13 Φεβ 2017

Αφιέρωμα: η δίκη του Ρίκκου και ο αγώνας για αποκατάσταση της Δημοκρατίας και εφαρμογή της ισονομίας.. Η δικαστική απόφαση, η επιλεκτική μνήμη των ΜΜΕ, και η Ιστορικότητα της διαδικασίας και της καταδίκης…

Η παλινόρθωση της δημοκρατίας και οι μετασεισμικές δονήσεις της καταδίκης, αλλά και της απόφασης για τον Ρίκκο Ερωτοκρίτου

[αξιολόγηση των μαρτυριών ως υπενθύμιση της διαδικασίας]



Η βδομάδα που πέρασε χαρακτηρίστηκε από την πολυαναμενόμενη απόφαση για τη δίκη Providencia που σηματοδότησε το τέλος μιας εποχής: της εποχής των πρακτικών του διαπλεκόμενου δικηγορικού κατεστημένου και της εποχής του κυπριακού μακαρθισμού, όπως χαρακτηρίστηκε σε παλαιότερο άρθρο της 2ηΑ[1] ή όπως χαρακτηριστικά ανέφερε ο Θανάσης Αθανασίου όταν εμφανίστηκε η υπόθεση σχεδός δυο χρόνια πριν «Εσπούρτισεν το παρακράτος!»[2]. Δεν θα επιδωθούμε σε συγκριτικές αναφορές για το τί επιχειρήθηκε να γίνει – λογοκρισία – από την εμφάνιση του ζητήματος, μέχρι την τελική απόφαση που αποκάλυψε πλήρως και επιτυχώς εκτελεσμένες κωλοτούμπες. Θα εστιάσουμε σε αποσπάσματα της απόφασης που θεωρούμε αξιοπρόσεκτα και σημαντικά, ως αντιμετώπιση και της παραφιλολογίας που αναπτύχθηκε τις τελευταίες μέρες, και στο σχολιασμό της σημασίας αυτής της απόφασης πέρα από την καταδίκη.

Για να πάρουμε τα πράγματα από την αρχή, την Τετάρτη, 8 Φεβρουαρίου 2017, τα βλέματα όλων, άρα και των ΜΜΕ στράφηκαν κατά κακουργιοδικείο Λευκωσίας μεριά, αφού θα αναγιγνώσκετο η απόφαση του δικαστηρίου για τις κατηγορίες των Ρίκκου Ερωτοκρίτου, Αντρέα Κυπρίζογλου, Παναγιώτη Νεοκλέους και του δικηγορικού γραφείου Ανδρέας Νεοκλέους και Συνεργάτες, ΔΕΠΕ. Η δίκη που ήταν ορισμένη στις στις 11:00 άρχισε με μισή σχεδόν ώρα καθυστέρηση και καλύπτετο λεπτό προς λεπτό και απευθείας από όλα σχεδόν τα ηλεκτρονικά ΜΜΕ[3]. Στην υπόθεση είχαν ήδη καταθέσει είκοσι μάρτυρες και κατατέθηκαν 350 τεκμήρια. Ανάμεσα στους μάρτυρες – κατηγορίας και υπεράσπισης – βρέθηκαν αξιωματούχοι του κράτους προσδίδοντας ενδιαφέρον κατά την απόφαση αφού θα κρίνονταν και αυτοί ως προς την αξιοπιστία της κατάθεσής τους, προφορικής ή έγγραφης. Όπως αναφέρεται στην αόφαση οι μαρτυρίες αξιολογήθηκαν:
«με βάση το περιεχόμενο την ποιότητα και τη σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία, καθοδηγούμενοι από σειρά παραγόντων όπως, μεταξύ άλλων, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων, τη λογικότητα και πειστικότητα των θέσεων τους, την ύπαρξη ή μη υπερβολών ή ουσιωδών αντιφάσεων, την ύπαρξη οποιουδήποτε τυχόν προσωπικού συμφέροντος ή προκατάληψης και διάφορα άλλα στοιχεία τα οποία κατά περίπτωση θα αναφερθούν κατωτέρω. Η αξιολόγηση μας δεν έχει περιοριστεί μόνο στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του καθενός ξεχωριστά. Ση μαρτυρία την έχουμε συσχετίσει, αντιπαραβάλει και διερευνήσει με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων, δηλαδή, υποβάλλοντας τη στη βάσανο της συνεκτίμησης στο πλαίσιο του συνόλου της (μαρτυρίας) με βάση την προσέγγιση που η Νομολογία μας επιτάσσει στο θέμα αυτό»[4]

Προφανώς δεν θα παρατεθούν τα σχόλια του δικαστηρίου  για όλους τους μάρτυρες, αλλά γι’ αυτούς που η επικαιρότητα κατά καιρούς εστίασε για κάποιους λόγους, όπως και δεν θα παρατεθούν τα πλήρη σχόλια, αλλά κάποια που κρίνονται ως σημαντικά. Το αναγνωστικό κοινό που ενδιαφέρεται να ψάξει το θέμα περισσότερο μπορεί να ανατρέξει στο κείμενο της απόφασης αυτούσιο όπως δημοσιεύθηκε - http://media.philenews.com/PDF/rikkos.pdf .

Αρχίζοντας από τον τέως Αρχηγό Αστυνομίας, Μιχάλη Παπαγεωργίου, αναφέρεται:
«Η σχέση του με κάποιες ενέργειες όπως αυτή συνδέθηκε και συσχετίστηκε με συγκεκριμένα έγγραφα και καταχωρίσεις που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου και αναγνώρισε και ο ίδιος δεν έτυχε οποιασδήποτε αμφισβήτησης ενώ ταυτόχρονα επιβεβαιώθηκε και από αυτά. Είναι μέσα σε αυτό το πλαίσιο που εντάσσεται και η δική του εμπλοκή δια της οποίας μέσω χειρογράφου σημειώματος του ημ. 14/8/13, είχε δώσει οδηγίες όπως τα όσα επικαλείτο η κα Μ. Κυριακού, η οποία τον είχε επισκεφθεί αναφορικά με τη διάπραξη ποινικών αδικημάτων, τεθούν δια ζώσης ενώπιον του Γ.Ε. σε επικείμενη συνάντηση για να εξεταστεί κατά πόσο αυτά έχρηζαν περαιτέρω διερεύνησης  [...] Ήταν, ωστόσο, φανερό από τις διάφορες απαντήσεις που ο Μ.Κ.2 έδωσε σε επανειλημμένες ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν ότι δεν ήτο ο ίδιος προσωπικά ενήμερος για την υπόθεση πέραν της γενικής γνώσης που είχε ότι αυτή είχε τύχει διερεύνησης από την Αστυνομία και ότι μάλιστα, σε δυο περιπτώσεις πριν από την τελευταία φορά που είχε και ο ίδιος ανάμειξη, είχε σταλεί ο φάκελος στη Ν.Τ. και ο Γ.Ε. είχε δώσει οδηγίες όπως οι διαφορές των εμπλεκομένων επιλυθούν στα πολιτικά Δικαστήρια. Μάλιστα πολλές ερωτήσεις που του τέθηκαν είχαν ως στόχο την εκμαίευση της άποψης του επί της καταγγελίας, χωρίς όμως ο ίδιος να είχε οποιαδήποτε εμπλοκή με αυτή και χωρίς να έχει υπόψη του το μαρτυρικό υλικό που είχε εξασφαλιστεί στο πλαίσιο της διερεύνησης της υπόθεσης. Εντίμως, κατά την άποψη μας, τόνισε το αυτονόητο ότι ένας για να αποφανθεί εάν στοιχειοθετείται ή όχι ποινικό αδίκημα θα πρέπει να έχει ενώπιον του το σύνολο της μαρτυρίας. Θεωρούμε δε λογική τη θέση του ότι από τη στιγμή που είχαν δοθεί οδηγίες από τον Γ.Ε. όπως οι διαφορές των εμπλεκομένων επιλυθούν στα πολιτικά Δικαστήρια το ζήτημα για την Αστυνομία τελείωνε εκεί και δεν ενδείκνυτο να γίνουν οποιεσδήποτε περαιτέρω ενέργειες.» σελ. 31-32

Για τους ποινικούς ανακριτές Παναγιώτη Καλλή και Παναγιώτη Πελαγία:
«Όσον αφορά τους Ποινικούς Ανακριτές Μ.Κ.5 και Μ.Κ.20, εξετάσαμε τη μαρτυρία τους με ιδιαίτερη προσοχή. Εν πρώτοις σημειώνουμε ότι στη βάση των όσων κατέθεσαν και της εν γένει συμπεριφοράς τους από τη θέση του μάρτυρα δεν έχουμε διαπιστώσει να είχαν οποιαδήποτε σκοπιμότητα ή αλλότρια κίνητρα στο να [35] καταθέσουν υπέρ ή σε βάρος οποιουδήποτε. Έπειτα διαπιστώσαμε ότι περιέγραψαν το σύνολο των ενεργειών τους και απάντησαν κάθε ερώτηση που τους τέθηκε με σαφήνεια αλλά και αμεσότητα. Ψς εκ τούτου το σύνολο των ενεργειών τους συνιστούν ευρήματα του Δικαστηρίου.» σελ 34-35

Για τον τέως Γενικό Εισαγγελέα, Πέτρο Κληρίδη, όπου και το δικαστήριο διασαφηνίζει ότι η ουσία της υπόθεσης Providencia, δεν είναι το ζήτημα που απασχολεί το δικαστήριο στη συγκεκριμένη περίπτωση («Λέμε εξαρχής ότι το κατά πόσο δικαιολογείτο ή όχι η άσκηση ποινικής δίωξης στην εν λόγω υπόθεση δεν είναι ζήτημα που πρέπει να απασχολήσει ιδιαίτερα το παρόν Δικαστήριο. Ούτε και το κατά πόσον η διαδικασία διερεύνησης της υποβληθείσας καταγγελίας ήταν ορθή και ολοκληρωμένη ούτως ώστε στη βάση αυτής να είναι δυνατόν να αποφασισθεί αν ενδείκνυτο ή όχι η άσκηση ποινικής δίωξης. Ο λόγος είναι απλός. Αποτελεί θέμα νομικής άποψης για το οποίο είναι λογικό και αναμενόμενο να υπάρχουν εντίμως και καλόπιστα διαφορετικές γνώμες και προσεγγίσεις»):
«[..] Εξέφρασε δηλαδή εντίμως τη δική του άποψη παραθέτοντας και τη σχετική αιτιολογία. Δεχόμαστε δε ότι για το ζήτημα αυτό, δηλαδή αναφορικά με την άσκηση ποινικών διώξεων η Ν.Τ. ήτο, όπως τονίστηκε μετά επιτάσεως από τον Μ.Κ.7 και δεν αμφισβητήθηκε, δέκτης πιέσεων και από τις δύο πλευρές αλλά [36] κυρίως από την πλευρά της Κ.3, μέσω της αποστολής, επανειλημμένως, επιστολών αλλά και μέσω προσωπικών επαφών. Επί του προκειμένου η αναφορά του ότι η Μ. Κυριακού συστηματικά προσπαθούσε να τον πείσει να ασκήσει ποινική δίωξη ουδόλως αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέταση και επομένως την αποδεχόμαστε. Σο ίδιο έπραξε, δηλαδή να εκφράσει εντίμως τη θέση του, και σε σχέση και με άλλα θέματα για τα οποία ζητήθηκε η γνώμη του. Σέτοια ήταν, για παράδειγμα, το αν είχε την εξουσία ο Κ.1 να ανατρέψει τις προηγούμενες του οδηγίες για μη άσκηση ποινικής δίωξης στην υπόθεση Providencia όταν δεν ήταν πλέον Γ.Ε. ο Μ.Κ.7 αλλά ο Μ.Κ.8. Εν προκειμένω, αφού ξεκαθάρισε ότι δεν ήτο γνώστης των εξουσιών που ο Μ.Κ.8 ως Γ.Ε. είχε χορηγήσει στον Κ.1, περιορίστηκε, ως ήταν φυσικό, στο να αναφέρει τι θα έπραττε ο ίδιος. Από πλευράς του συνηγόρου του Κ.4 διαπιστώσαμε ότι υποβλήθηκαν στον Μ.Κ.7 διάφορες ερωτήσεις, μεταξύ άλλων, αναφορικά με τον τρόπο χειρισμού των ποινικών φακέλων κατά τη διάρκεια που αυτός ήταν Γ.Ε. αλλά και για τις σχέσεις διαχρονικά που υπήρχαν μεταξύ Γενικού και Βοηθού Γενικού Εισαγγελέα και ο Μ.Κ 7 απάντησε με άνεση δίδοντας κάθε διευκρίνιση η οποία του ζητείτο.» σελ. 35- 36

Για τον νυν Γενικό Εισαγγελέα, Κώστα Κληρίδη:
«Ο Μ.Κ.8 υπήρξε στην παρούσα υπόθεση ένας από τους βασικούς μάρτυρες. Αναμφίβολα η περίπτωση του εμπεριέχει κάποια ιδιάζοντα και εν πολλοίς πρωτοφανή σε ημεδαπή δικαστική διαδικασία χαρακτηριστικά τα οποία είχαμε συνεχώς κατά νουν αξιολογώντας τη μαρτυρία του. Η εμπλοκή του σε αυτή την υπόθεση ήταν υπό διάφορες ιδιότητες. Πέραν της θεσμικής ιδιότητας του Γενικού Εισαγγελέα υπήρξε και μάρτυρας επί γεγονότων. Γεγονότων αφενός που αφορούν τα επίδικα αδικήματα και αναφέρονται στα διαδραματισθέντα κατά και μετά τον διορισμό του στις 16/9/13 και μέχρι την ανάκληση των οδηγιών του Κ.1 στις [37] 26/11/13 και αφετέρου που αφορούν ενέργειες του υπό τη θεσμική του ιδιότητα. ΢το δεύτερο αυτό πλαίσιο εμπίπτουν οι οδηγίες που έδωσε για διενέργεια ποινικής ανάκρισης διορίζοντας ποινικούς ανακριτές, η μελέτη του πορίσματος της ανάκρισης και των καταθέσεων που εξασφαλίστηκαν και η άσκηση στη συνέχεια ποινικής δίωξης με την καταχώρηση και υπογραφή του κατηγορητηρίου της παρούσας υπόθεσης.
Η απουσία οποιωνδήποτε κανονισμών ή νομοθεσίας που να ρυθμίζει μια τέτοια πρωτότυπη και σπάνια περίπτωση όπως η υπό εξέταση είναι δεδομένη. Ελλείψει ειδικών προνοιών σαφέστατα και δεν αποτελεί δικό μας έργο ούτε δικό μας ρόλο να υποδείξουμε κατά πόσον, υπήρχαν ενδεχομένως άλλες προσφορότερες επιλογές για την παρούσα σπάνια περίπτωση. Δικό μας έργο αποκλειστικά είναι αφενός να αξιολογήσουμε τον Μ.Κ.8 ως μάρτυρα γεγονότων, κρίνοντας δηλαδή κατά πόσον όσα ανέφερε έχουν όντως συμβεί και αφετέρου, σε κατοπινό στάδιο να εξετάσουμε τις όποιες εισηγήσεις ή παράπονα για δυσμενή επηρεασμό ή μη δίκαιη δίκη ένεκα της σύμπτωσης στο πρόσωπο του Μ.Κ.8 και άλλων ιδιοτήτων. Εκ του περισσού να πούμε ότι ο Μ.Κ.8 αντιμετωπίζεται όπως και κάθε άλλος μάρτυρας ο οποίος κατέθεσε ενώπιον μας με γνώμονα πάντοτε το κατά πόσο ανέφερε τα γεγονότα όπως αυτά έλαβαν χώρα ή όχι. Ταυτόχρονα δε όλα τα πιο πάνω δεδομένα και ιδιαιτερότητες ήταν συνεχώς υπόψη μας κατά το στάδιο που κατέθετε ο Μ.Κ.8. Η έγνοια μας ήταν ασφαλώς, και δεν παραγνωρίσαμε, το ενδεχόμενο ένεκα της εμπλοκής και ανάμειξης του Μ.Κ.8 σε διάφορα στάδια και υπό διαφορετικές ιδιότητες με τον τρόπο που αναφέρθηκε ανωτέρω η μαρτυρία του να είχε καθοιονδήποτε τρόπο επηρεασθεί. Όπως σε κάθε περίπτωση έτσι και στην παρούσα καμιά από τις παρεμφερείς ιδιότητες δεν αναιρεί ή καταργεί την ιδιότητα κάποιου ως μάρτυρα επί γεγονότων ιδιαίτερα ενόψει του ότι τελικός κριτής της αξιοπιστίας κάθε καταθέτοντος σε δικαστική διαδικασία είναι πάντοτε το ίδιο το Δικαστήριο στη βάση των καλώς γνωστών και καθιερωμένων αρχών και κανόνων αξιολόγησης. Βασικές δε τέτοιες [38] αρχές είναι οι αρχές της αμεροληψίας, της αντικειμενικής κρίσης και της ίσης αντιμετώπισης όλων των μαρτύρων ανεξαρτήτως ιδιοτήτων, αξιωμάτων ή τίτλων. Αξιολογώντας λοιπόν τη μαρτυρία του με κάθε δυνατή προσοχή και με την απαιτούμενη διασταύρωση, συσχετισμό και αντιπαραβολή της με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν εκδοχών στο πλαίσιο του συνόλου της μαρτυρίας δεν θεωρούμε για τους λόγους που εκτενέστερα και αναλυτικά εξηγούμε στην Απόφαση μας ότι οι πιο πάνω ιδιότητες που είχε και η δική του ανάμειξη στην υπόθεση τον ώθησε να μην πει τα γεγονότα όπως έγιναν ή να τα παρουσιάσει με άλλο τρόπο. Ούτε και διαπιστώσαμε την ύπαρξη οποιασδήποτε μεροληψίας στον χειρισμό από τον Μ.Κ.8 της υπόθεσης Providencia ως η σχετική εισήγηση του κ. Γεωργίου.» σελ 36-38
Σπύρος Κόκκινος, Έφορος Εταιρειών:
«Εξετάζοντας τη μαρτυρία του Μ.Κ.12 διαπιστώσαμε ότι με απόλυτη σαφήνεια και με κατατοπιστικό τρόπο παρέθεσε το ιστορικό της εταιρείας Providencia με βάση τις καταχωρίσεις που καθηκόντως έγιναν στο τμήμα του, επεξηγώντας ταυτόχρονα και σχετικά έγγραφα που του υπεδείχθησαν και είχαν σχέση με διάφορες ενέργειες του στο πλαίσιο πάντοτε των καθηκόντων του ως Εφόρου Εταιρειών. Κλήθηκε δε να επεξηγήσει το ζήτημα της έκδοσης και στη συνέχεια ανάκλησης πιστοποιητικών που εξεδόθηκαν από το Σμήμα του για την πιο πάνω εταιρεία αλλά και το ζήτημα των υποσημειώσεων που για κάποιο χρονικό διάστημα συμπεριλαμβάνοντο στα εν λόγω πιστοποιητικά και το έπραξε με επάρκεια διευκρινίζοντας κάθε φορά τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έλαβαν χώρα αυτές του οι ενέργειες. [..] Απόλυτα διαφωτιστικός ήταν και σε σχέση με το πρόβλημα που είχε ανακύψει στην προκειμένη περίπτωση, ήτοι τις αντικρουόμενες θέσεις που προβλήθηκαν αναφορικά με τη νομιμοποίηση ή εξουσιοδότηση εκείνων που υπέβαλαν τα σχετικά έγγραφα στον Έφορο για καταχώριση των αλλαγών, διευκρινίζοντας εν προκειμένω τον ρόλο και τις αρμοδιότητες του Εφόρου σε τέτοιες περιπτώσεις. Σ 39 - 40το πλαίσιο της μαρτυρίας του διαπιστώσαμε επίσης ότι υπήρξε ξεκάθαρος και για το [40] ότι η υπόθεση Providencia δεν αφορούσε περίπτωση πλαστογραφίας αλλά περίπτωση διαφοράς ως προς τη νομιμοποίηση ή εξουσιοδότηση εκείνων που είχαν προβεί στις αλλαγές στους μετόχους και αξιωματούχους της εταιρείας. Η μαρτυρία του Μ.Κ.12 δεν έχει αμφισβητηθεί παρά μόνο στη διάρκεια της αντεξέτασης επιδιώχθηκε η εξασφάλιση περαιτέρω διευκρινίσεων και λεπτομερειών τις οποίες ο μάρτυρας με επάρκεια έδωσε.
Ως αποτέλεσμα της πιο πάνω αξιολόγησης η μαρτυρία του Μ.Κ.12 γίνεται στο σύνολο της αποδεκτή με αποτέλεσμα να καταλήγουμε στα ανάλογα ευρήματα.» σελ 39-40

Δικηγόρος Amren Davidyan, χειρίζεται το γραφείο Zigachov (άτομο άμεσα συνυφασμένο με την υπόθεση Providencia):
«Από την ενώπιον μας μαρτυρία διαφαίνεται ότι την υπόθεση στη Ρωσία χειρίζετο το γραφείο Zigachov στο οποίο και εργαζόταν ο Μ.Κ.15 Armen Davidyan. Σο γραφείο αυτό, μετά και τη ρήξη με την Κ.3, είχε αρχικά (μέσω του δικηγορικού οίκου Peters & Peters του Λονδίνου) εξουσιοδοτήσει το δικηγορικό γραφείο Σκορδής, Παπαπέτρου & ΢ία ΔΕΠΕ εκ μέρους του οποίου έδωσε μαρτυρία ο Μ.Κ.18 (κ. Αλέξανδρος Γαβριηλίδης) για χειρισμό της υπόθεσης στην Κύπρο. Μετά την απόσυρση του γραφείου αυτού, δικηγόροι στην Κύπρο ανέλαβαν οι Ιωαννίδης, Δημητρίου ΔΕΠΕ και ειδικότερα τον χειρισμό είχε ο Μ.Κ.13 (κ. Πάμπος Ιωαννίδης). Η αξιολόγηση της μαρτυρίας των πιο πάνω έχει γίνει λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι οι Μ.Κ.13 και 15 εκπροσωπούν μέχρι σήμερα την πλευρά Zhigachov και βρίσκονται σε αντιδικία με την Κ.3.
Η αξιολόγηση της μαρτυρίας του Μ.Κ.18 δεν παρουσιάζει καμία δυσκολία. Έδωσε μαρτυρία με ευθύτητα και επεξήγησε με λεπτομέρεια την εμπλοκή του ιδίου και τις ενέργειες στις οποίες προέβη. ΢ημειώνουμε ότι το ιστορικό που παρέθεσε στη γραπτή του δήλωση Έγγραφο 18 αναφορικά με το Spring Trust και την Providencia βρίσκει έρεισμα και στα ενώπιον μας έγγραφα που κατατέθηκαν ειδικότερα στον Έφορο Εταιρειών, αποτέλεσε δε κοινό έδαφος μεταξύ όλων των διαδίκων. ΢ε σχέση με τα όσα διαμείφθησαν στις συναντήσεις που έλαβαν χώρα στα γραφεία της Κ.3 στην προσπάθεια επίλυσης των διαφορών, ο Μ.Κ.18 έδωσε μαρτυρία με αντικειμενικότητα και σαφήνεια, αναφερόμενος ουσιαστικά μόνο στα γεγονότα τα οποία και έλαβαν χώρα στην παρουσία του.  Κατ‟ επέκταση, το σύνολο της μαρτυρίας του Μ.Κ.18 γίνεται δεκτό και αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου. Όσον αφορά τον Μ.Κ.13, πρέπει να σημειωθεί ότι εκπροσωπεί μέχρι και σήμερα τους αδελφούς Zakharov στις δικαστικές διαδικασίες εναντίον της Anastasias και Elenas Zakharova αλλά και της Κ.3. ΢υνεπώς οι τοποθετήσεις και εκφράσεις γνώμης από τον Μ.Κ.13 όσον αφορά στα κίνητρα όπως και οι χαρακτηρισμοί πράξεων εκ μέρους των Zhigachov, Alexander και Vladimir Zakharov, Μ.Τ.3(1) αλλά και των Κατηγορουμένων που περιέχονται τόσο στην προφορική μαρτυρία του Μ.Κ.13 όσο και στα Έγγραφα 13(α) και 13(β) δεν θα ληφθούν υπόψη. Παρά τα πιο πάνω είναι η άποψη μας ότι ο Μ.Κ.13 έδωσε μαρτυρία με ειλικρίνεια, και προσπάθησε να βοηθήσει το Δικαστήριο, δίδοντας με σαφήνεια και με κατατοπιστικό τρόπο μαρτυρία ως προς τις διαδικασίες που εκκρεμούν μεταξύ των διαδίκων για την υπόθεση Providencia. Δεν έδωσε την εντύπωση εμπάθειας, αντιθέτως ήταν θέση του ιδίου ότι δεν θυμόταν να είχε παρουσιαστεί ο Κ.4 σε δικαστικές διαδικασίες στις οποίες είχε εμφανιστεί ο ίδιος, και ότι η επαφή του Μ.Κ.13 με τον Κ.4 για την υπόθεση Providencia περιορίστηκε σε μία «σύντομη κουβέντα» που οι δύο έκαναν στο πλαίσιο κάποιας συνάντησης για μια άλλη υπόθεση. [42] Ειδικότερα, από τα όσα ανέφερε ο Μ.Κ.13 ενώπιον μας, σημειώνουμε τα εξής: · Σα δικόγραφα των αγωγών που καταχωρίστηκαν στα Κυπριακά Δικαστήρια ούτως ή άλλως κατατέθηκαν ενώπιον μας ως Σεκμήρια 135 και 137 και διαπιστώνουμε ότι είναι σε συμφωνία με την μαρτυρία του Μ.Κ.13 επί αυτών. · Σο ίδιο ισχύει και όσον αφορά στο ιστορικό των Spring Trust, Providencia και Rosinka, το οποίο συνάδει με τη λοιπή μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον μας, ειδικά αυτήν του Εφόρου Εταιρειών. Επίσης υποστηρίζεται και από τα έγγραφα και συμφωνίες που αποτελούν μέρος του Σεκμηρίου 234 επί του οποίου και δεν αμφισβητήθηκε ο Μ.Κ.13, ενώ συνάδει και με τα όσα προέβαλαν οι Κατηγορούμενοι επί του θέματος. · Παρατηρούμε επίσης ότι οι αναφορές του Μ.Κ.13 σε σχέση με την κατάθεση σε Ρωσική διαδικασία της Αστυνομικής Έκθεσης [Κ.76.3 του Σεκμηρίου 83(6)] συμπίπτουν χρονικά με τα όσα αναφέρθηκαν ενώπιον μας για τις προσπάθειες της Κ.3 μέσω της Μ. Κυριακού να εξασφαλίσουν την έκθεση αυτή, προβάλλοντας στην Αστυνομία (Μ.Κ.10 και 11) ότι το θέμα ήταν επείγον δεδομένου ότι η Έκθεση θα κατατίθετο σε διαδικασία ενώπιον Δικαστηρίου της Ρωσίας. Αποδεχόμαστε, συνεπώς, το ότι οι Ρώσοι πελάτες του γραφείου Ιωαννίδης, Δημητρίου ΔΕΠΕ απέστειλαν σε αυτούς αντίγραφο της πιο πάνω Αστυνομικής Έκθεσης, η οποία και αποτέλεσε το έναυσμα της προσπάθειας του Μ.Κ.13 για ενημέρωση του Μ.Κ.8 για την επικείμενη ποινική δίωξη. [...] Αναφορικά με τον Μ.Κ.15 δεν μπορεί να μην σημειωθεί ότι αυτός είναι σήμερα, και ήταν και κατά τον ουσιώδη χρόνο, συνέταιρος στο γραφείο του Zhigachov στη [43] Ρωσία, είχε ενεργό ανάμειξη στις Δικαστικές διαδικασίες της Providencia στη Ρωσία ενώ ανέφερε ότι βοηθά τους Κύπριους δικηγόρους στις διάφορες διαδικασίες που εκκρεμούν στα Κυπριακά Δικαστήρια. Περαιτέρω το όνομα του περιλαμβάνετο στην Αστυνομική Έκθεση ως άτομο εναντίον του οποίου θα καταχωρείτο ποινική δίωξη. Με αυτά τα δεδομένα είναι αναμενόμενη κάποια προσπάθεια για προώθηση των συμφερόντων των Zhigachov, Vladimir και Alexander Zacharov. [..] Έχοντας επισημάνει τα πιο πάνω, προσθέτουμε ότι ο Μ.Κ.15 έδωσε εκτενή μαρτυρία για τις Δικαστικές διαδικασίες που αφορούν στην Providencia και εκκρεμούσαν ενώπιον των Ρωσικών Δικαστηρίων τον Νοέμβριο 2013 σε σχέση με τις οποίες δεν αντεξετάστηκε, ενώ τα όσα ανέφερε για την υπόθεση με αρ Α41- 42445/2013 και την απόφαση που εξεδόθη στην εν λόγω υπόθεση στις 5/11/13 υποστηρίζονται και από το κείμενο της απόφασης που κατατέθηκε ως Τεκμήριο 238. Αναφορικά με τις προσπάθειες της πλευράς Νεοκλέους για κατάθεση της Αστυνομικής Έκθεσης στα Ρωσικά Δικαστήρια, αποδεχόμαστε τα όσα ανέφερε ο Μ.Κ.15. Αφενός αυτός δεν αντεξετάστηκε επί των ισχυρισμών του αυτών και, αφετέρου, τα όσα είπε συνάδουν και με τη λοιπή μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μας όσον αφορά τόσο στις προσπάθειες της Μ. Κυριακού να εξασφαλίσει την εν λόγω Έκθεση για χρήση της σε Δικαστήρια του εξωτερικού, όσο και στο χρονικό πλαίσιο που ο Μ.Κ.15 τοποθέτησε τις προσπάθειες αυτές. Μέσα στο ίδιο πλαίσιο αποδεχόμαστε ότι η Έκθεση αυτή κατατέθηκε σε τρεις τουλάχιστον υποθέσεις στη Ρωσία, ήτοι τις Α41-41333/2013, Α41-30113 και ειδικότερα στην Α40-52584/13 κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας στην τελευταία στις 15/11/13, ημερομηνία κατά την οποία την παρέλαβε και ο Μ.Κ.15. Σης λήψης αυτής ακολούθησε η αποστολή της Έκθεσης στον Μ.Κ.13σελ 40-44

Ειρήνη Χαραλαμπίδου:
«Αξιολογώντας τη μαρτυρία της Μ.Κ.17 παρατηρούμε ότι δεν έχουμε αποκομίσει την καλύτερη εντύπωση από αυτήν, και τούτο ένεκα της εν γένει συμπεριφοράς της από τη θέση του μάρτυρα, του τρόπου που απαντούσε, το ότι σε πολλές περιπτώσεις δεν απαντούσε ευθέως στις ερωτήσεις που της τίθεντο, ενώ γενικώς διακρίναμε την ύπαρξη εμπάθειας και τάσης εντυπωσιασμού στην περιγραφή των γεγονότων. Ενδεικτικά σημειώνουμε τα πιο κάτω: · Παρά το ότι το μοναδικό στοιχείο που είχε στην κατοχή της κατά τον χρόνο που επικοινώνησε με την κα Άντρη Αντωνιάδου ήταν ένα αντίγραφο του Κλητηρίου στην αγωγή 3987/13, η ίδια ανέφερε ότι είπε στην Ειδική Διαχειρίστρια ότι «έκαμε πλάτες ο Νεοκλέους στο Ρίκκο». · Ισχυρίστηκε ότι ο Κ.1 απείλησε το κόμμα της, με σκοπό να εξασφαλίσει τη σιωπή της για το θέμα της αγωγής. Αντεξεταζόμενη από τον κ. Πουργουρίδη είπε αρχικά ότι ο Κ.1 της είχε πει «εάν δεν θέλεις να κατεβώ με τους ανακριτές στο κόμμα σου να συζητήσουμε τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια του ΑΚΕΛ...». Στο πλαίσιο της ίδιας απάντησης διαφοροποίησε τα πιο πάνω και είπε ότι αυτό που ο Κ.1 είχε πει ήταν «να δείξεις τις ίδιες ευαισθησίες όταν θα έρθω με τους ανακριτές στο κόμμα σου για να συζητήσουμε τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια του ΑΚΕΛ». Σε άλλο στάδιο, σε υποβολή που της τέθηκε από τον κ. Γεωργίου η Μ.Κ.17 αναγκάστηκε να δεχτεί ότι αυτό που ο Κ.1 είχε πει ήταν «την ίδια ευαισθησία που δείχνει η κα Χαραλαμπίδου, να τη δείξει και όταν θα ανοίξουν το κεφάλαιο των δανείων του ΑΚΕΛ, όταν θα έρθουμε να ερευνήσουμε τα δάνεια του ΑΚΕΛ που χρωστά, που είναι μη εξυπηρετούμενα, με αναγκάζει να το πω. Τότε να δείξει την ίδια ευαισθησία και να ωρύεται από τις τηλεοράσεις για το ζήτημα αυτό, γι‟ αυτό την καλώ να κατεβάσει τους τόνους, να ηρεμήσει» στο οποίο μάλιστα η ίδια απάντησε ότι δεν θα κατεβάσει τους τόνους. · Ήταν η θέση της ότι το ΑΚΕΛ έθεσε θέμα για το ότι άτομα που συμμετείχαν στην Επιτροπή Θεσμών όφειλαν να τηρούν τους κανονισμούς και να δηλώνουν κατά πόσο έχουν έννομο συμφέρον στο θέμα που συζητείται, εννοώντας την κα Κυριακού και τις υποθέσεις για κλοπές εταιρειών. Κατά [47] την αντεξέταση της Μ.Κ.17 από τον κ. Γεωργίου, όμως, κατατέθηκαν τα πρακτικά της Επιτροπής Θεσμών ημερ. 2/7/13 και 17/9/13, Τεκμήρια 246 και 247, στα οποία φαίνεται ότι η κα Μ. Κυριακού είχε δηλώσει ότι είναι δικηγόρος σε δικηγορικό γραφείο και έχει ενδιαφέρον στο θέμα που θα συζητείτο. Όταν της υποδείχθηκαν οι δηλώσεις αυτές η Μ.Κ.17 ισχυρίστηκε ότι ούτε η ίδια αλλά ούτε και ο συνάδελφος της κ. Δαμιανού το είχαν ακούσει. · Κακή εντύπωση έκανε η άρνηση της Μ.Κ.17 να απαντήσει σε ερώτηση του κ. Μαρκίδη ως προς το σε ποιους δημοσιογράφους είχε στείλει τη φωτοτυπία της αγωγής 3987/13. Ζήτησε μάλιστα, σε μία εμφανή προσπάθεια εντυπωσιασμού, να της εγγυηθεί το Δικαστήριο ότι δεν θα υπάρξει διαρροή και μόνο μετά από αυτό θα κατέγραφε το όνομα της εφημερίδας και του δημοσιογράφου και θα το παρέδιδε στην Πρόεδρο του Κακουργιοδικείου. Ισχυρίστηκε ότι με τον τρόπο αυτό σέβεται τις πηγές της, παραγνωρίζοντας το ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν αποτελούσαν οι δημοσιογράφοι πηγή της Μ.Κ.17 αλλά το αντίθετο. Μάλιστα παρά το γεγονός ότι επισημάνθηκε από το Δικαστήριο το ότι δεν είχε απαντήσει στην σχετική ερώτηση δήλωσε ότι εμμένει στη θέση της να μην απαντήσει. Παρά τις πιο πάνω επισημάνσεις, όμως, η Μ.Κ.17 μας έπεισε ως προς τον τρόπο με τον οποίο περιήλθε στην κατοχή της ο φάκελος με αντίγραφο της αγωγής 3987/13, αφού δεν κλονίστηκε επί του εν λόγω θέματος. Η θέση ότι άτομο που επιθυμούσε να της γνωστοποιήσει τέτοια πληροφορία θα επιθυμούσε να παραμείνει ανώνυμο είναι λογική. Ούτως ή άλλως η Μ.Κ.17 πράγματι είχε παραδώσει το αντίγραφο της αγωγής αυτό στον Μ.Κ.5. Έπεισε επίσης ότι επικοινώνησε για το θέμα με την κα Αντωνιάδου, η οποία όμως δεν επανήλθε επί του θέματος μέχρι που αυτό τέθηκε ενώπιον της Επιτροπής Θεσμών της Βουλής. Εν κατακλείδι σημειώνουμε ότι η μαρτυρία της δεν έχει προσφέρει οτιδήποτε το αξιοσημείωτο στην υπόθεση.» σελ 46-47

Μιχάλης Αθανασίου:
«Εξετάζοντας τη μαρτυρία του Μ.Κ.19, το αντικείμενο της οποίας βασικά ήταν η συνάντηση στο γραφείο του Κ.1 στη Ν.Τ. στις 7/1/15 και τα όσα διεμείφθησαν στη διάρκεια αυτής, χωρίς οποιαδήποτε δυσκολία λέμε ότι υπήρξε σαφής και κατηγορηματική τόσο στο στάδιο της κυρίως εξέτασης όσο και στο στάδιο της αντεξέτασης. Ο Μ.Κ.19 μετέφερε με απλό και ανεπιτήδευτο τρόπο τόσο το τι είχε προηγηθεί της συνάντησης αυτής όσο και το τι ακριβώς έλαβε χώρα σε αυτή, καθώς και τις ενέργειες που τροχοδρομήθηκαν από μέρους της Σράπεζας Κύπρου κατόπιν αυτής. [...] Περαιτέρω η πιο πάνω εκδοχή του είναι σύμφωνη και επιβεβαιώνεται και από τα παραδεκτά γεγονότα. Συγκεκριμένα στην κατάθεση της Βικτώριας Κουτσάκου (Σεκμήριο 284) γίνεται αναφορά στη συνάντηση του Κ.1 (7/1/15) με στελέχη της Σράπεζας στο ότι αυτός τους πληροφόρησε ότι υπήρχε απόφαση για συμψηφισμό καταθέσεων της εταιρείας του με το χρέος της και στο ότι του είχε ζητηθεί να προσκομίσει την εν λόγω απόφαση αλλά δεν το έπραξε. Παραμένει παραδεκτό μέσα από την εν λόγω κατάθεση ότι στη συνέχεια η Κουτσάκου επικοινώνησε με την Κ.3 η οποία χειρίζετο την υπόθεση της αγωγής 3987/13, για να μάθει την εξέλιξή της και κατά πόσο οι ισχυρισμοί του Κ.1 ήταν αληθείς. Ψς αποτέλεσμα δε αυτής της επικοινωνίας πληροφορήθηκε ότι είχε εκδοθεί ερήμην απόφαση για τον συμψηφισμό η οποία στη συνέχεια, ωστόσο, παραμερίστηκε μετά από ενέργειες της Κ.3.» σελ 48-49

«Να επισημάνουμε ότι η ηλεκτρονική αλληλογραφία της Κουτσάκου που ξεκινά το επόμενο πρωί της συνάντησης και καταλήγει με ενημέρωση της από τη δικηγόρο (στην Κ.3) Μ. Σζιούτ, ευρίσκεται όλη στον δικηγορικό φάκελο τον οποίον τηρούσε η Κ.3 για την αγ. 3987/13 και είναι το Σεκμήριο 82. Μάλιστα είναι αξιοσημείωτο πως όταν η Μ. Σζιούτ κοινοποίησε την ενημέρωση της και στον Πανίκο Γ. Ηρακλέους του Γραφείου της Διαχειρίστριας, ο τελευταίος ζήτησε να μάθει γιατί υπήρχε ενδιαφέρον για την αγωγή αυτή. Ήταν για αυτό που η Μ. Σζιούτ με νεώτερη επιστολή της ημερ. 9/1/15 του εξήγησε ότι την είχαν πάρει τηλέφωνο δύο μέρες πριν από κατάστημα της Σράπεζας Κύπρου (στην Πάφο) και της είπαν ότι ο [50] Κ.1 «… στηριζόμενος πάνω στην απόφαση για συμψηφισμό και αποκρύπτοντας τους ότι αυτή παραμερίστηκε, απαίτησε την πραγματοποίηση του συμψηφισμού», προσθέτοντας (η ίδια) ότι ευτυχώς που τής είχαν τηλεφωνήσει πριν την εκτέλεση του συμψηφισμού και τους ενημέρωσε ότι είχε παραμεριστεί. Η ύπαρξη τέτοιας αλληλογραφίας δύο μέρες μετά τις 7/1/15 σε φάκελο της Κ.3 αναμφίβολα επιβεβαιώνει στο μυαλό μας πως οι όποιες παρόμοιες αναφορές του Μ.Κ.19 σε καμιά περίπτωση δεν συνιστούν εκ των υστέρων σκέψεις. Η αντίθετη εκδοχή του Κ.1 ότι θα ήταν αφελές από μέρους του να μην έλεγε την αλήθεια σε εκπροσώπους της Σράπεζας διότι αυτοί κάλλιστα μπορούσαν να πληροφορηθούν άμα τη επιστροφή τους στο γραφείο τους τα πραγματικά γεγονότα, δεν πείθει αν και η εκδοχή αυτή, αν δεν υπήρχε οτιδήποτε άλλο ενώπιον του Δικαστηρίου, θα μπορούσε να θεωρηθεί λογικοφανής. Αυτό που διερευνάται βεβαίως είναι κατά πόσον είχε κάποιο λόγο να πει αυτά που του καταλογίζονται. Ψς προς τούτο επισημαίνεται ότι στην προκειμένη περίπτωση υπήρχε και ένα άλλο δεδομένο. Αυτό της καταχώρισης την αμέσως επόμενη της συνάντησης μέρα, στις 8/1/15, αίτησης στην αγωγή 3987/13 για έκδοση προσωρινού διατάγματος με την οποία επιδιώκετο να αποφευχθεί ο τερματισμός της συμφωνίας δανείου. Επισημαίνουμε ότι με την εν λόγω μονομερή αίτηση (Σεκμήριο 16) η Ενάγουσα 6 (Dare) επιζητούσε την έκδοση παρεμπίπτοντων απαγορευτικών διαταγμάτων εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 (Λαϊκής και Διαχειρίστριας) για: (α) μη τερματισμό της δανειακής σύμβασης και (β) μη αποξένωση οποιασδήποτε περιουσίας κατείχαν προς εξασφάλιση υποχρεώσεων της ενάγουσας 6 (Dare). Είναι σημαντικό δε να επισημάνουμε ότι στη συνοδεύουσα ένορκη δήλωση του ο Κ.1 είχε αναφέρει ότι είχε ενημερωθεί για τέτοια πρόθεση των εναγομένων από υπαλλήλους τους κάποιες μέρες προηγουμένως2. Δεν διαλανθάνει επομένως την προσοχή μας ότι η εξασφάλιση ενός τέτοιου διατάγματος θα αποτελούσε τροχοπέδη σε ενδεχόμενη προσπάθεια της Σράπεζας να τερματίσει τη συμφωνία δανείου ένεκα καθυστερήσεων στην πληρωμή των δόσεων. Αναμφίβολα δε η επίκληση προς τους εκπροσώπους της Σράπεζας ότι υπήρχε απόφαση συμψηφισμού εξασφάλιζε χρόνο στον Κ.1 για να μην σχολιάσουμε περαιτέρω ότι τα γραπτά της Μ. Σζιούτ αφήνουν να νοηθεί πως υπήρχε ακόμα και πιθανότητα υλοποίησης του συμψηφισμού. Ψς εκ τούτου η αναφορά των όσων του καταλογίζονται τόσο από τον Μ.Κ.19 όσο και, μέσω των παραδεκτών γεγονότων, πέραν των όσων εξηγήσαμε ανωτέρω, δεν μπορούν να καταρριφθούν ούτε ως θέμα κοινής λογικής. Αντίθετα η εξέλιξη των γεγονότων, όπως επισημάνθηκε ανωτέρω, καταδεικνύει και τη σκοπιμότητα των λεχθέντων από τον Κ.1.» σελ 49-51

Ρίκκος Ερωτοκρίτου:
«Ενώπιον μας υιοθέτησε τη Γραπτή του Δήλωση (Έγγραφο 21) και στη συνέχεια υπεβλήθη σε μια εκτεταμένη αντεξέταση. ΢το πλαίσιο αυτής κλήθηκε να απαντήσει σε σωρεία ερωτήσεων οι οποίες κάλυψαν κάθε σημείο που μπορούσε να είχε σχέση με την παρούσα υπόθεση. Σόσο σε σχέση με την ανάμειξη του στην ποινική υπόθεση της Providencia όσο και με αυτή στην προώθηση της προσωπικής του αγωγής υπ. αρ. 3987/13. Έχοντας αξιολογήσει τη μαρτυρία του με κάθε δυνατή προσοχή και πάντοτε με την απαραίτητη διασταύρωση και αντιπαραβολή της με την υπόλοιπη μαρτυρία λέμε εξαρχής ότι στα κρίσιμα της υπόθεσης επίδικα ζητήματα δεν μας έχει πείσει για τους λόγους που αναλυτικά και σε έκταση εξηγούμε κατωτέρω. Σε αρκετά δε θέματα διαπιστώσαμε την ύπαρξη παλινδρομήσεων, αυτοαναιρέσεων και αντιφάσεων, ενίοτε δε αμηχανία και έλλειψη βεβαιότητας για εκδοχές που είχαν προηγουμένως προωθηθεί από τον ίδιον. ΢ε άλλες δε περιπτώσεις στις απαντήσεις του δεν περιορίζετο στην παράθεση των απλών γεγονότων αλλά ήταν εμφανές ότι αισθανόταν ο ίδιος την ανάγκη να επεκταθεί σε επιχειρήματα εν είδει αγόρευσης.
Ούτε διέλαθε την προσοχή μας ότι σε αρκετά ερωτήματα δεν δίδονταν άμεσες απαντήσεις και επί του προκειμένου αλλά υπήρχαν υπεκφυγές και μετατόπιση των υπό εξέταση ζητημάτων σε άλλη βάση στα πλαίσια, θεωρούμε, μιας εμφανούς προσπάθειας αποπροσανατολισμού επιδεικνύοντας με αυτόν τον τρόπο μια στρεψόδικη συμπεριφορά. Πολλές δε εκδοχές του, ακόμα και χωρίς ενασχόληση με τη δοκιμασία της αντεξέτασης του, αντιτίθενται σε κάθε αρχή λογικής συμπεριφοράς και ανθρώπινης εμπειρίας και, βεβαίως, δεν μας έχουν πείσει.» σελ 51-52

Νίκος Αναστασιάδης:
«Ο Μ.Τ.4(1) είναι ο Π.τ.Δ. Η μαρτυρία του στην παρούσα υπόθεση αφορούσε αποκλειστικά τις δύο συναντήσεις που κατά γενική ομολογία έλαβαν χώρα μεταξύ [54] του Κ.1 και του Μ.Κ.8 στο Προεδρικό Μέγαρο πριν την επίσημη ανάληψη των καθηκόντων του τελευταίου. Με ειλικρίνεια, κατά την άποψη μας, μετέφερε - και χωρίς να υπεισέρχεται σε λεπτομέρειες - τη γενική εικόνα που ο ίδιος αποκόμισε από τις δύο αυτές συναντήσεις. Δεν μας προκαλεί δε εντύπωση το γεγονός ότι έδωσε περισσότερη έμφαση σε αυτό που για τον ίδιο είχε περισσότερη σημασία και που ήταν ο λόγος που με δική του πρωτοβουλία έγιναν οι εν λόγω συναντήσεις.
Όπως εξηγούμε εκτενέστερα στη συνέχεια, δεν έχουμε διαπιστώσει να υπήρξε από μέρους του οποιαδήποτε διαφορετική εκδοχή από εκείνη που ο Μ.Κ.8 προώθησε στη δική του μαρτυρία σχετικά με το ζήτημα των όρων ανάθεσης των ποινικών υποθέσεων στον Κ.1 και του τρόπου που αυτό τέθηκε ενώπιον του Π.τ.Δ.» σελ 53-54
Αντρέας Κυπρίζογλου:
«Ο Κ.2 είναι αναμφίβολα ένας έμπειρος και ικανός δικηγόρος εξ όσων έχουμε αντιληφθεί ακούοντας τον. Σε σχέση με την παρούσα υπόθεση οι δικές του ενέργειες εστιάζονται κυρίως στη σύνταξη της επίμαχης αγωγής, στις επιδόσεις των κλητηρίων της, στην έκδοση της απόφασης και στην όποια τυχόν σχετική επικοινωνία και συνεννόηση του με τους Κ.1 και Κ.4. Παρατηρήσαμε πως προσπάθησε έντονα, επίμονα και πολλές φορές επιτηδευμένα να αποκλείσει μέχρι σημείου εκμηδενισμού την κάθε ένδειξη ή ακόμα και σκέψη για επικοινωνία του με τον Κ.1, ακόμα και όταν κάτι τέτοιο ήταν καθόλα εύλογο, αναμενόμενο και υπό συνήθεις περιστάσεις καθόλου μεμπτό. Η υπέρμετρη αγωνία και προσπάθεια του αυτή μας δημιούργησε την εντύπωση πως για κάποιους άγνωστους και ακατανόητους λόγους έπρεπε πάση θυσία να αποσιωπηθεί κάθε τι το οποίο πιθανόν να κατεδείκνυε οποιουδήποτε είδους επαφή και επικοινωνία, σε αντίθεση με τη συνήθη ανθρώπινη εμπειρία η οποία θεωρεί αυτονόητη υπό τέτοιες περιστάσεις τη λελογισμένη επικοινωνία για σκοπούς συνέχειας ενός τέτοιου γραφείου και σίγουρα και κάποιου είδους κοινωνικές επαφές. [..] Σε αντιπαραβολή με τη δράση και χειρισμό άλλων αγωγών καθόλου δεν έχουμε πειστεί ότι η πορεία που ακολουθήθηκε στην αγ. 3987/13 ήταν μια τυχαία και συμπτωματική πορεία, ως θα διαφανεί κατωτέρω από την αναλυτική εξέταση της δικής του εκδοχής.» σελ 54 -55
Παναγιώτης Νεοκλέους:
«Όσον αφορά τον Κ.4 κατ΄ αρχάς θα πρέπει να επισημάνουμε πως δεν αρνείται την πρώτη επίδοση των κλητηρίων στον ίδιο προσωπικά. Δίδει βεβαίως κάποιες εξηγήσεις στη βάση των οποίων δεν έχουμε πειστεί ότι συγχύστηκε παραλαμβάνοντας τα και ότι νόμισε πως αφορούν παλαιότερη αγωγή. Όπως εξηγούμε κατωτέρω δεν κρίνουμε ότι υπήρχε οποιοδήποτε στοιχείο το οποίο δικαιολογημένα θα οδηγούσε σε τέτοια σύγχυση. Αντιθέτως θεωρούμε ότι υπερτερούσαν όσα κατεδείκυαν ότι πρόκειται για μια νέα αγωγή και ότι αυτό αντιλήφθηκε και ο Κ.4. Αναφορικά με τα υπόλοιπα ζητήματα, αν πρέπει να παρατηρήσουμε κάτι εξαρχής, είναι πως ενώ δεν αρνείται τα γεγονότα, εντούτοις προέβαλε επίμονα ότι η ακριβής δική του γνώση και η συνειδητοποίηση του τι συγκεκριμένα έλαβε χώρα αποκτήθηκε και επήλθε αντίστοιχα προϊόντος του χρόνου. Αναμφίβολα μια τέτοια θέση ξενίζει, ιδιαίτερα όταν προβάλλεται από ένα έμπειρο δικηγόρο ενός μεγάλου [56] και αξιόλογου δικηγορικού οίκου. ΢υγκεκριμένα ισχυρίζεται ότι απέκτησε τη γνώση αυτή σε δυο χρονικά στάδια, ήτοι κατά πρώτον μετά την επικοινωνία του με τη Διαχειρίστρια περί τις 29/11/13 και κατά δεύτερο μετά το εκ πρώτης όψεως στάδιο στην παρούσα, όταν πλέον κατόπιν έρευνας στους υπολογιστές τους, εντόπισαν δική του ηλεκτρονική αλληλογραφία με τη Μ.Τ.4(4), καθώς και της Μ.Τ.3(4) με τη Μ.Τ.4(4) (Σεκμήρια 327-329). ΢ε αυτή την «ανακάλυψη» απέδωσε ο ίδιος τη διαφοροποίηση της θέσης την οποίαν είχε προβάλει το 2015 στον Ανακριτή, (Μ.Κ.5), περί δικού του λάθους λόγω σύγχυσης και την προβολή της νέας θέσης ότι εν τέλει είχε προωθήσει τα κλητήρια στη Μ.Τ.4(4) πλην όμως αυτή είτε δεν τα είχε δει είτε δεν τα εκτύπωσε με αποτέλεσμα να μην προωθηθεί η εμφάνιση. Σονίζουμε δε πως η πιο πάνω συνοπτική καταγραφή της εκδοχής του αποτελεί το απόσταγμα των όσων αντλήσαμε μέσα από σειρά ασαφών απαντήσεων, γενικόλογων θέσεων, παλινδρομήσεων, υπεκφυγών, μη πειστικών ή παραπειστικών επιχειρημάτων και γενικά μη ξεκάθαρων θέσεων που θα είχαν λογική συνοχή. Όπως γίνεται αντιληπτό η εντονότερη και ουσιωδέστερη αντίφαση της όλης εκδοχής του Κ.4 έγκειται στο ότι ενώ από την πρώτη στιγμή και με κάθε ευκαιρία αναγνώριζε, επικαλείτο και αναλάμβανε την ευθύνη για δικό του προσωπικό σφάλμα υποστηρίζοντας ότι είχε συγχυστεί σε δύο περιπτώσεις πράγμα το οποίο προϋποθέτει ως όρο εκ των ων ουκ άνευ ότι είχε δει και στις δύο τα κλητήρια, εντούτοις αργότερα εγκατέλειψε αυτή τη θέση υποστηρίζοντας ότι προώθησε κανονικά τα κλητήρια στη Μ.Τ.4(4) χωρίς όμως να τα δει, οπότε κατά τον ίδιο δεν τίθεται πλέον ζήτημα δικού του ειδικού σφάλματος αλλά μόνο γενικής του ευθύνης για το σφάλμα του γραφείου τους. Η σύγχυση όμως εν σχέσει με συγκεκριμένα έγγραφα σε συγκεκριμένη ημερομηνία (23/10/13) είναι μια νοητική κατάσταση συγκεκριμένη, η οποία είτε υπήρξε είτε δεν υπήρξε στην πραγματικότητα. Αν την επικαλείται κάποιος σημαίνει πως εννοεί ότι είδε τα έγγραφα για τα οποία προβάλλει ότι συγχύστηκε. Αν αργότερα προβάλει ότι δεν τα είχε δει και κατά συνέπειαν δεν τίθεται θέμα [57] δικής του σύγχυσης και άρα ούτε δικού του λάθους τότε σημαίνει πως προφανώς ψεύδετο όταν επικαλείτο σύγχυση. ΢τις περιστάσεις λοιπόν της παρούσας δεν είναι δυνατό να δεχθούμε πως ο Κ.4 για δυο έτη προέβαλλε μεν σύγχυση και άρα είχε δει τα έγγραφα, αλλά εν τέλει στην πράξη είχε γίνει κάτι άλλο και δεν είχε δει ποτέ τα κλητήρια. Αντιθέτως μέσα από τη μεταγενέστερη ανάλυση μας καταδεικνύεται πως όλα συνάδουν με το ότι τα είχε δει και δεν τα προώθησε γνωρίζοντας τι ήταν. Σονίζουμε πως δεν έχουμε πειστεί καθόλου ότι απαιτείτο χρόνος τριών μηνών για την ετοιμασία της επίμαχης αίτησης παραμερισμού, στοιχείο το οποίο επίσης προκαλεί εντύπωση.» σελ 54-56
Κωνσταντίνος Σταματίου:
«Ο Μ.Τ.2(4) έδωσε μαρτυρία η οποία αφορούσε ως επί το πλείστον σε μη επίδικα θέματα στην προσπάθεια να πείσει περί μη αντικειμενικής προώθησης της παρούσας δίωξης από τον κ. Στεφάνου. Η θέση του αυτή, όμως, δεν έπεισε αφού είναι το αποτέλεσμα συνειρμών και εικασιών που δεν αποδείχθηκαν. Περιέπεσε, περαιτέρω, σε αντιφάσεις και υπερβολές. Από τα όσα ανέφερε ενώπιον μας ο Μ.Τ.2(4) σημειώνουμε τα πιο κάτω: · Σο γεγονός ότι ο μάρτυρας δεν έδωσε αντικειμενική μαρτυρία φαίνεται και από το ότι αντεξεταζόμενος είπε «είναι πόλεμος Εντιμοτάτη, είναι τεράστια τα ποσά» καθώς και ότι «δεν ξέρω τι έκανε το στρατόπεδο που συμμετείχε ο κύριος Ηλίας Στεφάνου». · Ρωτήθηκε επανειλημμένα κατά πόσο ο κ. Στεφάνου είχε καταχωρίσει εμφάνιση για οποιονδήποτε εκ των Εναγομένων στην αγωγή αρ. 6193/14 και δεν απαντούσε ευθέως. Όταν αναγκάστηκε να απαντήσει είπε «Απλά τα πράγματα, εγώ θεωρώ ότι όλοι αυτοί είναι μία ομάδα». · Σε άλλο σημείο ισχυρίστηκε ότι υπήρχε «ένα γενικότερο Project Michael, σχέδιο το οποίο έχω αναφέρει στην δήλωση μου, που πιθανόν πιστεύω ότι η ποινική υπόθεση που καταχωρίστηκε να ήταν μέρος αυτού του σχεδίου. Δεν νομίζω να είναι μόνο και μόνο αποτέλεσμα, επειδή έκανε ένα προηγούμενο opinion, o κύριος Στεφάνου». Και πάλι η θέση αυτή εκφράζει τις δικές του [58] εικασίες. Η δε προκατάληψη του φαίνεται και από το ότι δεν τον προβλημάτισε καν η απλή πιθανότητα να είχε πάρει ο κ. Στεφάνου οδηγίες από τους πελάτες του για καταχώριση της εν λόγω ιδιωτικής ποινικής υπόθεσης ως η κατάληξη στη γνωμάτευσή του. · Οι ισχυρισμοί του Μ.Τ.2(4) αναφορικά με την ποιότητα της γνωμάτευσης του κ. Στεφάνου έδειχναν την ύπαρξη εμπάθειας. Φωρίς έρεισμα στη λογική ήταν και η θέση ότι ο κ. Στεφάνου δεν μπορούσε να δώσει “expert opinion” επειδή εκπροσωπούσε την AB PCO. · Σο δημοσίευμα Σεκμήριο 342(α) δεν κάνει αναφορά στον Κ.4. · Όταν διαφάνηκε ότι υπήρξαν δημοσιεύματα που προηγήθηκαν των επιστολών Σεκμήρια 344 και 342(α) και άρα υφίσταται η πιθανότητα η πληροφόρηση των Γερμανών δικηγόρων να προήλθε από αυτά, ο Μ.Τ.2(4) δέχτηκε ότι δεν μπορεί να αποκλείσει κάτι τέτοιο και μάλιστα είπε τα εξής: «Μάλιστα Εντιμοτάτη, δεν μπορώ να το αποκλείσω, ταυτόχρονα όμως εγώ θέλω να είμαι ξεκάθαρος, ήρθα στο Δικαστήριο σας, να σας φέρω κάποια έγγραφα το έκανα. Σώρα ποιος είπε ποιου τι και τι έγινε ακριβώς, δεν μπορώ να το γνωρίζω.» · Επίσης, βλέποντας τα Σεκμήρια 345, 346 και 347 ο Μ.Τ.2(4) αναγκάστηκε να δεχτεί ότι υπήρχε αναφορά σε αυτά στο όνομα του Κ.4 σε χρόνο προγενέστερο του διορισμού του κ. Στεφάνου από τον Γ.Ε. Ερωτηθείς κατά πόσο αυτό σημαίνει ότι δεν αποτελούσε αποκλειστική γνώση του κ. Στεφάνου το γεγονός ότι υπήρχε διερεύνηση για τον Κ.4, επανέλαβε τη θέση ότι ήρθε στο Δικαστήριο απλώς για να καταθέσει κάποια έγγραφα και όχι για να αναφέρει κάποια γνώμη. · Η προηγούμενη τοποθέτηση-ομολογία του Μ.Τ.2(4) αποδίδει ακριβώς αυτό το οποίο έπραξε και την ταυτόσημη εντύπωση που έχουμε αποκομίσει. Ουσιαστικά δεν είχε προσωπική γνώση για κανένα γεγονός από αυτά στα οποία αναφέρθηκε, πλην όμως θέλοντας να βοηθήσει όπως μπορούσε τον Κ.4 επιχειρούσε ατυχώς να ερμηνεύσει έγγραφα και να εξαγάγει συμπεράσματα μέσω διαφόρων δικών του συλλογισμών.» σελ 57-58

Συμπληρωματικά για τις προαναφερθείσες μαρτυρίες, όπως καταγράφονται στην απόφαση:
Νίκος Αναστασιάδης:
«Σημειώνουμε ότι η μαρτυρία του Π.τ.Δ. περιστράφηκε ως ήτο φυσικό και αναμενόμενο στις δύο συναντήσεις που έγιναν μεταξύ του και των Κ.1 και Μ.Κ.8 στο Προεδρικό Μέγαρο πριν την επίσημη ανάληψη των καθηκόντων από τον τελευταίο. Εν πρώτοις να επισημάνουμε ότι η διενέργεια των δύο αυτών συναντήσεων και το ότι αυτές έλαβαν χώρα πριν την επίσημη ανάληψη των καθηκόντων του Μ.Κ.8 με τη διαβεβαίωση στο Προεδρικό στις 16/9/13 αποτέλεσαν αναντίλεκτο και αδιαμφισβήτητο γεγονός. Διαπιστώσαμε ότι βασικά ο Π.τ.Δ. μετέφερε με ειλικρίνεια τη γενική εικόνα αυτών των δύο συναντήσεων εξηγώντας περισσότερο αυτό που, όπως φάνηκε και ήτο και λογικό, είχε σημασία για τον ίδιο, ήτοι το λόγο που με δική του πρωτοβουλία έγιναν οι εν λόγω συναντήσεις. Η εξήγηση που έδωσε, ότι δηλαδή επεδίωξε την αλληλογνωριμία των δύο Θεσμικών Αξιωματούχων και την εξομάλυνση των σχέσεων τους, συνάδει και με το γεγονός ότι είχε προηγηθεί κάποια δυσαρέσκεια του Κ.1 από το ότι ανέμενε ο ίδιος να είχε διοριστεί στη θέση του Γ.Ε., με βάση και την προηγηθείσα στο παρελθόν περίπτωση του Πέτρου Κληρίδη, όπως ήταν εξάλλου και η ίδια η θέση που διατύπωσε ενόρκως ο Κ.1. Παρά το ότι ο Π.τ.Δ. αναφέρθηκε με γενικότητα – χωρίς δηλαδή να υπεισέρχεται σε λεπτομέρειες - στον διάλογο που διεξήχθη στις εν λόγω συναντήσεις αναφορικά με τον τρόπο συνεργασίας των δύο αξιωματούχων στις ποινικές υποθέσεις, ήτο ξεκάθαρη η τοποθέτηση του (και προφανώς αυτό που αποκόμισε ως εντύπωση από τη διεξαχθείσα ενώπιον του συζήτηση) ότι ο υπό διορισμό Γ.Ε. Μ.Κ.8 ήθελε να διατηρήσει το κύρος και την υπόσταση του. στη βάση των πιο πάνω επισημάνσεων δεν έχουμε διαπιστώσει να υπήρξε οποιαδήποτε διαφορετική εκδοχή από εκείνη που προώθησε ο Μ.Κ.8 στη δική του μαρτυρία.» σελ 97-98

Μαρία Κυριακού
«Είσοδος Μ. Κυριακού στη Νομική Υπηρεσία - Συναντήσεις με Κ.1 Στις 3/10/13 με βάση το Βιβλίο Επισκέψεων που τηρείτο στη Ν.Τ. για σκοπούς καταγραφής της εισόδου και εξόδου πολιτών και αστυνομικών στη σελίδα 346 του Σεκμηρίου 201 υπάρχει καταχώρηση της εισόδου της Μ. Κυριακού (τότε βουλευτή) στις 10.30 με προορισμό τον ΒΓΕ και αναχώρηση της στις 10.55 της ίδιας μέρας. Περαιτέρω με βάση το ίδιο Βιβλίο στη σελίδα 35 του Σεκμηρίου 202 υπάρχει η καταχώρηση της εισόδου της Μ. Κυριακού στις 31/10/13 και ώρα 12.25 με προορισμό τον Β.Γ.Ε. χωρίς να υπάρχει καταχωρημένη και η ώρα αναχώρησης της. Επισημαίνουμε στο σημείο αυτό ότι η εκδοχή του Κ.1 αναφορικά με τις πιο πάνω καταχωρήσεις ήταν ότι δεν έλαβε χώρα οποιαδήποτε συνάντηση του με την Μ. Κυριακού. [... ] Ήταν έκδηλη, κατά τη θέση μας, η προσπάθεια του Κ.1 όταν αντεξετάζετο και για τις δυο περιπτώσεις όπου φαίνεται η είσοδος της Μ. Κυριακού στη Ν.Τ. να υπερτονίσει το γεγονός ότι περνούσε πολλές ώρες της ημέρας κάτω στο Ποινικό Αρχείο και ότι έπρεπε πρώτα να τελειώσει τη δουλειά του εκεί και μετά να πάει στο γραφείο του. Έφτασε μάλιστα μέχρι του σημείου να ισχυριστεί ότι ενόσω ευρίσκετο κάτω στο Ποινικό Αρχείο δεν μετακινείτο απ΄ εκεί. [...] Στο τέλος κατέληξε να αναιρεί ακόμη και την αναντίλεκτη μαρτυρία αναφορικά με τη διαδικασία εισόδου ενός επισκέπτη στη Ν.Τ. Ισχυρίστηκε ότι πιθανόν στην προκειμένη περίπτωση η Μ. Κυριακού να τηλεφώνησε στην ιδιαιτέρα του και εκείνη να μην του το ανέφερε ακυρώνοντας με αυτό τον τρόπο και τη δική του προηγούμενη τοποθέτηση για τη διαδικασία στο αρχικό στάδιο της εισόδου ενός επισκέπτη. Όταν του υπεδείχθη η διαφοροποίηση αυτή επικαλέστηκε εκ νέου το επόμενο στάδιο, ήτοι το κατά πόσο η είσοδος είναι, καθόσον αφορά τον επισκέπτη, επί ιδίω κινδύνω, δηλ. με ενδεχόμενο η σκοπούμενη συνάντηση να μην πραγματοποιηθεί στο τέλος. Ερωτηθείς ξανά για τη δική του γνώση στο στάδιο εισόδου της Μ. Κυριακού στη Ν.Τ. επανήλθε στην προβολή διαφόρων υποθέσεων και εικασιών για τον τρόπο που είχε επιτευχθεί η είσοδος της Μ. Κυριακού φτάνοντας μέχρι του σημείου να πει ότι σε αυτήν πιθανόν να είχε επιτραπεί λόγω της ιδιότητας της ως Βουλευτού και χωρίς να υπάρχει προηγουμένως οποιαδήποτε επικοινωνία της αστυνομικού της εισόδου με την ιδιαιτέρα του [...] Κατά πάντα ουσιώδη χρόνο η Μ. Κυριακού ήταν μια από τους Διευθυντές της Κ.3 και κατείχε μια μετοχή τάξης Β΄. Ήταν επίσης Τπεύθυνη του γραφείου της Κ.3 στη Λευκωσία (Head of Nicosia Office). Διετέλεσε στο παρελθόν Έφορος Εταιρειών και συγκεκριμένα από το 1989 μέχρι το 2001 που εξελέγη Βουλευτής, ιδιότητα την οποία είχε και στον ουσιώδη της υπόθεσης χρόνο. Αμέσως μετά την υποβολή της καταγγελίας στο ΓΔΟΕ από τη μέχρι πρότινος δηλωμένη Διευθύντρια της Providencia στις 26/9/11, η Μ. Κυριακού είχε προβεί σε διάφορες ενέργειες ως ακολούθως: · Στις 20/9/11 επισκέφθηκαν το γραφείο του Εφόρου η Μ. Κυριακού (εκ μέρους της Κ.3) από κοινού με τον Μ.Τ.3(1) και διαμαρτυρήθηκαν για την καταχώρηση των αλλαγών ημερ. 16/9/11. · Στις 21/9/11 έγινε συνάντηση στο γραφείο του Γ.Ε. παρουσία του Εφόρου, της Μ. Κυριακού και του Μ.Τ.3(1) όπου συζητήθηκε το θέμα. · Στις 4/10/11 η Μ. Κυριακού επικοινώνησε με το ΓΔΟΕ και ζήτησε να της αποσταλεί μέσω τηλεομοιοτύπου (fax) η βεβαίωση της καταγγελίας την οποία είχε με προηγηθείσα επιστολή της προς τον Αρχηγό Αστυνομίας ημ. 30/9/11 αιτηθεί η Μαρία Φυλακτού Φριστοδούλου. (Δέστε καταχώρηση αρ. 2 στο Σεκμήριο 83(6)). · Στις 18/10/11 η Μ. Κυριακού επικοινώνησε με το ΓΔΟΕ και ζήτησε να ενημερωθεί για την εξέλιξη της υπόθεσης. Η Μ.Κ.16 την ενημέρωσε ότι απέστειλε μέσω του Αρχηγείου Αστυνομίας επιστολή ημ. 30/9/11 προς τον Έφορο Εταιρειών και ότι δεν είχε ακόμη ληφθεί απάντηση. (Δέστε καταχώρηση αρ. 3 στο Σεκμήριο 83(6)). · Στις 12/9/12 η Μ. Κυριακού συνόδευσε τη Μαρία Φυλακτού Χριστοδούλου στο ΓΔΟΕ όπου η τελευταία έδωσε συμπληρωματική κατάθεση35. · Τπέγραψε σειρά επιστολών εκ μέρους της Κ.3. · Για την υπόθεση αυτή αποστάληκαν διάφορες επιστολές από την Κ.3 ως ακολούθως: i. Η Κ.3 έστειλε στον Έφορο τις επιστολές ημερ. 3/10/11 και 13/10/11 υπογραμμένες από τη Μ. Κυριακού ζητώντας από τον Έφορο Εταιρειών την επαναφορά των στοιχείων της Providencia στο ηλεκτρονικό Μητρώο της Εταιρείας. Η επιστολή ημ. 3/10/11 [Κ-22/1- 22) στο Σεκμήριο 83(1)] απεστάλη σε συνέχεια της επιστολής της Διευθύντριας της Providencia [Κ-1/1-74 στο Σεκμήριο 83(1)] και της απάντησης του Εφόρου σε αυτήν ημ. 23/9/11 [Κ-10/1-2 στο Σεκμήριο 83(1)]. Η επιστολή ημερ. 13/10/11 αποτελεί υπενθύμιση του περιεχομένου της επιστολής ημερ. 3/10/11. ii. Επιστολή από την Κ.3 προς τον Έφορο ημ. 15/5/12 (Κ-38 στο Σεκμήριο 83(1)) η οποία υπογράφεται από τον Ανδρέα Νεοκλέους στην οποία ο Έφορος προειδοποιείται ότι οι ενέργειες του σχετικά με την διαγραφή των στοιχείων της Providencia από το ηλεκτρονικό διαδικτυακό μητρώο του Σμήματος του Εφόρου «έχει και θα έχει ως συνέπεια την καταλήστευση της περιουσίας της εταιρείας και την πρόκληση ζημιάς πέραν των 150 εκατ. Δολ.» δια την οποία επεφύλαξε πλήρως τα δικαιώματα της εταιρείας «τόσο εναντίον της Κυπριακής Δημοκρατίας όσο και εναντίον παντός εμπλεκομένου προσωπικά». iii. Μετά την επιστολή απάντησης του Εφόρου ημ. 16/5/12 [(Κ-39/1-4 στο Σεκμήριο 83(1))] απευθυνόμενη προς τον Ανδρέα Νεοκλέους ακολούθησε νέα επιστολή της Κ.3 ημ. 17/5/12 [(Κ-40/1-3 στο Σεκμήριο 83(1))] η οποία υπογράφεται πάλι από τον Ανδρέα Νεοκλέους στην οποία επαναλαμβάνονται οι ευθύνες και υποχρεώσεις του Εφόρου για το υπό αναφορά ζήτημα. iv. Επιστολή Κ.3 ημ. 20/9/13 απευθυνόμενη προς τον Γενικό Διευθυντή του Τπουργείου Εμπορίου η οποία υπογράφεται από τη Μ. Κυριακού και στην οποία αναφέρεται ότι ο Έφορος Εταιρειών εξακολουθεί να χειρίζεται την Providencia διαφορετικά από οποιαδήποτε άλλη εταιρεία εφόσον μόνο γι΄ αυτή την εταιρεία υπάρχει η υποσημείωση «υπάρχουν εκκρεμείς δικαστικές διαδικασίες» (Κ-186 στο Σεκμήριο 87). Η επιστολή αυτή ήταν σε συνέχεια προηγούμενης επιστολής της Κ.3 ημ. 8/8/13 (Κ-104) απευθυνόμενη προς τον Γενικό [110] Διευθυντή Τπουργείου Εμπορίου υπογραμμένη και αυτή από τη Μ. Κυριακού. v. Επιστολή Κ.3 ημερ. 9/10/13 προς την Γαλάτεια Ιωάννου του Τπουργείου Εμπορίου η οποία υπογράφεται από τον Ανδρέα Νεοκλέους στην οποία αναφέρεται πως η Κ.3 γνώριζε πως μετά από γνωμάτευση της Γενικής Εισαγγελίας η κα Ιωάννου είχε λάβει εντολές από τον Τπουργό Εμπορίου για την έκδοση καθαρών πιστοποιητικών για την Providencia και, παρά το γεγονός αυτό, αρνείτο να το πράξει. Αφού δε της επισημαίνετο το κατεπείγον της υπόθεσης λόγω διαδικασιών που διεξάγοντο εκείνες τις μέρες ενώπιον Δικαστηρίων της Μόσχας με άμεσο κίνδυνο την αποξένωση της περιουσίας της εταιρείας, η Κ.3 την καθιστούσε προσωπικά υπεύθυνη για τις ενέργειες/παραλείψεις της (Κυανούν 13 στο Σεκμήριο 88). Από τον Σεπτέμβριο του 2011 και εντεύθεν η Μ. Κυριακού επισκέφθηκε πολλές φορές τον Έφορο Εταιρειών Μ.Κ.12. Αντικείμενο των επισκέψεων αυτών ήταν η έκδοση των πιστοποιητικών που η Κ.3 επιθυμούσε να εκδοθούν σε σχέση με την εταιρεία Providencia. Σον Μ.Κ.12 Έφορο Εταιρειών επισκέφθηκε στο γραφείο του και ο Ανδρέας Νεοκλέους. Στο πλαίσιο της συνάντησης που έγινε ο Ανδρέας Νεοκλέους του είχε εκθέσει την όλη εικόνα που είχε διαμορφωθεί τονίζοντας του ότι η εταιρεία Providencia υφίστατο συνεχώς ζημιές και η περιουσία εξανεμίζετο λόγω του ότι ο ίδιος ως Έφορος αρνείτο να εκδώσει τα πιστοποιητικά τα οποία η Κ.3 επιθυμούσε. Η Μ. Κυριακού συστηματικά προσπάθησε να πείσει τον Μ.Κ.7 να ασκήσει ποινική δίωξη στην υπόθεση Providencia. Αυτό συνέβαινε όταν κατά διαστήματα την συναντούσε στη Βουλή. Επαφές με τον Μ.Κ.7 είχε και ο Ανδρέας Νεοκλέους στο πλαίσιο των οποίων του έκαμνε αναφορά στην υπόθεση αυτή και στην παράλειψη του να ασκήσει ποινική δίωξη. Επίσης στο πλαίσιο της ποινικής καταγγελίας που εκκρεμούσε η Μ. Κυριακού επισκέφθηκε τον τότε Αρχηγό Αστυνομίας Μ.Κ.2. Σε μια από αυτές προέβαλε διάφορους ισχυρισμούς για διάπραξη ποινικών αδικημάτων. Προς απόδειξη των [111] ισχυρισμών της απέστειλε στον Μ.Κ.2 στις 5/8/13 διάφορα έγγραφα μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου [Κυανούν 54 στο Σεκμήριο 83(4)]. Σα πιο πάνω ζητήματα που απασχολούσαν έντονα την Κ.3, και τα οποία σε κάθε ευκαιρία προωθούσε με τον τρόπο που θεωρούσε ως τον πλέον κατάλληλο, εξακολουθούσαν να είναι εκκρεμή μέχρι και τις 3/10/13 που η Μ. Κυριακού εισήλθε εντός της Ν.Τ. για να επισκεφθεί τον Κ.1. Συγκεκριμένα μέχρι εκείνη τη μέρα εξακολουθούσε να υπάρχει για την εταιρεία Providencia στο ηλεκτρονικό Κεντρικό Μητρώο Εταιρειών η σημείωση ότι «υπάρχουν εκκρεμείς δικαστικές διαδικασίες». Όσον αφορά δε την καταγγελία για διάπραξη ποινικών αδικημάτων, η τελευταία προσπάθεια της Μ. Κυριακού στις 5/8/13 μέσω της επαφής της με τον Αρχηγό Αστυνομίας Μ.Κ.2 να πείσει για τη στοιχειοθέτηση ποινικών αδικημάτων προσέκρουσε στην εκ νέου άρνηση του Μ.Κ.7 για μη διαφοροποίηση των προηγούμενων οδηγιών του. Και ενώ αυτή ήταν η κατάσταση πραγμάτων μέχρι τότε, ο Διευθύνων Σύμβουλος της Κ.3 Ανδρέας Νεοκλέους με επιστολή του προς τον Valery Kuleshov ημερ. 3/10/13 τον πληροφόρησε, μεταξύ άλλων, ότι επανανοίχθηκε η ποινική υπόθεση, ότι το Σμήμα Οικονομικού Εγκλήματος λαμβάνει επιπρόσθετες καταθέσεις και ότι σύντομα θα ασκηθούν ποινικές διώξεις και θα εκδοθούν εντάλματα σύλληψης (Σεκμήριο 240) 36. Περαιτέρω στις 4/11/13 η Μ. Κυριακού παρέδωσε στον Αρχηγό Αστυνομίας επιστολή την οποία υπέγραψε η ίδια με την οποία, αφού γίνεται αναφορά σε ενημέρωση της οποίας έτυχε από το γραφείο του Γενικού Εισαγγελέα ότι επίκειται τις προσεχείς μέρες η καταχώρηση στο Δικαστήριο ποινικής υπόθεσης εναντίον συγκεκριμένων προσώπων που κατονομάζονται σχετικά με την καταγγελία που έγινε από τη Μαρία Φυλαχτού Χριστοδούλου, ζητά εκ μέρους της Κ.3 και για σκοπούς της Providencia πιστοποιητικό με το οποίο να επιβεβαιώνεται το πιο πάνω γεγονός [Κυανούν 76, σελ.7-9 του Σεκμηρίου 83(6)] 37. Τπενθυμίζουμε ότι ο μόνος που ασχολείτο κατ΄εκείνο το στάδιο με τη μελέτη της ποινικής υπόθεσης ήταν ο Κ.1, ενώ οι οδηγίες αυτού για άσκηση ποινικής δίωξης δόθηκαν την 1η/11/13, ημέρα Παρασκευή, η δε 4/11/13 ήταν η αμέσως επόμενη εργάσιμη μέρα μετά το σαββατοκύριακο που μεσολαβούσε. Έχει ήδη διαφανεί από τα προηγηθέντα πως, από πλευράς χρονικού σημείου πραγματοποίησης τους, οι δύο επισκέψεις της Κυριακού στη Ν.Τ. (3/10 και 31/10) διασυνδέονται με τη διαρροή προς τρίτους δύο σημαντικών εξελίξεων στην υπόθεση Providencia. Έχουμε κληθεί να δεχθούμε πως και στις δύο αυτές ημερομηνίες επιτράπηκε στη Βουλευτή της Δημοκρατίας, δικηγόρο – διευθύντρια στην Κ.3, η είσοδος στη Ν.Τ. με προορισμό τον Κ.1 κατόπιν έγκρισης από προσωπικό του γραφείου του πλην όμως έτυχε να μην καταφέρει να τον συναντήσει στην πράξη διότι εκείνος πιθανόν να υπέγραφε έγγραφα στον πιο κάτω όροφο, αλλά από την άλλη συμπτωματικά με ταύτιση χρονική το γραφείο της (δηλ. η Κ.3) είχε πλήρη γνώση για εξελίξεις τις οποίες γνώριζε πολύ καλά ο Κ.1, και μάλιστα στην πρώτη περίπτωση γνώριζε αποκλειστικά ο Κ.1. Δεν μας φαίνεται καθόλου λογική η θέση αυτή. Το εύλογο, κατά την άποψη μας, συμπέρασμα τόσο από το περιεχόμενο της επιστολής του Διευθύνοντος Συμβούλου της Κ.3 ημ. 3/10/13 (Σεκμήριο 240) όσο και από εκείνο της επιστολής της Μ. Κυριακού ημερ. 4/11/13 αλλά και από το χρονικό συσχετισμό τους με τις πιο πάνω καταχωρήσεις στο Βιβλίο Επισκέψεων είναι η ύπαρξη επικοινωνίας μεταξύ της Κ.3 και του Κ.1. Επικοινωνία η οποία επετεύχθη μέσω της επίσκεψης της Μ. Κυριακού στο γραφείο του Κ.1 στη Ν.Τ. κατά τις πιο πάνω αναφερόμενες ημερομηνίες.[5]» σελ 103-113


[1] Η αποκάλυψη/πτώση του Ρίκκου: η κρίση του κυπριακού Μακαρθισμού, η αντίσταση της κοινωνίας και τα ρήγματα στο ηγεμονικό μπλοκ του κατεστημένου, που αποκαλύπτουν οι διαμάχες των δικηγορικών γραφείων

[4] Απόφαση Νόμιμου Κακουριγοδικείου Λευκωσίας, Αρ. Υπόθεσης 2208/15, Δημοκρατία v. Ρίκκου Ερωτοκρίτου, Ανδρέα Κυπρίζογλου, Andreas Neocleous & Co LLC, Παναγιώτης Νεοκλέους ελ 30 - http://media.philenews.com/PDF/rikkos.pdf
[5] Το πιο έντονο μαύρο χρώμα στα συγκεκριμένα σημεία αποτυπώνεται στην απόφαση και δεν αποτελεί παρέμβαση ή εστίαση της 2ηΑ. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου