25 Σεπ 2016

Τα λείψανα και η πραγματικότητα για τη σχέση της εκκλησίας και των χριστιανών προυχόντων με την κυπριακή κοινωνία


Το πρόσφατο επεισόδιο όπου πηραν τα παιδιά από δημόσιο νηπιαγωγείο να προσκυνήσουν λείψανα αγίων κλπ, έφερε και πάλι στην επιφάνεια μια υπόγεια αντιπαράθεση η ρίζα της οποίας έχει να κάνει ουσιαστικά με τη διαχείριση της εξουσίας – και την προσπάθεια μερικών να επιβάλουν, όχι απλώς τα πιστεύω κα τις εκδοχές τους [ότι τα κόκαλα των λειψάνων είναι αντικείμενο λατρείας] αλλά ουσιαστικά να επιβάλουν τους ευαγούς τους ως διαχειριστές του σωστού και του λάθους σε θέματα θρησκείας, πιστεύω [πιο πριν σε θέματα ταυτότητας] κοκ. Η πραγματική συζήτηση αφορά ακριβώς στη διεκδίκηση αυτού του ρόλου – και όχι τα κόκαλα, τα δήθεν θαύματα κοκ..

Έτσι, ενώ από την μια πλευρά, της επίτροπου, αλλά και όσων τάχθηκαν δημόσια με τη θέση της [η οποία θεωρητικά θα έπρεπε να είναι αυτονόητη με βάση το σύνταγμα] το ζήτημα αφορούσε το ότι υποχρεώθηκαν τα παιδιά σε ένα μη – θρησκευτικό ίδρυμα, να επισκεφθούν μια ειδική θρησκευτική τελετουργία, από την άλλη πλευρά υπήρχε μια φαινομενική αδυναμία κατανόησης της παραβίασης δικαιωμάτων και του συντάγματος. Διότι ό,ποιος θέλει, μπορεί κάλλιστα να πάρει τα δικά του παιδιά σε ό,ποια λείψανα και ό,ποια κόκαλα θέλει. Αλλά αυτό που έλεγαν οσοι υπαρασπιστηκαν το προσκυνημα, ουσιαστικά ήταν ότι θα έπρεπε και το δημόσιο σχολείο να επιβάλει και στα παιδιά των υπόλοιπων, όσων δηλαδή δεν ήθελαν να πάνε τα παιδιά τους σε αυτές τις [για τους ίδιους creepy] τελετές. Η αδυναμία κατανόησης αυτού του αυταρχισμού [να επιβάλλεται σε όλους κάτι που πιστεύουν μερικοί – και να επιβάλλεται μάλιστα ενάντια και στην άποψη όσων εμπλέκονται, είτε είναι παιδιά σε σχολείο, είτε γονείς – και στην συγκεκριμενη περιπτωση ηταν αποπειρα επιβολης στους γονιους] είναι χαρακτηριστικό μιας νοοτροπίας την οποία εκφράζει και ο αρχιεπίσκοπος, αλλά και άλλοι ιδιωτικοί θεσμοί. Είναι ένα είδος προσπάθειας μετατροπής του δημόσιου σε φεουδαρχικό τσιφλίκι μερικών. Αξίζει σε αυτό το πλαίσιο να δει κανείς και την ρητορική απόπειρα δικαιολόγησης αυτού του αυταρχισμού, ο οποίος φαίνεται να βασίζεται σε αδυναμία κατανόησης της ύπαρξης διαφορετικών απόψεων – και ορίων στα πλαίσια μιας φαντασίωσης ότι κάποιοι έχουν "δικαίωμα επιβολής"- να επιβάλουν ομοιομορφία τις προκαταλήψεις/εκδοχές τους, γιατί έτσι έμαθαν και αδυνατούν να αντιληφθούν την ύπαρξη του Άλλου.

Το βασικό επιχείρημα αυτού του αυταρχισμού είναι η θέση ότι είναι υποχρέωση η προπαγάνδα της όποιας μονομερούς άποψης έχουν μερικοί γιατί.. ιστορικά έκανε καλό. Και σε αυτό το πλαίσιο, το να σύρονται παιδιά στο προσκύνημα λείψανων σχετίζεται με κάποιους.. αγώνες που υποτίθεται ότι έκανε η εκκλησία κλπ.. Πέρα από το γεγονός ότι μια μερίδα της κοινωνίας μπορεί να θεωρεί απαράδεκτο γενικά το φαινόμενα με τα λείψανα κλπ [θρησκευτικά ή μη], ακόμα πιο ενδιαφέρουσα είναι η άγνοια, την οποία ανεμίζουν σαν παντιέρα [χωρίς να κατανοούν το γελοίο του επιχειρήματος χωρίς τεκμήρια]. Είναι λες και φωνάζει κάποιος ενάντια στην καταγραφή της ιστορικής αλήθειας για την μη ύπαρξη κρυφού σχολειού - διότι έτσι έμαθε και δεν ενδιαφέρεται να μάθει την αλήθεια. Ή του επιχειρήματος ότι δεν πρέπει τα παιδιά να μάθουν για την σεξουαλικότητα, διότι έτσι ήταν πριν.. Η παραπλάνηση ή το ψέμα, η μονομερής εκδοχή που προβάλλεται ως καθολική αλήθεια, εμφανίζονται ως είδος ιερού που πρέπει να γίνει σεβαστό χωρίς συζήτηση, χωρίς διερεύνηση - χωρίς καν κατανόηση του πλαισίου στο οποίο γίνεται κάτι. Μπορεί ένας μη θρησκευτικός θεσμός να  προωθεί μονομερείς ερμηνείες; Όπως ενδεχομένως είναι και τα υποτιθέμενα θαύματα που συγκαλύπτουν μια σχετικά μακάβρια πρακτική με τα λείψανα; Η ουσία αυτής της προβολής της άγνοιας και της προσπάθειας να λογοκριθεί η ύπαρξη άλλων απόψεων, και άρα δικαιωμάτων στο δημόσιο χώρο, είναι η  αυταρχική νοοτροπία. Αυτός ο αυταρχισμός εμπεδώθηκε στο ελληνοκυπριακό σχολείο από το 1948, και παρά τις σχετικές βελτιώσεις και προόδους μετά το 1974, η νοσταλγία του αυταρχισμού επανέρχεται. Σε μια, λοιπόν, αρχική συνεισφορά στην κατανόηση της ολότητας που περιλαμβάνει και την θρησκευτική εμπειρία, αλλά και την μη θρησκευτική, καταγράφονται πιο κάτω μια σειρά από ιστορικά ντοκουμέντα, που καταδεικνύουν ότι η παρά ότι οι ελληνοκύπριοι δηλώνουν, σε σεβαστή πλειοψηφία, ότι πιστεύουν στο θεό, εντούτοις ιστορικά, και σήμερα, δεν θεωρούν ότι την ό,ποια εμπειρία τους, την εκπροσωπεί κατ’αναγκη η εκκλησία, οι ιερωμένοι [ή ότι όλοι οι ιερωμένοι εκφράζουν κάτι ενιαίο], και ιδιαίτερα οι αξιωματούχοι της εκκλησίας [επίσκοποι, αρχιεπίσκοπος κοκ]. Σαφώς υπάρχουν μερικοί που είναι απόλυτα έτοιμοι να γονατίζουν και να προσκυνούν [λείψανα ή οτιδήποτε] για ψυχολογικούς ή πολιτισμικούς λόγους – αλλά το θέμα είναι αν η δική τους ανάγκη για υποταγή, τους δίνει το δικαίωμα να επιμένουν να επιβάλουν σε άλλους το ό,ποιο βίωμα η φαντασίωση τους.

Ήδη άλλωστε η κυπριακή λαϊκή παράδοση έχει ένα πλούτο που  αμφισβητεί την  μονοδιάστατη πίστη ότι δήθεν οι κύπριοι, ή έστω οι χριστιανοί κύπριοι, ταυτίζονταν απόλυτα [ή και σε μεγάλο βαθμό] με την εκκλησία ως την ηγεσία τους. Αντίθετα, όπως δείχνουν και τα λαϊκά γνωμικά, ή και η γνωστή χειρονομία των ανδρών να πιάνουν τα γεννητικά τους όργανα αν έβλεπαν παπα το πρωί,[1] πίσω και κάτω από την επιφάνεια της δηλωμένης πίστης, υπήρχε και υπάρχει και ένα βάθος καχυποψίας και διαφοροποίησης.. Τί άλλο άλλωστε εκφράζει ο διάχυτος ερωτισμός [εμπορικός ήαυθεντικός], ακόμα και στο κανάλι του αρχιεπίσκοπου, ενώ συνεχίζει, επίσημα από την εκκλησία, να απαγγέλλεται ένας λόγος περί ερωτισμού που παραπέμπει στην αποχή, την παρθενιά, την αντίθεση στην ερωτική απόλαυση κλπ; Η διαφοροποίηση του πώς άτομα, κοινωνικές ομάδες, ή και μεγάλες πλειοψηφίες, αντιλαμβάνονταν το ρόλο της εκκλησίας ή της επίσημης θρησκείας, σε αντίθεση με το δικό τους βίωμα [και συχνά συμφέροντα] εκράγηκε αρκετές φάσεις εναντίον αξιωματούχων της εκκλησίας. Άλλωστε ο νυν αρχιεπίσκοπος θα πρέπει να θυμάται ακόμα την εξέγερση του Παγκρατίου. Αλλά και η Ιστορία γενικότερα είναι γεμάτη από ένα πλουραλισμό ενάντια στην μονοδιάστατη ερμηνεία και επιβολή. Και όπως δείχνουν άλλωστε και τα ιστορικά τεκμήρια, ένα μεγάλο μέρος της τουρκοκυπριακής κοινότητας αποτελείται από απόγονους χριστιανών που έγιναν μουσουλμάνοι για να αποφύγουν τους φόρους της εκκλησίας κατά την οθωμανική περίοδο - ως μια κίνηση διαφωνίας και διαφοροποίησης.

Το βασικό επιχείρημα αυτού του αυταρχισμού είναι η θέση ότι είναι υποχρέωση η προπαγάνδα της όποιας μονομερούς άποψης έχουν μερικοί γιατί.. ιστορικά έκανε καλό. Και σε αυτό το πλαίσιο, το να σύρονται παιδιά στο προσκύνημα λείψανων σχετίζεται με κάποιους.. αγώνες που υποτίθεται ότι έκανε η εκκλησία κλπ.. Πέρα από το γεγονός ότι μια μερίδα της κοινωνίας μπορεί να θεωρεί απαράδεκτο γενικά το φαινόμενα με τα λείψανα κλπ [θρησκευτικά ή μη], ακόμα πιο ενδιαφέρουσα είναι η άγνοια, την οποία ανεμίζουν σαν παντιέρα [χωρίς να κατανοούν το γελοίο του επιχειρήματος χωρίς τεκμήρια]. Είναι λες και φωνάζει κάποιος ενάντια στην καταγραφή της ιστορικής αλήθειας για την μη ύπαρξη κρυφού σχολειού - διότι έτσι έμαθε και δεν ενδιαφέρεται να μάθει την αλήθεια. Ή του επιχειρήματος ότι δεν πρέπει τα παιδιά να μάθουν για την σεξουαλικότητα, διότι έτσι ήταν πριν.. Η παραπλάνηση ή το ψέμα, η μονομερής εκδοχή που προβάλλεται ως καθολική αλήθεια, εμφανίζονται ως είδος ιερού που πρέπει να γίνει σεβαστό χωρίς συζήτηση, χωρίς διερεύνηση - χωρίς καν κατανόηση του πλαισίου στο οποίο γίνεται κάτι. Μπορεί ένας μη θρησκευτικός θεσμός να  προωθεί μονομερείς ερμηνείες;

Η κυπριακή εκκλησία έχει μια ιστορική παράδοση ως ένας θεσμός αυτονομίας των κυπρίων ιθαγενών – κάτι που θα μπορούσε να το δει κάποιος και ως συνέχεια του «κοινού κυπρίων» της αρχαιότητας. Και σαφώς, υπήρξαν άτομα και στην εκκλησία που εξέφρασαν το γενικότερο αίσθημα. Αλλά η εκκλησία παρέμεινε επίσης ένας θεσμός εξουσίας και επιβολής.

Από τη λαϊκή παράδοση: Η εκκλησία και οι παραδόσεις της δεν είναι μόνο τα λείψανα που προσκυνούν πρόθυμα μερικοί, αλλά και η καχυποψία, για τους φορείς της εξουσίας της, για τα θαύματα/προφήτες της κοκ
«Στο ρωμλεϊκο φεουδαρχισμό.. οι παροιμίες του λαού εκφράζουν πραγματικό ταξικό μίσος».. Γ.Κορδάτος

«Ο παπάς εν κάρβουνον. Αν του ντζίσεις αφτούμενον κάφκει σε, αν του ντζίσεις σβηστόν μουζώνεις»

« Που το μαύρο ράσο πόφευκε γιατί τζυνυούν το οι θκιαολοι»

«Ψεύτην έσιεις τζαι προφήτην γυρεύεις»

«Ψουμίν να έσιει το μοναστήριν τζαι καλοήρους βρίσκει πολλούς»

«Χρίστος Κουρτελλάρης, οι παροιμίες του λαού μας»

Η επανάσταση του Ρε Αλέξη [1426] και το χριστιανικό μίσος ενάντια στους καταραμένους χωρικούς… Τα ταξικό μίσος κατά τη λατινική περίοδο δεν διαχωριζόταν σε καθολικό και ορθόδοξο – το μίσος του Λεόντιου Μαχαιρά  για τους «καταραμένους χωριάτες» που επιτίθονταν εναντίον των «χριστιανών» [φαίνεται ότι η θρησκεία των «καταραμένων χωριατών» δεν εγκρινόταν ούτε από τους καρδινάλιους, ούτε από τους ορθόδοξους υπηρέτες τους]
«Και όταν έφυγε ο στρατός των ανόμων, ξεσηκώθηκαν [πολλοί φτωχοί και λεηλάτησαν τους χριστιανούς και σκότωσαν πολλούς].. οι χωριάτες εκλέξανε δικούς τους αρχηγούς στην Λεύκα, τη Λεμεσό, στην Ορεινή, την Περιστερώνα, στη Μόρφου καθώς και στο Λευκόνοικο τον Βασιλιά Αλέξη …Όταν άκουσε ο Καρδινάλιος τις απιστίες και τα κακά που έκαναν οι κλέφτες] κι οι χωριάτες.. [έστειλε εναντίον τους στρατό με στόχο να..] ..διαλύσει τα καπετανάτα των χωρικών. Και πήγανε και βρήκανε τους αρχηγούς στη Μόρφου και την Λεύκα.. και άλλους κρέμασαν, και άλλους έκοψαν τις μύτες και άλλοι το έσκασαν. Και έτσι έπαψε η κακή εξέγερση των καταραμένων χωρικών..»
Λεόντιος Μάχαιρας, εξηγήσεις της γλυκείας χώρας Κύπρου [σε απόδοση/μετάφραση Α. Παυλίδη, σελ. 529]
«Φταίνε οι Επίσκοποι…» …Η φορολογία της εκκλησίας και των ημέτερών της, ως βασική αιτία αλλαγής θρησκείας – από τον χριστιανισμό στο Ισλάμ.. [17Ος αιωνας]
“..πολύς πληθυσμός αρχίζει να προσέρχεται στο Ισλάμ για να αποφύγει την φορολογία. Ο λαϊκός ποιητής «Κωνσταντίνος Δασκαλοποιγήτης από το Επισκοπειό Λεμεσού, που έγραψε με πολύ αίσθημα, πάθος και κοινωνιολογική  διεισδυτικότητα και γνώση, "το τραγούδι του μακαρίτη Μαρκουλή" λίγο πιο ύστερα από τα γεγονότα αυτά, ρητά αναφέρει ότι η αιτία του νέου αυτού ρεύματος για εξισλαμισμό ήταν η φορολογική καταπίεση του Μαρκουλή. Με τους άδικους φορολογικούς του κατάλογους, την "γράφτουσαν", ο Μαρκουλλής γύριζε τα χωριά και αδυσώπητα εισέπραττε, με την βοήθεια των αγάδων και των γενίτσαρων, φόρους ληστρικούς. Το αναφέρει και άλλη πηγή από την Καρπασία, ένα έργο του μοναχού Ακάκιου, που στιγματίζει την "γράφτουσαν" του σκληρού δραγουμάνου. Αυτή η "γράφτουσα" ώθησε πολύν κόσμο να τουρκέψει. Έτσι έχουμε μια άλλη αφορμή εξισλαμισμού, εκτός των καταστολών των εξεγέρσεων: είναι η βαρεία φορολογια και η αδυναμία του φτωχού κόσμου να πληρώσει. Λέει ο ποιητής Κωνσταντίνος: «ετουρκεύαν ολόκληρα χώρια με τους πνευματικούς και τους παπάδες, και σε αυτό φταιν οι επίσκοποι», λέει, «οι τρισκαταραμένοι που είναι καθάριοι λύκοι»…
Κ. Κύρρη ανατομία του οθωμανικού καθεστώτος στην Κύπρο, 1570-1878, σελ. 75-76

Μέχρι και απαγόρευση αλλαγής θρησκείας άρχισαν να σκέφτονται οι οθωμανικές αρχές – τόσο «πιστό» ήταν το ποίμνιο μπροστά στις φορολογίες της εκκλησίας, των δραγουμάνων κοκ…
«Ο πασάς της Λευκωσίας μου είπε ‘εάν συνεχιστεί η τάση τουρκέματος δεν θα εισπράττουμε πια φόρους. Για αυτό σκεφτόμαστε να απαγορεύσουμε το τούρκεμα» περιηγητής Hurtel [1670], σελ. 78, Κύρρης

Αρχές 19ου αιωνα: Όταν η εκκλησία, όχι μόνο θεωρούσε τους πασάδες και κυβερνήτες φίλους και ημέτερους – αλλά και πλήρωνε για την καταστολή των «καταραμένων χωρικών».. Για την εξέγερση του 1804
«Το 1804 οι φορολογικές υποχρεώσεις του λαού αυξάνουν σε μεγάλο βαθμό.. [η εξέγερση του 1804] ήταν ένα από τα κοινά κινήματα ολων των κυπρίων χωρικών αδιακρίτως θρησκεύματος και φυλής.. στην Λευκωσία πολιορκημένοι βρίσκονται έλληνες και τούρκοι πρόκριτοι, ιεράρχες, ο αρχιεπίσκοπος, πασάδες… το πιο ενδιαφέρον πρόσωπο μεταξύ των πολιορκημένων είναι ο κατόπιν κυβερνήτης περίφημος Σεΐτ πασάς, τον οποίον τα αρχεία της εκκλησίας μας , οι κώδικες [XXVI και άλλοι] αναφέρουν ως «ο ημέτερος Ελ Σεγίτ, ο φίλος μας ελ Σεγίτ».. ο Κυπριανός ..αντικαθιστά  [τον ηλικιωμένο αρχιεπίσκοπο].. αυτός πληρώνει και διοικεί στην ουσία τους τούρκους στρατιωτικούς που ήρθαν, 2000, απο την Μικρά Ασία, τους πληρώνει τους μισθούς των.»




Η περίοδος της ρευστότητας στη θρησκευτική ταύτιση – την εποχή της ανόδου των ενοικιαστών φόρων. Ο πληθυσμός της Κύπρου σύμφωνα με την πρώτη νεωτερική ιστορία της χώρας, το «Ιστορία Χρονολογική της Νήσου Κύπρου» του Αρχιμανδρίτη Κυπριανού, το 1788 [από την επανέκδοση του 1902]

Η άλλη παράδοση της εκκλησίας των λαϊκών στρωμάτων: ο ανυπότακτος παπάς… «Σήμερα γιορτάζουμε γιατί νικήσαμε τον γούμενο» ..Αρχές του 20ου αιώνα: Πως δημιουργείται ένα μαζικό εργατικό κίνημα που αμφισβητεί το ιδεολογικά ιερό της εκκλησίας; Το διατρητο του μύθου της δήθεν καθολικά αποδεκτής εκκλησίας ηταν εμφανες από τότε. Και το ότι τοπικοί παπάδες γιόρταζαν την νίκη ενάντια τους «γούμενους» και τους προύχοντες της εκκλησίας, ήταν εκφραστικό μια άλλης παράδοσης που πήγαινε επίσης πίσω στο χρόνο..
Από τα απομνημονεύματα του Πλουτή Σέρβα για μια δίκη της εφημερίδας του Κομμουνιστικού Κόμματος Κύπρου τη δεκαετία του 1920
«Είχαμε γράψει ένα σκληρό άρθρο ενάντια στον ηγούμενο του μοναστηριού του αγίου Νεόφυτου, σχετικά με την εκμετάλλευση των κολίγων του μοναστηριού. Ο ηγούμενος κατέφυγε στα δικαστήρια… ο δικαστής μας απάλλαξε.. αποφασίσαμε να πάμε στην Τσάδα ..και να το γλεντήσουμε. Η Τσάδα ήταν μεγαλοχώρι. Κοντά στην πόλη, και πιο κοντά στο μοναστήρι, που αντλούσε τους πληβείους από εδώ και από διπλανά, επίσης φτωχοχωριά.. έξω από το χωριό περίμεναν την άφιξη μας πολλοί χωριανοί. Μας υποδέχτηκαν με ζητοκραυγές.. Ανάμεσα στους συγκεντρωμένους υπήρχε το καλυμμαύχι του παπά. Ήταν αυτό για εμάς το πιο εκπληκΤικο. Ιδιαίτερα μεγάλη ήταν η συγκίνηση μας όταν τον είδαμε να προσέρχεται πρώτος για να μας σφίξει το χέρι… «..ο θεός να σας ευλογεί» ..Παρόλο που ήταν Αγία Τετάρτη η νοικοκυρά [στο σπίτι του τοπικού αντιπρόσωπου του ΚΚΚ] είχε στήσει ένα πλούσιο τραπέζι..ο παπάς ..σηκώθηκε. Έκανε την προσευχή και ευλόγησε την «τράπεζα ταύτην»..Έβγαλε κατόπιν το καλυμμαύχι. Το έβαλε στην πίσω καρέκλα και με χαριτωμένο χιούμορ πρόσθεσε: "κάθισε και εσύ εκεί. Σήμερα δεν έχουμε νηστεια. Σήμερα έχουμε χαράς ευαγγέλια, γιατί νικήσαμε τον γούμενο.»
Πλουτής Σερβας, "Οταν ήμασταν παιδιά", σελ. 191-192

Η άλλη παράδοση που λογοκρίνεται – γιατί δεν προσκυνά τυφλά τα επιλεγμένα λείψανα: Ο «κόκκινος ηγούμενος» του Μαχαιρά [δεκαετία του 194Ο – ο οποίος ήταν "εψηφισμένος", αλλά ποτέ δεν τον αποδέχτηκε το κατεστημένο της εκκλησίας [και δεν επικύρωσε την εκλογή του] - όπως άλλωστε και τον Λεόντιο, που ξαφνικα "πέθανε" ένα μήνα μετά την εκλογή του.. Για το βαθύ κατεστημένο της εκκλησίας ο Γρηγόριος ήταν «κομμουνιστής» και ήθελε να μοιράσει την γη στους φτωχούς.
«Ο Γρηγόριος, της Μονής Μαχαιρά Ηγούμενος, ήταν ένας τιμιότατος κληρικός τόσο δημοκρατικός ώστε στο κελί του, πανω από το κρεβάτι του, ανάμεσα σε δυο διακοσμητικά σπαθιά, είχε κρεμάσει καδρωμένη τη φωτογραφία  του.. Μάρκου Βαφειάδη, που ηγείτο του αντάρτικου στα βουνά της Ελλάδας!»
Φίφης Ιωάννου, «Έτσι άρχισε το κυπριακό», εκδόσεις Φιλήστωρ, σελ. 194 [η αναφορά του Φίφη, τότε γενικού γραμματέα του ΑΚΕΛ, παραπεμπει στο πως η δεξιά υποχώρησε και αποδέχτηκε την εκλογή του Λεοντείου ως αρχιεπισκόπου, όταν απειλήθηκε με τον εκλογή του Γρηγορίου]…

Η κυπριακή εκκλησία και οι επίσημες εκδοχές της για τη θρησκεία, τον χριστιανισμό, τα επιλεγμένα λείψανα δεν ήταν ποτέ καθολικά αποδεκτές. Πάντα υπήρχαν κοινωνικά στρώματα εκτός εκκλησίας, διαφορετικές ερμηνείες ακόμα και στο εσωτερικό της εκκλησίας – και αντιπαραθέσεις που απεικόνιζαν τις διαμάχες στην κοινωνία ιστορικά. Η πιο μεγάλη νίκη της κοσμικής κοινωνίας που έφερε στην επιφάνεια και τον υπόγειο πλουραλισμό της ήταν η συνεργασία στη Βουλή για να επικυρωθεί ο πολιτικός γάμος κατά τη διάρκεια της προεδρίας Βασιλείου. Μετά άρχισαν διάφοροι να αναζητούν στήριξη στο χρήμα και τα μέσα της εκκλησίας – για εκλογές και για αλλα. Αλλά η διαφοροποίηση συνεχίστηκε και εκράγηκε με την υπόθεση Παγκρατίου. Άλλωστε ακόμα και το 2004, ο ένας επίσκοπος στήριζε την επαναπροσέγγιση, ενώ ο επίσκοπος που με 8% έγινε αρχιεπίσκοπος εξέφρασε την ακριβώς αντίθετη άποψη..

Ο καθένας μπορεί να προσκυνά, λείψανα ή ότι άλλο θέλει. Αλλά η εκκοσμίκευση της κοινωνίας δεν είναι απλώς μέρος της ιστορικής εξέλιξης, αλλά και αναγνώριση ενός πλουραλισμού που πάντα υπήρχε – και καταπίεζαν μερικοί…









[1] Ο Παύλος Ξιούτας σχολιάζοντας την καταγωγή ενος λαϊκού ρητού [«Αρτσίθκια του Παπαλουκά»] παραπέμπει με χιούμορ στην εικόνα πολλών ιερωμένων στη λαϊκή κουλτούρα: «..φαίνεται πως οι τότε παπάδες και καλόγηροι ανέτρεφαν σημαντικού μεγέθους όρχεις ή γεννητικά όργανα, γιατί υπάρχουν αρκετά τέτοια παρομοιώδη». Και μόνο το γεγονός της ύπαρξής τους, σε ένα πλαίσιο απαγόρευσης ακόμα και αναφοράς στα γεννητικά όργανα [βίλλος, πούττος κλπ] από την επίσημη θρησκεία, είναι εκφραστικό της υπόγειας παράδοσης αντίστασης και διακωμώδησης της εξουσίας.

1 σχόλιο:

  1. Βρισκω τον συγγραφεα καταρτισμενο και εμπνευσμενο. Μακαρι να εγκολπωνονταν ολοι αυτες τις ιδεες και αποψεις.

    ΑπάντησηΔιαγραφή