άποψη του Ποινικού Ανακριτή όπως αυτή εκφράζεται μέσα από το πόρισμα. Σο ίδιο διαφαίνεται και στην 3η παράγραφο της ίδιας σελίδας σε σχέση με την αποκάλυψη της διάπραξης ποινικού αδικήματος. Παράλληλα δε η έκθεση του Ποινικού Ανακριτή χαρακτηρίζεται από τον ΓΕ ως άποψη μη δεσμευτική ξεκαθαρίζοντας ότι θα ακολουθήσει η ποινική διαδικασία. Η αναφορά του Γ.Ε. περί προώθησης διαδικασίας «η οποία προβλέπεται για τέτοιες περιπτώσεις διάπραξης ποινικών αδικημάτων» προκύπτει από και ακολουθεί την παραπομπή του στην τοποθέτηση και κατάληξη που υπάρχει στην έκθεση σύμφωνα με την οποία αποκαλύπτεται η διάπραξη ποινικών αδικημάτων. Ούτε και συμφωνούμε ότι το φερόμενο ως λεκτικό των απαντήσεων του Μ.Κ.8 σε ερωτήσεις δημοσιογράφων συνιστά παραβίαση του τεκμηρίου της αθωότητας, αφού ο ίδιος αναφέρεται στον Κ.1 ως «πρόσωπ(ο) εναντίον τ(ου) οποί(ου) αποκαλύπτεται ότι ενδεχόμενα να έχει διαπραχθεί κάποιο ποινικό αδίκημα» ενώ ρητά στη σελίδα 6 αναφέρει «Δεν θέλω κατ‟ αρχάς να προδικάσω οτιδήποτε όσον αφορά την υπόθεση αυτή για την πορεία την οποία θα ακολουθήσει, πολύ λιγότερο για την έκβαση της. Και αντιλαμβάνεστε και το τεκμήριο αθωότητας που πάντα υπάρχει». Σελ 217- 230

Ιθύνων νους και εκτελεστικό όργανο
Στο μέτωπο της Providencia διαπιστώνεται ότι για τουλάχιστον δύο χρόνια πριν από την επίδικη περίοδο προέβαινε στις ακόλουθες ενέργειες: · Καταγγελία στην Aστυνομία · Παραστάσεις για τα πιστοποιητικά που εξέδιδε ο Έφορος Εταιρειών για την Εταιρεία και προσπάθειες απάλειψης των υποσημειώσεων που είχαν τεθεί σε αυτά. · Προσπάθειες και πιέσεις προς την κατεύθυνση του Μ.Κ.7 όταν αυτός ήταν ακόμη Γενικός Εισαγγελέας για προώθηση ποινικής δίωξης σε βάρος των αντιδίκων σε αστικές υποθέσεις της Κ.3, ακόμα και μετά που αυτός είχε ήδη αποφανθεί ότι τέτοια δίωξη δεν δικαιολογείτο. · Επικοινωνία και επαφή της Κ.3 μέσω της Μ. Κυριακού με τον Κ.1 και ενημέρωση της Μ. Κυριακού από τον Κ.1 για την εξέλιξη της πορείας της ποινικής καταγγελίας.

Στο προσκήνιο όλων των πιο πάνω ενεργειών βρισκόταν πάντοτε, με βάση τα ευρήματα μας ο Ανδρέας Νεοκλέους Διευθύνων Σύμβουλος της Κ.3 και η Μ. Κυριακού δικηγόρος στην Κ.3, Υπεύθυνη του γραφείου της Κ.3 στη Λευκωσία και μία εκ των διευθυντών της. Από την όλη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μας δεν έχουμε καμία αμφιβολία ότι ο Ανδρέας Νεοκλέους είναι εξ εκείνων των αξιωματούχων της Κ.3 που αποτελεί τον ιθύνοντα της νου (controlling mind). Η θέση του εξάλλου ως Προέδρου της Κ.3 (Chairman), μεγαλομετόχου, διευθύνοντος συμβούλου συνάδει με την πιο πάνω ιδιότητα. Ούτως ή άλλως, αρκετές από τις πιο πάνω ενέργειες γίνονταν από τον ίδιο εκπροσωπώντας τα συμφέροντα της Κ.3. Εκείνο που περαιτέρω προκύπτει είναι ότι πλείστες τόσες ενέργειες στο πλαίσιο της προώθησης της ποινικής δίωξης αλλά και γενικότερα ζητήματα που αφορούσαν την Providencia προωθούσε η Μ.Κυριακού, η οποία και προφανώς λογοδοτούσε, όπως έχουμε πει πιο πάνω, για τις ενέργειες της στον Διευθύνοντα Σύμβουλο της Κ.3 Ανδρέα Νεοκλέους, τον οποίο ενημέρωνε πλήρως και λεπτομερώς, με τρόπο και σε βαθμό που δεν υπάρχει οποιαδήποτε αμφιβολία ότι οι όποιες ενέργειες της καθοδηγούντο από τον Ανδρέα Νεοκλέους, και η ίδια ενεργούσε ως εκτελεστικό όργανο αυτού

Κατά τον ίδιο τρόπο παραθέσαμε την κρίση μας ότι η δράση του Α. Νεοκλέους μέσω της Μ. Κυριακού, καθώς και η ατομική δράση του (Α. Νεοκλέους), όπως επίσης και η δράση του Κ.4, συμπεριλαμβανομένης και της όποιας νοητικής κατάστασης των δύο (πατρός και υιού) αποδίδεται και χρεώνεται στην Κ.3.  [...]

Η Κ.3 είναι η δικηγορική εταιρεία η οποία, πέραν της εμπλοκής της μέσω του Κ.4 στον ως άνω χειρισμό της αγωγής, παντοιοτρόπως επεδίωκε την ποινική δίωξη, εντείνοντας σαφώς τις προσπάθειες της μετά τον διορισμό του Κ.1 κυρίως μέσω του Προέδρου και Διευθύνοντος Συμβούλου της Α. Νεοκλέους και της εντολοδόχου του ως προς το θέμα Μ. Κυριακού.σελ 263-283

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου