23 Οκτ 2016

Το επικοινωνιακό πλαίσιο των συζητήσεων για τη λύση: η διάσπαση της συμμαχίας απορριπτικών - δεξιάς στα ΜΜΕ, η δυσκολία των απορριπτικών να επαναλάβουν τις υστερίες που εξάντλησαν ενάντια στον Χριστόφια, και οι ρευστές μορφές ηγεμονίας. Από τους έποικους στο εδαφικό.. Η ανακύκλωση των διαστάσεων της λύσης ή γιατί όλα είναι γνωστά ήδη και το πραγματικό θέαμα είναι πώς θα παίξουν τα θεάματα


Οι γκάφες του Αναστασιάδη – και γιατί περνούσαν μέχρι τώρα στα μαλακά: η συμμαχία και οι οικονομικές εξαρτήσεις των ΜΜΕ
Η γκάφα του Αναστασιάδη με τους έποικους, ερμηνεύθηκε ως μια απρόσμενη στιγμή για τον πρόεδρο, που φαίνεται ότι μέχρι τώρα δεν είχε πρόβλημα με τις δημόσιες δηλώσεις του. Στην πραγματικότητα ωστόσο ο κ. Αναστασιάδης υπήρξε συχνά και απρόσεκτος και γκαφατζής – άμα σκεφτεί κανείς τις δηλώσεις του που οδήγησαν τις λέξεις «δεσμεύομαι» και «άριστος» να έχουν κωμική χροιά – δεν χρειαζόταν η θεαματική υπόσχεση στη ΣΥΤΑ ενάντια στην ιδιωτικοποίηση, αφού είχε ήδη τέτοιο έλεγχο των ΜΜΕ, δεν χρειαζόταν – και ήταν ανόητη- η δήλωση ότι «δεσμεύεται» ότι δεν θα γίνει το κούρεμα, ενώ ήξερε ότι πήγαινε για να διαπραγματευτεί τη μορφή του, δεν υπήρχε κανένας λόγος να ανοίξει θέμα με τον κ. Κληρίδη για τον Ρίκκο, και σαφώς ένας πιο προσεκτικός πρόεδρος θα προτιμούσε την σταδιακή παγοποίηση της λειτουργίας του δικηγορικού του γραφείου, αντί να κάνει το αντίθετο σε σχέση με πελάτες που έχουν συμφέροντα από τις αποφάσεις του προεδρικού κοκ.

Κανένας προηγούμενος πρόεδρος δεν έκανε τέτοια κραυγαλέα λάθη, αλλά και κανένας δεν την γλίτωσε τόσο εύκολα. Απλώς γιατί το προεδρικό μέσα από ένα κύκλωμα εξαρτήσεων [και με τον έλεγχο των ΔΣ των τραπεζών που ελέγχουν τα δάνεια των ΜΜΕ] κατάφερνε μέχρι τώρα να λειτουργεί με την άνεση μιας λογοκρισίας που, όταν δεν μπορούσε να αποφύγει τη δημοσιοποίηση ενός ακόμα σκανδάλου ή μιας ακόμα γκάφας του προέδρου [μέχρι και σκηνές δηλώσεων υπό την εμφανή επήρεια αλκοόλ – που δεν είναι κακό, αλλά με τον ρόλο του προέδρου δημόσια, μάλλον δεν βοηθούν] κατάφερνε μετά να τα συγκαλύψει με την υποβάθμιση των θεμάτων αρχικά ιεραρχικά στην ειδησεογραφία και ακολούθως με την γενικότερη υποβάθμιση τους. Αυτός ο μηχανισμός λογοκρισίας που τέθηκε στην διάθεση της κυβέρνησης απλόχερα από τους ιδιοκτήτες των ΜΜΕ [ιδιαίτερα των τηλεοράσεων, αλλά όχι μόνο], είχε τις ρίζες της στην κάλυψη από την πλειοψηφία των ΜΜΕ της τραπεζιτικής κρίσης. Τα ΜΜΕ σκόπιμα έκαναν ότι μπορούσαν να συγκαλύψουν τις τραπεζιτικές αιτίες της κρίσης μέχρι το καλοκαίρι του 2012, όταν οι δυο τράπεζες [Κύπρου και Λαϊκή] ζήτησαν κρατική ενίσχυση και οδήγησαν την χώρα στο μνημόνιο. Αλλά η ντε φάκτο αναγνώριση του τραπεζιτικού προβλήματος υποβαθμίστηκε και πάλι το φθινόπωρο εκείνου του χρόνου [όπου λ.χ. όλα τα ΜΜΕ είχαν διαθέσιμα τεκμήρια [μέχρι και επιστολή του Αναστασιάδη τον Νοέμβριο του 2012] αν ήθελαν, για τον ΕΛΑ και την ύπαρξη του [άρα και για τα προβλήματα της Λαϊκής] – αλλά έκαναν ότι δεν ήθελαν να ξέρουν ή να γράψουν.. όπως έγραψε σε ένα σχόλιο και ο Παράσχος τότε] όταν η πλειοψηφία των ΜΜΕ εστίασε και πάλι στην επίθεση ενάντια στην αριστερή κυβέρνηση, γιατί επέμενε σε σκληρή διαπραγμάτευση με την τρόικα. Από εκεί και πέρα μετά την εξέγερση ενάντια στο πρώτο καθολικό μοντέλο κουρέματος καταθέσεων, το Μάρτιο του 2013, η πλειοψηφία των ΜΜΕ τάχθηκε ανεπιφύλακτα στην υπηρεσία της κυβέρνησης.

Τέτοιο εντυπωσιακό θέαμα υποταγής σπάνια βρίσκει κάποιος – και προηγουμένως, αλλά και παγκοσμίως σε δημοκρατικά, κατά τα άλλα, πολιτεύματα. Η ομοφωνία των ΜΜΕ εστίασε και στρατεύθηκε σε μια εκστρατεία εναντίον της αριστεράς [με όργανο καθοδήγησης τον Ρίκκο, για να μην ξεχνάμε ποιόν εμπιστεύονταν το 100% των τηλεοράσεων και το 80-90% των εφημερίδων όσον αφορά στην αναγνωσιμότητα [4 από τις 5 εφημερίδες].

Η διαφοροποίηση λόγω κυπριακού

Αυτήν την περίοδο, η απόλυτη εξάρτηση των ΜΜΕ φαίνεται να διαφοροποιείται ελαφρώς λόγω κυπριακού – το συγκρότημα ΔΙΑΣ είναι σαφώς απορριπτικό, ο Αντένα παρά την στήριξη στον Αναστασιάδη έχει προϊστορία δεξιών/ακροδεξιών αποκλίσεων, το Μέγα ανάλογα με τις εξαρτήσεις από την μια του αρχιεπίσκοπου, και, από την άλλη, με την ιδεολογική απορριπτική θέση του. Ακόμα και το ΡΙΚ με την πειθήνια φιλοκυβερνητική στάση έχει και μια απορριπτική πτέρυγα. Έτσι, μπορεί να πει κάποιος ότι η εξασφαλισμένη ομοφωνία της πλειοψηφίας των ΜΜΕ στην επίθεση ενάντια στην αριστερά, φαίνεται να σπάζει σήμερα, καθώς οι απορριπτικοί διαφοροποιούνται από τον Αναστασιάδη, ενώ η κυβερνητική παράταξη ταλαντεύεται ανάμεσα στο να προχωρήσει σε λύση και στους προγραμματισμούς της για τις επόμενες προεδρικές κοκ εκλογές – και φυσικά, το αυξανόμενα πιεστικό όσον αφορά στη συγκυρία εξωτερικό πλαίσιο. Με αυτά τα δεδομένα, η συγκάλυψη του Αναστασιάδη δεν πρέπει να θεωρείται δεδομένη. Η αναφορά λ.χ. του Όμηρου Αλεξάνδρου, σε κείμενο που αποστέλλεται μέσω λίστας ημέηλ, σε ένα επεισόδιο κατά τα οποίο ο κ. Αναστασιάδης ήταν [ή φαινόταν μεθυσμένος] προσπεράστηκε. Σε μια άλλη περίπτωση, σαφώς το θέμα θα μπορούσε να προβληθεί. Αλλά στο μέλλον αυτή η προστασία δεν θα είναι δεδομένη.


Η χαμένη αίγλη των ΜΜΕ – παρά την επίθεση οι θέσεις της αριστεράς, ειρωνικά, όχι μόνο δικαιώθηκαν, αλλά και υιοθετήθηκαν….
Από την άλλη, η εμπειρία της αριστεράς τα προηγούμενα χρόνια δείχνει επίσης κάτι σημαντικό – παρά το ότι ήταν υπό επίθεση και από την δεξιά και σε μεγάλο βαθμό από τα κέντρο, και με την μεγάλη πλειοψηφία των ΜΜΕ να διογκώνουν κάθε τί εναντίον της, εντούτοις αξιολογώντας την περίοδο του μνημονίου, είναι επίσης σαφές ότι η αριστερά, όχι μόνο άντεξε, αλλά κατάφερε να διατηρήσει ένα πόλο, ο οποίος, έστω και υπό επίθεση έγινε τελικά ηγεμονικός από τα κάτω, έστω και χωρίς να αποδίδεται ακόμα στην αριστερά η δικαίωση. Έτσι, όχι μόνο δικαιώθηκε σε σχέση με τη θέση ότι φταίνε οι τράπεζες [παρά το ότι μόνο αυτή το διακήρυττε την περίοδο 2011-14] για την οικονομική κρίση, αλλα η επίμονη θέση της ενάντια στη λιτότητα [με κόστος μάλιστα να μην μπορεί να διεκδικήσει μια σχετική επιτυχία, την διαπραγμάτευση ενός «υποφερτού» συγκριτικά μνημονίου υπό πίεση] και πάλι φαίνεται να δικαιώνεται. Όχι μόνο αποτράπηκαν οι μαζικές ιδιωτικοποιήσεις, αλλά και η επιτυχία της διαπραγμάτευσης του 2012 είναι εμφανής πια – μετά την ολοκλήρωση του μνημονίου [όπως και στην Ιρλανδία, Πορτογαλία, Ισπανία] στην Κύπρο [σε αντίθεση με τις άλλες χώρες] ενεργοποιήθηκε μια διαδικασία από-παγοποίησης των συνεισφορών των εργαζόμενων. Η παγοποίηση δικαιωμάτων/οφελημάτων σε αντίθεση με την κατάργηση [μια σημαντική παράμετρος των διαπραγματεύσεων με την τρόικα] αποδεικνύεται μια σημαντική στρατηγική κίνηση που επιτρέπει στην αριστερά, αλλά και στο συνδικαλιστικό κίνημα να διεκδικεί, πια, επαναφορά δικαιωμάτων.

 Και η μετατόπιση των άλλων παρατάξεων είναι εμφανής – του κέντρου σαφώς, αλλά επίσης και της δεξιάς που, αναγκαστικά πια, μιλά για λιτότητα χωρίς να αναφέρει την λέξη, ενώ είναι εμφανής και η τάση να ξοδεύει η κυβέρνηση σε αντίθεση με την ακραία [και μη αναγκαία, έστω και τότε με βάση το μνημόνιο] επιβολή της λιτότητας το 2014-15 [η οποία με βάση τα πρόσφατα στοιχεία οδήγησε σε μια ένταση της διαδικασίας φτωχοποίησης - γιατί ο Χ. Γεωργιάδης δεν μπορούσε να καταλάβει ..και πάλι]. Άλλαξε το ηγεμονικό κλίμα. Σε αυτό το πλαίσιο, το ότι το κέντρο, έχοντας μεν και εκτενή στηρίγματα στο χώρο των ΜΜΕ, είναι μόνο του σε μια διαφαινόμενη συμμαχία αριστεράς – ηγεσίας της δεξιάς για το κυπριακό δεν σηματοδοτεί μια σαφή προδιαγραφή επικράτησης της λύσης σε δημοψήφισμα. Η επιμονή σε μια θέση, μπορεί να γίνει ηγεμονική από τα κάτω. Και εδώ η μεγάλη εν δυνάμει διαρροή μπορεί να έλθει από την δεξιά όσον αφορά την ιδεολογία, και από την αριστερά όσον αφορά τα απωθημένα που άφησε η διακυβέρνηση της δεξιάς από το 2013 – από την αριστερά αυτή η περίοδος βιώθηκε σαν περίοδος διωγμών, δαιμονοποιησης και μιας διάχυτης διαφθοράς και διαπλοκής. Και για να διευρύνουμε την ορθή διατύπωση του Θ. Αθανασίου, δεν αρκεί ένα «οκ» του Άντρου, για να γίνει αποδεκτή, από τις μάζες της αριστεράς, μια λύση που θα έρθει από μια τέτοια κυβέρνηση… Η ιστορική πορεία της αριστερας οδηγει στη λύση, όπως και η δικαίωση των αγώνων της – αλλά τα ιστορικά απωθημένα δεν είναι εύκολο ζήτημα επίσης. Και είχε να επιδείξει πρωτοφανές θράδος η δεξια τα τελευταία χρόνια. Και χυδαία διαπλοκή, ενώ έκανε και επίθεση στην αριστερά.. γιατί υπεράσπιζε αυτά που υιοθετεί τώρα και ..δεξιά κυβέρνηση…

Το εδαφικό: όλα είναι σαφή – η Μόρφου είναι η τουρκοκυπριακή «ύστατη υποχώρηση» και ένα μέρος της Καρπασίας είναι το κέρδος που απέφερε η διαπραγμάτευση από το 2004 με τον Τάσσο, τον Χριστόφια, και τώρα τον Αναστασιάδη
Ας δούμε πιο συγκεκριμένα τα δυο θέματα που φαίνονται να έχουν μείνει όσον αφορά στην ολοκλήρωση της συμφωνίας για λύση – το εδαφικό και το θέμα της ασφάλειας.

Στο εδαφικό, όπως άλλωστε και στα προηγούμενα κεφάλαια, τα οποία όμως είχαν καταγεγραμμένες συγκλίσεις, έγιναν διαπραγματεύσεις με φόντο το πλαίσιο των εισηγήσεων για το εδαφικό το 2004. Αυτό που πρέπει να αναμένεται είναι έναν είδος χάρτη με επιστροφή εδαφών, όπως και το 2004, με κάποιες ίσως μικρές διαφοροποιήσεις – με κυρίαρχο θέμα την δημιουργία μιας αυτόνομης ζώνης στην Καρπασία. Η Μόρφου θα πρέπει να θεωρείται δεδομένη για τους ελληνοκύπριους – θα είνα αδύνατο να δεχτούν κάτι λιγότερο από το σχέδιο Αννάν, αλλά και να αφήσουν την κωμόπολη στο άλλο συνιστών κρατίδιο. Οι τουρκοκύπριοι θα προβάλουν το θέμα σαν προβληματική παραχώρηση ["ξανά μετακίνηση" μετά την προσφυγοποιήση προηγουμένως] για να γίνει πιο εμφανές το γεγονός ότι προσφέρουν. Άρα οι όποιες σχετικές συζητήσεις μάλλον θα πρέπει να θεωρούνται ρητορικές στρατηγικές. Τα ποσοστά ατόμων της άλλης κοινότητας που θα έχουν δικαίωμα ψήφου στο άλλο συνιστών κρατίδιο, θα πρέπει να πάλι να θεωρούνται θέματα που θα κινηθούν στο πλαίσιο του τί συζητήθηκε τότε κοκ. Εδώ λειτουργεί και η σταθμισμένη ψήφος – θα υπάρχει ένα ποσοστό ανάλογο για κάθε κοινότητα, έτσι ώστε να έχουν την ίδια εκλογική δύναμη στο κρατίδιο της άλλης κοινότητας, δημιουργώντας έτσι και ένα είδος διασταυρωμένης ψήφου, το οποίο ανέδειξε ιδιαίτερα η προεδρία Χριστόφια.

Το θέμα της Καρπασίας ανάγεται στην περίοδο του Τάσσου. Η προσφορά προσαρμογών στην Καρπασία ήταν μέρος της προσπάθειας για να πείθετο ο τότε πρόεδρος, άρα θα πρέπει να του αναγνωριστεί ότι κέρδισε αυτήν τη διάσταση με την διαπραγμάτευσή του. Αλλά δεν έγινε φυσικά τίποτα, αφού το σχέδιο απορρίφθηκε. Η ιδέα φυσικά συνέχισε να υπάρχει – και ως μέρος της διαδικασίας να αντιμετωπιστούν οι προβληματισμοί των ελληνοκυπρίων. Ιδιαίτερα και όσον αφορά στον έλεγχο των ακτογραμμών από κάθε κοινότητα. Αυτό το θέμα συζητήθηκε και την περίοδο Χριστόφια – Ταλάτ, όπου άρχισε να αναπτύσσεται η ιδέα για ένα είδος δικοινοτικού «πάρκου» που θα ανήκει και στο ομόσπονδο κράτος. Αυτό το διαπραγματευτικό πλαίσιο, αλλά χωρίς καταγραμμένη σύγκλιση όπως στα άλλα κεφαλαία, το κληρονόμησε ο κ. Αναστασιάδης, ο οποίος θα πρέπει τώρα να το επισημοποιήσει. Και για επικοινωνιακούς, αλλά και ιστορικά αντικειμενικούς λόγους θα πρέπει να αποδώσει τα εύσημα και στους προηγούμενους διαπραγματευτές.

Το σημαντικό κέρδος των διαπραγματεύσεων [από τον Τάσσο, Χριστόφια και Αναστασιάδη] εστιάζεται στη αναλογία 1 – 4. Αυτό και πάλι παραβλέπεται στο εσωτερικό διάλογο, ο οποίος μερικές φορές μοιάζει πλήρως εκτός πραγματικότητας – οι ιθαγενείς κύπριοι [ελληνοκύπριοι και τουρκοκύπριοι] στο νέο πλαίσιο που διαμορφώνεται περιφερειακά μετά την είσοδο στην ΕΕ, αλλά και την ένοπλη μορφή της κρίσης στην ανατολική μεσόγειο, κινδυνεύουν σύντομα να γίνουν ντε φάκτο μειοψηφία. Ο καθορισμός περιορισμών αναλογίας στην μετανάστευση από Ελλάδα και Τουρκία θα έπρεπε ουσιαστικά να αντιμετωπιστεί ως ένα πρώτο δείγμα προσπάθειας να αποκτήσουν οι κύπριοι ιθαγενείς, έστω και στα πλαίσια της ΕΕ, ένα είδος έλεγχου στο χώρο τους.

Όταν κάποιος κλείνει τα μάτια και τα αυτιά στο τί συμβαίνει γύρω [στο εξωτερικό για μια χώρα] μπορεί να μην κατανοεί, πια, ακόμα και το ποιό είναι το συμφέρον του/της: η σκόπιμη λογοκρισία για το πώς αντιμετωπίζεται ο εποικισμός [μετανάστευση μετά από πόλεμο] ακόμα και δίπλα μας στο Ισραήλ, και η εκπληκτική δυσκολία κατανόησης της σημασίας της αναλογίας 4 προς 1 όσον αφορά το ευρύτερο θέμα των δικαιωμάτων εγκατάστασης και πολιτικής ταυτότητας…
Όσον αφορά στο θέμα των εποίκων, το ζήτημα ανήκει πολύ λιγότερο στον τομέα της ρεαλιστικής συζήτησης, όπως το θέμα του εδαφικού, και περισσότερο σε ένα είδος εσωτερικού μονόλογου στην ελληνοκυπριακή κοινότητα. Ιστορικά, το παρόν σύστημα λογοκρισίας και συγκαλύψεων στην ελληνοκυπριακη κοινότητα αντλεί την δομή του από τις δομές που οικοδομήθηκαν μετά τις δικοινοτικά ταραχές, ιδιαίτερα από το 1964. Σε αυτό το πλαίσιο, οι ελληνοκυπριακες αφηγήσεις οικοδόμησαν μια σειρά από ιδεολογικά αυτονόητα αγνοώντας σκόπιμα, ότι δεν βόλευε από το διεθνές πλαίσιο. Έτσι, έχουμε ένα βασικό διαχωρισμό εσωτερικού και εξωτερικού λόγου. Η τυπική έκφραση αυτής της διγλωσσίας αμέσως μετά το 1974 κωδικοποιήθηκε στην ρητορική του Ιούλη [επέτειος πραξικοπήματος και εισβολής] όπου το θέμα του κυπριακού ταυτιζόταν με την πλήρη επιστροφή στην προ του 1974 κατάσταση [όλοι οι πρόσφυγες στα σπίτια τους] και την εξωτερική ρητορική του Αυγούστου, όταν ο πρόεδρος ή οι πολιτικοί αρχηγοί πήγαιναν στο εξωτερικό για να μιλήσουν στην συνέλευση του ΟΗΕ κοκ. Εκεί η ρητορική αφορούσε την ομοσπονδία και τον συμβιβασμό. Αυτό το μοντέλο της απόλυτης λογοκρισίας του τί λέγεται στο εξωτερικό [ή και στις ίδιες της διαπραγματεύσεις], εφαρμόστηκε και σε μια σειρά από θέματα/θεάματα όπως το θέμα των αγνοουμένων. Και ήταν ακριβώς αυτό το μοντέλο που προσπαθούσε να πείσει μέχρι το 2014 ότι παρά το ότι ήταν εξόφθαλμο στο εξωτερικό, ότι η κυπριακή οικονομική κρίση ήταν τραπεζιτική και προέκταση της έκθεσης των κυπριακών τραπεζών στην Ελλάδα, εντούτοις τα ε/κ ΜΜΕ επέμεναν χωρίς ίχνος ντροπής να  ότι φταίει το δημόσιο, οι «σπατάλες», τα σκάνδαλα [και αυτά κωμικά αντεστραμμένα – οι εργολάβοι που εξαγόραζαν απαλλάχτηκαν] κοκ.

Σε αυτό το πλαίσιο, το θέμα των εποίκων παρουσιάζεται εσώτερα ως θέμα διεθνούς δικαίου παρανομίας, παράνομης εισόδου κοκ.. Πουθενά δεν έγινε μαζική επιστροφή πληθυσμού που πρσφυγοποιηθηκε με ανάλογη απομάκρυνση έποικων ή μεταναστών οι οποίοι στάλθηκαν εκεί με πολιτικούς σκοπούς. Μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο μετακινήθηκαν πληθυσμοί, αλλά δεν έγινε απόπειρα αλλαγής των δεδομένων μετά. Μπορεί να πει κάποιος αναγκάστηκαν να φύγουν οι ηττημένοι [γερμανικοί πληθυσμοί λ.χ.] αλλά γενικά το θέμα της εκδίωξης όσων μεταφέρθηκαν στην θέση τους, δεν τέθηκε. Το πιο εντυπωσιακό παράδειγμα, και είναι εντυπωσιακό γιατί είναι δίπλα μας, και μάλιστα οι ένθερμοι υποστηρικτές της εκδίωξης των τούρκων μεταναστών/εποίκων, δείχνουν να μην το βλέπουν, είναι το παράδειγμα του Ισραήλ με τους παλαιστίνιους. Το Ισραήλ έχει εκδιώξει τους παλαιστίνιους από την γη τους, και το μόνο που κέρδισαν και με βάση το οποίο αγωνίζονται οι παλαισιτίνιοι είναι τα σύνορα του 1967. Και όμως, ακόμα και εκεί, το Ισραήλ έχει οικισμούς έποικων στην δυτική όχθη, τους οποίους μάλιστα ενισχύει σε βαθμό ενοχλητικά ακόμα και για τους δυτικούς του σύμμαχους πια, οι οποίοι θεωρείται ότι θα παραμείνουν ακόμα και με την ανεξαρτοποίηση του παλαιστινιακού κράτους. Η μόνη περίπτωση ξηλώματος οικισμών ήταν στην Γάζα, όπου θεωρήθηκε μια τακτική κίνηση του Ισραήλ για να αποφύγει από την μια την συνεχή τριβή, και από την άλλη για να εστιάσει την δυτική όχθη.

Σε αυτό το πλαίσιο, οι όλο αυτοπεποίθηση διακηρύξεις ότι διεκδικούμε το διεθνές δίκαιο, είναι διπλά κωμικές – από την μια προβάλουν μια εξαιρετική εξιδανικευμένη εικόνα του «διεθνούς δικαίου» ξαφνικά, ξεχνώντας ότι και αυτό είναι αποτέλεσμα ισορροπίας δυνάμεων, αλλά και του γεγονότος ότι διεθνές δίκαιο [έστω και ως έχει] δεν δικαιώνει τους ελληνοκύπριους, είτε με βάση το ιστορικό προηγούμενο, είτε με βάση το ίδιο το δίκαιο. Είναι σαφές ότι το διεθνές δίκαιο [όπως και το ευρωπαϊκό] ναι μεν δεν επικροτεί την παράνομη είσοδο σε άλλο κράτος, αλλά ταυτόχρονα προστατεύει τα δικαιώματα ανθρώπων που βρέθηκαν σε άλλη χώρα – ανεξαρτήτως αιτίας. Τα παιδιά λ.χ. που γεννιούνται σε μια χώρα έχουν δικαιώματα εκεί. Μετά από ένα χρονικό διάστημα ακόμα και οι παράτυποι μετανάστες νομιμοποιούνται – στην Κύπρο αυτό γίνεται μέχρι τώρα μόνο για τη φοροδιαφυγή προφανώς. Σε αυτό το πλαίσιο, η παραμονή έποικων είναι δεδομένη – το θέμα είναι ποιοι και πόσοι.

Το σημαντικό κέρδος των διαπραγματεύσεων [από τον Τάσσο, Χριστόφια και Αναστασιάδη] εστιάζεται στη αναλογία 1 – 4. Αυτό και πάλι παραβλέπεται στο εσωτερικό διάλογο, ο οποίος μερικές φορές μοιάζει πλήρως εκτός πραγματικότητας – οι ιθαγενείς κύπριοι [ελληνοκύπριοι και τουρκοκύπριοι] στο νέο πλαίσιο που διαμορφώνεται περιφερειακά μετά την είσοδο στην ΕΕ, αλλά και την ένοπλη μορφή της κρίσης στην ανατολική μεσόγειο, κινδυνεύουν σύντομα να γίνουν ντε φάκτο μειοψηφία. Ο καθορισμός περιορισμών αναλογίας στην μετανάστευση από Ελλάδα και Τουρκία θα έπρεπε ουσιαστικά να αντιμετωπιστεί ως ένα πρώτο δείγμα προσπάθειας να αποκτήσουν οι κύπριοι ιθαγενείς, έστω και στα πλαίσια της ΕΕ, ένα είδος έλεγχου στο χώρο τους. Και όμως, στη ρητορική του εκτός τόπου και χρόνου απόλυτου, αρθρώνεται ένας λόγος, λες και είμαστε στα πρόθυρα να γυρίσουμε πίσω στην πριν το ‘74 κατάσταση.

«Περιμένοντας τον Γκοντό» [στην κυβερνητική αμφιταλάντευση] και γιατί ο Χριστόφιας τήρησε, και με κόστος, την υπόσχεση του να «τσιμεντώσει το ναι»
Αν η κυβέρνηση χειρίζεται δειλά άτσαλα και με αμφιταλάντευση [θέλει λύση ή προσπαθεί να κερδίσει χρόνο και σημεία για τις επόμενες εκλογές;] τη δημόσια συζήτηση για τις διαπραγματεύσεις, οι απορριπτικοί έχουν να αντιμετωπίσουν ένα άλλο πρόβλημα – την κληρονομιά του Δ. Χριστόφια και της αριστερής προεδρίας. Το μίσος που συσσώρευσε το πρόσωπο του ο κ. Χριστόφιας είχε σε μεγάλο βαθμό να κάνει με το ότι άνοιξε για πρώτη φορά την δημόσια συζήτηση για το τί λέγεται στις διαπραγματεύσεις [και άρα δέχτηκε την ομοβροντία των πυρών] αλλά και καθόρισε το πλαίσιο της μελλοντικής συμφωνίας [κυπριακής ιδιοκτησίας, με βάση τις συγκλίσεις κοκ]. Χρησιμοποιώντας μια πολεμική αναλογία, για τον επικοινωνιακό πόλεμο, μπορεί να πει κάποιος, ότι ο Χριστόφιας προσφέρθηκε ως στόχος, σαν ένα απαραίτητο ιστορικά σημείο εστίασης της απορριπτικής επίθεσης, όπου εξαντλήθηκαν τα ρητορικά πυρομαχικά των αντίπαλων της λύσης. Σε αυτό το πλαίσιο, το κωμικό σαρδάμ του Αναστασιάδη με τους 90,000 έποικους που έγινε μετά 40,000, και μετά φαίνεται να ανεβαίνει στις 55 -60,000 [όσοι δηλαδή και επί διαπραγμάτευσης Χριστόφια] προσπεράστηκε και στην κοινή γνώμη, αφού όλα είχαν ήδη ειπωθεί, απαντηθεί κοκ. Η συζήτηση έγινε. Τα σοκ του θα μείνουν έποικοι έχει ήδη λήξει. Το θέμα πια είναι η κατανόηση πλαισίου. Αυτός ήταν ο τρόπος με τον οποίο ο Δημήτρης Χριστόφιας τήρησε έντιμα της υπόσχεση του να «τσιμεντώσει το ναι». Πρόσφερε τον εαυτό του σαν το αγγελιαφόρο της πραγματικότητας. Είπε την αλήθεια και απορρόφησε τις επιθέσεις. Κάποιος έπρεπε να το κάνει.



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου