23 Οκτ 2016

Η Ευρώπη παραπαίει… ο «άρρωστος του παγκόσμιου συστήματος» στον 21ο αιωνα, ή μια αποκαλυπτική στιγμή των αντιφάσεων;



Τον 19ο αιώνα η ηγεμονική, στο παγκόσμιο σύστημα, δυτική Ευρώπη αποκαλούσε την οθωμανική αυτοκρατορία στα νοτιοανατολικά της «τον άρρωστο της Ευρώπης», και χρησιμοποιούσε τον όρο «Βαλκάνια» [βαλκανοποίηση κοκ] για να περιγράψει ένα περίπλοκο πολιτικό πλαίσιο επαρχιακών ανταγωνισμών και εγωκεντρικής βαρβαρότητας [σε σύγκριση με τους ευρωπαίους]. Αργότερα, ο όρος βαλκανοποίηση άλλαξε, όταν η εστίαση των δυτικών συμφερόντων επεκτάθηκε στη Μέση Ανατολή, και οι ίδιες έννοιες μεταφέρθηκαν εκεί – όπως ανέλυσε και ο E. Said στο κλασικό του έργο Orientalism. Σήμερα, όμως, αν μιλήσει κανείς για μια περιοχή, έστω και ανάμεσα στους ηγεμόνες του παγκόσμιου συστήματος, η οποία φαίνεται να χαρακτηρίζεται από μικροπολιτικές σκοπιμότητες, επαρχιακούς ανταγωνισμούς [εν δυνάμει στα μεγάλα ζητήματα που λογικά θα έπρεπε να απασχολούν την περιοχή] κοκ, τότε αυτός ο χώρος θα είναι η Ευρώπη.. Η κρίση της ευρωπαϊκής εικόνας άρχισε από τις αρχές της δεκαετίας του 2010, αλλά απέκτησε νέα δυναμική μετά το 2015. Η εικόνα και αυτήν την εβδομάδα ήταν χαρακτηριστική. Από την μια ο πρόεδρος του ευρωκοινοβουλίου, ο Μ. Σουλτς, αναγνώρισε ότι η Ευρώπη περνά βαθιά κρίση. Την ίδια περίοδο μια συμφωνία ελευθέρου εμπορίου με τον Καναδά, η CETA, η οποία είχε γίνει στόχος έντονων διαμαρτυριών στους δρόμους, προωθήθηκε από τις ηγεσίες – αλλαά τελικά μπλοκαρίστηκε από την άρνηση μιας περιοχής του Βελγίου να την εγκρίνει – και άρα μπλόκαρε τη συνολική έγκριση από την Βελγική αντιπροσωπεία. Να θεωρήσει κανείς τη βελγική άρνηση δείγμα της τοπικής δημοκρατίας, ή ανάποδα το όλο φιάσκο δείγμα της προχειρότητας των Ευρωπαϊκών θεσμών;

Η αμηχανία της εξουσίας: ποιός κυβερνά τέλος πάντων;
Τέτοιες ομολογίες όπως του Σουλτς είναι δεν είναι σπάνιες πια, αλλά ακόμα πιο συχνές είναι οι αντιπαραθέσεις θεσμών και αντιπρόσωπων των μερών που αποκλίνουν. Όσον αφορά στην οικονομία οι ετερόκλητες θέσεις είναι πια συνηθισμένο φαινόμενο. Η γερμανική θέση, όπως εκφράζεται από τον υπουργό οικονομικών φαίνεται να επιμένει στην στρατηγική της λιτότητας ως μηχανισμός επιβολής – και της γερμανικής ηγεμονίας και μιας κάποιας συνοχής. Απέναντι βρίσκεται η Ευρωπαϊκή κεντρική τράπεζα [ο μόνος θεσμός που λειτουργεί ενιαία στην οικονομία της ευρωζωνης] αλλά και οι χώρες του νοτου. Η αδυναμία του Σόιμπλε αλλά σαφώς και όσων των στηρίζουν να κατανοήσουν το κόστος της στρατηγικής της επιβολής, και σε οικονομικό επίπεδο, αλλά και σε επίπεδο νομιμοποίησης αγγίζει πια την τυφλά των νεοσυντηριτικών των ΗΠΑ, όταν επέμεναν με τις ξένες επεμβάσεις και οδήγησαν την χώρα τους στο βαλτό του ιρακινού πόλεμου το 2003.

Όταν οι αμερικανοί ρίχνουν πρόστιμα, δεν είναι μόνο νομικό θέμα..
Και ενώ η αμηχανία και αδυναμία να παρθούν έστω αποφάσεις και να εφαρμοστούν [αλλά πώς – αφού μόνο η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα μπορεί να έχει αποφασιστικό ρόλο;] συνοδεύεται και από ένα άτυπο μοντέλο εξωτερικών πιέσεων. Η απόφαση των ΗΠΑ να αρχίσουν τις έρευνες για τις βολκσβάγκεν πέρσι και φέτος να επιβάλουν δισεκατομμύρια σε πρόστιμο στην υπό πίεση και προβλήματα Deutsch Bank, θεωρείται από αρκετούς και ως ένα είδος αμερικανικών πιέσεων προς την Γερμανία. Αλλά πώς να αντιδράσει η Γερμανία που είναι διχασμένη για τον ίδιο της ρόλο – είναι ευρωπαϊκή ή γερμανική; Η άνοδος του ευρωσκεπτικιστικού κινήματος «εναλλακτική για την Γερμανία» απλώς μεταφέρει και στο εκλογικό πεδίο, και τις ανάλογες ρητορικές, την αναποφασιστικότητα, αλλά το κλίμα δομικού εγκλωβισμού σε μια ενδιάμεση θέση.

Και ο καθένας το δικό του δρόμο – η δεξιά των ανατολικοευρωπαίων αναζητεί το ιδιοτελές της συμφέρον, ενώ και οι γερμανοί βολεύουν την «άρρωστη τράπεζα της Γερμανίας» με ευνοϊκά stress tests
Καθώς, όμως, ο εν δυνάμει εσωτερικός ηγεμόνας της ΕΕ, η Γερμανία, φαίνεται να αδυνατεί να αποφασίσει τί ρόλο ακριβώς παίζει [το σημείο συσπείρωσης της ΕΕ, ο ηγεμόνας της ΕΕ, ή απλώς ένα ακόμα κράτος σε ένα είδος περιφερειακής συμμαχίας] γύρω της οι φυγόκεντρες δυνάμεις αυξάνονται. Ήδη η δεξιά κυβέρνηση στην Πολωνία αναζητεί αμερικανική σκεπή για την διεκδίκηση όλο και περισσότερης απόστασης από την Βρυξέλλες. Η άλλη δεξιά κυβέρνηση στην ανατολική Ευρώπη, η Ουγγαρία, προχώρησε ήδη σε κινήσεις περιορισμού ακόμα και τυπικών δικαιωμάτων [πέρα από τη διαπλοκή που εκφράζει η κίνηση της πολωνικής δεξιάς να θέλει να ελέγχει και το δικαστικό σώμα] με την οικονομική πίεση που οδήγησε στο κλείσιμο της εφημερίδας της αντιπολίτευσης. Και ο Ορμπάν διεκδικεί άλλη εξωτερική σχέση σαν αντιπερισπασμό στην Γερμανία – τη σχέση με τη Ρωσια.. Και οι ανατολικοευρωπαίοι φαίνονται να έχουν ήδη παγώσει τη διαδικασία για κατανομή των προσφύγων σε όλες τις χώρες. Οι ευρωπαϊκοί θεσμοί παρακολουθούν αμήχανα… Όταν δεν μπορείς να πάρεις αποφάσεις εν μέσω διαφωνιών μπορεί να πει κανείς ότι υπάρχει και ένας σεβασμός της δημοκρατίας – αλλά όταν ταυτόχρονα προωθούνται πολιτικές επιβολής [όπως η στρατηγική της λιτότητας για τον νότο] η αντίφαση είναι κραυγαλέα. Και γίνεται ακόμα πιο κραυγαλέα όταν αποκαλύπτεται ότι η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα δεν εφάρμοσε τους κανονισμούς για την Deutsche Bank για να μπορέσει η γερμανική τράπεζα να περάσει τα stress tests.

Και μια ενδιαφέρουσα βρετανική μετατόπιση: όταν η ηγετικά των συντηρητικών μιλά και πάλι μετά από δεκαετίες για.. εργατική τάξη, τότε ο Κόρμπυν έχει κερδίσει κάτι, παρά τον μιντιακό πόλεμο…
Και δυτικά, βέβαια, το βρετανικό ζήτημα μένει ανοικτό. Η έναρξη της διαδικασίας αποχώρησης φαίνεται να προσδιορίζεται για τον Μάρτιο του 2017. Φαίνεται ότι στο εσωτερικό και του συντηρητικού κόμματος αλλα και των ηγεμονικών κύκλων της Βρετανίας έχει επικρατήσει η πορεία της αυτονόμησης. Η πτώση της στερλίνας, η οποία συγκρατείται μεν, αλλά και δεν γίνεται μόνιμη προσπάθεια να κρατηθεί ψηλά από την Κεντρική τράπεζα, δείχνει μια τάση να προσαρμοστεί η χώρα σε χαμηλότερη στερλίνα που θα ενισχύσει τις εξαγωγές. Το ενδιαφέρον με τη Βρετανία είναι πως θα κινηθεί το εσωτερικό κλίμα που απέδειξε στις τελευταίες εκλογικές αναμετρήσεις ότι είναι απρόσμενο. Από την μια οι συντηρητικοί έχουν προβάδισμα στις δημοσκοπήσεις. Από την άλλη, όπως φάνηκε και σε μια πρόσφατη δημοσκόπηση υπάρχει ένα παράδοξο disconnect- αυξανόμενα οι βρετανοί πολίτες δείχνουν να ταυτίζονται με τις θέσεις του εργατικού κόμματος [ενάντια στη λιτότητα, τις ιδιωτικοποιήσεις κοκ] χωρίς όμως να μπορούν να συνδέσουν αυτές τους τις προτιμήσεις με το εργατικό κόμμα. Αυτή η μεταστροφή από τις αξίες του νεοφιλελευθερισμού [και της Θάτσερ αλλά και του Μπλερ] εκφράζουν εν μέρει και την δυναμική που οδήγησε στις διπλή εσωτερική νίκη του Κόρμπυν για την ηγεσία του εργατικού κόμματος. Η κραυγαλέα προκατελειμενη στάση των βρετανικών ΜΜΕ εναντίον του Κόρμπυν δείχνει ειρωνικά ότι το μοντέλο του αποκλεισμού της άλλης άποψης [που προωθεί και ο Ορμπάν] δεν είναι και τόσο άγνωστο δυτικότερα.. Όμως η εκ των κάτω εξέγερση στο εργατικό κόμμα, με τον εκλογή του Κόρμπυν, φαίνεται να έχει επιφέρει μια ενδιαφέρουσα μετατόπιση στο ηγεμονικό κλίμα. Ξαφνικά και οι συντηρητικοί άρχισαν να μιλούν για τα θέματα που θέτει η νέα εργατική ηγεσία υπό τον Κόρμπυν. Στο πιο χαρακτηριστικό ίσως παράδειγμα ήταν η πρόσφατη ομιλία της συντηρητικής πρωθυπουργού Τ. Μεϊ στο κοινοβούλιο:
«Εκφωνώντας λόγο που θύμιζε αρκετά ομιλία αρχηγού των Εργατικών, η κ. Μει εμφανίστηκε την περασμένη Τετάρτη υπέρμαχος της Εργατικής Τάξης και υποσχέθηκε παρεμβάσεις του κράτους υπέρ των «καθημερινών ανθρώπων της εργατικής τάξης». [Καθημερινή, 12/10/2016, σελ. 12]

Οι ευρωπαϊκοί θεσμοί παρακολουθούν αμήχανα… Όταν δεν μπορείς να πάρεις αποφάσεις εν μέσω διαφωνιών μπορεί να πει κανείς ότι υπάρχει και ένας σεβασμός της δημοκρατίας – αλλά όταν ταυτόχρονα προωθούνται πολιτικές επιβολής [όπως η στρατηγική της λιτότητας για τον νότο] η αντίφαση είναι κραυγαλέα. Και γίνεται ακόμα πιο κραυγαλέα όταν αποκαλύπτεται ότι η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα δεν εφάρμοσε τους κανονισμούς για την Deutsche Bank για να μπορέσει η γερμανική τράπεζα να περάσει τα stress tests.

Η αμηχανία ως αποκαλυπτική στιγμή δομικών αντιφάσεων
Σε ένα ευρύτερο πλαίσιο, η αμηχανία της ΕΕ έχει εν μέρει να κάμει με την θεσμική μη-ολοκλήρωση της ό,ποιας πολιτικής ομοσπονδοποίησης που θα επιτρέπει να ένα κοινό πολιτικό πλαίσιο [αλλά και θα θέσει τις βάσεις μια πιο συμπαγούς ενότητας], αλλά και με ένα διευρυνόμενο χάσμα που βρίσκεται στον πυρήνα της αρχικής απόπειρας για ευρωπαϊκή νομιμοποίηση. Το ιδεολογικό πλαίσιο της ΕΕ υποσχόταν [και υπόσχεται ακόμα] δημοκρατικές ευαισθησίες [και υιοθέτησε απλόχερα αιτήματα κοινωνικών κινημάτων] αλλά η προσπάθεια να εξυπηρετηθούν τα συμφέροντα ισχυρών κύκλων [είτε του κεφαλαίου, είτε πολιτικών κύκλων σε συγκεκριμένες χώρες, είτε της απόπειρας για γερμανική ηγεμονία] δημιουργούν μια έντονη αντίφαση. Και είναι αυτή η αντίφαση που αναδύεται συνεχώς – από την μια μπροστά στις διαδηλώσεις ενάντια στην ΤΤΙΡ [την συμφωνία με τις ΗΠΑ] οι κύκλοι της ευρωπαϊκής εξουσίας αποφάσισαν να αφήσουν εκείνο το θέμα και να προσπαθήσουν να περάσουν την CETA [την συμφωνία με τον Καναδά] για να δημιουργήσουν προφανώς ένα παραθυράκι και για την άλλη συμφωνία. Τελικά, όμως υπήρχε και ένα δημοκρατικό παραθυράκι και μπλόκαρε και εκείνη. Σε αυτό το πλαίσιο, η έμμεση επιτυχία του ηγεσίας Κόρμπυν στη Βρετανία να μετατοπίσει την έμφαση από τον νεοφιλελευθερισμό στην ρητορική της εργατικής τάξης κλπ, είναι ένα είδος ανάδυσης των αποκλεισμένων μορφών λόγου και διεκδίκησης που προσπάθησε να θέσει εκτός δημόσιας σφαίρας ο μύθος της «ευρωπαϊκής οικογένειας». Οι αντιφάσεις που ενδύονται είναι δυναμικές που υπήρχαν ήδη. Και σε αυτό το πλαίσιο, οι αγώνες των δημοσιογράφων στην Ουγγαρία [τώρα διανέμουν τα κείμενα-άρθρα τους μέσω περιοδικού για άστεγους και του facebok], αλλά και το πώς η αριστερά άφησε την εφημερίδα της στο ιδιωτικό κεφάλαιο και έδωσε την ευκαιρία στη δεξιά να την κλείσει, είναι ίσως και ένα μάθημα για του μύθους του ..εκσυγχρονισμού… Η αμηχανία της Ευρώπης ίσως να είναι αποκαλυπτική…

Η κραυγαλέα προκατελειμενη στάση των βρετανικών ΜΜΕ εναντίον του Κόρμπυν δείχνει ειρωνικά ότι το μοντέλο του αποκλεισμού της άλλης άποψης [που προωθεί και ο Ορμπάν] δεν είναι και τόσο άγνωστο δυτικότερα.. Όμως η εκ των κάτω εξέγερση στο εργατικό κόμμα, με τον εκλογή του Κόρμπυν, φαίνεται να έχει επιφέρει μια ενδιαφέρουσα μετατόπιση στο ηγεμονικό κλίμα. Ξαφνικά και οι συντηρητικοί άρχισαν να μιλούν για τα θέματα που θέτει η νέα εργατική ηγεσία υπό τον Κόρμπυν. Στο πιο χαρακτηριστικό ίσως παράδειγμα ήταν η πρόσφατη ομιλία της συντηρητικής πρωθυπουργού Τ. Μεϊ στο κοινοβούλιο:
«Εκφωνώντας λόγο που θύμιζε αρκετά ομιλία αρχηγού των Εργατικών, η κ. Μει εμφανίστηκε την περασμένη Τετάρτη υπέρμαχος της Εργατικής Τάξης και υποσχέθηκε παρεμβάσεις του κράτους υπέρ των «καθημερινών ανθρώπων της εργατικής τάξης».


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου