11 Σεπ 2016

Οι μετατοπίσεις των τεκτονικών πλακών στην Τουρκία και στην ευρύτερη περιοχή μετά το πραξικόπημα του Ιουλίου 2016


Οι εξελίξεις του Ιουλίου στην Τουρκία φαίνεται να αποτελούν κομβικό σημείο στις εξελίξεις της περιοχής. Η αποτυχία του πραξικοπήματος, ήταν απλά το πλαίσιο μέσα στο οποίο κινήθηκε η τουρκική κυβέρνηση για να καταφέρει μια αλλαγή θέσης στο σκηνικό ισορροπιών ισχύος στην περιοχή. Αλλα και σημαντικών αλλαγών στο εσωτερικό της χώρας. Ήδη ο Σεπτέμβριος μπαίνει με ένα νέο σκηνικό – η Τουρκία έχει φτιάξει μια ζώνη στην βόρεια Συρία αλλα φαίνεται σε ένα νέο πλαίσιο αποδοχής του νέου της ρόλου – ενώ ΗΠΑ και Ρωσία ανακοίνωσαν νέα εκεχειρία, αλλα και συμφωνία μεταξύ τους, ενώ η συριακή κυβέρνηση περικύκλωσε οριστικά τις περιοχές του Χαλεπιού που ελέγχουν οι ισλαμιστές. Για να κατανοηθεί αυτό το νέο πλαίσιο θα πρέπει να δούμε τις εξελίξεις στην Τουρκία – γιατί σε ένα μεγάλο βαθμό αυτές οι εξελίξεις και οι μεταμορφώσεις, δεν είναι κάτι ξαφνικο, αλλα θα μπορούσε κανείς να τις δει σαν επιτάχυνση δομικων και συστημικων διαδικασιών που επηρεάζουν ευρύτερα την περιοχή. Από την Κύπρο μέχρι το Ιράκ.
Το πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου δεν ανέτρεψε κάτι, αλλά επιτάχυνε μια σειρά διαδικασιών – τόσο εσωτερικά, όσο και εξωτερικά. Και στους δυο τομείς οι εξελίξεις στην Τουρκία θα έχουν αποφασιστικό ρόλο για την διαμόρφωση της Τουρκίας και της ευρύτερης περιοχής της Ανατολικής Μεσόγειου στο μέλλον.  Τα γεγονότα τα ίδια έχουν ειπωθεί αρκετές φορές, οπότε αρκεί μόνο μια τυπική επανάληψη ως πλαίσιο: πάρα το ότι το πραξικόπημα φάνηκε να ευνοεί τον Ερντογάν [και ο ίδιος φάνηκε να το αναγνωρίζει με τη φράση “το έστειλε ο θεός”], εντούτοις τα δεδομένα που υπάρχουν είναι ότι έγινε, όντως, μια απόπειρα πραξικοπήματος. Ίσως κακά προετοιμασμένη, ίσως βεβιασμένη, ίσως [πιο πιθανό] η πτέρυγα Ερντογάν να είχε πληροφορηθεί – και να ήταν έτοιμη. Αυτά είναι λεπτομέρειες που θα φανούν στην συνέχεια ή σε βάθος χρόνου. Όμως, το ουσιώδες ίσως να έχει περάσει, ακόμα, απαρατήρητο/ασχολίαστο:
1. δεν είναι εύκολο, πια, να κάνεις πραξικοπήματα, χωρίς να είσαι σίγουρος ότι θα έχεις λαϊκή στήριξη στο δρόμο, και με τα δεδομένα δίκτυα επικοινωνίας της εποχής μας [με τον Ερντογάν να εμφανίζεται σαν Πόκεμον που βγάζει διάγγελμα μέσω τηλεφώνου], αλλά και τις διεθνείς συγκυρίες [με διάφορες άλλες δυνάμεις, πέρα από τη Δύση, να είναι έτοιμες να στηρίξουν τον Ερντογάν πάρα τις διαφορές μαζί του, σε ένα πλαίσιο ρευστών συμμαχιών και μεταμορφώσεων του περιφερειακού γεωπολιτικού τοπίου].
2. Η εικόνα της Τουρκίας ως χώρας με πραξικοπήματα κάθε 10 χρόνια, η οποία εμφανίστηκε αμέσως στα διεθνή και τοπικά ΜΜΕ, έμοιαζε μεν με μια σκιαγράφηση - αλλά κουβαλούσε και μια παραπλάνηση. Τα πραξικοπήματα στην Τουρκία [με εξαίρεση ίσως εκείνο του 1980] δεν ήταν αιματοβαμμένες εκκαθαρίσεις όπως στην Ινδονησία ή στη λατινική Αμερική – και, το χειρότερο για τους πραξικοπηματίες, η επόμενη μέρα δεν τους δικαίωνε.
Η Ιστορία των πραξικοπημάτων στην Τουρκία: απλώς ανέστειλαν διαδικασίες, κανένα δεν πέτυχε – η Τουρκική κοινωνία αλλάζει από τα κάτω και είναι πια ντε φάκτο δημοκρατική
Το πραξικόπημα του 1960 κρέμασε μεν το πρωθυπουργό, αλλά έγιναν αμέσως εκλογές το 1961, και το νέο συντηρητικό κόμμα ήρθε μόλις δεύτερο μετά τους κεμαλικούς [το κόμμα των οποίων δεν στήριξε το πραξικόπημα και ο Ινονού επέμενε στην επιστροφή στη δημοκρατική νομιμότητα]. 4 χρόνια μετά, το κόμμα δικαιοσύνης [το συντηρητικό κόμμα] σάρωσε τις εκλογές με 52%. Το πραξικόπημα δεν πέτυχε τίποτα όσον άφορα στις τάσεις στο κοινωνικό σώμα. Απλώς αποκάλυψε τις τάσεις που διαμορφωνόταν στο εσωτερικό του στρατού. Ακολούθησε μια διεφθαρμένη περίοδος με το συντηρητικό κόμμα [το κόμμα δικαιοσύνης του Ντεμιρέλ], αλλά και εντάσεις στο εσωτερικό του στρατού – και την ανάδυση μιας ριζοσπαστικής αριστεράς. Το πραξικόπημα του 1971 είχε σαν στόχο την διαφθορά άλλα οι κεμαλικοι αξιωματικοί, σκόπευαν, σύμφωνα με τις προθέσεις τους, να προχωρήσουν και σε μια ριζοσπαστική αγροτική μεταρρύθμιση – τον τομέα όπου είχε ριζώσει το συντηρητικό κίνημα. Πάλι τίποτα δεν έγινε. Αντίθετα, οι στρατιωτικοί δεν φάνηκαν να μπορούν να κάνουν πολλά και σύντομα ξαναγινόταν εκλογές. Οπότε τότε εμφανίζεται πια και το νέο -ισλαμικό κίνημα του ερμπακαν. Αλλά εκείνη την περίοδο εμφανίζεται δυναμικά και η αριστερά στους δρόμους.
Και ειρωνικά η αριστερή διανόηση και μερίδα της αριστεράς έδειχνε ανοχή στους ισλαμιστές, λόγω της καταστολής της δεκαετίας του 1980. Η πλατεία Ταχρίρ της Αιγυπτου, οπου η αριστερα και οι ισλαμιστες βρεθηκαν για ένα συντομο διαστημα μαζι, είχε παιχτεί προηγουμένως στην Τουρκία. Ταυτόχρονα, από τα αντάρτικα κινήματα της ένοπλης αριστεράς, το κουρδικό κίνημα αναδείχθηκε ως το πιο πετυχημένο μοντέλο.
Το πραξικόπημα του 1980 είναι αποφασιστικό γιατί ακριβώς είχε στόχο την αριστερά. Η άκρα δεξιά, με την οποία η αριστερά συγκρουόταν στους δρόμους, δεν είχε φυσικά να αντιμετωπίσει ανάλογη καταστολή. Η Τουρκία μπήκε πραγματικά στο γύψο για μια περίοδο, αλλά το υποτιθέμενο νέο πολιτικό σύστημα διήρκεσε μερικά χρόνια και την δεκαετία του 1990, επανήλθαν πια ως μαζικό ρεύμα οι ισλαμιστές, η συνέχεια, δηλαδή, του κινήματος των άρχων του 1970. Και ειρωνικά η αριστερή διανόηση και μερίδα της αριστεράς έδειχνε ανοχή στους ισλαμιστές, λόγω της καταστολής της δεκαετίας του 1980. Η πλατεία Ταχρίρ της Αιγυπτου, οπου η αριστερα και οι ισλαμιστες βρεθηκαν για ένα συντομο διαστημα μαζι, είχε παιχτεί προηγουμένως στην Τουρκία. Ταυτόχρονα, από τα αντάρτικα κινήματα της ένοπλης αριστεράς, το κουρδικό κίνημα αναδείχθηκε ως το πιο πετυχημένο μοντέλο. Όμως και στο κεμαλικό κόμμα σταδιακά, αλλά σταθερά, άρχισε μια μεταμόρφωση που οδήγησε στον νυν ηγέτη, ένα αλεβίτη κοσμικό με ανοιχτές, πια, προσβάσεις στην αριστερά. Το ότι ο Ακιντζή επισκέφθηκε, μετά το πραξικόπημα, τον ηγέτη των κεμαλιστών και δεν ακούστηκαν τα γνωστά εθνικιστικά κλισέ , είναι ίσως συμπτωματικά εκφραστικό.
Οπότε, πέρα από την αντιπάθεια της τουρκικής κοινωνίας για δεκαετία του πραξικοπήματος [1980ς] ή και την ένταση της προηγούμενης 20ετίας, το γεγονός παραμένει ότι η εξέλιξη της τουρκικής κοινωνίας δεν καθορίστηκε από τα πραξικοπήματα – μπορεί να καθυστέρησαν διαδικασίες, αλλά ουσιαστικά αποδείχτηκαν ανεπιτυχείς προσπάθειες να αλλάξει η κοινωνία από τα πάνω προς τα κάτω.
Ένα πραξικόπημα το οποίο η Δύση μάλλον θα ευλογούσε, απέτυχε. Το δίκτυο Γκιουλέν είναι από μόνο του μια ιστορική σύνδεση με τη Δύση
Οι αντιδράσεις στη Δύση για την αποτυχία του πραξικοπήματος μπορεί να πει κανείς ότι ήταν παγωμένες αρχικά και μετά ήταν αρνητικές – όπως και στη συνομοταξία των ελλήνων εθνικιστών και των κυπρίων απορριπτικών – ή και μερίδας των τουρκοκυπρίων.  Και δεν ήταν μόνο ότι υπήρχε μια ισλαμική αύρα στους δρόμους – η Δύση καταπίνει κωμικά για χρόνια τώρα ότι οι ένοπλοι που στηρίζει στη Συρία είναι ακραίοι, βίαιοι και ιστορικά αντιδυτικοί ισλαμιστές. Δεν υπήρχε ίχνος από τη λαγνεία της Ταχρίρ. Όσοι ήθελαν να ανατραπεί ο Ερντογάν ή όσοι έψαχναν έτσι και αλλιώς κάτι κακό να πουν για την Τουρκία [αν νικούσε το πραξικόπημα θα έλεγαν, ιδού είναι αυταρχικοί δεν σέβονται τη δημοκρατία – νίκησε ο Ερντογάν και η Δημοκρατία, και το σενάριο είναι ότι είναι αυταρχικός ο Ερντογάν, άρα δεν είναι δημοκρατία κοκ] είπαν αυτό που θα έλεγαν έτσι και αλλιώς. Και σε αυτό βοήθησε η άμεση κίνηση του Ερντογάν και του κινήματος που εκπροσωπει να εκμεταλλευτούν τη συγκυρία. Οι σαρωτικές κινήσεις του Ερντογάν να εκκαθαρίσει το κρατικό μηχανισμό, δεν θύμιζαν την κλασική εικόνα αποτροπής ή ανατροπής πραξικοπήματος, αλλαά ένα είδος ντε φάκτο πραξικόπημα από την ανάποδη. Ήταν, όμως, παραπλανητική αυτή η εικόνα – ανεξάρτητα από τον αυταρχισμό είτε του Ερντογάν είτε του κινήματος που τον στηρίζει. Οι εκκαθαρίσεις φαίνεται να ήταν όντως εστιασμένες στο δίκτυο Γκιουλέν και στο δημόσιο και στον ιδιωτικό οικονομικό χώρο.

 Ο Ν. Μουδούρος  είχε ίσως την πιο ολοκληρωμένη και ισορροπημένη ανάγνωση της κατάστασης και του συγκεκριμένου κινήματος – ανεξάρτητα από την εμφανή προσπάθεια του Ερντογάν να προσωποποιήσει την επίθεση εναντίον του και να την δαιμονοποιήσει στο πρόσωπο του Γκιουλέν. Το δίκτυο Γκιουλέν είναι προϊόν του ψυχρού πολέμου, της τότε αντικομουνιστικής εκστρατείας, αλλά και της προσπάθειας της Δύσης να προωθήσει ένα πιο φιλελεύθερο Ισλάμ. Αν είναι να συγκρίνει κανείς το κίνημα Γκιουλέν με τους Γαουχαμπιστές, σαφώς οι γκιουλενιστές είναι ένας πιο συνεπής, με την ιδεολογία της Δύσης, σύμμαχος. Βέβαια, η Δύση παίζει για δεκαετίες με τους δυο ισλαμικούς πόλους. Ο Γκιουλέν, όμως εκφράζει, και μια μορφή νέο-αποικισμού για τους ιθαγενείς του χώρου του – εστιάζει, όπως παρατήρησε, ο Μούδουρος στη δημιουργία μιας νέας ελίτ, που θα αναδυθεί στην εξουσία, και θα επιβάλει την δυτικόστροφη πορεία. Σε αυτό το πλαίσιο ο Γκιουλέν και ο Ερντογάν, όπως και ο Ερμπακάν πριν, εκφράζουν εντελώς διαφορετικές οπτικές της κουλτούρας του πολιτικού Ισλάμ στην νεωτερικότητα. Το λαϊκό Ισλάμ, το οποίο εκφράζει ο Ερντογάν, είναι επίσης συντηρητικό, αλλά ντε φάκτο πιο δημοκρατικό – ως είδος ντε φάκτο περάσματος στην νεωτερικότητα. Βασίζεται λ.χ. σε εκλογές παρά σε  κρυφές ελίτ ή μοναρχικές διαδοχές. Αλλά και το όραμα του είναι βαθιά καχύποπτο απέναντι στη Δύση σε αντίθεση και με τον Γκιουλέν [που θυμίζει ένα μουσουλμάνο Σόρος] ή/τους Γουαχαμπιστές της Σαουδικής Αραβίας, οι οποίοι φυσικά διαφέρουν από την δυτική νεωτερικότητα, αλλά ποντάρουν στην στρατιωτική στήριξη των δυτικών συμφερόντων.

Ο Ερντογάν σαν ο συνεχιστής του Ατατούρκ που ολοκληρώνει την ανεξαρτησία
Οπότε οι εκκαθαρίσεις μετά το πραξικόπημα ήταν στοχευόμενες – εστίασαν όντως στους οπαδούς του Γκιουλέν. Αυτό ήταν εμφανές από την απουσία αντιδράσεων από τα 3 μεγάλα κόμματα της αντιπολίτευσης – ιδιαίτερα από το κεμαλικό και το κουρδικό κόμμα, τα οποία οργάνωσαν και δικές τους εκδηλώσεις ενάντια στο πραξικόπημα. Αυτό που έκανε ο Ερντογάν είναι ότι ξήλωσε τα δίκτυα που ο ίδιος είχε βοηθήσει να στηθούν μέσα στον κρατικό μηχανισμό. Σε ένα δομικό επίπεδο, αυτό σηματοδοτεί μια βαθιά ρήξη στο τούρκικο ισλαμικό κίνημα με προεκτάσεις ανάμεσα στην ελίτ περισσότερο παρά στις λαϊκής μάζες σε αυτό το στάδιο. Όμως, σηματοδοτεί και μια σαφή επέκταση της αντιδυτικης, ή για να είμαστε πιο ακριβείς, αυτόνομης πολιτικής του τούρκικου Ισλάμ. Η στήριξη του Ερντογάν από το Ιράν και φυσικά η ιστορική κίνηση συνάντησης με τον Πούτιν αμέσως μετά το πραξικόπημα σηματοδοτούν μια σημαντική γεωπολιτική κίνηση, με προεκτάσεις, μεταμόρφωσης – ακριβώς, γιατί όμως, προεκτείνει διαδικασίες που ήταν υπό εξέλιξη ή είχαν παγιδευτεί και μπαίνουν ξανά σε πιο ελεύθερη διακύμανση. Ιστορική μπορεί να πει κάποιος.
Αυτή η μεταμόρφωση όμως δεν σημαίνει, όπως απλοϊκά άφησαν μερικοί να νοηθεί, ότι η Τουρκία θα έφευγε από τη σφαίρα επιρροής της Δύσης για να αναζητήσει άλλη σφαίρα επιρροής. Αυτές οι αναλύσεις παραβλέπουν ότι η Τουρκία [ως χώρα-κράτος, γεωπολιτικά – ανεξάρτητα από το εσωτερικό ιδεολογικό χρώμα της κυβερνητικης εξουσίας] οδεύει, πια, στην επιστροφή της και ως σημαντική περιφερειακή δύναμη – αλλά και ως ένας βασικός παίκτης στην ευρασία, και κατά συνέπεια, παγκόσμια.  Μια σημαντική διάσταση όσον αφορά στη σημειολογία ήταν η έντονη προβολή της εικόνας του Κεμάλ. Αν όντως η αντίσταση ήταν μια ισλαμική, έστω εξέγερση ενάντια σε ένα κεμαλικο πραξικόπημα, τότε η εικόνα του Κεμάλ δεν είχε νόημα. Θα μπορούσε να πει κάποιος ότι η έμφαση στο “μεγάλο Κεμάλ” με τις φωτογραφίες του συνοδεύουν την εμφανώς προσεγμένη δημόσια εικόνα του Ερντογάν και των γύρω του, είχε να κάνει με την προσπάθεια να καλοπιάσουν τους κεμαλιστες για να μην ταχθούν με το πραξικόπημα. Όμως, ο Ερντογάν είχε ήδη ένα νέο φαντασιακό να προτείνει – είναι ο διάδοχος του Κεμάλ όσον αφορά στην απελευθέρωση της χώρας. Ο Κεμάλ έκανε τον πόλεμο της ανεξαρτησίας από τη δυτική/ελληνική εισβολή [όπως βιώθηκε στην Τουρκία] και ο Ερντογάν τώρα θα οδηγούσε την Τουρκία σε ένα νέο πόλεμο της ανεξαρτησίας – για αυτονόμηση από τη Δύση.
Ο λόγος που δεν ταυτίστηκαν με το πραξικόπημα οι κοινωνικές πολιτικές τάσεις που εκπροσωπούν τα 3 μεγάλα κόμματα πέρα από τους ισλαμιστές, και το μισό πληθυσμό της Τουρκίας όσον αφορά στα αισθήματα τους για τον Ερντογάν, ήταν σαφή σε αυτό το πλαίσιο: οι κεμαλιστές δεν είχαν εμπλοκή και δεν καταδιώχθηκαν, αντίθετα μάλλον είδαν με ικανοποίηση από την μια την ενδό-ισλαμική διαμάχη, αλλά και το γεγονός ότι δικαιώνονταν όσοι φώναζαν πριν για το δίκτυο Γκιουλέν ως ένα είδος ισλαμικής μασονίας. Οι εθνικιστές, από την άλλη, φαινόταν να έχουν προσεγγίσει τον Ερντογάν μετά την κίνηση του να ξεκινήσει τον πόλεμο με τους κούρδους πέρσι, ως κινηση ανατροπής του εκλογικού αποτέλεσματος που έφερε το κόμμα του χωρίς πλειοψηφία στη βουλή. Όμως, η ιδέα μιας ευρασιατικής πια έμφασης της Τουρκίας, είναι μια τάση που υπήρχε από τη δεκαετία του 1960 και εκφράζει και κεμαλικούς, αλλά και τους εθνικιστές. Οι κούρδοι από την άλλη, έτσι και αλλιώς ζουν σε διάφορα «καθεστώτα έκτακτης ανάγκης» από τη δεκαετία του 1980. Ο στρατός είναι σίγουρα ο πρώτος αντίπαλος – ενώ ο Ερντογάν, όπως έχει αποδείξει και πριν, και ιδιαίτερα μετά το πραξικόπημα, μπορεί να ελίσσεται.
Σε αυτό το πλαίσιο ο Ερντογάν κατάφερε μέσω της αντίδρασης στο πραξικόπημα να επιταχύνει τις διαδικασίες και να σπρώξει τα δεδομένα ένα βήμα παρακάτω – άλλαξε εξωτερικά σύμμαχους, τοποθετώντας πια τον εαυτό του πλησιέστερα στη Ρωσία και το Ιράν από όπου ελπίζει να βρει, όχι απλώς γεωπολιτικούς σύμμαχους, αλλά και οικονομικούς σύμμαχους για να οικοδομήσει την εικόνα τους Τουρκίας σαν κόμβου αγωγών ενέργειας. Άλλωστε πέρα από τα επιφανειακά φούμαρα [οι μοναρχίες του κόλπου να διαμαρτύρονται με εξαπτέρυγα τα δυτικά ΜΜΕ, γιατί δεν υπάρχει «δημοκρατία» ..στη Συρία] των επεμβάσεων στη Συρία, η γεωγραφική θέση της χώρας σε σχέση με μελλοντικούς αγωγούς [ιδιαίτερα για το Κατάρ] ίσως εξηγεί πιο ρεαλιστικά το μένος και την επένδυση μερικών.
Ο Ερντογάν θυμίζει χαρισματικές μορφές όπως τον Α. Παπανδρέου για να πάρουμε μια εικόνα από την περιοχή, παρά τις ιδεολογικές διαφορές. Οδήγησε την Ελλάδα στο ξεπέρασμα του καθεστώτος του εμφυλίου με την εκδημοκρατικοποίηση της χώρας [που είχε ξεκινήσει έτσι και αλλιώς μετά την ήττα/ανατροπή της χούντας το 1974] και ακολούθως εξέφρασε μια πορεία αυτονομίας. Που έχει ιστορικές ρίζες, αλλά σαφώς επίσης εκφράζει πια και μια σαφή θέση της ελληνικής κοινωνίας με μελλοντικές-ιστορικές προοπτικές. Και ο αντί-αμερικανισμός του Ερντογάν και των οπαδών του, όπως και της πλειοψηφίας των τούρκων πολιτών, μοιάζει με το έντονο αντί-αμερικανικό κλίμα που είχε διαμορφωθεί στην Ελλάδα το 1974 [η πτώση της χούντας ήταν ουσιαστικά η ανατροπή του πραξικοπήματος].
Η Συρία ως αποκάλυψη της στρατηγικής Ερντογάν και του νέου πλαισίου στην περιοχή
Ο χώρος, όπου φάνηκε με σαφήνεια το ότι η αποτυχία του πραξικοπήματος επιτάχυνε διαδικασίες ήταν σαφώς η γεωπολιτική μετατόπιση την οποία κατάφερε ο Ερντογάν – και η οποία εντάσσεται σε μια ευρύτερη διαδικασία τέλους της κηδεμονίας της περιοχής από τις ΗΠΑ και την εμπέδωση, πια, ενός πολύ-πολικού συστήματος/πολυαρχίας στην περιοχή. Αρχικά, είχε παρατηρηθεί ότι το πραξικόπημα συνέπεσε με την στροφή του Ερντογάν σε γεφύρωση των διαφορών με Ρωσία και Ισραήλ. Φημολογείτο μάλιστα ότι η απομάκρυνση Νταβούτογλου [ο οποίος πιστωνόταν την ευθύνη για την κατάρριψη του ρωσικού αεροπλάνου - ή έστω τον μη καλό χειρισμό του θέματος] ήταν μέρος της ευρύτερης προσπάθειας του Ερντογάν. Βέβαια, η κίνηση προς την Ρωσία συνοδευόταν και από αντίστοιχη κίνηση προς Ισραήλ, το οποίο πρέπει να ικανοποίησε το φίλο-ισραηλινό λόμπι στις ΗΠΑ, και αυτό ήταν και κάτι που προωθούσε το δίκτυο Γκιουλέν. Όμως, η σύγκριση των 2 περιπτώσεων δείχνει με σχετική σαφήνεια το πλαίσιο μέσα στο οποίο κινήθηκε η στρατηγική Ερντογάν. Στην μεν περίπτωση του Ισραήλ ήταν το Ισραήλ που απολογήθηκε τελικά, ενώ την περίπτωση της Ρωσίας απολογήθηκε η Τουρκία. Έδειχνε και τη συγκριτική δύναμη κάθε κράτους, αλλά άγγιζε και σε ένα κοινό παρονομαστή – και στις 2 περιπτώσεις η Τουρκία στήριζε τη διαφύλαξη των συνόρων πια. Αλλά σαφώς αναγνώριζε, επίσης, ότι η Ρωσία ήταν πια και νότια των τούρκικων συνόρων. Επιπλέον, η Ρωσία φαίνεται να έχει αντέξει τις επιθέσεις της Δύσης τα τελευταία χρόνια, και μάλιστα φαίνεται να είναι κερδισμένη σε διάφορους χώρους – και τη Μέση Ανατολή. Και σαν μη δυτική δύναμη είναι ντε φάκτο σύμμαχος του Ερντογάν – όπως άλλωστε και το Ιράν με το οποίο η Τουρκία συνέχισε να έχει σχέσεις, παρά τις διάφορες τους στην Συρία.
Η σημειολογία ήταν ενδιαφέρουσα. Η πρώτη συνάντηση του Ερντογάν με ξένο ηγέτη, ήταν με τον Πούτιν, ενώ το ιρανικό πρακτορείο ειδήσεων άφηνε να διαρρεύσει “είδηση/πληροφορία” ότι ο Πούτιν ειχε προειδοποιήσει τον Ερντογάν. Ενώ ο Ερντογάν και εσωτερικά έσφιγγε τα λουριά στη χρήση της βάσης Ιντζιρλίκ. Αμέσως μετά την συνάντηση, η ρωσική πλευρά σε μια φαινομενικά άσχετη στιγμή, δημοσιοποίησε τη σύλληψη πρακτόρων των ουκρανικών αρχών του Κίεβου που είχαν στόχο να προκαλέσουν δολιοφθορές στην Κριμαία. Η μόνη χώρα, πλην την Ρωσίας που έχει κάποια πολιτισμική πρόσβαση στην Κριμαία, είναι η Τουρκία λόγω Τατάρων. Λίγες εβδομάδες μετά, η Ρωσία φάνηκε να διαμεσολαβεί μεταξύ κυβερνητικών δυνάμεων και κούρδων στη βόρεια Συρία, ενώ μετά η Τουρκία έκανε εισβολή [με την σαφή ανοχή της Ρωσίας] και εκδίωξε το ισλαμικό κράτος από μια συνοριακή πόλη – αλλά το μήνυμα ήταν  ότι η κουρδική οντότητα θα έπρεπε να περιοριστεί ανατολικά του Ευφράτη. Η επίσκεψη Μπάιτεν ήταν σαφώς μέρος της αναγνώρισης του νέου ρόλου της Τουρκίας – οι ΗΠΑ αναγνώριζαν στον Ερντογάν δικαίωμα να παρεμβαίνει στην επέκταση των κούρδων της Συρίας.
Οι μεταμορφώσεις της στρατηγικής του Ερντογάν: από την απρόθυμη εμπλοκή του 2011, στην πλήρη ταύτιση με την στήριξη των ισλαμιστών στη Συρία, στη σταδιακή αποστασιοποίηση και την αλλαγή θέσης στο πλαίσιο εξουσίας της περιοχής
Η Τουρκία παραμένει με κουρδικό πρόβλημα – και αργά ή γρήγορα ο Ερντογάν θα πρέπει να μιλήσει με τον Οτσαλάν ή ότι εκφράζει ο Οτσαλάν, αλλά και οι κινήσεις του στο συριακό. Αν το δει κανείς ιστορικά θα μπορούσε να πει ότι ο Ερντογάν και η Τουρκία εμπλάκηκαν κάπως απρόθυμα στη διαδικασια μετατροπής των αραβικών κινητοποιήσεων το 2011, σε μηχανισμούς ανατροπής ανεπιθύμητων για την Δύση και την Σαουδική Αραβία καθεστώτων. Μετατοπίζωντας, δηλαδή, την έμφαση των αρχικών κινητοποιήσεων στην Τυνησία και την Αίγυπτο. Η μετατόπιση από το Μπαχρέιν στη Λιβύη ήταν η πιο ξεκάθαρη κίνηση στο τέλος του Μαρτίου του 2011 – και σε ότι αφορά τα δυτικά και αραβικά-μοναρχικά ΜΜΕ, αλλά και σε πολιτικό επίπεδο. Ο Ερντογάν ήταν απρόθυμος αρχικά για την ανατροπή στην Λιβύη, και ανάλογα διστακτικός ήταν και για την Συρία. Σαφέστατα ήθελε να προωθήσει  τα συγγενικά ιδεολογικά σχήματα της Μουσουλμανικής Αδελφότητας, αλλά έβλεπε μάλλον και τις περιπλοκές – αλλά και το ξεκάθαρα μακρύ [έστω και υπόγεια] χέρι της Δύσης.
Θα πρέπει να υπενθυμιστεί ότι το τουρκικό ισλαμικό κίνημα δεν ήταν επίσης θετικό για την αμερικανική εισβολή στο Ιράκ το 2003 – αν και ο Ερντογάν, σε αντίθεση με τον Γκιουλ, ψήφισε υπέρ του να επιτραπεί στις ΗΠΑ να εισβάλουν στο Ιράκ από τουρκικό έδαφος – ήταν φαίνεται η ψήφος που νομιμοποίησε την ανοχή των ΗΠΑ στην εμπέδωση της εξουσίας του. Αν και τελικα οι ΗΠΑ δεν εξασφάλισαν άδεια για επίθεση μέσω Τουρκίας. Καθώς, όμως, η συριακή κρίση, το 2011-12, φαινόταν να μην ακολουθεί το σενάριο της γρήγορης ανατροπής, και ακολούθως φάνηκε να υπάρχει έντονη αντίσταση των κοσμικών [και των μειονοτήτων] ενάντια στους ισλαμιστές, αλλά και εξωτερική βοήθεια [από Ρωσία και σιητικά κράτη και κινήματα], η Τουρκία βρέθηκε εγκλωβισμένη σε ένα διευρυνόμενο αδιέξοδο.
Στη βόρεια Συρία, τον χώρο ο οποίος λειτουργούσε σαν βάση του κουρδικού κινήματος του Οτσαλάν από την δεκαετία του 1980, εμφανίστηκε μια αυτόνομη συγκρότηση, καθώς τα στρατεύματα της κυβέρνησης ουσιαστικά άφησαν στους κούρδους την αυτοδιοίκηση και την αυτοπροστασία από τους ισλαμιστές. Όπως διαμορφωνόταν το μέτωπο στην Συρία, οι κούρδοι και η κυβέρνηση της Συρίας ήταν ντε φάκτο σύμμαχοι. Η ελπίδα του Ερντογάν και του τουρκικού κράτους ήταν φυσικά να ηττηθούν οι κούρδοι – για αυτό ενδεχομένως η τουρκική κυβέρνηση, όπως αποκαλύφθηκε, φάνηκε να εμπλέκεται στην στήριξη των πιο σκληροπυρηνικών ισλαμιστών. Αλλά καθώς η όλη κατάσταση φαινόταν να βαλτώνει, μετά την αποτυχία της προσπάθειας να εκμαιευτεί δυτική παρέμβαση [όπως στην Λιβύη] το 2013 [μετά από ρωσική παρέμβαση] τα πράγματα έγιναν χειρότερα. Σε εκεινη την συγκυρία, η Σαουδαραβική συμμαχία διαισθάνθηκε να χάνει την αμέριστη δυτική στήριξη ή την ικανότητα/ δυνατότητα της Δύσης να παρεμβαίνει για να τους εξυπηρετήσει. Και δεν ήταν μόνο ο Ομπάμα που αντέδρασε, αλλά και στρατιωτικοί κύκλοι που έβλεπαν ότι οι δήθεν «αγωνιστές της ελευθερίας» στη Συρία ήταν ακριβώς οι ίδιοι με τους τρομοκράτες που υποτίθεται ότι πολεμούσαν οι ΗΠΑ από το 2001 – και ιδιαίτερα στο Ιρακ μετά το 2003. Ο Ερντογάν και ο κύκλος του φαίνεται να προσπάθησε να κινηθεί αυτόνομα τότε, το 2012-13, και να στηρίξει το σαουδαραβικό πρότζεκτ – την Αλ Κάιντα της Μεσοποταμίας που εξελισσόταν σε ΙΣΙΣ. Και φυσικά, όχι μόνο εκείνη την οργάνωση – απλώς εκείνη αναδείχθηκε η πιο επιτυχημένη.
Σε εκείνο το κομβικό σημείο ο Ερντογάν προσπαθούσε μέσα από το χάος στη Μέση Ανατολή να κατασκευάσει και τα δικά του σενάρια αυτονομίας – από τη μια ήταν σε αντιπαράθεση με τη Σαουδική Αραβία για την Αίγυπτο [και για την Χαμάς] από την άλλη έφτιαχνε συμμαχίες μαζί τους για τη Συρία. Σε εκείνο το σημείο το δίκτυο Γκιουλέν άρχισε εναντίον του – στα τέλη του 2013 άρχισε η δημοσιοποίηση στοιχείων εναντίον του Ερντογά, της οικογένειας και συνεργατών με τους ισλαμιστές στη Συρία. Ήδη το σκηνικό στο εσωτερικό της Τουρκίας είχε οδηγηθεί σε πόλωση μετά τις κινητοποιήσεις για το πάρκο Γκεζί που άρχισαν, πια, να επιτίθεαι ανοικτά στον Ερντογάν. Και η κεμαλική αντιπολίτευση άρχισε να γίνεται πιο έντονη, στην κοινωνία και με τη δυναμική του δρόμου, για τις ισλαικές κινήσεις του Ερντογάν, εσωτερικά και εξωτερικά.
Υπό πίεση ο Ερντογάν εξαπέλυσε μια θεσμική αντεπίθεση ενάντια στους Γκιουλενιστές με απολύσεις, αλλαγές στα θεσμικά όργανα, επιθέσεις σε ΜΜΕ κοκ. Αγωνιζόταν για το κεφάλι του, αφού η επίθεση τον απειλούσε με νομική θεσμική κρίση. Είχε μπει πια και σε ένα αυταρχικό μονόδρομο – και τα σημάδια αποστασιοποίησης από το στρατόπεδο ήταν εμφανή. Όμως, ο Ερντογά κατάφερε να κρατήσει ένα σημαντικό κριτικό όγκο οπαδών – καμιά δημοσκόπηση δεν τον έδειχνε κάτω από 40%. Αλλά το πρόβλημα δνε ήταν μόνο η εσωτερική αμφισβήτηση, αλλά η αυξανόμενη εξωτερική αποτυχία – από την ελπίδα το 2011 να αναδειχθεί η Τουρκία, άρχισε να είναι απομονωμένη – και ιδιαίτερα στο συριακό φαινόταν, όχι απλώς ηττημένη, αλλά να έχει δημιουργήσει ένα είδος μπούμεραγκ με την ανάπτυξη του κουρδικού μορφώματος στη βόρεια Συρία. Και ήδη είχε αρχίσε και ένα είδος αντιπαράθεσης με τους κούρδους της Τουρκίας, καθώς οι αλλαγές που υποσχόταν ο Ερντογάν καθυστερούσαν.
Οι σαρωτικές νίκες του ΙΣΙΣ/Ισλαμικού κράτους στα μεσα 2014, στο Ιρακ και την Συρια φάνηκαν να αναζωπυρώνουν τις ελπίδες ότι η αποτυχία των ισλαμιστών στην Συρία μπορούσε να ανατραπεί. Ο ΙΣΙΣ, το “σαουδαραβικό προτζεκτ”, όπως το αποκαλούσαν αρκετοί διπλωμάτες και, μυστικές υπηρεσίες στην περιοχή, φάνηκε, όμως, να αυτονομείται και αυτό και να αποκτά δυναμική πέρα από τα αναμενόμενα. Η Σαουδική Αραβία πάντως συνέχιζε να ελπίζει για ένα διάστημα ότι θα μπορούσε να τους χειραγωγήσει και η Τουρκία τηρούσε επίσης φιλικές αποστάσεις – όταν καταλήφθηκε λ.χ. η Μοσούλη, η Τουρκία είχε κανάλια συνομιλίας μαζί με τις νέες ισλαμικές αρχές. Όμως, ο ΙΣΙΣ αυτονομήθηκε ευρύτερα και έκανε την δική του εκστρατεία που αρκετά γρήγορα έφερε αντιπαράθεση με τη Δύση. Ξαφνικά, το συγκριτικά πιο πετυχημένο στρατιωτικό χαρτί των ισλαμιστών, εξελίχθηκε πιο γρήγορα, από ότι ήθελαν και οι δυτικές μυστικές υπηρεσίας, σε «Αλ Κάιντα» [σε αντί-δυτικό "παίκτη" δηλαδή], και ανάγκασε τους σύμμαχους του να κρατήσουν αποστάσεις. Είναι σε σχέση με αυτό το πλαίσιο που το δίκτυο Γκιουλέν προσπάθησε αρχικά το 2013 με 2014 να κτυπήσει τον Ερντογάν μέσα από αστυνομικές έρευνες.
Ο Ερντογάν έβλεπε πια ότι η Δύση άρχισε να στρέφεται εναντίον του – η στήριξη του στην Χαμάς, η διαφωνία του με τον στρατηγικό εταίρο της Δύσης, την Σαουδική Αραβία, για την Αίγυπτο [όπου ο Ερντογάν υποστήριζε με θέρμη της παράνομη πια μουσουλμανική αδελφότητα] τον έκαναν.. διαθέσιμο για ανατροπή.
Και το αδιεξοδο για τον Ερντογάν φάνηκε ξεκάθαρα με την ήττα στις εκλογές του 2015, όταν το κόμμα του δεν εξασφάλισε, για πρώτη φορά, πειοψηφία. Αυτό ήταν αποτέλεσμα της εκτόξευσης του ποσοστού του φιλοκουρδικού κόμματος στις εκλογές – και την εμφάνιση του σαν ένα ευρύτερα αριστερό κόμμα. Η αντίδραση του ήταν ουσιαστικά να εξαπολύσει ένα πόλεμο ενάντια στο κουρδικό κίνημα, αναζητώντας συμμαχίες και ψήφους από το εθνικιστικό κόμμα.

Μια στροφή του Ερντογάν προς συμφωνία με τον Οτσαλάν, θα άλλαζε την ισορροπία στο πιο επικίνδυνο σημείο για την Τουρκία – το αντάρτικο που δεν μπορεί να νικήσει [το κουρδικό] αλλά και την σχέση της Τουρκίας με την κουρδική περιοχή της Συρίας. Είναι ένα ρίσκο – αλλά ο Ερντογάν απέδειξε ότι μπορεί να βγάζει λαγούς από το καπέλο. Για την ώρα πάντως θα ήταν μάλλον άνετος να δεχθεί λύση στο κυπριακό, και έτσι θα βελτίωνε κάπως την εικόνα με τους ευρωπαίους, διατηρώντας ταυτόχρονα την σταδιακή του αυτονομοποίηση από την ένταξη την ΕΕ. Η Τουρκία του μέλλοντος μάλλον θα αναζητήσει στο μοντέλο της Βρετανίας μετά το brexit την σχέση της με την Ευρώπη. Και είναι πια πολύ πιθανόν ότι οι εσωτερικές μεταλλάξεις στην Τουρκία, οδηγούν πια και το ηγεμονικό πλαίσιο του πολιτικού λόγου, να διεκδικεί την αυτονομία και την απαίτηση για σεβασμό απο την Δύση σαν προϋπόθεση για συζήτηση.
Το κουρδικό πρόβλημα του Ερντογάν: από τα πρωτοποριακά ανοίγματα στους κούρδους, στην ένοπλη σύγκρουση για να κερδίσει τις εκλογές, αλλά και για να αντιμετωπίσει τη συγκρότηση των κούρδων της Συρίας... στον δομικά αναπόφευτκο, σε κάποιο στάδιο, διάλογο με τον Οτσαλάν.
Αλλά η “αλεπού από τις αλάνες" [όπως θα μπορούσε να αποκαλέσει κάποιος τον Ερντογάν], εδρασε τελικά πιο έξυπνα/στρατηγικά και από τον καθολικά αναγνωρισμένο πρωθυπουργό του. Αποφάσισε να ανοίξει και ο ίδιος μέτωπα και να αναδιαταξει την τράπουλα. Έβλεπε ότι αμερικανοί, στην απελπισία τους να βρουν κάποιο στρατιωτικό σύμμαχο στην Συρία που να μην είναι απλοί μισθοφόροι που θα πουλούν τα όπλα τους στους ακραίους ισλαμιστές [με τους οποίους οι αμερικανοί δεν μπορούσαν πια να συνεργάζονται δημόσια], κατέφυγαν στους κούρδους του ..Οτσαλάν στην Συρία. Έτσι, άνοιξε το μέτωπο με τους κούρδους σε πολλαπλά επίπεδα – εσωτερικά για να προσεταιριστεί τους εθνικιστές, εξωτερικά για να αντιμετωπίσει τον κίνδυνο κουρδικού μοντέλου με πρότυπο την Ροτζάβα στη βόρεια Συρία. Και αυτή η κίνηση ικανοποιούσε του κεμαλιστές στρατηγούς, αλλά και αξιωματούχους που είναι στρατευμένοι με την προστασία του τουρκικού κράτους. Σε αυτό το πλαίσιο ο Ερντογάν κατάφερε μέσω της αντίδρασης στο πραξικόπημα να επιταχύνει τις διαδικασίες και να σπρώξει τα δεδομένα ένα βήμα παρακάτω – άλλαξε εξωτερικά σύμμαχους, τοποθετώντας πια τον εαυτό του πλησιέστερα στη Ρωσία και το Ιράν από όπου ελπίζει να βρει, όχι απλώς γεωπολιτικούς σύμμαχους, αλλά και οικονομικούς σύμμαχους για να οικοδομήσει την εικόνα τους Τουρκίας σαν κόμβου αγωγών ενέργειας. Άλλωστε πέρα από τα επιφανειακά φούμαρα [οι μοναρχίες του κόλπου να διαμαρτύρονται με εξαπτέρυγα τα δυτικά ΜΜΕ, γιατί δεν υπάρχει «δημοκρατία» ..στη Συρία] των επεμβάσεων στη Συρία, η γεωγραφική θέση της χώρας σε σχέση με μελλοντικούς αγωγούς [ιδιαίτερα για το Κατάρ] ίσως εξηγεί πιο ρεαλιστικά το μένος και την επένδυση μερικών.
Αυτή την στιγμή ο Ερντογάν είναι αυτόνομος παίκτης που μπορεί να εκβιάζει τη Δύση που έχει ακόμα βάσεις στην χώρα του, αλλά έχει και άλλες άκρες και εν δυνάμει σύμμαχους – με τους οποίους θα μπορούσε εν δυνάμει να προχωρήσει σε συμμαχίες. Το πιο λογικό, φυσικά, είναι ότι ο Ερντογάν θα κρατήσει ισορροπίες – όπως έκανε ο Μακάριος, όπως έκανε ο Παπανδρέου. Αλλά η ικανότητα των δυτικών να καθορίζουν τις εξελίξεις στην Τουρκία έχει μια μειωθεί δραματικά.
Στο εσωτερικό της Τουρκίας, ο Ερντογάν έχει να αντιμετωπίσει δυο προβλήματα – το ένα είναι το ενδεχόμενο ισλαμικών επιθέσεων αντεκδίκησης μετά την εγκατάλειψη των τέως σύμμαχων. Αλλά η σχετική άνεση με την οποία οι ισλαμιστές του ΙΣΙΣ εγκατέλειψαν την Τζαραπλούς [ενώ σε άλλες περιπτώσεις δίνουν μάχες για μέρες ή εβδομάδες] ήταν ίσως χαρακτηριστική υπόγειων δικτύων. Το μεγαλύτερο του πρόβλημα είναι οι κούρδοι – η απάντηση δεν είναι δύσκολη: μια συμφωνία με τον Οτσαλάν. Ο Ερντογάν έχει αποδείξει ότι έχει σαν άτομο ηγέτης την φανατική στήριξη σχεδόν του 40% του τούρκικου πληθυσμού. Υπάρχει όμως και ένα μαλακό ισλαμικό σκέλος στήριξης [το οποίο φοβόταν και φοβάται ο Ερντογάν ότι μπορεί να αυτονομηθεί – είτε με Γκιουλέν, είτε με άλλους, ίσως και τέως ηγετικά στελέχη του κινήματος του, όπως ο Γκιουλ ή ο Νταβούτογλου] αλλά από εκεί και πέρα υπάρχει και ένα έντονο ζήτημα μη αποδοχής του από το υπόλοιπο μισό της τουρκικής κοινωνίας. Το πραξικόπημα, η αντίσταση, η δαιμονοποίηση του Γκιουλέν σαν του δυτικού πράκτορα που υπονόμευε το κράτος του Κεμάλ, βελτίωσαν σαφώς την εικόνα του Ερντογάν – αλλά έμμεσα. Για την ώρα στηρίζεται στους εθνικιστές, και έχει την ανοχή των κεμαλιστών. Όμως, το πρόβλημα με τους κούρδους μπορεί να λυθεί μόνο με την συζήτηση των δυο μεγάλων πολιτικών ηγετών της Τουρκίας σήμερα [και οι δύο μάλιστα έχουν και γεωπολιτικές βλέψεις-οράματα]: του Ερντογάν και του Οτσαλάν. Ο Οτσαλάν έχει ήδη διαμορφώσει ένα ιδεολογικό και πολιτικό πλαίσιο που θα του επιτρέψει να αποδεχτεί δημοκρατική παρουσία/συμμετοχή των κούρδων στην Τουρκία, με αιτήματα για ομοσπονδοποίηση προοδευτικά.
Μια στροφή του Ερντογάν προς συμφωνία με τον Οτσαλάν, θα άλλαζε την ισορροπία στο πιο επικίνδυνο σημείο για την Τουρκία – το αντάρτικο που δεν μπορεί να νικήσει [το κουρδικό] αλλά και την σχέση της Τουρκίας με την κουρδική περιοχή της Συρίας. Είναι ένα ρίσκο – αλλά ο Ερντογάν απέδειξε ότι μπορεί να βγάζει λαγούς από το καπέλο. Για την ώρα πάντως θα ήταν μάλλον άνετος να δεχθεί λύση στο κυπριακό, και έτσι θα βελτίωνε κάπως την εικόνα με τους ευρωπαίους, διατηρώντας ταυτόχρονα την σταδιακή του αυτονομοποίηση από την ένταξη την ΕΕ. Η Τουρκία του μέλλοντος μάλλον θα αναζητήσει στο μοντέλο της Βρετανίας μετά το brexit την σχέση της με την Ευρώπη. Και είναι πια πολύ πιθανόν ότι οι εσωτερικές μεταλλάξεις στην Τουρκία, οδηγούν πια και το ηγεμονικό πλαίσιο του πολιτικού λόγου, να διεκδικεί την αυτονομία και την απαίτηση για σεβασμό απο την Δύση σαν προϋπόθεση για συζήτηση.
Εικόνες της νέας Μέσης Ανατολής: όταν παραδέχεται και Μπρεζίνσκι ότι οι δεν είναι πια η παγκόσμια ηγεμονική δύναμη, σε συνάρτηση με το τι συμβαίνει στη Μέση Ανατολή, μάλλον η αλλαγή είναι βαθιά και δραματική από την οπτική του παγμόσμιου συστήματος.
Αυτό που αναδύεται από τις φλόγες είναι μια νέα Ανατολική Μεσόγειος. Η περίοδος της δυτικής ηγεμονίας πέρασε πια ανεπιστρεπτί. Συμπτωματικά ίσως, αλλά όχι τυχαία, αυτές τις μέρες με τις οβιδιακες μεταμορφώσεις στις τουρκικές πολιτικές [εσωτερικά και εξωτερικά], ένα κείμενο του Μπρεζίνσκι, καταγράφει τα ερείπια της δυτικής ηγεμονίας. Το 1997 ο Μπρεζίνσκι είχε δημοσιεύσει ένα βιβλίο “Η μεγάλη σκακιέρα” όπου, όπως και ο Κίσσιγκερ με ανάλογο βιβλίο την ίδια περίοδο, διακήρυσσε ότι οι ΗΠΑ ήταν η πρώτη και μοναδική παγκόσμια δύναμη [μετά το τέλος του ψυχρού πόλεμου] και μάλιστα έδινε συμβουλές για το πως να διαχειριστούν αυτοκρατορικά την επικράτεια τους. Για την Ρωσία μάλιστα, με την άνεση της αυτοκρατορικής αυταπάτης, εισηγείται ότι θα ήταν καλύτερα  να διαιρεθεί σε 3 μέρη. Τέτοια όνειρα.. εκδίκησης. 19 χρόνια μετά ο Μπρεζίνσκι είναι πια προσγειωμένος. Ο τόνος του απηχεί την αντίπαλη [την δεκαετία του 1990] ανάλυση, του Βάλλερσταϊν από τα αριστερά και του Χάντιγκτον από τα δεξιά, ότι η “μεγάλη στιγμή” της αμερικανικής ηγεμονίας είχε περάσει ανεπιστρεπτί [από την δεκαετία του 1970 για τον Βάλλερσταϊν]. Ο Μπρεζίσκι στο νέο του κείμενο ξεκινά με νοσταλγικές αναφορές, στη στιγμή της παγκόσμιας δύναμης, αλλά αναγνωρίζει και αυτός πια το τέλος της φαντασίωσης.
Καθώς τελειώνει η εποχή της παγκόσμιας κυριαρχίας των ΗΠΑ, η χώρα πρέπει να αναλάβει την πρωτοβουλία/ηγεσία στην αναδιάταξη της παγκόσμιας αρχιτεκτονικής της εξουσίας.  Πέντε μεταβλητές/διαστάσεις οι οποίες σχετίζονται με την ανάδυση της αναδιανομής της παγκόσμιας πολιτικής εξουσίας, και τη βίαιη πολιτική αφύπνιση στην Μέση Ανατολή, σηματοδοτούν, την επερχόμενη νέα πολιτική αναδιάταξη.  Η πρώτη από αυτές τις μεταβλητές/διαστάσεις είναι ότι οι ΗΠΑ είναι μεν ακόμα η πιο ισχυρή οντότητα παγκόσμια, πολιτικά, οικονομικά και στρατιωτικά, αλλά με δεδομένες τις περίπλοκες γεωπολιτικές μετατοπίσεις στις περιφερειακές συμμαχίες, δεν είναι πια η παγκόσμια αυτοκρατορική/imperial δύναμη.”[1]
Και οι εξελίξεις στην Τουρκία, όπως και η αποτυχία της Δύσης στη Συρία, της Σαουδικής Αραβίας και στη Συρία και στην Υεμένη, σηματοδοτούν ένα νέο πλαίσιο...
Καθώς τελειώνει η εποχή της παγκόσμιας κυριαρχίας των ΗΠΑ… Πέντε μεταβλητές/διαστάσεις οι οποίες σχετίζονται με την ανάδυση της αναδιανομής της παγκόσμιας πολιτικής εξουσίας, και τη βίαιη πολιτική αφύπνιση στην Μέση Ανατολή, σηματοδοτούν, την επερχόμενη νέα πολιτική αναδιάταξη.  Η πρώτη από αυτές τις μεταβλητές/διαστάσεις είναι ότι οι ΗΠΑ είναι μεν ακόμα η πιο ισχυρή οντότητα παγκόσμια, πολιτικά, οικονομικά και στρατιωτικά, αλλά με δεδομένες τις περίπλοκες γεωπολιτικές μετατοπίσεις στις περιφερειακές συμμαχίες, δεν είναι πια η παγκόσμια αυτοκρατορική/imperial δύναμη…


[1]              “As its era of global dominance ends, the United States needs to take the lead in realigning the global power architecture. Five basic verities regarding the emerging redistribution of global political power and the violent political awakening in the Middle East are signaling the coming of a new global realignment.The first of these verities is that the United States is still the world’s politically, economically, and militarily most powerful entity but, given complex geopolitical shifts in regional balances, it is no longer the globally imperial power.” (Toward a Global Realignment, Zbigniew Brzezinski, The American Interest)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου