29 Ιαν 2017

Και τώρα τί; Ο Τραμπ ανοίγει μέτωπα με άξονα τις οικονομικές σχέσεις, αλλά στο βάθος υπάρχει το ζήτημα ποιό ρόλο θα επιδιώξουν οι ΗΠΑ σε ένα παγκόσμιο σύστημα, το οποίο δεν είναι πια ηγεμόνας: η Κίνα δηλώνει έτοιμη να αναλάβει ηγετικό ρόλο στην οικονομική παγκοσμιοποίηση, ενώ η πιθανή προσέγγιση ΗΠΑ με Ρωσία επαναφέρουν προβληματισμό για τη στρατηγική Κίσινγκερ και το άγχος για την ευρασιατική συμμαχία





Αν πριν έστω και 5 χρόνια έλεγε κάποιος ότι μια μέρα οι ΗΠΑ θα διεκδικούσαν μια θέση υπέρ του προστατευτισμού στο παγκόσμιο σύστημα, ενώ η Κίνα θα πρόβαλε τον εαυτό της ότι μπορούσε να ηγηθεί παγκόσμια με άξονα το «ελεύθερο εμπόριο», θα ακουγόταν σαν ανέκδοτο. Και όμως, αυτό είδαμε στο διεθνές σκηνικό τις τελευταίες δυο εβδομάδες. Πέρα, λοιπόν, από τις εσωτερικές διαμάχες στις ΗΠΑ, που φαίνονται να οξύνονται σε διάφορους τομείς, οι πρώτες μέρες του Τραμπ στην προεδρία, έδωσαν ένα στίγμα των νέων δεδομένων. Και να προσθέσει κανείς τις εξελίξεις στην Βρετανία, όπου μετά την απόφαση του Ανωτάτου να περάσει από το κοινοβούλιο η διαδικασία εξόδου από την ΕΕ, φαίνεται να διαμορφώνεται ένα δικομματικό μπλοκ [των δυο μεγάλων κομμάτων] υπέρ του «σεβασμού του δημοψηφίσματος», τότε οι μεταμορφώσεις μπορεί να μην είναι απλώς παροδικές…

Η αντιπαράθεση με το Μεξικό: από τη ρητορική για το τείχος και τη μετανάστευση, στη διαμάχη για τις εξαγωγές, και τις επιδράσεις τους στις νομισματικές ισοτιμίες

Το πρώτο σημείο όπου εμφανίστηκε η πολιτική Τραμπ [όπως την κωδικοποίησε στην προεκλογική του εκστρατεία] ήταν η αντιπαράθεση με το Μεξικό και η ανακοίνωση της απαγόρευσης εισόδου ατόμων από μερικές μουσουλμανικές χώρες. Αυτό κωδικοποιεί τη θέση ενάντια στην μετανάστευση μεν – αλλά ταυτόχρονα, σε σχέση με το Μεξικό, ανοίξει και την πόρτα στην εφαρμογή του οικονομικού προστατευτισμού: μετά την ανακοίνωση ότι όντως θα κτίσει τείχος μεταξύ ΗΠΑ και Μεξικού, ο Τραμπ επέμενε και στη θέση ότι …θα πληρώσει το Μεξικό. Όταν ο πρόεδρος του Μεξικού ακύρωσε ενοχλημένος την κοινή συνάντησή τους,  τότε ο Τραμπ, έριξε την ατάκα ότι αν δεν πληρώσει άμεσα το Μεξικό θα επιβληθεί φόρος στις εισαγωγές από το Μεξικό για να πληρωθεί το τείχος. Το οποίο, βέβαια, σημαίνει αμφισβήτηση της NAFTA[1] [της ζώνης ελεύθερου εμπορίου ΗΠΑ-Καναδά-Μεξικού] και ότι, όντως θα πληρώσουν οι Αμερικανοί καταναλωτές [όπως είπε ο υπουργός εξωτερικών του Μεξικού] αλλά και ότι θα μειωθούν οι εξαγωγές από το Μεξικό, αφού θα είναι πιο ακριβές. Η διαμάχη είχε αμέσως επίπτωση – η αξία του μεξικανικού νομίσματος έπεσε δραματικά.. ακολούθησαν προσπάθειες να πέσουν οι τόνοι… Αλλά το κλίμα είναι αυτό..

Το αμερικανικά εμπορικά ελλείματα και η αλληλεπίδραση τους με τις νομισματικές ισοτιμίες και τις ταξικές ισορροπίες στο εσωτερικό των χωρών αλλά και της συγκριτικής του θέσης στο παγκόσμιο σύστημα

Η αμφισβήτηση του «ελεύθερου εμπορίου» από τον Τραμπ δεν είναι κάτι το νέο – ήταν μέρος της προεκλογικής του ρητορικής και εστιάζει και στις υποσχέσεις που έδωσε στα στρώματα της εργατικής τάξης που νοιώθουν ότι πλήττονται από την παγκοσμιοποίηση, αλλά και στη μερίδα της αστικής τάξης που θεωρεί ότι πλήττεται από τον εξωτερικό ανταγωνισμό. Σε αυτό το πλαίσιο, η πρώτη του εμβληματική απόφαση ήταν η απόσυρση των ΗΠΑ από την συμφωνία για το εμπόριο στον Ειρηνικό, την TTIP. Το ενδιαφέρον σε εκείνο το πλαίσιο ήταν η αντίδραση της Κίνας – ο πρόεδρος της ο οποίος βρισκόταν σε περιοδεία, πρόβαλε την Κίνα σαν τη χώρα που μπορεί να ηγηθεί της παγκοσμιοποίησης. Και ήδη οι περιοδείες του απλώνονται από την Ευρώπη στην Αφρική. Βέβαια, η Κίνα βρίσκεται ήδη σε επιφυλακή σε σχέση με τις ΗΠΑ για τις προθέσεις της νέας αμερικάνικης κυβέρνησης σε σχέση με τις διαμάχες στην νότια θάλασσα της Κίνας αλλά και για τις σχέσεις με την Ταιβάν. Και στις σχέσεις με την Κίνα ο Τραμπ προβάλει το ζήτημα των άνισων εξαγωγών – εισαγωγών. Ο ίδιος το αποδίδει σε «άδικη» ανταλλαγή – ωστόσο σαν επιχειρηματίας μάλλον καταλαβαίνει ότι το αμερικανικό έλλειμα οφείλεται σε δυο παράγοντες που μάλλον θα προκαλέσουν νέα αλυσιδωτά ζητήματα όπως την πτώση του μεξικανικού νομίσματος μετά από μια συζήτηση …για τη μετανάστευση:

1.    Η ψηλή αξια του δολαρίου δεν οφείλεται στου εξωτερικούς παράγοντες, αλλά εν μέρει, τουλάχιστον, σε σκόπιμη πολιτική των μέχρι τώρα κυβερνήσεων των ΗΠΑ

– Η Κίνα λ.χ. προσπάθησε επανελεγμένα πρόσφατα να στηρίξει το νόμισμα της, για δικούς της λόγους, οπότε η ρητορική του Τραμπ ότι το κινεζικό νόμισμα είναι σκόπιμα υποβαθμισμένο, είναι παραπλανητική, για την παρούσα συγκυρία [οι αναφορές του παραπέμπουν σε προηγούμενες διαμάχες]. Το θέμα είναι αν οι ΗΠΑ και η κυβέρνηση Τραμπ θα τολμήσουν να ρίξουν την ισοτιμία του δολαρίου – κάτι τέτοιο θα αυξήσει σαφώς τις εξαγωγές, αλλά θα μειώσει και ένα στρατηγικό όπλο των ΗΠΑ. Αν ο Τραμπ, όντως, σκοπεύει να εγκατέλειψε και συνειδητά την προσπάθεια παγκόσμιας προβολής σαν υπερδύναμη, τότε μια μείωση της αξίας του δολαρίου θα είναι πιθανή. Αλλά τα θέματα είναι αλληλοδιασταυρούμενα.

2.    Οι χαμηλοί μισθοί σε άλλες ανταγωνιστικές χώρες σημαίνουν ότι εκείνες οι χώρες [αν έχουν και δίκτυα κοινωνικής πρόνοιας, όπως η Κίνα, και βρίσκονται σε αναπτυξιακή πορεία δομικά] μπορούν να παράγουν πιο φθηνά. Για να γίνει ανταγωνιστική η αμερικανική παραγωγή, θα πρέπει είτε να αυξηθούν οι εισαγωγικοί δασμοί [αλλά αυτό θα σημαίνει και ανάλογες αυξήσεις σε αμερικανικά προϊόντα] ή/και περαιτέρω μείωση των μισθών στις ΗΠΑ – άρα και του βιοτικού επιπέδου, αφού θα αυξηθούν και οι τιμές των πιο φθηνών καταναλωτικών ειδών που εισάγονται. Οι κινήσεις του Τραμπ σε αυτήν την κατεύθυνση φαίνονται να ποντάρουν στο ότι θα καταφέρει να εκβιάσει αμερικάνικες εταιρείες να επαναφέρουν εργασίες στις ΗΠΑ με την απειλή δασμών εισαγωγής [αν παράγουν στο εξωτερικό] και μείωση των κανονισμών προστασίας [οικολογικών ή εργατικών] οι οποίες κοστίζουν στις εταιρείες. Υπόσχεται, δηλαδή, μια απορρύθμιση για να προσελκύσει πίσω αμερικανικά κεφάλαια.

Αυτές οι κινήσεις, φυσικά, θα έχουν αντίστοιχες κινήσεις από άλλες χώρες, άρα το πόσο θα προχωρήσει σκηνικό είναι κάτι που θα πρέπει να αναμένει κανείς για να κρίνει. Ναι μεν είναι αλληλένδετες πολλές διαδικασίες – αλλά και οι αντιδράσεις στις παγκοσμιοποίηση όπως είναι δομημένη είναι επίσης έντονες. Όταν λ.χ. ο Τραμπ ανακοίνωσε την απόσυρση από την ΤΤΙΡ, είχε και την στήριξη του Σάντερς..

Ποιός είναι ο στόχος: ο ηγεμονικός ρόλος δεν μένει πια εδώ, αλλά ποιος μπορεί να είναι ο ρόλος των ΗΠΑ στον πολυκεντρικό κόσμο του σημερινού διεθνούς συστήματος;

Το γενικότερο ζήτημα ανοικτό ζήτημα είναι τί μπορεί να επιδιώκει η πολιτική Τραμπ στις διεθνείς σχέσεις. Αρκετά ζητήματα σε αυτό το αρχικό στάδιο μπορεί να είναι και μετεκλογικά θεάματα με στόχο την συσπείρωση οπαδών [με δεδομένη την αντίθεση όπως εκφράστηκε με μαζικές διαδηλώσεις, αλλά και τον σκεπτικισμό ηγετικών ρεπουμπλικάνων].

Αλλά και πάλι υπάρχει μια σαφής τάση προς ένα άξονα προστατευτισμού και ιδιόμορφου αυτονομισμου [για να μην πούμε απομονωτισμού ο οποίος είναι στο παρόν πλαίσιο μάλλον μη χρήσιμος όρος] για τις ΗΠΑ. Επιδιώκει, όμως, η τάση [έστω στην ηγεμονική ελίτ αλλά και στη σχετική πτέρυγα του κεφαλαίου] να εγκαταλείψουν οι ΗΠΑ τον παγκόσμιο ρόλο τους; Δεν είναι πια ηγεμόνας μεν, αλλά είναι μια μεγάλη δύναμη με συμφέροντα σε διάφορες περιοχές του πλανήτη. Άρα τί επιδιώκει το επιτελείο Τραμπ; Και σε αυτό το πλαίσιο, πώς μπορεί να ερμηνευθεί η προσπάθεια επαναπροσέγγισης με τη Ρωσία και το άνοιγμα της αντιπαράθεσης με την Κίνα;
 Σε αυτό το ζήτημα μερικοί παρατηρητές [όπως ο Peter Lee] υποδεικνύουν ότι μπορεί το όλο πλάνο να ανάγεται, όχι απλώς σε προεκλογικά τεχνάσματα, αλλά και σε μια στρατηγική αντιμετώπισης της Κίνας της οποίας η άνοδος είναι πια δεδομένη – και την οποία η διακυβέρνηση Ομπάμα δεν κατάφερε ούτε να ελέγξει, ούτε να προωθήσει κάποιο σχέδιο αντιμετώπισης, πέρα από το Asia Pivot που μοιάζει μάλλον με ευχολόγιο του μέλλοντος.

Μήπως το καλόπιασμα της Ρωσίας είναι μια στρατηγική Κίσινγκερ για να αντιμετωπιστεί η ευρωασιατικη συμμαχία Ρωσίας – Κίνας;

Σε αυτό το πλαίσιο, για να δοθεί και βάρος σε ανάλογες ερμηνείες, γίνεται αναφορά στον Κίσινγκερ σαν άτυπο σύμβουλο της νέας «στρατηγικής»: αυτή η στρατηγική φαίνεται να αναγνωρίζει ότι η επίθεση στην Ρωσία [από την Ουκρανία μέχρι την Μέση Ανατολή] όχι μόνο δεν την λύγισε, αλλά ήταν και εντελώς λανθασμένη γεωπολιτικά γιατί έφτιαξε ένα πανίσχυρο μπλοκ Ρωσίας – Κίνας στον ευρασιατικό χώρο, ο οποίος ακυρώνει τις ό,ποιες προσπάθειες απομόνωσης της Κίνας με θαλάσσιες βάσεις γύρω της [μέρος του Asia Pivot]. Σε αυτό το πλαίσιο, θεωρείται ότι η προηγούμενη κυβέρνηση με τις αντιηρωικές εμμονές της [ίσως και για να δημιουργεί έμμεσα προβλήματα στις σχέσεις Ρωσίας – ΕΕ] δημιούργησε ένα πανίσχυρο μπλοκ στην ευρασία με άξονες την Κίνα – Ρωσία - Ιράν. Και η εισήγηση Κίσινγκερ φαίνεται να είναι η διάσπαση αυτού του μπλοκ – με την ίδια στρατηγική με την οποία προχώρησε την δεκαετία του 1970 να αναγνωρίσει την Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας για να ενισχύσει την αντιπαράθεση της με την ΕΣΣΔ. Τώρα, σύμφωνα με αυτήν την ανάλυση, ο στόχος είναι να καλοπιαστεί η Ρωσία, η οποία είναι πια ντε φάκτο μια μεγάλη δύναμη ξανά, για να αποστασιοποιηθεί από την Κίνα. Και σε αυτό το πλαίσιο, η επίθεση Τραμπ στη συμφωνία με το Ιράν, πέρα από το προεκλογικό/μετεκλογικό καλόπιασμα του ισραηλινού λόμπι, στοχεύει και στην πίεση στο πιο αδύναμο κρίκο της συμμαχίας Ρωσίας – Κίνας – Ιράν.  Βέβαια, το Ιράν είναι στρατηγικός σύμμαχος της Ρωσίας, και ο κόσμος σήμερα δεν είναι όπως την δεκαετία του 1970, όταν οι ΗΠΑ ήταν ακόμα ηγεμονική δύναμη στην αρχή της κρίσης ηγεμονίας. Τώρα τα δεδομένα είναι σαφή – ότι ζούμε σε ένα πολυπολικό κόσμο όσον αφορά την δομή εξουσίας στο παγκόσμιο σύστημα, και ο Τραμπ φαίνεται σε αυτό το πλαίσιο να αναγνωρίζει [έστω και μέσα από θεαματικές ρητορικές] ότι οι ΗΠΑ δεν μπορούν να συμπεριφέρονται όπως στο παρελθόν. Αν αυτό θα οδηγήσει σε ένα νέο μπλοκ αντιπαραθέσεων η μια σταθεροποίηση της πολιτικής και οικονομικής δομής ενός πολυκεντρικού συστήματος, θα φανεί..

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου