10 Ιουλ 2016

Τί ήταν και τί πέτυχε η αντίσταση του 1974 [Πέρα από την τραγωδία οι Κύπριοι, μικροί και αδύναμοι στο παγκόσμιο σύστημα, κατάφεραν όχι μόνο να επιβιώσουν αλλά και να γίνουν πρωταγωνιστές, αποτρέποντας το σενάριο της μετατροπής/επιστροφής τους σε καθεστώς πειθήνιων ιθαγενών μια αποικίας που θα διοικείτο από τα γειτονικά κράτη]




Η τραγωδία που ακολούθησε τη 15η Ιουλίου δημιούργησε ένα μαρτυρολογικό κλίμα, το οποίο, φυσικά, είχε τη λογική και τη δικαιολογία του, αλλά το οποίο επισκίασε μια σειρά από σημαντικές διαστάσεις τόσο της αντίστασης, όσο και των επιτυχιών της. Αν ξεκινήσουμε από το μαρτυρολογικό κλίμα, η θλίψη είναι διάχυτη και κοινή. Για τους ελληνοκύπριους, το 1974 ως σύνολο ήταν μια πρωτοφανής τραγωδία – δέχτηκαν μια εισβολή μετά από το πραξικόπημα, η οποία είχε ως αποτέλεσμα το γνωστό τρίπτυχο: πρόσφυγες, νεκροί, αγνοούμενοι - και φυσικά, την απώλεια του ελέγχου στο 36% του συνόλου του νησιού, και σε σημαντικές πλουτοπαραγωγικές πηγές. Αλλά και για τους τουρκοκύπριους, των οποίων η επίσημη αφήγηση πρόβαλε το καλοκαίρι του 1974, ως το τέλος μιας βασανιστικής δεκαετίας, εκείνη η χρονιά υπήρξε ιδιαίτερα τραυματική: έγιναν οι δυο μεγάλες σφαγές τουρκοκύπριων [Τόχνη και Αλόα – Σανταλάρης] ενώ και το ξεσπίτωμα των τουρκοκύπριων της νότιας Κύπρου, δεν ήταν μια συνειδητή επιλογή. Ήταν, επίσης, μια υποχρεωτική προσφυγοποιήση, που άφησε μάλιστα και μερικά συγκινητικά σημάδια της θλίψης του διαχωρισμού στις εικόνες των τουρκοκύπριων που άφηναν το κλειδί του σπιτιού τους στους ελληνοκύπριους γείτονες.

Οι κύπριοι, και των δυο κοινοτήτων, ήταν μικροί και αδύναμοι, μπροστά στους μεγάλους παίκτες – είχαν να διαφυλάξουν και το χώρο τους, αλλά και να προβάλουν μια αβέβαιη μορφή νεωτερικότητας, την οποία είχαν αναπτύξει την προηγούμενη περίοδο, και η οποία, όμως, ήταν καταπιεσμένη από τον ηγεμονικό εθνικό λόγο. Και αυτό, παρά την ανεξαρτησία της περιόδου 1960- 74, η οποία ήταν μεν μια νομική πραγματικότητα, αλλά η αποδοχή της οποίας ήταν σχεδόν λογοκρινόμενη στον ηγεμονικό λόγο, ο οποίος βασιζόταν στη ρητορική της δεξιάς από το 1948, με διεκδικήσεις νομιμοποίησης της εξουσίας που ανέλαβε το 1960… Και φυσικά, εκείνη η περίοδος, 1960 – 74, ήταν ακριβώς η περίοδος που ο μύθος του εθνικού λόγου, η Ελλάδα, έπαψε να είναι «μητέρα» κοκ, και έγινε αυτό που είναι όλα τα κράτη – ένας μηχανισμός εξουσίας που ήθελε να επιβληθεί στους κύπριους, και τους οποίους αντιμετώπιζε συχνά σαν ιθαγενείς, που έπρεπε απλώς να υπακούν.. Και ήταν η αντίσταση ενάντια σε αυτές τις επεμβάσεις που έφερε στην επιφάνεια τελικά την ολοκλήρωση της ανεξαρτησίας, έστω και μέσα από την τραγωδία, το 1974. Και ανάλογα εξελίχθηκαν τα δεδομένα και στην τουρκοκυπριακή κοινότητα μετά.

Οι επίσημες αφηγήσεις, λοιπόν, αλλά και η επιφάνεια της μνήμης, εστιάζει στο θρήνο. Οι εθνικιστές στην ελληνοκυπριακή κοινότητα αναφέρουν την έννοια της ήττας ως ένα είδος άγχους ευνουχισμού. Για τους τουρκοκύπριους, η φαινομενική σωτηρία με την εισβολή μετατράπηκε σύντομα σε φόβο εξαφάνιση από τις εισροές μεταναστών [έποικων κατά τους ελληνοκύπριους, αγροίκους «μαυρογέννηδες» κατά τους τουρκοκύπριους] αλλά και τον έλεγχο της Τουρκίας. Κάτω από την επιφάνεια, όμως, το 1974, μαζί με την τραγωδία ήταν και μια νίκη μιας σειράς ιστορικών μορφών αντίστασης, η μεταπολεμική επικράτηση των οποίων οδήγησε σε ένα παράδοξο φαινόμενο: τη δικαίωση των μικρών και των αδύναμων μέσα από την κρίση και παρα την τραγωδια… Οι κύπριοι, και των δυο κοινοτήτων, ήταν μικροί και αδύναμοι, μπροστά στους μεγάλους παίκτες – είχαν να διαφυλάξουν και το χώρο τους, αλλά και να προβάλουν μια αβέβαιη μορφή νεωτερικότητας, την οποία είχαν αναπτύξει την προηγούμενη περίοδο, και η οποία, όμως, ήταν καταπιεσμένη από τον ηγεμονικό εθνικό λόγο. Και αυτό, παρά την ανεξαρτησία της περιόδου 1960- 74,η οποία ήταν μεν μια νομική πραγματικότητα, αλλά η αποδοχή της οποίας ήταν σχεδόν λογοκρινόμενη στον ηγεμονικό λόγο, ο οποίος βασιζόταν στη ρητορική της δεξιάς από το 1948, με διεκδικήσεις νομιμοποίησης της εξουσίας που ανέλαβε το 1960 [και η οποία οικοδομήθηκε και στη ρουσφετολογία] στους νεκρούς της ΕΟΚΑ. Και φυσικά, εκείνη η περίοδος, 1960 – 74, ήταν ακριβώς η περίοδος που ο μύθος του εθνικού λόγου, η Ελλάδα, έπαψε να είναι «μητέρα» κοκ, και έγινε αυτό που είναι όλα τα κράτη – ένας μηχανισμός εξουσίας που ήθελε να επιβληθεί στους κύπριους, και τους οποίους αντιμετώπιζε συχνά σαν ιθαγενείς, που έπρεπε απλώς να υπακούν.. Και ήταν η αντίσταση ενάντια σε αυτές τις επεμβάσεις που έφερε στην επιφάνεια, τελικά, την ολοκλήρωση της ανεξαρτησίας, έστω και μέσα από την τραγωδία, το 1974. Και ανάλογα εξελίχθηκαν τα δεδομένα και στην τουρκοκυπριακή κοινότητα μετά.

Ο στόχος του πραξικοπήματος και της εισβολής: καταβολές της διχοτόμησης ως μοντέλο διατήρησης των κύπριων σε αποικιακό καθεστώς – το μοντέλο του 1922 με τους ηττημένους πληθυσμούς που ανταλλάσσονταν πειθήνια ανάμεσα στα μεγάλα κράτη της περιοχής
Για να κατανοηθεί αυτή η νίκη της αντίστασης μέσα από την τραγωδία, θα πρέπει να δούμε τις σκόπιμες ή δομικές διαστάσεις των επεμβάσεων του Ιούλη- Αυγούστου του 1974. Το κυρίαρχο μοτίβο των εξωτερικών κρατικών επεμβάσεων [τούρκικων, ελληνικών ή νατοϊκών] την περίοδο 1964-74 ήταν η επιβολή της διχοτόμησης – και της διπλής ένωσης/προσάρτησης. Η ιδέα της διχοτόμησης εμφανίστηκε στα τέλη της δεκαετίας του 1950, ως η τουρκική εθνικιστική απάντηση στο ελληνοκυπριακό σύνθημα της ένωσης, το οποίο είχε πια και ένοπλη μορφή με την ΕΟΚΑ. Ως αίτημα συνέχιζε τη λογική της ανταλλαγής πληθυσμών που είχε αποφασιστεί το 1923, μετά τη μικρασιατική καταστροφή. Τότε, η αποτυχία του ελληνικού στρατού να επιβληθεί απέναντι στο κίνημα του Κεμάλ στο εσωτερικό της Τουρκίας, οδήγησε σε μια τραγωδία, όπου 1,5 εκατομμύρια χριστιανοί [μερικοί μάλιστα τουρκόφωνοι] αναγκάστηκαν να φύγουν [ακόμα και από περιοχές που δεν είχαν εμπλακεί στις διαμάχες της προηγούμενης περιόδου – όπως η Καππαδοκία] και σε αντάλλαγμα, όσοι μουσουλμάνοι είχαν απομένει [μετά από τις προηγούμενες βίαιες μετακινήσεις και εκδιώξεις πληθυσμών της περιόδου των βαλκανικών πόλεμων], είτε στη βόρεια Ελλάδα, είτε στην Κρήτη, αναγκάστηκαν επίσης να φύγουν – υπολογίζονταν σε μισό εκατομμύριο. Για την Κύπρο, η τουρκική εισήγηση για διχοτόμηση φαινόταν να κουβαλά μέσα της όλη τη σκληράδα και την αδιαφορία για τον πόνο της καθημερινότητας, που οδήγησε τους κάτοικους της Καππαδοκίας να χωριστούν από τους γείτονές τους χωρίς να κατανοούν το λόγο, ή τους τουρκοκρητικούς [όσοι είχαν απομείνει από τα προηγούμενα «ρεύματα μετανάστευσης»] να φύγουν και αυτοί με ένα «οδυρμό», όπως τον περιγράφει ο Πρεβελάκης.[1] Και αφήνοντας πίσω τους ένα αίσθημα τραύματος κάτω από την επιφάνεια της επικράτησης των χριστιανών, όπως το κατέγραψε ο Καζαντζάκης.[2]

Η εισήγηση για διχοτόμηση, και η χρήση της από τους βρετανούς για να τοποθετηθούν σε ρόλο διαμεσολαβητή, πανικόβαλε την ελληνοκυπριακή ηγεσία της δεξιάς, που ξεκίνησε την ΕΟΚΑ, και έτσι καταλήξαμε στη Ζυρίχη – και το αναπόφευκτο, δομικά με βάση τα δεδομένα και την εποχή, αποτέλεσμα της ανεξαρτησίας. Ακολούθως, όμως, η διχοτόμηση απέκτησε την νέα και οριστική της, πια, μορφή ως γεωπολιτική διεκδίκηση από τους δυτικούς σαν απαίτηση για έλεγχο του νησιού – την κατάργηση, δηλαδή, της Κυπριακής Δημοκρατίας, και το διαχωρισμό του νησιού σε 3 περιοχές που θα διοικούνταν από την Ελλάδα, τη Βρετανία [την περιοχή των βάσεων που στο νέο καθεστώς θα ήταν σε ένα καθεστώς Γιβραλτάρ] και την Τουρκία, που θα διοικούσε το βόρειο μέρος της Κύπρου με την παρουσία στρατιωτικής βάσης.

Για την Κύπρο, η τουρκική εισήγηση για διχοτόμηση φαινόταν να κουβαλά μέσα της όλη τη σκληράδα και την αδιαφορία για τον πόνο της καθημερινότητας, που οδήγησε τους κάτοικους της Καππαδοκίας να χωριστούν από τους γείτονές τους χωρίς να κατανοούν το λόγο, ή τους τουρκοκρητικούς [όσοι είχαν απομείνει από τα προηγούμενα «ρεύματα μετανάστευσης»] να φύγουν και αυτοί με ένα «οδυρμό», όπως τον περιγράφει ο Πρεβελάκης…

Η ανάδυση της ανεξαρτησίας ως μορφή συνείδησης της ωριμότητας του εκμοντερνισμού και κατανόησης των γεωπολιτικών δεδομένων: η δεκαετία του 1940
Αυτό το σενάριο της διχοτόμησης [την κατάργηση της ανεξαρτησίας και τον διαμοιρασμό του νησιού ανάμεσα στις εγγυήτριες δυνάμεις] ήταν το κυρίαρχο μοτίβο της περιόδου 1964-1974.. Σε αυτό το στόχο φαίνεται να σύγκλιναν τα συμφέροντα και των 3 εγγυητριών δυνάμεων, σαν κρατικών δομών αλλα και των συμφερόντων που έλεγχαν αυτές τις δομές, αλλά και η τοπική ακροδεξιά και στις δυο κοινότητες.. Για να κατανοηθεί αυτή η σύγκλιση θα πρέπει να ειδωθεί η συγκεκριμένη περίοδος στο ιστορικό της πλαίσιο.. Η ανεξαρτησία μπορεί να ήρθε λόγω του αδιέξοδου των εθνικισμών να επικρατήσουν στην μεταξύ τους διαμάχη την δεκαετία του 1950, αλλά ως αίτημα δεν ήταν άγνωστο: είχε προταθεί πρωτοποριακά από τους κομμουνιστές την δεκαετία του 1920, και πιο διστακτικά, ως μορφή αυτονομίας, από τους βενιζελικούς. Το αίτημα για ανεξαρτησία παρέμεινε η γραμμή του ΚΚΚ, μέχρι και τη δημιουργία του ΑΚΕΛ το 1941, όταν έγινε στροφή στο σύνθημα της «αυτοδιάθεσης» αρχικά και μετά πιο ανοικτά της ένωσης, καθώς φαινόταν ότι το αριστερό κίνημα αντίστασης θα επικρατούσε στην Ελλάδα. Όμως και οι ευρύτερες τάσεις για ανεξαρτησία υπήρχαν από τη δεκαετία του 1930 με πιο γνωστή την κίνηση για την αυτονομία της Κύπρου,[3] η οποία φαίνεται ότι προσέλκυσε και ενδιαφέρον τουρκοκυπρίων παραγόντων.


Ουσιαστικά, η περίοδος 1947-59 ήταν μια αμφιταλάντευση ανάμεσα στη σταδιακή συνειδητοποίηση ότι σε μια δικοινοτική πλουραλιστική κοινωνία, και σε μια εποχή όπου κυριαρχούσε διεθνώς στα αντί-αποικιακά κινήματα το αίτημα για ανεξαρτησία, το αίτημα της ένωσης ήταν, πια, ξεπερασμένο από την πραγματικότητα, η οποία αναδυόταν και στο εσωτερικό της Κύπρου. Αλλά η ένωση ήταν η ηγεμονική ιδεολογία των μηχανισμών της τοπικής εξουσίας στην ελληνοκυπριακη κοινότητα..

Η δεκαετία του 1940 με την εμφάνιση των μαζικών κινημάτων των λαϊκών στρωμάτων, αλλά και των μαζικών κομμάτων της αριστεράς και της δεξιάς, δημιούργησε ένα επιφανειακό ηγεμονικό προφίλ ενωτισμού, στο οποίο είχε προσχωρήσει και η αριστερά, καθώς διευρυνόταν η επιρροή της,[4] αλλά κάτω από την επιφάνεια υπήρχε και το ανεξαρτησιακό υπόστρωμα[5] που αναπτυσσόταν, καθώς η τοπική κοινωνία εκμοντερνιζόταν και άρχιζε, πια, να αποκτά αυτοσυνείδηση της δικής της ιδιαίτερης μορφής νεωτερικότητας,[6] αλλά και ευρύτερης ιστορίας, και να αρχίζει να τίθεται το θέμα ότι θα μπορούσε να αυτοδιοικηθεί, παρά να αναζητεί χώρες για να προσαρτηθεί… Αυτή η εσωτερική διαδικασία που ενισχυόταν και από την ανάπτυξη μαζικών κινημάτων που διεκδικούσαν εκδημοκρατισμό, αλλά και χρησιμοποιούσαν το βρετανικό αποικιακό πλαίσιο για να διερευνούν τα δικαιώματα των ιθαγενών, συμβάδιζε με τις διεθνείς εξελίξεις, που ξεπερνούσαν, πια, τη λογική και ρητορική της εποχής των αυτοκρατοριών [στην οποία ανήκε η λογική της ένωσης/προσάρτησης] και όδευαν στο νέο μετααποικιακό κόσμο των ανεξάρτητων κρατών..

Ουσιαστικά, η περίοδος 1947-59 ήταν μια αμφιταλάντευση ανάμεσα στη σταδιακή συνειδητοποίηση ότι σε μια δικοινοτική πλουραλιστική κοινωνία, και σε μια εποχή όπου κυριαρχούσε διεθνώς στα αντί-αποικιακά κινήματα το αίτημα για ανεξαρτησία, το αίτημα της ένωσης ήταν, πια, ξεπερασμένο από την πραγματικότητα, η οποία αναδυόταν και στο εσωτερικό της Κύπρου. Αλλά η ένωση ήταν η ηγεμονική ιδεολογία των μηχανισμών της τοπικής εξουσίας στην ελληνοκυπριακή κοινότητα.[7] Και οπως ορθά το έθεσε η R. Bryant[8] ήταν και ένας τρόπος διεκδίκησης εκμοντερνισμού διαφορετικού από τον αποικιακό. Και αυτή η διάσταση, που ήταν σημαντική στην πρώιμη μορφή της βρετανικής αποικιοκρατίας, και την τότε ανάπτυξη του εθνικισμού, διατηρούσε μια γοητεία ανάμεσα στα συντηρητικά στρώματα που έβλεπαν στον εθνικισμό μια μετάλλαξη της παραδοσιακής τους θρησκευτικής ταυτότητας. Και ανάλογα είχε κινηθεί και η τουρκοκυπριακή κοινότητα.

Όμως, παρά την ηγεμονική επιφάνεια ήταν σαφής, κάτω από την επιφάνεια, στην καθημερινότητα, και η ανάδυση των διεκδικήσεων που όδευαν στην νέα εποχή της ανεξαρτησίας.[9] Όταν οι βρετανοί, υπό την πίεση των αντί-αποικιακών κινητοποιήσεων [ιδιαίτερα της αριστεράς τότε] πρότειναν συζήτηση για σύνταγμα αυτοκυβέρνησης, συμμετείχε στις συζητήσεις η αριστερά μαζί με φιλελεύθερους συνεργαζόμενους, όπως ο Ι. Κληρίδης [ή  Θ. Παπαδόπουλος], και εκπρόσωποι των τουρκοκυπρίων. Η ε/κ δεξιά, όμως, δεν συμμετείχε σε μεγάλο βαθμό, λόγω εσωτερικών αμφιταλαντεύσεων και ιδιαίτερα ανησυχίας της ότι σε πιθανές εκλογές θα κέρδιζε η αριστερά,[10] αλλά και γιατί ρητορικά η ακραία της πτέρυγα [όπως η μητρόπολη Κερύνειας] αποφάσισε να χρησιμοποιήσει την ένταση από τον ελληνικό εμφύλιο για να συντηρήσει την ηγεμονική ιδεολογία και να προβάλει τον εαυτό της ως θεματοφύλακα του ελληνισμού/ένωσης [έστω και αν συνεργαζόταν με τους αποικιοκράτες τότε – είτε ενάντια στις απεργίες, είτε ενάντια στις αντί-αποικιακές κινητοποιήσεις].[11]

Η ρήξη του 1948 και η μεταφορά του κλίματος του εμφύλιου [ως μέρος του ευρύτερου ψυχρού πολέμου] στην Κύπρο, οδήγησε στη συντήρηση μιας ιδεολογίας που δομικά δεν είχε νόημα – αλλά ήταν εσωτερικά αναγκαία για την υπάρχουσα εξουσία. Το ότι η αριστερά την ανοιξη του 1948 κατέθεσε ως τελική της πρόταση στη Διασκεπτική την εισήγηση για «πλήρη αυτοκυβέρνηση» [ντε φάκτο ανεξαρτησία], ενώ ακολούθως οι ιστορικοί ηγέτες της αριστεράς εκείνης της περιόδου  [Αδάμαντος, Σέρβας, Φ. Ιωάννου] διαφοροποιήθηκαν από την στροφή στην ένωση την περίοδο 1949-58, όπως και οι φιλελεύθεροι συνεργάτες της αριστεράς [Ι. Κληρίδης, Θ. Παπαδόπουλος], αλλά και η τροτσκιστική άκρα αριστερά, ήταν εκφραστική του νέου ρεύματος που αναδυόταν και μπλοκαρίστηκε από την επιβολή [και με αποικιακή ευλογία] της ηγεμονίας που οδηγείτο σε κρίση – έστω και ως μεταβατική ηγεμονία… Όμως, εκείνη η επιβολή του 1948 θα ερχόταν να στοιχειώσει την Ιστορία μετά την ανεξαρτησία, όταν τα δομικά αναπόφευκτο, η ανεξαρτησία, έγινε και νομική πραγματικότητα…

Η αντίθεση ανάμεσα στην ηγεμονική ιδεολογία του παρελθόντος που επέβαλαν οι συντηρητικοί το 1948 και την ανάδυσης της «κυπριακής συνείδησης» ως σημείο διασταύρωσης της ανεξαρτησίας και της δημοκρατίας
Την περίοδο 1964 – 74, η διαφοροποίηση ανάμεσα στην ηγεμονική ιδεολογία και την καθημερινότητα που άλλαζε δραματικά, έγινε πια χάσμα και η κυρίαρχη αντίθεση στις κοινωνικές διαμάχες πήρε τη μορφή της διεκδίκησης, έστω και με συγκεκαλυμμένη μορφή ρητορικά, της ανεξαρτησίας και της δημοκρατίας. Αυτή η διαμάχη [με αντίπαλους την αναδυόμενη ωρίμανση της κυπριακής νεωτερικής εμπειρίας/ταυτότητας, η οποια κωδικοποιήθηκε με την έννοια της «κυπριακής συνείδησης»,[12] απέναντι στις επεμβάσεις του ελληνικού κράτους και την συνεργασία της τοπικής ακροδεξιάς με τις εξωτερικές επεμβάσεις] κορυφώθηκε στις αρχές της δεκαετίας του 1970, ήταν το βασικό υπόστρωμα και στις διαμάχες μετά τα 1964…

Για να κατανοηθεί αυτό το κλίμα, αξίζει να δει κανείς τη στάση της τουρκοκυπριακής αριστεράς – ως μέρος της κοινότητας που βρέθηκε υπό επίθεση το 1964.. Η τουρκοκυπριακή αριστερά ήταν μέρος της συνολικής αριστεράς μέχρι το 1958, όταν η ΤΜΤ εξαπέλυσε επίθεση [παράλληλα με την ΕΟΚΑ] ενάντια στην αριστερά. Αμέσως μετά την ανεξαρτησία, η τουρκοκυπριακή αριστερά, σε ένα πιο αυτόνομο πλαίσιο, προσπάθησε να αναδιοργανωθεί – μια τέτοια κίνηση ήταν η έκδοση της εφημερίδας Cumhurriyet από τους Χικμέτ και Γκιουργκάν. Η ΤΜΤ τους δολοφόνησε. Το ίδιο έκανε και στο πιο γνωστό στέλεχος και ηγέτη της δικοινοτικής αριστεράς, τον Ν. Καβάζογλου, το 1965. Τί υποστήριζαν, λοιπόν, αυτοί οι τουρκοκύπριοι ως οι πιο γνωστές φωνές της τουρκοκυπριακής αριστεράς. Σαφώς δεν υποστήριζαν την ένωση, αλλά ο Καβάζογλου δεν θεωρούσε λ.χ. ότι η ρητορική στήριξη στην ένωση [ως στρατηγική προσπάθεια αποφυγής της επιβολής διχοτόμησης/διπλής προσάρτησης], ήταν σημαντικός λόγος για αποχώρηση από το ΑΚΕΛ.. Αντίθετα, ήταν σαφές ότι οι τουρκοκύπριοι αριστεροί [και της προηγούμενης γενιάς, και της νεώτερης που θα εμφανίζονταν τη δεκαετία του 1970 για να φτιάξουν το CTP – το Ρεπουμπλικανικό Τούρκικο κόμμα] στήριζαν την ανεξαρτησία και τη δημοκρατία. Και ήταν στόχος της ακροδεξιάς της δικής τους κοινότητας, ακριβώς για αυτό.. Δεν αγνοούσαν φυσικά την καταπίεση της κοινότητας τους από τους εθνικιστές της ελληνοκυπριακής κοινότητας, αλλά διαχώριζαν εκείνη τη διάσταση από το συνολικό όραμα/αίτημα για ανεξαρτησία, και αναζητούσαν [όπως άλλωστε και οι ελληνοκύπριοι αριστεροί] σύμμαχους ανάμεσα στους ελληνοκύπριους με κύριο σημείο αναφοράς αυτονόητα την αριστερά.


Αμέσως μετά την ανεξαρτησία, η τουρκοκυπριακή αριστερά, σε ένα πιο αυτόνομο πλαίσιο, προσπάθησε να αναδιοργανωθεί – μια τέτοια κίνηση ήταν η έκδοση της εφημερίδας Cumhurriyet από τους Χικμέτ και Γκιουργκάν. Η ΤΜΤ τους δολοφόνησε. Το ίδιο έκανε και στο πιο γνωστό στέλεχος και ηγέτη της δικοινοτικής αριστεράς, τον Ν. Καβάζογλου, το 1965. Τί υποστήριζαν, λοιπόν, αυτοί οι τουρκοκύπριοι ως οι πιο γνωστές φωνές της τουρκοκυπριακής αριστεράς. Σαφώς δεν υποστήριζαν την ένωση, αλλά ο Καβάζογλου δεν θεωρούσε λ.χ. ότι η ρητορική στήριξη στην ένωση [ως στρατηγική προσπάθεια αποφυγής της επιβολής διχοτόμησης/διπλής προσάρτησης], ήταν σημαντικός λόγος για αποχώρηση από το ΑΚΕΛ.. Αντίθετα, ήταν σαφές ότι οι τουρκοκύπριοι αριστεροί [και της προηγούμενης γενιάς, και της νεώτερης που θα εμφανίζονταν τη δεκαετία του 1970 για να φτιάξουν το CTP – το Ρεπουμπλικανικό Τούρκικο κόμμα] στήριζαν την ανεξαρτησία και τη δημοκρατία. Και ήταν στόχος της ακροδεξιάς της δικής τους κοινότητας, ακριβώς για αυτό.. Δεν αγνοούσαν φυσικά την καταπίεση της κοινότητας τους από τους εθνικιστές της ελληνοκυπριακής κοινότητας, αλλά διαχώριζαν εκείνη τη διάσταση από το συνολικό όραμα/αίτημα για ανεξαρτησία….

Όταν συζητούσαν και για «πραξικοπηματική ένωση» - δηλαδή κατάργηση της ανεξάρτητης Κυπριακής Δημοκρατίας και επιβολή της προσάρτησης στο ελληνικό κράτος με παραχώρηση της βόρειας Κύπρου στο τούρκικο μέσω στρατιωτικής βάσης
Η ελληνοκυπριακή διαμάχη πριν την έκρηξη της σαφούς αντιπαράθεσης με την ΕΟΚΑ β, προκαλεί σύγχυση αν την δει κανείς από απόσταση. Οι 2 περιπτώσεις που η βουλή [ελεγχόμενη πια από τους ελληνοκύπριους μόνο] «ψήφισε» υπέρ της ένωσης, υποτίθεται είναι εκφραστικές της επιφανειακής ανάλυσης που αρπάζεται από τις λέξεις, και αγνοεί[13] /παραβλέπει την πραγματικότητα. Αν όμως τοποθετήσει κανείς τα γεγονότα στο ιστορικό τους πλαίσιο, τότε η εικόνα είναι σαφής. Το πρώτο ψήφισμα εγκρίθηκε στις 30 Ιουλίου 1964. Εκείνη την ημέρα ο Μακάριος ήταν στην Αθήνα και είχε έρθει, ουσιαστικά, σε ανοιχτή ρήξη με την ελληνική κυβέρνηση που φαινόταν να προωθεί το σχέδιο Άτσεσον – το σχέδιο, δηλαδή, της διχοτόμισης/διπλής ένωσης/προσάρτησης. Το ψήφισμα, όπως παρατηρεί και ο στενός συνεργάτης του Μακάριου και πρέσβης τότε στην Αθήνα, ο Ν. Κρανιδιώτης, δεν ήταν τυχαίο.. Ήρθε, ουσιαστικά, ως συμπλήρωμα της διαφωνίας του Μακάριου με το σχέδιο Άτσεσον.. Η αναφορά στην ένωση, αλλά με ένα απόλυτα μαξιμαλιστικό τρόπο, [ζητώντας αποχώρηση στρατευμάτων, δημοψήφισμα κοκ – θέτοντας, δηλαδή, όρους που δεν θα γίνονταν αποδεκτοί είτε από το ΝΑΤΟ, είτε από τη Βρετανία, είτε από την Τουρκία] ήταν ουσιαστικά η άμυνα των κυπρίων απέναντι στις πιέσεις των νατοϊκών, αλλά και της ελληνικής κυβέρνησης:..
«Οι δηλώσεις του Αρχιεπίσκοπου δυσαρέστησαν τον [έλληνα] πρωθυπουργό. «Με τις δηλώσεις του», μου είπε το ίδιο βράδυ στο τηλέφωνο, «έδωσε την εντύπωση, ότι εμείς επρόκειτο να συνθηκολογήσουμε, και ήρθε εκείνος και μας αναχαίτισε». Δυσαρέστησαν επίσης το Υπουργείο εξωτερικών, γιατί αποκάλυψαν το Σχέδιο Άτσεσον, την ύπαρξη του οποίου διέψευδε η [ελληνική ] κυβέρνηση….
Την γενική σύγχυση επέτεινε ακόμα περισσότερο το ψήφισμα που την ίδια μέρα [30 Ιουλίου  1964] ενέκρινε ομόφωνα η κυπριακή Βουλή των Αντιπρόσωπων, υπογραμμίζοντας ότι για το μέλλον ολόκληρης της Κύπρου θα πρέπει να αποφασίσει ελευθέρα και αδέσμευτα ο Κυπριακός λαός».
Οι κωδικές φράσεις, εδώ, είναι το «ολόκληρης» [άρα απορρίπτει το σχέδιο Άτσεσον για παραχώρηση της βόρειας Κύπρου στην Τουρκία μέσω στρατιωτικής βάσης], το «αδέσμευτα» που παραπέμπει στην επίμαχη πολιτική Μακαρίου να στηρίζεται στους αδέσμευτους, και άρα να μην δέχεται την κηδεμονία του ΝΑΤΟ…

Το πλαίσιο του δεύτερου σχετικού ψηφίσματος, το 1967, ήταν ακόμα πιο εκφραστικό πως το ηγεμονικό πλαίσιο της ενωσιολογιας, υποχρέωνε μεν τους αντίπαλους της, να μιλούν με τους όρους του, αλλα ήταν σαφής η διαφοροποίηση τους και η αυξανόμενη αντιπαράθεση μαζί του. Το ψήφισμα εγκρίθηκε στις 26 Ιουνίου 1967. Σχεδόν 2 μήνες μετά το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου. Σε εκείνο το πλαίσιο και αφού ήταν σαφές από τα προηγούμενα 3 χρόνια ότι οι σχέσεις Αθηνών-Λευκωσίας ήταν σε ένταση ακριβώς λόγω της διαφωνίας της Λευκωσίας για σχέδια λύσης με διχοτόμηση [ένα νέο σχέδιο καταγράφηκε το 1966 και έγινε γνωστό ως το πρωτόκολλο Τούμπα – Τσακλαγιαγκίλ] αλλά και των προσπαθειών της Αθήνας να παρεμβαίνει στην Κύπρο, χρησιμοποιώντας και το εκπαιδευτικό σύστημα[14] αλλά και το στρατό με βάση και το γεγονός ότι τότε ήταν και η Μεραρχία στην Κύπρο. Και θα μπορούσε κάποιος να δει τις τότε διαμάχες στην ελληνοκυπριακη κοινότητα, σαν το ιστορικό συγκριτικό φόντο σχετικών διαμαχών στην τουρκοκυπριακή κοινότητα μετά το 2000. Το πραξικόπημα της Χούντας το 1967 προκάλεσε έντονη διαφωνία στην Κύπρο. Η εφημερίδα, ο Φιλελεύθερος, που εξέφραζε τότε τον Μακάριο είχε κυκλοφορήσει με δυο εντυπωσιακά πρωτοσέλιδα σχόλια με τους εξής τίτλους: «Όχι» και μετά την διαμαρτυρία της ελληνικής πρεσβείας που ελεγχόταν από τους πραξικοπηματίες «Και πάλιν Όχι»…Σε αυτό το πλαίσιο, ο Λέλλος Δημητριάδης, μετέπειτα δήμαρχος της Λευκωσίας, και σίγουρα όχι εθνικιστής στο χώρο της δεξιάς, κατέθεσε ψήφισμα στη Βουλή για συζήτηση του θέματος: «αι εκφραζόμεναι απειλαί ωρισμένων προσώπων ή οργανισμών εν Κύπρω ή και εν Ελλάδι, και η λήψης των ενδεικνυόμενων νομικών ή πολιτικών μέτρων.» Το θέμα, δηλαδή, αφορούσε τις «τεταμένες Ελλαδοκυπριακές σχέσεις» και τις «Ελλαδικές απειλές».[15] Η αναφορά, μάλιστα, σε νομικά και πολιτικά μέτρα ήταν καινοτόμα, αφού διεκδικούσε αντίσταση στην ελληνική κυβέρνηση. Και αυτό θα γινόταν με σαφήνεια, σύντομα. Αλλά σε εκείνο το πλαίσιο, η ελληνική κυβέρνηση άσκησε πιέσεις, και για να βρεθεί μια κοινή συνιστάμενη, ουσιαστικά έγινε αναφορά στο ψήφισμα του 1964. Για τους αντίπαλους της χούντας και τους υπερασπιστές της ανεξαρτησίας, η παραπομπή στους όρους του 1964 [«ολόκληρη Κύπρος», δημοψήφισμα, αδέσμευτη] ενισχυμένη και με νέους όρους [«γνήσια ένωση» «χωρίς εδαφικά ή διοικητικά ανταλλάγματα»] λειτουργούσε ουσιαστικά ως όροι ενάντια στην επιβολή της διχοτόμησης από την Αθήνα. Το πώς ερμηνεύτηκε από τις εφημερίδες την επομένη ήταν εκφραστικό του ανοικτού ερμηνευτικού πλαισίου:
Χαραυγή: « Η βουλή βροντοφώναξε όχι στις απειλές»
Μάχη: «Δριμύτατη συζήτηση στην Βουλή» με τίτλο του κεντρικού άρθρου [που αναφέρεται στον Κληρίδη και τον Λ. Δημητριάδη] «Οικτρά γελοιοποίησις»

Όταν το 1972 η Χούντα απαίτησε από την κυπριακή κυβέρνηση να παραδοθούν τα όπλα που είχαν αγοραστεί για να αντιμετωπιστεί η ΕΟΚΑ Β, η απάντηση του Μακάριου ήταν σαφής:
«Οι ελληνοκύπριοι και οι ηγείται των έχουν το δικαίωμα της αντιστάσεως εις περίπτωσιν κατά την οποία αι Αθήναι ήθελαν προβή εις απαράδεκτον ανάμιξιν εις τα εσωτερικά της Κύπρου»..
Απέναντι σε αυτό, η θέση της Ελληνικής κυβέρνησης και της ακροδεξιάς ήταν σαφής επίσης: «Την χάραξιν γραμμής και την εκτέλεσιν της θα έχει εις το ακέραιον η ελληνική κυβέρνησις…. Ο κ. Μακάριος θα εκτελεί εντολάς. Και εις Αθήνας υπάρχει υπουργικό συμβούλιο για να αποφασίζει.»

Για να κατανοηθεί το κλίμα της υπόγειας, μόλις κάτω από την επιφάνεια, αντιπαράθεσης, πέρα από το επιφανειακό λεκτικό, αξίζει να αναφερθεί η εκτίμηση του Σ. Παπαγεωργίου, ιστορικού του Γρίβα, και της κυπριακής ακροδεξιάς, που εξέφραζε τότε την γραμμή για ένωση. Ιδού η αναφορά του για την κάθοδο της Μεραρχίας:
«Ο Θεός της Ελλάδας επεφύλασσε επί των ημερών μας την μεγάλη του εύνοια, να φέρει εις Κύπρον τον στρατό του Έθνους.. Και όμως εντεύθεν δεν εξεπήγασε, δεν εξεδιπλώθη εθνική ευφρόσυνη. Εωσφορικαί δυνάμεις εμίανον την μεγάλη στιγμήν. Παρέσυραν τον λαόν. Του παρέστησαν ως τέρας τον ελληνικό στρατόν. Του συνεσκότησαν την ελπιδοφόρον πραγματικότητα και του είπαν ότι κατακτηταί και όχι ελευθερωτές είναι οι έλληνες φαντάροι.»[16]

Ανάλογες θέσεις εξέφρασε και ο Γαρουφαλιάς, υπουργός άμυνας της Ελλάδας. Οι απόψεις για συνομωσία κλπ, είναι βέβαια υπερβολικές. Καμιά εφημερίδα δεν θα τολμούσε να δημοσιεύσει - ή ακόμα περισσότερο να έχει πρωτοσέλιδο τίτλο ενάντια στη Μεραρχία ή την ένωση…Το αίσθημα της απογοήτευσης που μεταφέρει ο Παπαγεωργίου, ότι δεν υπήρχε ενθουσιασμός με την κάθοδο της Μεραρχίας [ η οποία είχε έρθει ακριβώς την περίοδο που εγκρίθηκε το ψήφισμα του 1964] ήταν, όμως, πραγματικότητα - και εξέφραζε μια πραγματικότητα που οι ακροδεξιοί και έλληνες αξιωματούχοι από την Αθήνα δυσκολεύονταν να κατανοήσουν. Την εμφανή απροθυμία των ελληνοκύπριων να δεχθούν τις θέσεις των Αθηνών – και πρακτικά να δεχθούν την ένωση, με ανταλλάγματα ή έστω σαν επιβολή εξ Αθηνών…

Η πορεία προς την τελική σύγκρουση το 1974: η αντιπαράθεση ανάμεσα σε δυο κόσμους, της αντίστασης και της υποταγής – «οι ..κύπριοι έχουν το δικαίωμα της αντίστασης» - «Θα υπακούτε»..
Αυτή η κατάσταση έγινε ακόμα πιο έντονη μετά το 1968, όταν ο Μακάριος διεκδίκησε επανεκλογή με σύνθημα το Εφικτό – την ανεξαρτησία. Η απόσταση Αθηνών Λευκωσίας διευρυνόταν.. Όταν το 1972 η Χούντα απαίτησε από την κυπριακή κυβέρνηση να παραδοθούν τα όπλα που είχαν αγοραστεί για να αντιμετωπιστεί η ΕΟΚΑ Β, η απάντηση του Μακάριου ήταν σαφής:
«Οι ελληνοκύπριοι και οι ηγείται των έχουν το δικαίωμα της αντιστάσεως εις περίπτωσιν κατά την οποία αι Αθήναι ήθελαν προβή εις απαράδεκτον ανάμιξιν εις τα εσωτερικά της Κύπρου»..
Απέναντι σε αυτό, η θέση της Ελληνικής κυβέρνησης και της ακροδεξιάς ήταν σαφής επίσης:
«Την χάραξιν γραμμής και την εκτέλεσιν της θα έχει εις το ακέραιον η ελληνική κυβέρνησις. Δεν χωρεί πλέον ούτε πολυαρχία ούτε ανεύθυνο παρασκήνιον. Ο κ. Μακάριος θα εκτελεί εντολάς. Και εις Αθήνας υπάρχει υπουργικό συμβούλιο για να αποφασίζει.»[17]

Ήταν μια αντιπαράθεση, λοιπόν, που αφορούσε και τη διαδικασία της δημοκρατίας [αν εδικαιούντο οι κύπριοι να αποφασίζουν] και διασταυρωνόταν με την ανεξαρτησία [αν η Κύπρος θα είχε την αυτόνομη συνταγματική τάξη – και από Ελλάδα και από Τουρκία]. Και σε αυτό το πλαίσιο, η διαμάχη ήταν πια γεωπολιτική, καθώς η εσωτερικές κυπριακές δυνάμεις που στήριζαν και τον εκδημοκρατισμό και την ολοκλήρωση της ανεξαρτησίας ήταν η αριστερά και οι υποστηριχτές του Μακάριου στο Κέντρο και μερίδα της δεξιάς. Και φυσικά, στους χώρους του Κέντρου και της Δεξιάς άνηκαν και όσοι στελέχωσαν τον κρατικό μηχανισμό τότε με τους διορισμούς ημέτερων [που εκφράστηκαν με τον όρο Γιωρκατζισμός] και οι οποίοι είχαν και σαφές συμφέρον από τον εκτοπισμό των τουρκοκυπρίων αντιστοιχών τους από τον κρατικό μηχανισμό – αλλά και τα μεγαλύτερα οικονομικά συμφέροντα που κατανοούσαν τις θετικές δυναμικές της ανεξαρτησίας. Αλλά αυτά τα συμφέροντα δεν εκδήλωναν με δυναμισμό της θέση τους – φοβούμενα ότι θα μπορούσε να επικρατήσει η Αθήνα [η Χούντα ή οι προηγούμενοι].. Μόνο τα λαϊκά στρώματα της αριστεράς, και σταδιακά ένα κομμάτι του Κέντρου άρχισε να διεκδικεί δυναμικά την ανεξαρτησία…

Είναι σε αυτό το πλαίσιο, το οποίο θα πρέπει να δει κανείς και τη μορφή του Μακάριου. Ήταν με την κοινωνιολογική έννοια χαρισματικός – αν με την έννοια αυτή παραπέμπουμε σε ένα άτομο με επικοινωνιακές δεξιότητες, το οποίο σε μια ιστορική συγκυρία μετατρέπεται σε σύμβολο και φωνή μιας κοινωνικής ομάδας, ή, στην κυπριακή περίπτωση, σε σύμβολο της συντριπτικής πλειοψηφίας μιας κοινωνίας/κοινότητας, στο βαθμό μάλιστα που εξέφραζε και το πέρασμα από τη θρησκευτική αυτονομία της εκκλησίας της Κύπρου, στην πολιτική ανεξαρτησία της Κυπριακής Δημοκρατίας..

Το πραξικόπημα ως δομική κίνηση των δυτικών συμφερόντων και των περιφερειακών διεκδικήσεων για επιβολή στους απείθαρχους ιθαγενείς..
Αυτά ήταν τα διακυβεύματα το 1974.. το πρώτο σημαντικό στοιχείο που αξίζει να αναφερθεί ήταν η αντίσταση την 15 Ιουλίου. Η Κύπρος αποτέλεσε ένα παράδειγμα πραξικοπήματος που δεν πέτυχε αμέσως – και τελικά απέτυχε στους απώτερους στόχους του με καταστροφικά αποτελέσματα και για τους εμπνευστές του. Το πλάνο του πραξικοπήματος, όπως προδιαγράφεται βλέποντας το ιστορικό πλαίσιο προς τα πίσω, είναι σαφές. Το 1973 είχε γίνει ένας ακόμα άραβα-ισραηλινός πόλεμος και το Ισραήλ [ο ιστορικός σύμμαχος της δύσης] κινδύνευσε με ήττα αυτήν την φορά και χρειάστηκε παρέμβαση των ΗΠΑ. Αμέσως μετά, μέχρι και οι συντηριτικές αραβικές χώρες βρέθηκαν να οργανώνουν εμπάργκο ενάντια στη Δύση.. και τον Απρίλη του 1974 ανατράπηκε και η δικτατορία στην Πορτογαλία, προσθέτοντας ακόμα ένα παράγοντα αποσταθεροποίησης στη Μεσόγειο για τα δυτικά συμφέροντα… Η ανατροπή του Μακάριου που συμβόλιζε για αρκετούς στις μυστικές υπηρεσίες των ΗΠΑ, ένα απείθαρχο τοπικό σύμβολο σε μια νευραλγική περιοχή, ήταν επιθυμητή από καιρό.. Το κλίμα μάλλον αύξησε την ένταση – και η έμμονη του Δ. Ιωαννίδη, του τότε ηγέτη της χούντας, προφανώς έγινε αποδεκτή και διευκολύνθηκε. Αν πετύχαινε το πραξικόπημα, θα εφαρμοζόταν το σχέδιο Άτσεσον σε κάποια από τις παραλλαγές του: δηλαδή κατάργηση της δημοκρατίας και της ανεξαρτησίας, παραχώρηση της βόρειας Κύπρου στην Τουρκία και μετατροπή του ολόκληρου του νησιού σε στρατιωτική βάση.

Ακολούθως, η αντίσταση που πήρε διαστάσεις στις νότιες και δυτικές περιοχές [ιδιαίτερα σε Πάφο και Λεμεσό, αλλά εν μέρει και στη Λάρνακα], όπως και σε περιοχές του Τροόδους, όπως η Σολιά, κατέγραψε ένα ακόμα πλήγμα στο σχέδιο του πραξικοπήματος. Προφανώς, το αρχικό σενάριο περιλάμβανε κατάληψη της εξουσίας με τον πληθυσμό να παραμένει τρομοκρατημένος στο σπίτι του. Αντίθετα, η κατάληψη της Πάφου από τους δημοκρατικούς, και ακολούθως η κατάληψη τουλάχιστον της πόλης της Λεμεσού, όπως και οι εκδηλώσεις στη Λάρνακα, έδειξαν ότι υπήρχε έντονη αντίσταση. Άρα, εκτός από τον ζωντανό πια Μακάριο, το πραξικόπημα δεν μπορούσε να εμφανιστεί ως νικηφόρο κλπ και να πουλήσει την εκδοχή ότι θα έκανε «πραξικοπηματική ένωση» γιατί το ήθελε ο ..λαός.. Εμφανώς, ο Λαός αντιστεκόταν… Σε αυτό το πλαίσιο, το δεύτερο μέρος του σχεδίου, η εισβολή, δεν θα γινόταν, πια, σε ένα πλαίσιο κοινής συναίνεσης δυο νατοϊκών χωρών [Ελλάδας – Τουρκίας] αλλά θα γινόταν ως πολεμική σύγκρουση.

Η αντίσταση ως αποτυχία του πραξικοπήματος
Τα πράγματα πήγαν εμφανώς άσχημα από την αρχή. Υπήρξε αντίσταση και στη Λευκωσία ιδιαίτερα στο Καϊμακλί, αλλά και από τις δυνάμεις που ήταν νομιμόφρονες στον Μακάριο, στην αρχιεπισκοπή και το προεδρικό. Εκείνες οι αντιστάσεις [που ενισχύθηκαν και από παρεμβάσεις στελεχών του εφεδρικού] βοήθησαν να διαφύγει ο Μακάριος. Ο μη θάνατος του Μακάριου ήταν ένα μεγάλο πλήγμα για το πραξικόπημα. Το άτομο που συμβόλιζε την ανεξαρτησία και τη δημοκρατία για την τεράστια πλειοψηφία, και άρα συνένωνε ετερόκλητες ομάδες [από τα αριστερά στα δεξιά] ήταν ζωντανός – άρα το κατεστραμμένο προεδρικό ήταν, πια, κενό περιεχομένου… Έπρεπε να είχε δολοφονηθεί ο Μακάριος…

Ακολούθως, η αντίσταση που πήρε επικές διαστάσεις στις νότιες και δυτικές περιοχές [ιδιαίτερα σε Πάφο και Λεμεσό, αλλά εν μέρει και στη Λάρνακα], όπως και σε περιοχές του Τροόδους, όπως η Σολιά, κατέγραψε ένα ακόμα πλήγμα στο σχέδιο του πραξικοπήματος. Προφανώς, το αρχικό σενάριο περιλάμβανε κατάληψη της εξουσίας με τον πληθυσμό να παραμένει τρομοκρατημένος στο σπίτι του. Αντίθετα, η κατάληψη της Πάφου από τους δημοκρατικούς, και ακολούθως η κατάληψη τουλάχιστον της πόλης της Λεμεσού, όπως και οι εκδηλώσεις στην Λάρνακα, έδειξαν ότι υπήρχε έντονη αντίσταση. Άρα, εκτός από τον ζωντανό πια Μακάριο, το πραξικόπημα δεν μπορούσε να εμφανιστεί ως νικηφόρο κλπ και να πουλήσει την εκδοχή ότι θα έκανε ένωση γιατί το ήθελε ο ..λαός.. Εμφανώς, ο Λαός αντιστεκόταν… Σε αυτό το πλαίσιο, το δεύτερο μέρος του σχεδίου, η εισβολή, δεν θα γινόταν, πια, σε ένα πλαίσιο κοινής συναίνεσης δυο νατοϊκών χωρών [Ελλάδας – Τουρκίας] αλλά θα γινόταν ως πολεμική σύγκρουση. Η στάση αρκετών αξιωματικών που φαινόταν να αδιαφορούν για προετοιμασία για την αναπόφευκτη εισβολή, ίσως να έχει την ρίζα της στην αντίληψη ότι μια τούρκικη επιχείρηση θα γινόταν, ο πειθήνιος [αν ήταν έτσι στο πραξικόπημα] πληθυσμός θα μετακινείτο, και η Τουρκία θα εγκαθιστούσε τη βάση της στη βόρεια Κύπρο και θα γινόταν ο διαχωρισμός, όπως είχε σχεδιαστεί στο σχέδιο Άτσεσον.

Η αντίσταση κράτησε σχεδόν 2 μέρες με ολόκληρες πόλεις υπό την αντίσταση – αρκετός χρόνος για να σωθεί, όχι μόνο ο Μακάριος ως σύμβολο, αλλά και η εικόνα ενός λαού που δεν ερχόταν την επιβολή.

Η εισβολή που δεν ήταν τελικά περίπατος.. και κατέληξε σε εγκλωβισμό…
Και όταν έγινε η εισβολή, οι ελληνοκύπριοι έτρεξαν να αντισταθούν.. Ενώ στην Ελλάδα κατάρρευσε η χούντα, όταν ο πληθυσμός επίσης δεν αγόρασε το εθνικό παραμύθι και αρνήθηκε την επιστράτευση. Και όταν η ΕΟΚΑ Β πραγματοποίησε [μάλλον χωρίς να κατανοούν τις συνέπειες όπως κάνει ιστορικά η ακροδεξιά] και το τελικό μέρος του πλάνου [τις μαζικές δολοφονίες] που λειτούργησαν ως δικαιολογία της επέκτασης του τουρκικού στρατού, αυτό που φάνηκε ότι έκατσε η σκόνη ήταν ότι ο πληθυσμός ήταν εξοργισμένος και όχι απλώς ηττημένος, όπως ήταν οι μικρασιάτες το 1922..

Πέρα από την οριστική αποδοχή της ανεξαρτησίας [εσωτερικά και εξωτερικά] αλλα και την εμπέδωση πια μια ομαλής δημοκρατικής διαδικασίας στην πολιτική πρακτική, υπήρξε και μια δραματική πολιτισμική αλλαγή λόγω της κατάρρευσης του «παλαιού καθεστώτος» του συντηρητικού ελληνοχριστιανισμού της Χούντας και του γενικότερου καθεστώτος του εμφύλιου που πήγαινε πίσω στο 1948. [Στην Κύπρο] Μια ίσως πολύ πιο σημαντική διάσταση της κατάστασης οργής, αλλά και αισθήματος αξιοπρέπειας που αναδύθηκε μετά το 1974 ήταν και μια δραματική πολιτισμική αλλαγή. Η καταπιεσμένη κυπριακή καθημερινότητα αναδύθηκε σε πολλαπλές μορφές, και στην τέχνη και την λαϊκή κουλτούρα, αλλά και στην πολιτική κουλτούρα με την ανάπτυξη κινημάτων/αισθημάτων επαναπροσέγγισης, έστω και παρά το τείχος… Αυτό το κλίμα της πολιτισμικής ρήξης,[18] που γέννησε ανάμεσα σε άλλα και την κυπριακή εκδοχή της άκρας αριστεράς και του εναλλακτικού ελευθεριακού χώρου, ήταν προϊόν της κουλτούρας της αντίστασης του 1974 – και πήγαινε ένα βήμα παρακάτω.

Η Τουρκία απέκτησε πρόσβαση στην Κύπρο, η πλειοψηφία των τουρκοκύπριων , και χάρις τις απειλές της ελληνοκυπριακης ακροδεξιάς, μετακινήθηκε στη βόρεια Κύπρο, αλλά ως σχέδιο [δομικά ή συνωμοτικά] τα πραξικόπημα και η εισβολή του 1974 ήταν παταγώδης αποτυχία.

Τί κέρδισαν οι κύπριοι από την αντίσταση το 1974 και την επιμονή τους μετά να μην δέχονται στην επιστροφή σε νέο-αποικιακό καθεστώς
1. Η ανεξάρτητη Κυπριακή Δημοκρατία, όχι μόνο δεν καταργήθηκε, αλλά αντίθετα απέκτησε και απόλυτη εσωτερική νομιμοποίηση, αποσείοντας την ιδεολογία του εθνικού κέντρου που αποφασίζει στην Αθήνα – τουλάχιστον όσον αφορά στην ελληνοκυπριακη κοινότητα, αλλά ιστορικά ανάλογες διαδικασίες αναδύθηκαν και στην τουρκοκυπριακή κοινότητα. Αυτό που κυοφορείτο από το 1948, με το αρχικό αίτημα της πλήρους αυτοκυβέρνησης, με το αίτημα για δημοκρατία και ανεξαρτησία, έστω και συγκεκαλυμμένα τη δεκαετία του 1960, έγινε το 1974 πραγματικότητα.. Από εκεί και πέρα ακόμα και η ακροδεξιά, θα αποδεχόταν την ανεξαρτησία, έστω και σαν αναγκαία άμυνα.. Και αυτό φαίνεται και στις νυν ρητορικές της.[19] Αλλά το μεγαλύτερο πλήγμα για το αρχικό πλάνο, ήταν η διεθνής αποτυχία. Όχι μόνο νομιμοποιήθηκε και επίσημα στο εσωτερικό, η Κυπριακή Δημοκρατία, αλλά στο εξωτερικό, απέκτησε πια την εικόνα μιας πολιτείας που την ήθελαν οι κάτοικοί της – και είχε και διεθνείς συμμαχίες. Η Τουρκία βρέθηκε, ξαφνικά, με ένα κομμάτι γης μη αναγνωρισμένο, με δυσφορία από τους τουρκοκύπριους ιθαγενείς, και εξωτερικές πιέσεις. Μέσα από τη συμβολική μορφή του Μακάριου είχαν για πρώτη φορά γίνει παγκόσμιο υποκείμενο δράσης, πρωταγωνιστής με άξονα τον χώρο που κατοικούσαν… Και ως ιστορικό βίωμα, αυτό ήταν ίσως το πιο σημαντικό αποτέλεσμα της αντίστασης, όχι μόνο τον Ιούλιο του 1974, αλλά και όλης της περιόδου μέχρι το τέλος εκείνου του χρόνου και την επιστροφή του Μακάριου ως συμβολική αποκατάσταση της Δημοκρατίας, αλλά και πιστοποίηση ότι το τούρκικο σχέδιο για διαμοιρασμό της Κύπρου με μια φιλική ελληνική κυβέρνηση είχε αποτύχει πλήρως…

2. Η δημοκρατία, όχι μόνο επιβίωσε, αλλά και διαχύθηκε. Ανατράπηκε η χούντα στην Ελλάδα και την επόμενη περίοδο ανατράπηκε δραματικά και όλο το καθεστώς του εμφύλιου στην Ελλάδα. Ταυτόχρονα, στην Κύπρο χωρίς πια τις επεμβάσεις [ανοιχτά τουλάχιστον] των Αθηνών, αλλά και τις απειλές των οπλών της ακροδεξιάς, άρχισε επιτέλους μια ομαλή δημοκρατική πορεία – που και πάλι έμοιαζε μια συνέχεια αυτού που θα μπορούσε ένα είχε ακολουθήσει το 1948, χωρίς την ακροδεξιά εκτροπή λόγω εμφύλιου, ψυχρού πόλεμου κοκ… Αλλά και στην τουρκοκυπριακή κοινότητα, η ζωή εκτός θυλάκων έφερε σύντομα την καταπιεσμένη αναζήτηση για δημοκρατία, αλλά και διεκδίκηση αυτονομίας που εκφράστηκε με τη δημιουργία κομμάτων και συνδικάτων που δεν ήταν πειθήνια στην Άγκυρα..

3. Μια ίσως πολύ πιο σημαντική διάσταση της κατάστασης οργής, αλλά και αισθήματος αξιοπρέπειας που αναδύθηκε μετά το 1974 ήταν και μια δραματική πολιτισμική αλλαγή. Η καταπιεσμένη κυπριακή καθημερινότητα αναδύθηκε σε πολλαπλές μορφές, και στην τέχνη και την λαϊκή κουλτούρα, αλλά και στην πολιτική κουλτούρα με την ανάπτυξη κινημάτων/αισθημάτων επαναπροσέγγισης, έστω και παρά το τείχος… Αυτό το κλίμα της πολιτισμικής ρήξης,[20] που γέννησε ανάμεσα σε άλλα και την κυπριακή εκδοχή της άκρας αριστεράς και του εναλλακτικού ελευθεριακού χώρου, ήταν προϊόν της κουλτούρας της αντίστασης του 1974 – και πήγαινε ένα βήμα παρακάτω.. Η ιστορική λ.χ. οργάνωση της σοσιαλιστικής έκφρασης αντλεί άμεσα τις καταβολές της από την ένοπλη αντίσταση στο πραξικόπημα και το πάντρεμά της με την διεθνή εξωκοινοβουλευτική αριστερά των τροτσκιστικών καταβολών.. Και ο ελευθεριακός χώρος της Λεμεσού, την δεκαετία του 1980, οικοδομήθηκε επίσης με μια προέκταση της αντιφασιστικής αντίστασης προς μια αντί-εξουσιαστική αντίσταση στον εισαγόμενο εθνικισμό ως αποικιακό σύνδρομο υποτελείας.

Η αντίσταση του 1974 ως κομβικό σημείο μετάβασης – από τους αγώνες της δεκαετίας του 1940 στους αγώνες μετά το 1974…
Αν είναι να δει κανείς ευρύτερα την περίοδο 1940- 1980 ξεκίνησε με μια περίοδο μαζικών κινημάτων των λαϊκών στρωμάτων με έντονα ταξική διάσταση και ολοκληρώθηκε τη δεκαετία του 1970 [ενώ είχε πια γίνει αποδεκτό ένα μοντέλο κεϋνσιανού κράτους ευημερίας με έλεγχο  της αγοράς] με μια νέα σειρά κινημάτων, ολοκλήρωσης και των δημοκρατικών θεσμών [έστω στο πλαίσιο της αστικής δημοκρατίας] αλλά και αποκοπής του ομφάλιου λώρου της αποικιακής εξάρτησης [είτε πολιτική, είτε πολιτιστικής/εθνικής].. Χρειάστηκαν, βέβαια, μερικές δεκαετίες ακόμα για να διαχυθεί και στα πιο συντηρητικά πολιτικά στρώματα ή διαδικασία..[21] Όπως και το ταξικό ρήγμα έγινε τη δεκαετία του 1940, έτσι και το πολιτιστικό-πολιτικό ρήγμα έγινε την δεκαετία του 1970.. Ήταν η υπαρξιακή στιγμή ανάδυσης της νεωτερικής και μετανεωτερικής Κύπρου..





Τεκμήρια της Αντίστασης:
Η ελεύθερη πόλη της Λεμεσού και η δημοκρατική πολιτοφυλακή της ελεύθερης Πάφου


Η αντίσταση στις 15 Ιουλίου 1974 ανήκει σε εκείνες τις λίγες ιστορικά περιπτώσεις που ένα στρατιωτικό πραξικόπημα όχι μόνο αντιμετωπίζει μια κάποια αντίσταση αρχικά [όπως λ.χ. στη Χιλή το 1973, με τη συμβολική εικόνα του Αλλιέντε με το όπλο να πεθαίνει μέσα στο υπό βομβαρδισμό προεδρικό μέγαρο], αλλά χάνει τον έλεγχο σε μεγάλες περιοχές της χώρας. Και στην Κύπρο, αυτό σήμαινε την απώλεια ελέγχου στην Πάφο, πόλη και επαρχία, αλλά και στην πόλη της Λεμεσού, η οποία μοιράστηκε με την πόλη την ίδια να ελέγχεται από τους δημοκρατικούς και τους πραξικοπηματίες να εξαπολύουν επιθέσεις από το στρατόπεδο βόρεια της πόλης, στα Πολεμίδια. Αυτές οι εξελίξεις σε συνάρτηση με την αντίσταση, όχι απλώς στο προεδρικό και την αρχιεπισκοπή, αλλά και σε περιοχές όπως το Καϊμακλί, όπως και οι κινητοποιήσεις δημοκρατικών ενόπλων, όπως της ομάδας Τσαγκάρη του εφεδρικού που επέτρεψε τη διαφυγή του Μακάριου, οι εκδηλώσεις στην Λάρνακα, αλλά και οι αντιδράσεις σε περιοχές του Τροόδους, δημιουργούσαν ένα σκηνικό που θύμιζε [τηρούμενων των ιστορικών και κοινωνικών αναλογιών] το κλίμα που διαμορφώθηκε μετά το πραξικόπημα στην Ισπανία το 1936 και τον διαχωρισμό της χώρας σε δυο μέρη. Στην Ισπανία, βέβαια, η αντίσταση είχε τη μορφή και της ελευθεριακής/αναρχοσυνδικαλιστικής διεκδίκησης και εκφράστηκε και με μια απόπειρα επανάστασης στις δημοκρατικές περιοχές. Στην Κύπρο, η αντίσταση δεν μετατράπηκε σε τριετή εμφύλιο, και η εστίαση της ήταν περισσότερο δημοκρατική και ανεξαρτησιακή [ενάντια στις ξένες επεμβάσεις].. Ήταν, όμως, καθοριστική στο να αποτραπεί στο κυοφορούμενο σενάριο διαμοιρασμού της Κύπρου και κατάργησης της ανεξαρτησίας της. Οι κύπριοι δεν υποτάχθηκαν και δεν μπορούσε να παρουσιαστεί το πραξικόπημα σαν νομιμοποίηση του διαμοιρασμού της χώρας σε επαρχίες άλλων κρατών. Ταυτόχρονα, η κληρονομιά εκείνης της αντίστασης έθεσε και για πρώτη φορά το ζήτημα της προσωπικής ευθύνης απέναντι στην Δημοκρατία. Της ευθύνης να αρνηθεί κάποιος την υποταγή – και την υπακοή στην ανατροπή της δημοκρατίας.

Στην Πάφο, οι δημοκρατικοί επιτέθηκαν και κατέλαβαν το στρατόπεδο και ακολούθως έστησαν το ραδιοφωνικό σταθμό που έγινε το σύμβολο της αντίστασης. Στη Λεμεσό η αντίσταση πήρε δυο μορφές – έγιναν κινητοποιήσεις πολιτών και καταγράφουμε πιο κάτω την μαρτυρία για την αυθόρμητη διαδήλωση που συγκροτήθηκε έξω από την μητρόπολη [ακολουθώντας προφανώς τις διαδικασίες κινητοποιήσεων των προηγούμενων χρόνων όταν αποτράπηκε το εκκλησιαστικό πραξικόπημα των μητροπολιτών]. Αλλά υπήρξε και ένοπλη αντίσταση. Η αντίσταση ξεκίνησε από τον κεντρικό αστυνομικό σταθμό Λεμεσού – έγινε επίθεση και καταλήφθηκε η Ανωτέρα που ήταν δίπλα, και συνελήφθηκαν και έλληνες αξιωματικοί που ήταν εκεί. Ακολούθως, η αντίσταση συντονίστηκε με τους αστυνομικούς σταθμούς της πόλης, και πολίτες που εντάχθηκαν στις εντολές ομάδες των δημοκρατικών. Ταυτόχρονα, ξεκίνησαν από την Πάφο πολιτοφύλακες δημοκρατικών με στόχο την ενίσχυση των δυνάμεων στην Λεμεσό.  Η ΕΟΚΑ β’ που λειτουργούσε σαν το προγεφύρωμα του πραξικοπήματος, έστηνε ενέδρες στους πολιτοφύλακες από την Πάφο. Και τους νεκρούς τους πετούσαν σε ομαδικούς τάφους ή όπου νά’ ναι. Ένας από τους νεκρούς αντιστασιακούς, μάλιστα, ήταν και αγνοούμενος ουσιαστικά μέχρι το 2015, όταν τελικά βρέθηκαν τα οστά του και αφήκε κανονικά. Οπότε, το μαζικό έγκλημα που θα ακολουθούσε στην Τόχνη μετά την εισβολή, δεν ήταν η πρώτη φορά που θα δοκίμαζαν την μαζική ταφή, η το πέταγμα πτωμάτων σε άγνωστο χώρο, οι ακροδεξιοί της ΕΟΚΑ β. Και κανένας δεν τιμωρήθηκε… Και ως τεκμήριο της αθλιότητας τους, δεν αποκάλυπταν για χρόνια έστω και ανώνυμα, το τόπο ταφής των θυμάτων [είτε αντιστασιακών, είτε τουρκοκύπριων]… Ο καθένας με το ήθος ή την αθλιότητά του…

Μέσα στην πόλη της Λεμεσού διεξήχθησαν μάχες και στο κεντρικό αστυνομικό σταθμό και στο σταθμό του Άη Γιάννη, όταν προσπάθησαν οι δυνάμεις του πραξικοπήματος να καταλάβουν τους συγκεκριμένους χώρους αντίστασης – αλλά απωθήθηκαν.. Ακολούθως οι πραξικοπηματίες έβαλαν και με όλμους όταν απέτυχαν στις επιθέσεις… Έντονες μάχες έγιναν και στο παραλιακό μέτωπο.. Είναι για αυτό που και το οίκημα του τέως αστυνομικού σταθμού Άγιου Νικολάου είναι ένα κομβικό σημείο αναφοράς.. Η ελεύθερη Λεμεσός εκτεινόταν από τον Άη Γιάννη δυτικά, με σημείο αναφοράς τον αστυνομικο σταθμό εκεί, μέχρι τον Άη Νικόλα ανατολικά…

Η Πρώτη αντίδραση στο Πραξικόπημα: Διαδήλωση έξω από την μητρόπολη Λεμεσού και μια προλετάρια εξέφρασε το ιστορικό απωθημένο της καθημερινότητας – αν θα πεθάνουμε σε αυτήν τη διαδήλωση, ας πεθάνουμε τουλάχιστον με τη δική μας σημαία και όχι με τη δική τους…
Πήραμε την φωτογραφία του Μακαρίου και την σημαία για να ξεκινήσουμε… Βάλαμε την σημαία μπροστά.. Έρχεται τότε μια γυναίκα, ήταν η πρώτη που εδούλεψεν στους δρόμους, ελέαν την Ειρηνιά, και μου λέει… «Κύριε, αν θα βγούμε σε αυτήν την διαδήλωση, θα βγούμε με Κυπριακή σημαία…» [από συνέντευξη του Γ. Γρηγοριάδη, στο Τραίνο στην Πόλη, τ.11]

Με συντονιστικό κέντρο το κεντρικό αστυνομικό σταθμό Λεμεσού, οι αντιστασιακοί οργανώνουν τον έλεγχο της πόλης..

Η αντίσταση διεξηχθηκε με την επάνδρωση με αντιστασιακούς μαχητές [αστυνομικούς και πολίτες] των αστυνομικών σταθμών της Λεμεσού και ορισμένων πολυκατοικιών σε νευραλγικά σημεία της πόλης….

Γύρω στις  20:30  ο χουντικός διοικητής του στρατοπέδου Πολεμιδιών απέστειλε ένοπλο τμήμα για να ανακαταλάβει το οίκημα όπου εστεγαζετο η 4η Ανωτέρα – η οποία, όπως προαναφέραμε, είχε καταληφθεί από την αστυνομία. Οι ηρωικοί μαχητές οι οποίοι υπερασπίζονταν το κτίριο απέκρουσαν την επίθεση. Κατά τη διάρκεια της ανταλλαγής πυρών τραυματίστηκε θανάσιμα ο έφεδρος λοχίας Αριστείδου του 216 ΤΠ.
Γύρω στις 22:00 ο διοικητής Μοιραλιώτης διέταξε επίθεση κατά του αστυνομικού σταθμού Αγίου Ιωάννη στην Λεμεσό. Η επίθεση και πάλι απέτυχε,  λόγω της ισχυρής αντίστασης των μαχητών που επάνδρωναν τον σταθμό. Και σε αυτήν την επιχείρηση υπήρξαν νεκροί και τραυματίες από τους επιτιθεμένους.  Ο αδίσταχτος χουντικός Μοιραλιώτης διέταξε τότε και τάχθηκαν οι όλμοι τάγματος σε θέσεις στην παρυφή της πόλης και κτυπούσε στόχους εντός της πόλης. Η αντίσταση, όμως, συνεχίστηκε όλο το βράδυ.
[Από την αναφορά του Λάμπρου Κωνσταντινίδη στο Μητρώο αγωνιστών της Αντίστασης]



Η ελεύθερη Πάφος στέλλει πολιτοφύλακες για ενίσχυση

Είχαμε πληροφορηθεί ότι  στην Πάφο είχαν επικρατήσει οι δημοκρατικές αντιστασιακές δυνάμεις και μια μεγάλη δύναμη μαχητών με επικεφαλείς τον τότε λοχαγό Κώστα Παπακώστα και τον Νίκο Παστελόπουλο,  κατευθυνόταν προς την Λεμεσό. Γύρω στις 8 το βράδυ έφτασαν οι μαχητές από την Πάφο με τους οποίους ενισχύσαμε τις κατά τόπους ομάδες αντίστασης. Αξίζει να σημειωθεί εδώ ότι κατά τον ερχομό της αντιστασιακής δύναμης από την Πάφο είχαν πέσει σε ενέδρα του στρατού  στην οποία είχαν σκοτωθεί αρκετοί αντιστασιακοί.[23]




…και μια προλετάρια εξέφρασε το ιστορικό απωθημένο της καθημερινότητας – αν θα πεθάνουμε σε αυτήν την διαδήλωση, ας πεθάνουμε τουλάχιστον με τη δική μας σημαία και όχι με τη δική τους…
«Κύριε, αν θα βγούμε σε αυτήν την διαδήλωση, θα βγούμε με Κυπριακή σημαία…»



[1] Αναφέρεται στο γενικά πολύ καλό συγκριτικό βιβλο για το τραύμα της ανταλλαγης πληθυσμών του  Bruce Clark. 2006. Twice a Stranger. How Mass Expulsion Forger Modern Greece and Turkey. London: Granta. Σελ. 31
[2] Η σκιά των μουσουλμάνων της Κρήτης, ως ένα σύμβολο της Ανατολής, αναφέρεται σε διάφορα έργα – από τον Καπετάν Μιχάλη μέχρι την Αναφορά στον Γκρέκο. Όμως, ίσως η πιο αυστηρή εικόνα να προέρχεται από τα λόγια ενός Άλλου – του Αλέξη Ζορμπά, καθώς αναφέρει τα αμοιβαία εγκλήματα των εθνικισμών..
[3] Ρολάνδος Κατασιούνης. 1990. Οι καταβολές της κυπριακής επιτροπής αυτονομίας. Στο Πρακτικά του Πρώτου Διεθνούς Συμποσίου Κυπριακής Μετανάστευσης.
[4] Ο  P. Loizos κωδικοποίησε την τάση της ηγεσίας ΑΚΕΛ να μειώσει την ένταση του ριζοσπαστισμού της, με μια αναφορά στον αθεϊσμό [βλ. Αλλαγές στην δομή της Κοινωνίας, 1986, στα Κυπριακά 1878-1955, εκδ. Δήμου Λευκωσίας] Αυτή η τάση εκφράστηκε και από την ηγεσία του Πλουτή Σέρβα που ανέλαβε ως γ.γ. του ΚΚΚ στα μέσα της δεκαετίας του 1930.
[5] Την εννοια του κυπριακου «υποστρωματος» η «υποβαθρου» φαινεται να την εισηγαγε ο Κ. Προυσης την δεκαετια του 1940.
[6] Η ανάπτυξη ενός τέτοιου λόγου ήταν έκδηλη και στην πολιτιστική παραγωγή του μεσοπολέμου με την ανάπτυξη κυπριακού λόγου που διεκδικούσε πια ένα είδος αυτονομίας [όπως φαίνεται και από την «παραγωγή» εντύπων όπως η Αυγή ή τα Κυπριακά Γράμματα ή η Πάφος], αλλά και λαϊκών μορφών, όπως του Θεάτρου που άρχιζε, πια, να «μιλά» και κυπριακά αντί να αναπαράγει.
[7] Αξίζει να αναφερθεί ένα από τα παραδείγματα στο οποίο παραπέμπει ο Π. Περσιάνης στο βιβλίο του «Η νομιμοποίηση του κυπριακού κράτους». Ακόμα και ξεχωριστή του κυπριακού εκπαιδευτικού συστήματος έπρεπε να διεκδικηθεί και νομιμοποιηθεί. Έτσι, μέχρι και ο Φ. Πετρίδης έπρεπε να κάνει έκκληση «να παύσουν να εφαρμόζονται δουλικά [η] οργάνωση και τα προγράμματα της ελληνικής εκπαίδευσης. [σελ. 52]. Ενώ η κυβέρνηση Παπανδρέου, σαφώς δημοκρατική για την Ελλάδα. Όσον αφορά την Κύπρο «υποπτευόταν την κυβέρνηση Μακαρίου ότι καλλιεργούσε χωριστικές τάσεις στην εκπαίδευση»... Μέρος των αποδείξεων για τις χωριστικές τάσεις των ιθαγενών ήταν η «χρήση όρων όπως «κυπριακή εκπαίδευση», «κυπριακή Γεωγραφία», «κυπριακή Ιστορία» [Περιανης σελ. 65 – 66]
[8] Rebecca Bryant. 2004. Imagining the Modern. London: I.B. Tauris.
[9] Μια αναφορά σε αυτές τις ιστορικές διαφοροποιήσεις, και τα πολιτισμικά – θεσμικά «υπόλοιπα» τα οποία συγκροτούσαν από το Μεσαίωνα μια αυτόνομη κυπριακή ιστορία και εμπειρία, είχε κάνει ο Θ. Παπαδόπουλος στο ιστορικό του κείμενο του 1964 «Η κρίσις της κυπριακής συνειδήσεως»
[10] Αναφορά σε αυτό γίνεται από τον Ν. Κρανιδιώτη, παράγοντα της δεξιάς στο Δύο κρίσιμες φάσεις του κυπριακού 1986, σελ. 39-40.. «Η Δεξιά παρά το ότι πολλά από τα στελέχη της υπήρξαν παλαιότερα ένθερμοί υποστηρικτές της συνεργασίας με την αποικιακή κυβέρνηση για τη διασφάλιση περισσότερων πολιτικών ελευθεριών, κρίνοντας από τα αποτελέσματα των δημοτικών και κοινοτικών εκλογών του 1946, όπου υπέρση συντριπτική ήττα από τις δυνάμεις της αριστεράς, αποφάσισε ύστερα από άλλους υπολογισμούς και με βάση μόνο τα κομματικά της συμφέροντα να μην συμμετάσχει στη διασκεπτική..» Ανάλογα ανάφερε και ο έλληνας πρόξενος στην Κύπρο με αναφορά το 1947 [Βλ. Ρολάνδος Κατασιαούνης. 2000. Διασκεπτική, 1946-48. Κέντρο Επιστημονικών Ερευνών. Σελ. 248.
[11] Ιστορικά, η ηγεσία της δεξιάς συνεργαζόταν με τις αποικιακές αρχές με κλασικό παράδειγμα τον Θ. Δέρβη, ηγέτη του ΚΕΚ και διορισμένο δήμαρχο Λευκωσίας – και με παράσημο από την αυτοκρατορία.
[12] Η έννοια εμφανίστηκε στις αρχές της δεκαετίας του. Χρησιμοποιήθηκε αρχικα αναλυτικά από τον Θ. Παπαδόπουλο αλλά σαν έννοια χρησιμοποιείτο και ως σύμβολο δαιμονοποίησης από την ακροδεξιά. Σαν έννοια έκφρασε τον τότε δυόσμο, που πρόβαλε μετέπειτα και ο νεοκυπριακος σύνδεσμος ,και έγινε η ντε φάκτο νέα πραγματικότητα μετά το 1974: κυπριακή πολιτική ταυτότητα και εθνική [ελληνική η τούρκικη] πολιτισμική ταυτότητα. Από την δεκαετία του 1990, ωστόσο, είναι σαφές ότι μια μεγάλη μερίδα και των δυο κοινοτήτων έχει πια συμπληρώσει το κυπριακό υπόστρωμα της ιστορίας με νεωτέρικες και μετανεωτερικες κυπριακές πολιτισμικές μορφές.
[13] Μερικές φορές και σκόπιμα – όπως μερικοί ηγέτες του ΑΚΕΛ ή μερικοί σχολιιογράφοι που αναζητούσαν μόνιμα κάποια δικαιολογία συγκάλυψης των ιστορικών τους καταβολών.
[14] Το εκπαιδευτικό σύστημα, όχι μόνο λόγω των βιβλίων που έρχονταν από την Ελλάδα, αλλά και λόγω των σπουδών των καθηγητών της Μέσης στην Ελλάδα, είχε και μια έντονη σχέση με το ελληνικό κράτος. Το σχολίασε μέσα από ανθρωπολογικά τεκμήρια και ο Peter Loizos στο “The Greek Gift”.
[15] Ν. Κρανιδιώτης. 1985. Ανοχύρωτη Πολιτεία. Κύπρος 1960 – 1974. Αθήνα: Εστία.  Σελ.429
[16]  Σπύρος Παπαγεωργίου. Από την Ζυρίχην στον Αττίλα. Τόμος Β. Αθήνα: εκδ, Λαδά. Σελ. 239
[17] Αθηναϊκή εφημερίδα Ελευθερία, Αναφέρεται στο: Σπύρος Παπαγεωργίου. Από την Ζυρίχην στον Αττίλα. Τόμος Β. Αθήνα: εκδ, Λαδά. Σελ. 274
[18] Οι μεταμορφώσεις έφταναν βαθειά στην ίδια την καθημερινότητα.. το ότι γυρίστηκε και φιλμ soft porn, όπως τα Χασαμπουλιά, ή η δημιουργία φεμινιστικής ομάδας ή κίνησης για την απελευθέρωση του σεξ, ήταν εκφραστικά ενός εντελώς νέου κλίματος από εκείνο που απαγόρευε μέχρι και τη δημόσια συζήτηση του θέματος της ανεξαρτησίας... 
[19] Η γενικότερη εξελικτική διαδικασία μπορεί σήμερα να είναι σχεδόν αόρατη. Αλλά αξίζει να θυμηθεί κανείς ότι η εθνική Κύπρου ονομαζόταν μέχρι το 1974 ‘Μειχτή» [για να μην χρησιμοποιείται η έννοια «εθνική»], δεν υπήρχε πανεπιστήμιο γιατί αντιδρούσε η ελληνική πρεσβεία, όπως δήλωσε ο Α. Χριστοφίδης, που διετέλεσε υπουργός Παιδείας, η κυπριακή σημαία σπάνια χρησιμοποιείτο κοκ…
[20] Οι μεταμορφώσεις έφταναν βαθειά στην ίδια την καθημερινότητα.. το ότι γυρίστηκε και φιλμ soft porn, όπως τα Χασαμπουλιά, ή η δημιουργία φεμινιστικής ομάδας ή κίνησης για την απελευθέρωση του σεξ, ήταν εκφραστικά ενός εντελώς νέου κλίματος από εκείνο που απαγόρευε μέχρι και τη δημόσια συζήτηση του θέματος της ανεξαρτησίας...
[21] Η εμπειρία της ακροδεξιάς είναι εκφραστική – εμφανίστηκε ως οργανωμένη μορφή με τους χίτες του Γρίβα το 1948 [ως συνεργάτες των βρετανών ενάντια στους «κόκκινους» απεργούς] και ολοκληρώθηκε το 1974 όταν φάνηκε ξεκάθαρα πια ότι η ακροδεξιά πρακτική οδηγεί σε συνοριακούς χώρους, όπως η Κύπρος, στην εξυπηρέτηση, του υποτιθέμενου αντίπαλου [ της Τουρκίας το 1974]. Η ιδεολογία της κυπριακής ακροδεξιάς συμπύκνωνε μια νοσταλγία για τον κόσμο της ιεραρχίας που χανόταν, και μαι σχεδόν υστερική εμμονή σε εξωτερικές επεμβάσεις που θα δικαιολογούσαν συναισθηματικά  [το εξωτερικό κράτος σαν ... μητέρα] τις εσωτερικές του δικειδικήσεις εξουσίας..... Μετά την ήττα του 1974, η νοσταλγία του κόσμου της ιεραρχίας που εκφράζονταν και απεργοσπαστικά, υποχώρησε πια..... Όπως και το σύνδρομο της έκκλησης στην μητέρα....


[22]  Φωτογραφία γράφιτι από το 1974, με μοντάζ ένθετης φωτό από την συνύπαρξη στο ίδιο πλάν Εκκλησίας και Τζαμιού στη Λεμεσό. Από το τ. 10 του περιοδικού Τραίνο στην Πόλη, με αφιέρωμα στην  «Άλλη Κύπρο»
[23] Από την αναφορά του Λάμπρου Κωνσταντινίδη στο Μητρώο αγωνιστών της Αντίστασης

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου