26 Ιουν 2016

“ Μετά το Brexit ”

Etienne Balibar, Luxemburg Lecture





Η διάλεξη του E. Balibar αρχικά θα πραγματοποιούταν σε μια μικρότερη αίθουσα, σε διαφορετική ώρα και θα αφορούσε κυρίως την παρουσίαση του νέου βιβλίου του E. Balibar Europe: crise et fin?, που εκδόθηκε στη Γαλλία τον Μάρτιο του 2016 και μεταφράστηκε από τον Frieder Otto Wolf στα γερμανικά υπό τον τίτλο Europa: Krise und Ende?. Μετά την ανακοίνωση των αποτελεσμάτων του βρετανικού δημοψηφίσματος, η εκδήλωση μεταφέρθηκε σε μια μεγαλύτερη αίθουσα στα γραφεία του Ιδρύματος Rosa Luxemburg στο κτήριο της εφημερίδας Neues Deutschland (Münzenbergsaal, Franz-Mehring-Platz 1). Ο Balibar μίλησε επί περίπου μίαμιση ώρα για το Brexit και τις συνέπειές του για το ευρωπαϊκό οικοδόμημα και την αριστερά. Στη συνέχεια σχολίασε σύντομα ο Frieder Otto Wolf και ακολούθησαν δύο κύκλοι τεσσάρων ερωτήσεων.

Ο Balibar πήρε το λόγο με την φράση “αυτό δεν είναι ακριβώς μια διάλεξη” (“this is not exactly a lecture”), αναφερόμενος στο ότι το γεγονός του Brexit είναι ακόμα πολύ πρόσφατο, για να μπορέσει να αρθρωθεί πάνω σε αυτό κάποιος καθαρά φιλοσοφικός λόγος. Όπως είπε, “καλούμαστε να σχολιάσουμε “à chaud” (πάνω σε ένα ζήτημα που καίει ακόμα) και να αντλήσουμε από αυτό μαθήματα και ερωτήματα”. Εάν αυτή η συζήτηση συνέβαινε χτες, ανέφερε, θα μιλούσαμε υποθετικά. Τώρα όμως είμαστε υποχρεωμένοι να αντιμετωπίσουμε τo γεγονός του Brexit, όχι ως απλά τετελεσμένo, αλλά και ως αποκαλυπτικό (revealing event), δηλαδή ως γεγονός μέσα από το οποίο εκδηλώθηκε κάτι.
Γνωρίζουμε τι πραγματικά συνέβη με το Brexit; Παρά την πληθώρα δημοσιογραφικού σχολιασμού που κατέκλυσε αμέσως μετά το γεγονός τα ΜΜΕ, ο οποίος αντιμετωπίζει τη σημασία και τις συνέπειές του ως ξεκάθαρες και δεδομένες, στην πραγματικότητα δεν γνωρίζουμε τι σημαίνει το Brexit. Όπως είπε χαρακτηριστικά ο Balibar, μπορεί η γαλλική εφημερίδα Le Monde να είχε στο εξώφυλλό της τη φράση “Out cest out” (έξω θα πει έξω), όμως αυτό δεν είναι καθόλου σίγουρο και ίσως να αποτελεί ακριβώς το ερώτημα που πρέπει να θέσουμε (δηλ. “out, cest out?”). Για το λόγο αυτό, ο φιλόσοφος διάλεξε να δομήσει την ομιλία του σε τρία μέρη. Πρώτα αναφέρθηκε στο αν η Βρετανία θα εγκαταλείψει πραγματικά την Ευρώπη, στη συνέχεια στις συνέπειες του Brexit και τέλος στο τι καλείται να κάνει η αριστερά σε αυτή τη συγκυρία.

1. Οut, cest out?
“Η πεποίθησή μου είναι ότι η Βρετανία δεν θα εγκαταλείψει στην πράξη την Ευρώπη, ούτε με την ευρεία, ούτε με τη στενή έννοια” είπε ο Balibar. Σε ό,τι αφορά την ευρεία έννοια του ευρωπαικού οικοδομήματος, ο Balibar αναφέρθηκε στο έργο The economic consequences of peace του Keynes, σύμφωνα με τον οποίο η Ευρώπη αποτελεί ένα σύστημα αλληλοεξαρτήσεων (system of interdependencies). Δεδομένης μιας τέτοιας έννοιας της Ευρώπης, το βρετανικό δημοψήφισμα όχι απλά δεν επιφέρει την απόσχιση της Βρετανίας από την Ευρώπη, αλλά την καθιστά και πολύ περισσότερο ευρωπαϊκή από ποτέ, αφού είναι ένα γεγονός με τεράστια σημασία και συνέπειες για ολόκληρο το σύστημα και ένα καθαρό σημάδι μετασχηματισμού στο εσωτερικό του.
Το εσωτερικό του συστήματος δεν είναι βέβαια ομοιογενές, αλλά διαθέτει (“όπως θα έλεγαν κάποιοι φιλόσοφοι”) σχέσεις που έχουν το χαρακτήρα κέντρου και περιφερειών. Αυτό φαίνεται καθαρά, αν δούμε ότι το Η.Β., αλλά και πολλές άλλες χώρες όπως η Ουκρανία ή Ελλάδα, κατέχουν μια σύνθετη θέση: παίζουν κεντρικό και κρίσιμο ρόλο μέσα στο ευρωπαϊκό σύστημα, ενώ ταυτόχρονα βρίσκονται βαθειά εντός και είναι εντατικά συνδεδεμένες με άλλα συστημάτα. Αυτό καθιστά την Ευρώπη “ανοιχτό σύστημα”.
Πρόκειται όμως για έξοδο της Βρετανίας “με τη στενή έννοια”; Ούτε και αυτό, σύμφωνα με τον Balibar. Ακόμη και αν υιοθετήσουμε μια σύλληψη της Ευρώπης που να την ταυτίζει με την E.E., η “έξοδος μιας χώρας” δεν είναι κάτι που μπορεί να γίνει με απόλυτο τρόπο. Σημαντικοί ευρωπαίοι πολιτικοί, όπως οι W. Schäuble, J.C. Juncker, F. Hollande έσπευσαν να δηλώσουν ότι το βρετανικό δημοψήφισμα θα έχει συνέπειες και το Η.Β. δεν θα τύχει κάποιας ευνοϊκής μεταχείρισης που θα του εξασφαλίζει ενδιάμεσο status (“either you are in or out”). Παρόλα αυτά στην πράξη είναι πολύ δύσκολο να εφαρμοστεί μια καθαρή διάκριση.

Κατά συνέπεια, και το τωρινό αποτέλεσμα του βρετανικού δημοψηφίσματος εκφράζει “κάτι το ευρωπαικό”: τη βαθειά σύγκρουση μεταξύ των ευρωπαϊκών πληθυσμών (populations) και του πολιτικού συστήματος. Οι ευρωπαϊκοί λαοί βιώνουν ένα τεράστιο έλλειμμα εκπροσώπησης : βλέπουν στο πολιτικό σύστημα που αρθρώνεται από τους ευρωπαϊκούς θεσμούς ένα νέο μηχανισμό στη διάθεση των ελίτ (dispositive) για τη διακυβέρνησή τους και την καταπίεση των δικαιωμάτων τους. Βλέπουν επίσης ένα υπέρογκο και τερατώδες σώμα τεχνοκρατών, το οποίο, υπό την πρόφαση της εκπροσώπησής τους ως συγκεκριμένων πολιτών (concrete citizen) από τους οποίους άμεσα ή έμμεσα εκλέγονται, προσέρχονται στους ευρωπαϊκούς θεσμούς και εκεί στην πραγματικότητα συναλλάσσονται και συνδιαλέγονται με ένα άλλο είδος πολιτειότητας : με το σκιώδες πολιτικό σώμα (shadow-citizenry) που αποτελούν τα λόμπι και το ανεξέλεγκτα ισχυρό χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο. Αυτή την ένταση, η οποία συνδέεται έντονα με αυτό που ονομάζουμε “άνοδο του λαϊκισμού” στην Ευρώπη που θα αναλύσουμε παρακάτω, πρέπει να θεωρήσουμε ως το πιο σημαντικό πράγμα που εκφράζεται με το Brexit.

Σημαίνει επομένως αυτό ότι το βρετανικό δημοψήφισμα δεν είχε τελικά σημασία; Όχι, βέβαια. Οι αιτίες και οι συνέπειες της απόφασης της πλειοψηφίας των Βρετανών να εγκαταλείψουν την Ε.Ε. δεν μπορούν σε καμία περίπτωση να αγνοηθούν. Αντιθέτως πρέπει να στοχαστούμε πάνω σε αυτές με νηφαλιότητα και αποδεχόμενοι πόσα πολλά είναι ακόμα αβέβαια. Από την άλλη αποδευκνύει μήπως ότι το Brexit ότι η Βρετανία, όπως λένε πολλοί, δεν ήταν ποτέ “πραγματικά μέλος” της Ε.Ε.; Ούτε και αυτό ισχύει. Πολλοί μπορεί να ανάγουν την έκβαση του δημοψηφίσματος στο ότι οι Βρετανοί “δεν αισθάνθηκαν ποτέ πραγματικά Ευρωπαίοι” και “δεν αγάπησαν ποτέ την Ε.Ε.”, δεν ασπάστηκαν ποτέ τις αρχές και τις αξίες της, αλλά βρίσκονταν λόγω του συμφερόντων σε αυτή την ένωση, δηλαδή για να απολαμβάνουν τα οικονομικά προνόμια που τους προσέφερε. Αυτή είναι μια σύλληψη-καρικατούρα, δήλωσε ο φιλόσοφος. Η Βρετανία βρισκόταν πάντα σε μια σύνθετη αλλά εντατική σχέση με την Ευρώπη, με χαρακτήρα αρκετά εξαιρετικό, εάν αναλογιστούμε ότι χώρες όπως η Νορβηγία, παρά την μακροχρόνια σχέση τους με την Ε.Ε. δεν κατάφεραν ποτέ να έχουν την ίδια σχέση (για παράδειγμα το status χώρας Schengen κ.λπ.). Οι Βρετανοί δεν ψήφισαν να φύγουν από την Ε.Ε., επειδή ένιωθαν λιγότερο μέλη αυτή της ένωσης, αλλά επειδή διαπίστωσαν, όπως και πολλοί άλλοι ευρωπαικοί λαοί, ότι κάτι πήγε “πολύ στραβά” με αυτή την ένωση. Κάτι πήγε “πολύ στραβά” στους τομείς των θεσμών, της δημοκρατίας και της ασφάλειας, μιας ευρείας έννοιας που περιλαμβάνει τα σύνορα και τη μετανάστευση.
“Αναμένω μακροχρόνιες και σύνθετες διαπραγματεύσεις”, δήλωσε ο Balibar. “Η βασική αρμοδιότητα της νέας βρετανικής κυβέρνησης θα είναι να εφεύρει το νέο είδος σύνδεσης (association) του Η.Β. με την Ε.Ε.”. Δεν θα πρόκειται, όπως είπε, απλώς για “προνόμια και εξαιρέσεις”, αλλά αυτή τη φορά συνολικά για μια άλλη μορφή διάδρασης και αλληλεπίδρασης. Παρόλα αυτά, ακόμη και αν ένα καθαρό “out” δεν αποτελεί πραγματοποιήσιμο σχέδιο, αυτό δεν σημαίνει σε καμία περίπτωση ότι το Brexit δεν αποτελεί τομή στην ευρωπαϊκή ιστορία.




2. Οι συνέπειες του Brexit : στατικές, δυναμικές και γεωπολιτικές.


Περνώντας στην ανάλυση των αλλαγών που θα επιφέρει το βρετανικό δημοψήφισμα, ο Balibar εξήγησε ότι αναμένει τριών ειδών συνέπειες : στατικές ή αλλιώς θεσμικές ή εσωτερικές, δυναμικές και γεωπολιτικές).

2.1. Στατικές ή θεσμικές αλλαγές

Σε ό,τι αφορά τις πρώτες, οφείλονται κατά κύριο λόγο στην περαιτέρω αποδυνάμωση της σύλληψης της “Ευρώπης των κρατών” (Europe des états). Η παρούσα Ε.Ε. αποτελεί στην ουσία το αποτέλεσμα μιας έντασης μεταξύ της ιδέας της Ευρώπης των κρατών (συνδεδεμένων εθνικών κυριαρχιών) και της ιδέας μιας ομοσπονδιακής υπερεθνικής κατασκευής (federalist supranational construction). Η τεταμένη αυτή σχέση έχει εκφραστεί, όπως γνωρίζουμε, στην αντιφατικότητα των ευρωπαϊκών θεσμών. Αυτή τη στιγμή και καθώς καταρρέει η ιδέα της Ευρώπης των κρατών, θα καταβληθούν προσπάθειες να ενδυναμωθεί και πάλι η ιδέα της ομοσπονδίας και να της δοθεί “περισσότερη πραγματικότητα”.
Η σκέψη αυτή, δηλ. η υπεράσπιση της ομοσπονδιακότητας της Ευρώπης, δεν είναι σε καμία περίπτωση αποκλειστικό προνόμιο του αριστερού λόγου. Κατά κύριο λόγο, η ιδέα της “περισσότερης ομοσπονδιακότητας” νοείται και διατυπώνεται από συντηρητικούς κύκλους ως σύμφυτη με την κατασκευή μιας Ευρώπης πολλών διαφορετικών βαθμών ανήκειν (degrees of belonging). Ένα από τους κύριους πολιτικούς εκφραστές αυτής της ιδέας είναι ο W. Schäuble, ο οποίος έπαιξε σημαντικό ρόλο στο άνοιγμα του διαλόγου για την αναβίωση της λεγόμενης Kern-Europa (πυρηνικής Ευρώπης), δηλαδή μιας ένωσης παρόμοιας με αυτή της αρχικής Ευρωπαϊκης Κοινότητας Άνθρακα και Χάλυβα.
Είναι όμως η πυρηνική Ευρώπη εφικτή; Δεν μπορούμε να φανταστούμε πώς κάτι τέτοιο θα ήταν πραγματοποίησιμο, αν αναλογιστούμε ότι ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά της σημερινής ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης είναι το κοινό νόμισμα. Η παράκαμψη της Ευρωζώνης και η δημιουργία μιας “στενότερης Ε.Ε.” δεν φαίνεται να μπορεί να συνδυαστεί με τη διατήρηση του κοινού νομίσματος. Από την άλλη, η Ευρωζώνη δεν μπορεί να λειτουργήσει ως ο χώρος στον οποίον θα ξεκινήσει το πρόγραμμα της ομοσπονδιακής Ευρώπης, καθώς αποτελεί το πεδίο μέσα στο οποίο εμφανίστηκαν και εκφράστηκαν οι αντιφάσεις της Ε.Ε. Ακόμα και αν με κάποιον τρόπο επιτυγχανόταν η εκδίωξη της Ελλάδας, η Ευρωζώνη θα παρεμένε ένα πεδίο ασυμβίβαστων αντιφάσεων και εντάσεων.




2.2 Δυναμικές αλλαγές


Η εξέλιξη της δομικής ή, όπως κάποιοι θα διάλεγαν να πουν, “υπαρξιακής” κρίσης της Ε.Ε. μπαίνει σε μια νέα φάση με την έξοδο της Βρετανίας. Το Brexit δεν μπορεί να οριστεί απλά ως η έξοδος μιας συγκεκριμένης χώρας από την Ε.Ε. Αυτό που ουσιαστικά συνέβη είναι συνθετότερο: ένας ευρωπαϊκος λαός, με όλες τις αντιφάσεις και τις εντάσεις του, αλλά πάντως όχι λιγότερο ευρωπαϊκος από κάθε άλλο λαό της Ε.Ε., εξέφρασε πλειοψηφικά την άποψή του ενάντια στο υπάρχον πολιτικό σύστημα στην Ευρώπη. Εδώ μπορεί να αναφέρει βεβαίως κανείς κρίσιμες εντάσεις και διαφοροποιήσεις στο εκλογικό σώμα, όπως για παράδειγμα τη χωρική (regional) και την ηλικιακή απόκλιση, με χαρακτηριστικότερο όλων το γεγονός ότι η Σκωτία ψήφισε κατά 62% υπέρ της παραμονής του Η.Β. στην Ε.Ε.
Παρόλα αυτά, οι διαφοροποιήσεις αυτές έχουν το ανάλογό τους στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες, όπως φάνηκε με το ελληνικό δημοψήφισμα και πολλά άλλα παραδείγματα. Στο σημείο αυτό, ο Balibar έκανε μια παρέκβαση για να εντοπίσει αναδρομικά τέτοιου είδους αναλογίες μεταξύ πολιτικών επιλογών ευρωπαϊκών λαών, φτάνοντας στα δημοψηφίσματα του 2005 για το ευρωσύνταγμα (γαλλικό, ολλανδικό) και υπενθυμίζοντας τη δήλωση του γερμανού πολιτικού Helmut Schmidt, σύμφωνα με τον οποίο “Αυτό το αποτέλεσμα [το όχι στο ευρωσύνταγμα] δεν είναι καθαρά γαλλικό, ολλανδικό, ισπανικό κ.λ.π. Εάν διενεργούνταν και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες δημοψηφίσματα, θα είχαμε παρόμοια αποτελέσματα”. Η απόρριψη του ευρωσυντάγματος στη Γαλλία και την Ολλανδία εξέφραζε σε ένα μεγάλο βαθμό τη βούληση των ευρωπαϊκών λαών.
Κατά συνέπεια, και το τωρινό αποτέλεσμα του βρετανικού δημοψηφίσματος εκφράζει “κάτι το ευρωπαικό”: τη βαθειά σύγκρουση μεταξύ των ευρωπαϊκών πληθυσμών (populations) και του πολιτικού συστήματος. Οι ευρωπαϊκοί λαοί βιώνουν ένα τεράστιο έλλειμμα εκπροσώπησης : βλέπουν στο πολιτικό σύστημα που αρθρώνεται από τους ευρωπαϊκούς θεσμούς ένα νέο μηχανισμό στη διάθεση των ελίτ (dispositive) για τη διακυβέρνησή τους και την καταπίεση των δικαιωμάτων τους. Βλέπουν επίσης ένα υπέρογκο και τερατώδες σώμα τεχνοκρατών, το οποίο, υπό την πρόφαση της εκπροσώπησής τους ως συγκεκριμένων πολιτών (concrete citizen) από τους οποίους άμεσα ή έμμεσα εκλέγονται, προσέρχονται στους ευρωπαϊκούς θεσμούς και εκεί στην πραγματικότητα συναλλάσσονται και συνδιαλέγονται με ένα άλλο είδος πολιτειότητας : με το σκιώδες πολιτικό σώμα (shadow-citizenry) που αποτελούν τα λόμπι και το ανεξέλεγκτα ισχυρό χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο. Αυτή την ένταση, η οποία συνδέεται έντονα με αυτό που ονομάζουμε “άνοδο του λαϊκισμού” στην Ευρώπη που θα αναλύσουμε παρακάτω, πρέπει να θεωρήσουμε ως το πιο σημαντικό πράγμα που εκφράζεται με το Brexit.

2.3 Γεωπολιτικές συνέπειες.

Στο σημείο αυτό, ο Balibar δεν προχώρησε εις βάθος και περιορίστηκε στο να θέσει δύο ερωτήματα σχετικά με τις συνέπειες που θα επιφέρει η έξοδος της Βρετανίας από την Ε.Ε.
Το πρώτο ερώτημα αφορούσε τις υπερατλαντικές σχέσεις και την παλαιότερη στενή και προνομιακή σχέση του Η.Β. με τις Η.Π.Α (συμμετοχή στον πόλεμο στο Ιράκ, οικονομικές συνδιαλλαγές κ.λπ.). Όπως υπογράμμισε ο φιλόσοφος, δεν μπορούμε να αναμένουμε μια απλή “επιστροφή στην προηγούμενη κατάσταση” και πιθανόν να παρατηρήσουμε ακόμη και το αντίθετο. Η απόσχιση της Μ. Βρετανίας από την Ε.Ε. είναι αναμενόμενο να προκαλέσει τριβές στις σχέσης της με τις Η.Π.Α., αλλά και να κλονίσει από την άλλη και την αλληλεξάρτηση (interdependency) Η.Π.Α. και Ε.Ε.
Το δεύτερο ερώτημα που έθεσε αφορούσε το ζεύγος στερλίνας και ευρώ (coupling), το οποίο τώρα διαλύεται. Κατά την άποψή του, καθώς πολλές οικονομικές δυνατότητες του ευρώ συνδέονταν ακριβώς με τη συμπόρευσή του με τη στερλίνα, το ευρώ θα μπει τώρα πιθανότατα σε μια νέα φάση.

3. Συμπερασματικά σχόλια

Στο τελευταίο μέρος της ομιλίας του ο Balibar επισήμανε τρία προβλήματα που μας παρουσιάζονται με το Brexit και διατύπωσε κάποιες γενικές και κατευθυντήριες γραμμές για την λύση τους.

3.1. Δημοκρατία και Λαϊκισμός.

Ένα βασικό πρόβλημα συνδεδεμένο με την ευρωπαϊκή κρίση είναι η λεγόμενη “άνοδος των λαϊκισμών”. Στην πραγματικότητα πρόκειται για μια σύνθετη κατάσταση, στην οποία το αίτημα για περισσότερη δημοκρατία εκφράζεται ως στενή και άμεση αλληλεπίδραση μεταξύ εθνικισμού και λαϊκισμού. Τι είναι όμως ο λαϊκισμός; Ο Balibar αναφέρθηκε εδώ στις απόψεις που έχει ο ίδιος εκφράσει στο παρελθόν. “Είπα κάποτε ότι χρειαζόμαστε έναν ευρωπαϊκό λαϊκισμό” είπε. “Η δήλωσή μου αυτή προκάλεσε και επέφερε πολλές παρεξηγήσεις. Για το λόγο αυτό την επαναδιατύπωσα λέγοντας ότι χρειαζόμαστε έναν νέο ευρωπαϊκό αντιλαϊκισμό (counter-populism)”.
O λαϊκισμός είναι μια ευρεία έννοια που χρησιμοποιείται για να εκφράσει μια νέα μορφή ριζοσπαστικής κινητοποίησης πολιτών, από την Αριστερά ως τη Δεξιά. Πρέπει να εντείνουμε τις προσπάθειές μας για να αποδομήσουμε -όπως θα έλεγαν κάποιοι φιλόσοφοι- την αντίφαση, υπογράμμισε ο Balibar. Υπάρχει λαϊκισμός ακόμα και εκεί που δεν εκφράζεται ή δεν καλείται ως τέτοιος. Οι γαλλικές κυβερνητικές καμπάνιες κατά τη διάρκεια της διαπραγμάτευσης με την ελληνική κυβέρνηση ήταν καθαρά λαϊκιστικές: ανήγαγαν σε υπεραπλουστεύσεις και σε παραπληροφόρηση το ελληνικό ζήτημα, προσπαθώντας να χειραγωγήσουν τη γαλλική κοινή γνώμη και να πείσουν ότι τα αιτήματα της ελληνικής πλευράς δεν έπρεπε και δεν μπορούσαν να ικανοποιηθούν, ότι κάτι τέτοιο θα ήταν καταστροφικό για τις οικονομίες των χωρών της Ευρωζώνης.
Εδώ πρέπει να επαναφέρουμε κάποια μαρξιστικά debate, πρέπει δηλαδή να επισημάνουμε τις αντιφάσεις που υφίστανται μέσα στους λαούς (contradictions within the people). Πρέπει να αντιταχθούμε στο λαϊκιστικό λόγο, αλλά όχι να τον απορρίψουμε αβασάνιστα. Ο λαϊκισμός είναι στην ουσία του μια επίκληση στη λαϊκή κυριαρχία (sovereignity of the people), όπου με τον όρο αυτό εννοείται η πλειοψηφία των πολιτών. Όπως αναφέραμε παραπάνω, η κυριαρχία αυτή έχει αποδυναμωθεί μέσω του τεχνοκρατισμού και άλλων ειδών πολιτειότητας, όπως τα λόμπι. Ο λαϊκιστικός εθνικισμός αποτελεί την αναζήτηση λύσης στο πρόβλημα της λαϊκής κυριαρχίας μέσω της επιστροφής στην εθνική κυριαρχία, λειτουργεί δηλαδή ως αμυντικός μηχανισμός. Δεν έχουμε όμως στην πραγματικότητα καμία σοβαρή πιθανότητα να αυξήσουμε τη δύναμη των πολιτών, ούτε στο απομονωμένο έθνος-κράτος, ούτε μέσω της μυθικής και φαντασιακής ιδέας της ανεξαρτησίας των εθνών, η οποία δημιουργήθηκε σε μια διαφορετική εποχή και σε ένα εντελώς διαφορετικό διεθνές συγκείμενο (εποχή του ιμπεριαλισμού).
Ποια εναλλακτική όμως μπορούμε να προτείνουμε; Πώς μπορούμε να αντιστρέψουμε αυτή τη μεταδημοκρατική τάση (postdemocratic tendency); Πρέπει να αντιμετωπίσουμε τον εθνικιστικό λαϊκισμό με ένα λαϊκό συλλογικό μοντέλο διακυβέρνησης από τα κάτω. Οι πολίτες που στρέφονται προς τον εθνικιστικό λαϊκισμό εκφράζουν ένα αίτημα για “περισσότερο κράτος”, κάτι που στα γαλλικά ονομάζεται “demande d’état”. Με αυτό υποδηλώνουν την ανάγκη τους για περισσότερη προστασία, προστασία των δικαιωμάτων τους απέναντι στην επισφάλεια (κυρίως σε ό,τι αφορά τα εργασιακά δικαιώματα και το σύστημα υγείας), αλλά και προστασία απέναντι σε πραγματικές ή φανταστικές απειλές (τρομοκρατία). Η αδυναμία του κράτους να προστατέψει προκαλεί αίσθημα δυσαρέσκειας, πικρίας και αγωνίας. Τι μπορούμε εμείς να κάνουμε;
Ο Balibar στο σημείο αυτό έκανε αναφορά στον όρο “υλική συγκρότηση της Ευρώπης” (material constitution of Europe), έναν όρο του S. Mezzandra, τον οποίο με τη σειρά του δανείζεται έμμεσα από στοχαστές με ιταλικό οπεραϊστικό θεωρητικό υπόβαθρο. Πρέπει, όπως δήλωσε, να στραφούμε προς αυτή την κατεύθυνση εκμεταλλευόμενοι τις εντάσεις μεταξύ των υπερεθνικών στοιχείων της Ε.Ε. και της δύναμης του έθνους-κράτους, οι οποίες οδηγούν σε κρίση τον ψευδοφεντεραλισμό, στον οποίο βρισκόμαστε τώρα. Ταυτόχρονα πρέπει να λάβουμε υπόψη ότι οι διεθνείς διαμάχες επικαθορίζονται από γραμμές ρίξεων και διχαστικούς άξονες, όπως αυτός του Βορρά-πιστωτή και του υπόχρεου Νότου ή της διαφορετικής αντιμετώπισης που έχει η Ανατολική και η Δυτική Ευρώπη στο προσφυγικό ζήτημα.
Ακόμη, σε αυτό το συγκείμενο διχασμών και διεθνών ρωγμών, παρατηρούμε την ανάδυση πόλων εξουσίας με ιδιαίτερα χαρατηριστικά. Μιλάμε κυρίως για τη Γερμανία, ως ισχυρό πόλο που όμως αδυνατεί “να καθορίσει” τις πολιτικές εξελίξεις και να επιβάλλει την βούλησή της, αλλά και για έναν απόντα πόλο (missing pole), τον οποίο μπορούμε να δούμε στο παράδειγμα της Γαλλίας. Η επιστροφή μορφών έντονης ταξικής πάλης στη Γαλλία, με την Nuit Debout και τις μαζικές απεργίες, αποτελεί μια ριζική δημοκρατική πρόκληση. Η γαλλική κυβέρνηση δεν έχει καταφέρει να απαντήσει σε αυτή την πρόκληση, κάτι που σε αυτή τη φάση καθιστά τη Γαλλια ουσιαστικά σταδιακά “μη-διακυβερνήσιμη” (non governable).
Ένα άλλο στοιχείο που συμβάλλει στην κατάσταση μη-διακυβερνησιμότητας της Ευρώπης είναι τα αποτελέσματα του οικονομικού μοντέλου που ακολουθείται από το 1990 και μετά και το οποίο αποτελεί μια σιωπηρή οικονομικο-πολιτική θέσμιση (implicit economic-political constitution). Λίγο προκλητικά μπορούμε να πούμε ότι το ευρωπαϊκό οικονομικό μοντέλο αποτελεί ένα αντεστραμμένο σοβιετικό μοντέλο : η πολιτική υποτάσσεται πλήρως σε ένα οικονομικό δόγμα. Στη Σοβιετική Ένωση το δόγμα αυτό υπήρξε ο κρατικός σχεδιασμός της οικονομίας, ενώ στην Ε.Ε. αποκαλείται “αβίαστος ελεύθερος ανταγωνισμός”. Μέσα σε εικοσιπέντε χρόνια το δόγμα αυτό δεν επέφερε τα υποθετικά θετικά αποτελέσματα αυτορρύθμισης της αγοράς, αλλά αντιθέτως δημιούργησε εντονότατο ανταγωνισμό μεταξύ των χωρών-μελών και μεγαλύτερων συνόλων, που θα ήταν καλύτερο να αποκαλέσουμε “περιοχές” (territories). Στο πλαίσιο αυτού του ανταγωνισμού, η λεγόμενη Ευρώπη των κρατών, μετατράπηκε σταδιακά σε Ευρώπη των τραπεζών και το κράτος δεν κατάφερε να προστατέψει την πολιτειότητα και την εργασία από τον αρνητικό αντίκτυπο της ενδο-ευρωπαϊκής μετανάστευσης. Ορατό δείγμα αυτής της αποτυχίας είναι το περίφημο στερεότυπο του “πολωνού υδραυλικού”, που στοχοποίησε ο εθνικιστικός λαϊκισμός.
3.2. Επαναθεμελίωση ή επανάσταση: διπλός αγώνας ενάντια στον εθνικισμό και τον μεταδημοκρατικό φεντεραλισμό.

Από ποιά κατεύθυνση μπορούμε να δούμε να προέρχεται η λύση της ευρωπαϊκής κρίσης; Η απάντηση δεν είναι εύκολη. Από τις πολιτικές της M. Thatcher και την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης το 1989 εώς την έκρηξη της χρηματοπιστωτικής κρίσης του 2008 και ειδικά στην περίοδο που την ακολούθησε, η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση μοιάζει να είναι μια κατασκευή που γεννά διαρκώς μη αναστρέψιμες εσωτερικές αντιθέσεις. Είναι σίγουρο ότι μετά το Brexit θα καταβληθούν από κάθε μεριά προσπάθειες να μεταρρυθμιστεί η Ε.Ε., οι οποίες θα κινηθούν στην κατεύθυνση της επαναθεμελίωσης (refoundation) και της επανακατασκευής (reconstruction).
Παρόλα αυτά, αρχίζει να ακούγεται μια άλλη λέξη και μάλιστα από το στόμα μη μαρξιστών, από φωνές που προέρχονται από φιλελεύθερο και ανθρωπιστικό υπόβαθρο: η λέξη “επανάσταση” (revolution). Μιλάμε εδώ για τη σύγκλιση πολλών ευρωπαϊκών δυνάμεων σε ένα μέτωπο και την λήψη της εξουσίας μέσω γεγονότων που να συμπεριλαμβάνουν τη βία; Ο Balibar ξεκαθάρισε εδώ ότι δεν θεωρεί κάτι τέτοιο ρεαλιστικό ή πιθανό. Πρόκειται περισσότερο για τη ριζική “αντιστροφή των προτεραιοτήτων” επισήμανε. Και αυτό δεν μπορεί παρά να αποτελεί έναν διπλό και διαρκώς συνδυαστικό αγώνα. Έναν αγώνα, τόσο ενάντια στον εθνικισμό, όσο και σε μια “επανάσταση από τα πάνω”, δηλαδή έναντια -εδώ ο Balibar παραδέχτηκε τη συμφωνία του με τον όρο του J. Habermas- σε έναν “μεταδημοκρατικό θεσμικό φεντεραλισμό” (postdemocratic institutional federalism). Αυτός ο τύπος μεταδημοκρατικού φεντεραλισμού παίρνει σε ένα βαθμό σάρκα και οστά αυτή τη στιγμή, μέσω του κράτους ασφαλείας (security state), των διεθνών διατάξεων για την τρομοκρατία και τη μετανάστευση κ.λπ. και ειδικά υπό τη συνθήκη ενός “απόλυτου καπιταλισμού” (absolute capitalism), ο οποίος διακυβερνά όλες τις πτυχές της προσωπικής και τη δημόσιας ζωής.
Συμπερασματικά, η Νέα Αριστερά καλείται να δώσει μια ταυτόχρονη και διπλή μάχη. Πρέπει να στραφεί στην επαναφορά της λαϊκης κυριαρχίας, προτείνοντας έναν νέο αντίθετο λαϊκισμό ενάντια στον εθνικιστικό λαϊκισμό. Ταυτοχρονα, πρέπει να εμποδίσει την κατασκευή μιας μεταδημοκρατικής ομοσπονδιακής Ευρώπης, μέσω της υπεράσπισης της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Οι δυνάμεις πολλών επιμέρους ευρωπαϊκών αντιστάσεων πρέπει να επικοινωνήσουν μέσω της δημόσιας συζήτησης, της μετάφρασης, της κινητικότητας, της επικοινωνίας των κινημάτων (Indignados, Αγανακτισμένοι, Nuit Debout κ.λπ.), αλλά και ίσως μέσω ενός ευρωπαϊκού “κόμματος”1, ενός φορέα που θα διατηρούσε έναν ενδιάμεσο χαρακτήρα, μεταξύ κόμματος και κινήματος και θα εξέφραζε το αίτημα των ευρωπαϊκών λαών για περισσότερη λαϊκή κυριαρχία στην Ευρώπη, χωρίς να απορρίπτει πλήρως τον κοινοβουλευτισμό και την έννοια της αντιπροσώπευσης.
(σημειώσεις και απόδοση: Ι. Μπαρτσίδη)






Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου