23 Μαΐ 2016

Η Εκτέλεση του Μ

Την στιγμή που ο Μ πληροφορήθηκε ότι ήθελαν να τον σκοτώσουν, ήταν έτοιμος να επιβιβαστεί στο λεωφορείο που θα τον πήγαινε στην Δεκέλεια όπου εργαζόταν. Ένιωθε ξεθεωμένος από την προηγούμενη και η πληροφορία που του δόθηκε εκείνο το πρωί, του έφερε μια επιπλέον κούραση που εκτόξευσε την ηλικία του μερικές δεκαετίες πιο πάνω. “Ρυτίδωσε μέσα σε μερικά δευτερόλεπτα”, είπε αργότερα ο οδηγός του λεωφορείου που τον κοίταξε την ώρα που είχε πάρει την πληροφορία από έναν άγνωστο. Μετά, όταν τον παρατήρησε από το καθρεφτάκι του οδηγού, πρόσεξε ότι οι γραμμές πάνω στο πρόσωπο του βάθυναν, στον βαθμό που φαίνονταν σαν ένα μόνιμο χαρακτηριστικό του. Η γυναίκα του που τον είδε πολλές ώρες αργότερα, ένιωσε με την πρώτη ματιά ότι ο άντρας της είχε κάνει ένα ταξίδι στον άλλο κόσμο κι επέστρεψε σπίτι του, όχι μόνο για να ξεκουραστεί, αλλά και για ν' αναλογιστεί την απειλή που, όπως του ειπώθηκε ήταν η τελευταία. «Ένιωσε αυτό που είχαν νιώσει μέχρι τότε όσοι δεν υπάκουαν στις διαταγές του Μεγάλου Αρχηγού και δεν εγκατέλειπαν τον συνδικαλιστικό αγώνα της αριστεράς», λέχθηκε αργότερα από ένα συγγενή του. 


Ο Μ ήταν πενηντάρης, αλλά κρατιόταν καλά, πιθανώς λόγω ενός καλού DNA. Δούλευε στους κατράδες όπου δούλευαν άνθρωποι που ήταν αρκετά νεώτεροί του, ενώ οι κάτοικοι της περιοχής όπου έψηναν την άσφαλτο, έλεγαν ότι ζαλιζόντουσαν από την οσμή που ερχόταν μέσα στα σπίτια τους, ακόμα και αυτοί που είχαν δίπλα τους τη θάλασσα και μύριζαν το ιώδιο. “Αυτή η δουλειά είναι γι’ απεγνωσμένους”, έλεγαν διάφοροι, εννοώντας ότι για να δουλεύει κάποιος εκεί όπου ο εργάτης ανέπνεε ζεστή άσφαλτο, έπρεπε να είναι έτοιμος ν’ αποχαιρετήσει τα πνευμόνια του.  “Ψηνόταν καθημερινά μέσα στον κατρά”, έλεγε η γυναίκα του στη γειτόνισσα της και όντως μπορούσες να δεις τα χρώματα της ψημένης πίσσας πάνω στο πρόσωπό του μετά τη δουλειά. Μια μέρα που τον είδε να την πλησιάζει ενώ σχολνούσε, έμεινε έκπληκτη, μετά που συνειδητοποίησε ότι εκείνος ο άντρας με το δέρμα εξατμισμένης πίσσας ήταν ο δικός της. Τότε ένιωσε πιο πολύ εκείνη την αγωνία που έβλεπε στο πρόσωπό του, όταν επέστρεφε στο σπίτι κι έβλεπε τα πρόσωπα των παιδιών του που εξαρτιόνταν ολοκληρωτικά από κείνη την καταραμένη δουλειά που είχε το χρώμα της κόλασης.



Ο χώρος, στην αυλή της εκκλησίας του Λευκονοίκου, όπου υπήρχε, το 1958, ο Πλάτανος στο οποίο δέθηκε και λιθοβολήθηκε ο Σάββας Μένοικος


Ο Μ είπε στον παππού μου ότι είχε εφτά στόματα να ταΐσει και ήταν αμφίβολο για πόσο θα τα κατάφερνε ακόμα. “Γερνάμε με μια ταχύτητα που ξεπερνά το μυαλό μας κι ας έχουμε να διανύσουμε ακόμα ένα ατέλειωτο δρόμο για να κάνουμε την κοινωνία μας καλύτερη”, είπε με μια λύπη που πέρασε από το πρόσωπό του βαθιά αλλά απαλά, όπως το αεράκι που φυσούσε εκείνη την ώρα πάνω από το Λευκόνοικο, αφήνοντας μια θαλασσινή μυρωδιά που θύμιζε αλατισμένο αέρα, μέσα στη βροχή. Οι απειλές από μέλη και στελέχη της ΕΟΚΑ να εγκαταλείψει τις τάξεις της ΠΕΟ ήταν συχνές. “Εσένα θα σε σκοτώσουμε μ’ ένα τρόπο που δεν θα μπορεί να ξεχαστεί από κανέναν», του είπε ο αντιπρόσωπος του εθνικόφρονος σωματείου του Λευκονοίκου, και όπως ο ίδιος είπε αργότερα, του το είπε για να τον συνετίσει. Ο Μ ένιωσε ότι ήταν ο επόμενος, όχι μόνο γιατί του το είχαν πει, ούτε γιατί μπορούσε να το προσδιορίσει από τον τρόπο που τον παρατηρούσαν τα άτομα του ενωτικού συλλόγου, αλλά για τον τρόπο που δεν τον παρατηρούσαν.
- Δεν ήθελαν να βλέπουν στα μάτια έναν άνθρωπο που θα τον σκότωναν, είπε ο παπάς που τον έθαψε μερικές μέρες αργότερα.

Η άμεση σκέψη του Μ να διασκεδάσει την απειλή που του δόθηκε πριν μπει μέσα στο λεωφορείο δεν απέδωσε, εξάλλου ο Αρχηγός έλεγε ότι θα πέσει λεπίδι ενάντια στους  Κομουνιστές. Είχε σκεφτεί σε καποια φάση ότι δεν θα τον σκότωναν γιατί είχε έξη παιδιά, όμως οι κουβέντες που γίνονταν μέσα στους ενωτικούς συλλόγους έλεγαν το αντίθετο, εξάλλου είχαν ήδη δολοφονηθεί διάφοροι αριστεροί που είχαν από μισή ντουζίνα παιδιά. Ένιωσε ότι το χέρι του Μεγάλου Αρχηγού και της ιδεολογίας του ήταν αρκετά μακρύ ενώ το παρελθόν του ως αξιωματούχου στην οργάνωση Χ τον είχαν προετοιμάσει για μια δράση που περιλαμβανε εξόντωση ανθρώπων, εξάλλου ήταν γνωστό ότι η οργάνωση Χ δολοφονούσε Έλληνες αντιφασίστες, όπως άλλωστε ήταν και ο Μ. «Όλα πληρώνονται σ’ αυτή τη ζωή όταν είσαι φτωχός», είπε στον εαυτό του, χωρίς να τον εγκαταλείπει η σκέψη ότι αν έφευγε από τη ζωή, θ’ άφηνε πίσω του ένα χάος το οποίο θα πλήρωναν τα παιδιά και η γυναίκα του. Ήταν όμως και ο τρόπος που θα έφευγε από τη ζωή, πράγμα που τον απασχόλησε, όχι όμως περισσότερο από τον σκοτωμό του αγαπημένου του σκύλου που τον βρήκε μέσα στην αυλή με λιωμένο το κεφάλι, μόλις μερικές μέρες προηγουμένως.

Ήταν μια μέρα του Μάη καθώς διέσχιζε με το ποδήλατο του τον κάμπο που χώριζε τις Γούφες από το Λευκόνοικο απ’ όπου έπαιρνε το λεωφορείο μέχρι την Δεκέλεια. Τα στάχυα είχαν ήδη χρυσώσει και η πρωινή ομίχλη τα γυάλιζε μέσα στο ήρεμο πρωινό της Άνοιξης, όμως μέσα από τα σπαρτά έβγαινε μια ανησυχία που απλωνόταν μέσα στην ατμόσφαιρα, μερικές φορές τόσο έντονη, που ο Μ ένιωθε ότι την μυριζόταν, ακόμα και την ώρα που δεν φυσούσε αέρας. Ήταν λες κι έβγαινε από την γη για ν’ απλωθεί και να καταλήξει στους ανθρώπους, κύρια αυτούς που είχαν λόγους ν’ ανησυχούν γιατί συχνά, το ‘έγκλημα’ της σκέψης πληρωνόταν  ακριβά, τόσο ακριβά, όσο και η πραγματοποίηση της, και ο Μ ξεπέρασε την σκέψη κατά πολύ. Προτού φτάσει στο Λευκόνοικο όπου πήρε την προειδοποίηση από τον αγγελιοφόρο της ΕΟΚΑ, ένιωσε τον αέρα να βαρεί και να πέφτει προς τα κάτω, όπως το ίδιο του το σώμα, όμως συνέχισε να στέκεται γιατί κάπου μέσα του ένιωσε ότι ένας εργαζόμενος δεν πρέπει να πέφτει όταν τον απειλούν είτε οι εργοδότες του είτε οι αντιπρόσωποί τους.

Οι αψιμαχίες και μάχες μεταξύ αριστερών και δεξιών έδιναν κι έπαιρναν, οι μεν γιατί ήθελαν μια ισότιμη κατανομή του πλούτου και οι άλλοι γιατί οι αριστεροί δεν ήθελαν να κατανοήσουν και να δεχτούν εκείνη την κατάσταση που κυριαρχούσε μέσα στην οικονομία, όπου οι ούτω καλούμενοι πιο άξιοι είχαν τον πλούτο και οι ‘λιγότερο άξιοι’ δούλευαν γι’ αυτούς.

-       Μπορείς να βγάλεις λεφτά, φτάνει να το θέλεις έλεγαν διάφοροι, ακόμα και σαράντα χρόνια μετά που το είπαν για πρώτη φορά αλλά δεν τα κατάφεραν, ακόμα και κάποιοι που πήραν την ευχή τους στο νεκροκρέβατο, κι ας ήταν κι αυτό δανεικό.
-       Είναι απίστευτο το πώς ένα μεγάλο ποσοστό ανθρώπων θεωρεί ότι είναι καλύτερα να παραμυθιάζεται ότι θα πλουτίσει μια μέρα, εκμεταλλευόμενος τους άλλους φτωχούς με νόμιμο ή παράνομο τρόπο αντί να ταχτεί υπέρ μιας λύσης για ισότιμη διανομή του πλούτου που ήδη υπάρχει, μου είπε πολλά χρόνια αργότερα ο παππούς μου, ο Στέλιος Κωμοδρόμου. Και όχι μόνο αυτό, αλλά διάφοροι από αυτούς προσπαθούν να διατηρήσουν τα οικονομικά προνόμια των πλουσίων ενάντια σε άτομα όπως οι ίδιοι, λες και το μερτικό των φτωχών είναι σταθερό κι αν υπάρχει διακύμανση είναι μόνο προς τα κάτω. Η αστική προπαγάνδα έχει διαπεράσει ένα μεγάλο αριθμό ατόμων που είναι θύματα αυτού που υποστηρίζουν, του είπε ο Μ λίγες μέρες προτού τον εκτελέσουν.

Ο Κωμοδρόμου που θυμόταν με πίκρα εκείνο τον Μάιο το 1958, έλεγε ότι εκείνες οι μέρες είχαν μια τραγικότητα γιατί ένα μεγάλο μέρος των εργαζομένων είχε στραφεί προς τον εθνικισμό με τέτοιο τρόπο, ώστε ξέχασαν την ταξική τους θέση στην κοινωνία και συμπεριφερόντουσαν λες και το έθνος ήταν αυτό που θα τους έβγαζε από κείνη την δύσκολη θέση που βρισκόντουσαν, κάνοντας ακριβώς το αντίθετο, δηλαδή αντί να στραφούν μόνο ενάντια στην αποικιοκρατία και τους εργοδότες που ήταν οι άμεσοι καταπιεστές τους, έστρεψαν τα πυρά τους ενάντια στους Κομμουνιστές και τους εργάτες της Τουρκοκυπριακής Κοινότητας, δηλαδή τους δυο φυσικούς τους συμμάχους.

-       Ο καπιταλισμός είναι το δικαιότερο οικονομικό σύστημα που υπήρξε ποτέ στην οικουμένη, είπε ένα μέλος της ΕΟΚΑ την προηγούμενη μέρα, φτάνει να το αντιληφθούν όλοι και να καταλάβουν ότι δεν μπορεί να είμαστε όλοι ίσοι. Κάποιοι τα καταφέρνουν καλύτερα από τους άλλους. Ο θεός έκανε τους ανθρώπους ίσους μεταξύ τους, αλλά κάποιοι το έβαλαν κάτω και κάποιοι όχι, και αυτοί που το πάλεψαν, τώρα  διαπρέπουν στην ζωή τους. Ας μην έχουν παράπονο όλοι οι άλλοι επειδή οι ίδιοι δεν τα κατάφεραν. Ο θεός ευλογεί τους αρίστους των αρίστων.
- Ήταν και το ότι η δεξιοί έβαζαν το δικό τους έθνος και την θρησκεία πάνω απ’ όλα, νιώθοντας ότι έπρεπε να είναι οι κυρίαρχοι πάνω στο νησί, υπεράνω των άλλων εθνικών ομάδων. Ακόμα και οι Κομουνιστές που ήταν ως επί το πλείστον φτωχοί δεν έπρεπε να έχουν ίσα δικαιώματα με αυτούς, μου είπε μια μέρα ένας φίλος του παππού μου, προσθέτοντας ότι το να είσαι φτωχός και δεξιός είναι ένας τρόπος για να γίνεσαι δεκτός από την εξουσία η οποία αρέσκεται στο να έχει υποταχτικούς υπηκόους, ταυτόχρονα τους ταΐζει με την ψευδαίσθηση ότι και αυτοί μπορεί κάποτε να αποκτήσουν αυτά που έχουν και οι πλούσιες τάξεις, βυθίζοντας τους μέσα σε υπνωτικές ψευδαισθήσεις. Το πιο σημαντικό και αξιοσημείωτο όμως είναι ότι καταφέρνουν και τους οπλίζουν με μίσος ενάντια σε αυτούς που παλεύουν για καλύτερες συνθήκες στον χώρο εργασίας. Είναι επίσης κι ο φόβος που τους ενσταλάζουν, κάνοντας τους να φοβούνται ακόμα και την σκιά τους, σε σημείο που δένονται με την ιδεολογία του δυνατού, προσπαθώντας να νιώθουν και αυτοί ότι ανήκουν σε μια ισχυρή ομάδα. Νιώθουν δυνατοί όταν τα βάζουν με τους αδύνατους γιατί έτσι μπορούν να παίρνουν την ψευδαίσθηση της νίκης. Κι απλά, αν υπάρχουν ευκαιρίες να τους δοθούν κάποια προνόμια τα οποία βέβαια θα πληρώνουν οι υπόλοιποι φτωχοί, τότε τους τα δίνουν, επιτυγχάνοντας ένα είδος τόνωσης της ψευδαίσθησης αλλά και της πραγματικής ζωής, όταν η υπόλοιπη φτωχολογιά έχει βουλιάξει στον πάτο της ύπαρξης της.

Όταν ο Μ έφτανε στο Λευκόνοικο, άφηνε το ποδήλατο του στο καφενείο των λαϊκών οργανώσεων και το έπαιρνε στην επιστροφή, έπινε όμως τον καφέ του προτού ξεκινήσει. Έκοβε κουβέντες με φίλους του που ήταν μαζί στο λαϊκό κίνημα, αυτό δηλαδή που θεωρούσε ότι οι εργαζόμενοι πρέπει να έχουν περισσότερα δικαιώματα, όχι μόνο στον εργασιακό χώρο αλλά κι εκτός, σε μια κοινωνία που δεν σκοτώνει τους φτωχούς. ‘Η πλειοψηφία του κόσμου που παράγει τον πλούτο, πρέπει επίσης να τον ελέγχει και να επωφελείται από αυτόν’, άρχισαν να λεν διάφοροι τις μέρες εκείνες, ενώ το Κομμουνιστικό Μανιφέστο πήγαινε από τη μια μεριά της Κύπρου μέχρι την άλλη, κάνοντας ανάστατους τους θαμώνες των εθνικοφρόνων σωματείων και τις εργοδοτικές οργανώσεις. Η εκκλησιαστική εξουσία ένιωθε μια αφόρητη πίεση όταν άρχισαν να πηγαινοέρχονται στα καφενεία τσιτάτα του Μαρξ και κύρια αυτό που έλεγε για την θρησκεία το οποίο βρέθηκε γραμμένο σ’ ένα τοίχο, που όμως δεν μαθεύτηκε ποτέ ποιος το είχε γράψει. Ο τοίχος έγγραφε: «Η θρησκεία είναι ο αναστεναγμός του ανθρώπινου όντος σ’ ένα κόσμο χωρίς καρδιά, αλλά και το βάλσαμο του, όχι μόνο απέναντι στην κοινωνική του δυστυχία και αλλοτρίωση, αλλά και απέναντι στα ανεξήγητα υπαρξιακά του προβλήματα. Η θρησκεία είναι το όπιο του λαού».

-       Δεν μπορεί να σκέφτονται έτσι μερικοί άνθρωποι και ν’ αντιστέκονται στη θέληση του θεού που έφτιαξε τον κόσμο με τον τρόπο που το έκανε και μας δοκιμάζει τον καθένα ξεχωριστά και καθημερινά, τοποθετώντας τον καθένα μας εκεί που του αξίζει, είπε ο ΑΒ από τον σύλλογο των Εθνικοφρόνων.
Θεωρούσε ότι οι αριστεροί εμφανίστηκαν για ν’ αλλάξουν τον ήσυχο τρόπο που ζούσαν οι κάτοικοι τη ζωή τους με σκοπό να δημιουργήσουν προβλήματα που αποδιοργάνωναν την ζωή των φιλήσυχων ανθρώπων, και μάλιστα σε μια εποχή που η ενότητα του έθνους υπό την παρουσία και καθοδήγηση του στρατηγού Γεωργίου Γρίβα ήταν τόσο απαραίτητη όσο ποτέ.
-       Ο Στρατηγός Διγενής μας οδηγεί, έλεγαν οι θαμώνες του συλλόγου των εθνικοφρόνων και μαζί του θα ενωθούμε με την Ελλάδα, νυν υπέρ πάντων ο αγών.

Ο Τουρκοκύπριος κάτοικος του χωριού με το όνομα Ισμαήλ Κ θεωρούσε ότι αυτό που αποκαλούσε ο ΑΒ εθνική ενότητα, ήταν ένα σύνθημα που άφηνε την Τουρκοκυπριακή Κοινότητα έξω από τις εξελίξεις σε όλη την Κυπριακή επικράτεια, και αποσκοπούσε στην ένωση της Ελληνοκυπριακής Κοινότητας με την Ελλάδα. Θεωρούσε ότι με την πάροδο του χρόνου θα έδιωχναν τους Τουρκοκύπριους από την χώρα των πατέρων και των παππούδων τους, λέγοντας ότι διάφοροι Ελληνοκύπριοι είχαν ήδη ξεκινήσει προετοιμασίες  για την πραγματοποίηση μιας τέτοιας ιδέας, απλώς δεν τις δημοσίευαν στα ΜΜΕ για λόγους τακτικής, όμως ο ίδιος, όπως και άλλοι συμπολίτες του, άρχισαν να νιώθουν ότι σε λίγο θ’ άρχιζε να δημιουργείται ένας κλοιός. Για τον ίδιο, η οργάνωση της ΤΜΤ από τον Ραούφ Ντεκτάς, ήταν η λογική αντίδραση της πολιτικής ελίτ της Τουρκοκυπριακής Κοινότητας ενάντια στην ΕΟΚΑ που αντιπροσώπευε την πολιτική ελίτ της Ελληνοκυπριακής.

- Πως είναι δυνατό να θέλεις να ενωθείς με μια χώρα η οποία δίνει περηφάνια σ’ ένα μέρος του πληθυσμού κι αφήνει έξω ένα άλλο; Το ίδιο θα ένιωθαν και οι Ελληνοκύπριοι αν εμείς κάναμε ένα κίνημα και ζητούσαμε ένωση με την Τουρκία. Θα μου πεις ότι εμείς είμαστε μειοψηφία κι αυτό το καταλαβαίνω, όμως αν ήμασταν εμείς η πλειοψηφία και οι Ελληνοκύπριοι η μειοψηφία, τότε θα δέχονταν την ένωση μας με την Τουρκία; ρωτούσε. Δες τώρα τον Ραούφ Ντεκτάς που πηγαινοέρχεται στην Τουρκία και προσπαθεί να οργανώσει ένα κίνημα που θα αντισταθεί στα σχέδια της ΕΟΚΑ με σκοπό την διχοτόμηση της χώρας μας!  Είναι λες και συνδυάζεται με τον Γρίβα για την επίτευξη της διπλής ένωσης.

O AB θεωρούσε ότι δεν κάνεις διάλογο μ’ ένα Τούρκο που έχει αποδείξει την βαρβαρότητα του από τα βάθη των αιώνων. Απλά περιμένεις πότε θα έρθει η ώρα που θα έχεις εσύ το πάνω χέρι για να τον στείλεις είτε στον άλλο κόσμο είτε στην Τουρκία, αν και αυτό είναι και πολλή του, γιατί η Μικρά Ασία ανήκει στους Έλληνες. «Μας έχουν πάρει τόσα εδάφη»,  έλεγε και ξανάλεγε, στον βαθμό που τις νύχτες καθόταν στον σύλλογο των εθνικοφρόνων κι έκανε αναλύσεις πάνω στις εδαφικές αναπροσαρμογές που συνέβησαν μέσα στα χρόνια ενώ μετρούσε τις εκτάσεις που θα έπρεπε να επιστρέψουν οι Τούρκοι στους Έλληνες. Κατά την διάρκεια των συζητήσεων γίνονταν σχέδια για την δημιουργία ενός καθαρά Ελληνικού νησιού το οποίο θα ενσωματωνόταν στον εθνικό κορμό, σ’ αυτόν που ανήκε πάντα, εκεί δηλαδή που ζει το γένος των μεγάλων κατά πως έλεγε ο ίδιος. Ξενυχτούσε μέσα στον σύλλογο, κάνοντας όνειρα με ομοϊδεάτες του που θα έκαναν την Ελλάδα τόσο μεγάλη, με πρώτο βήμα την ένωση της Κύπρου μαζί της.

Ο Ισμαήλ Κ που τον γνώριζε από τότε που ήταν παιδί, μου είπε ότι τον έβλεπε όταν πήγαινε στο δημοτικό. Ήταν ένα παιδί χαμένο μέσα στα προβλήματά του, μ’ ένα αυταρχικό πατέρα που τον έκανε άχρηστο στο ξύλο. Η μητέρα του δεν μπορούσε να τον υποστηρίξει γιατί τις έτρωγε κι αυτή, στο σημείο που δεν ήξερε πώς ν’ αλλάξει την ροή της καθημερινής τους ζωής.
- Το μόνο που έκανε, ήταν να μάθει πώς να δέχεται το πεπρωμένο της,
μου είπε η γειτόνισσα της γιατί δεν έβλεπε καμιά έξοδο από το είδος της ζωής που ζούσε. Οι γειτόνισσες την βοηθούσαν  να τα βγάζει πέρα με τον τρόπο που η ίδια ήταν ικανή να το κάνει. Τι άλλο ήταν δυνατό να γίνει μέσα σε κείνες τις θλιβερές συγκυρίες, όπου αν έκανες μια παρατήρηση σ’ έναν άντρα σαν και κείνον, θα θεωρείτο ότι γινόταν συνωμοσία εναντίον του αντρικού φύλου και θα χαλούσε η κοινωνική συνοχή, κύριο μέρος του οποίου ήταν η οικογένεια, ο γάμος και η θρησκεία, όλα κάτω από τη ομπρέλα αυτού του επίλεκτου έθνους που είχε τον θεό στο πλευρό του, μέσα στις δυστυχίες και μέσα στις ευτυχίες της, όποτε αυτές εμφανιζόντουσαν από τον μεγαλοδύναμο που μας δοκίμαζε κάθε λεπτό για να μας ενδυναμώσει και να μας κάνει καλύτερους.
- Πρέπει να μάθουμε να δεχόμαστε τις βουλές του μεγαλοδύναμου και τον τρόπο που μας δοκιμάζει, είπε ο παπάς της εκκλησίας μια μέρα πριν εκτελεστεί μπροστά του ο Μ καθώς αυτός ευλογούσε τους εκτελεστές ενώ λίγο αργότερα έλαβε μέρος στον μεταθανάτιο εξευτελισμό του.

Η κυρία ΔΕ, απέναντι από τον ΑΒ, είχε το καλύτερο σπίτι της γειτονιάς. Κρατούσε κάποια απόσταση από τους γείτονες γιατί δεν ήθελε να έχει κοντινή επαφή με τα φτωχότερα στρώματα, παρόλο που ο άντρας της σύχναζε στον σύλλογο των εθνικοφρόνων για να εκφράζει τις θέσεις του πάνω σε σημαντικά ζητήματα, κύρια στην κατάργηση της συντεχνίας των αριστερών που κατά τον ίδιο ήταν ιδιαίτερα απαιτητική στον εργασιακό χώρο κι εκτός. Μερικοί χωριανοί ήταν υπάλληλοι του στο εργοστάσιο που διατηρούσε με τον αδελφό του στην Δεκέλεια, όπου το ζευγάρι σκεφτόταν να μετακομίσει για να μπορέσει να πάει και το παιδί τους σ’ ένα καλύτερο σχολείο, κι αν ήταν δυνατό να πάει σε Αγγλικό ίδρυμα, θεωρώντας ότι τα γνωστικά εργαλεία που έπαιρναν οι μαθητές εκεί ήταν καλύτερα. Αυτός πήγαινε στο εργοστάσιο με το ιδιωτικό του αυτοκίνητο, ενώ συχνά συνταξίδευε με τον επιστάτη του, κερδίζοντας χρόνο, καθώς διευθετούσαν  μερικά ζητήματα με την κουβέντα που έκαναν στον δρόμο για εκεί. Συχνά περνούσαν το λεωφορείο της γραμμής γιατί αυτό έκανε πολλές στάσεις μέχρι να φτάσει στον προορισμό του, ήταν όμως και το ότι ήταν παλιάς τεχνολογίας και η αλλαγή ταχύτητας έπαιρνε χρόνο, έτσι το ευέλικτο υπό τις τότε περιστάσεις αυτοκίνητο κέρδιζε έδαφος μέσα στον δρόμο, κι έφτανε στον προορισμό του νωρίτερα.

Ο Μ που κοίταζε έξω από το παράθυρο του λεωφορείου εκείνη τη μέρα, είδε τον  ΚΕ που καθόταν δίπλα από τον επιστάτη που οδηγούσε το αυτοκίνητό του, όπως άλλωστε έγινε κι άλλες φορές. Όταν άνοιγε ο καιρός, ο ΚΕ κατέβαζε την σκεπή του αυτοκινήτου και οδηγούσε εκτεθειμένος στις καιρικές συνθήκες. Εκείνο το πρωί, ο Μ τον κοίταξε και προσπάθησε να δει κάτι που θα τον συνέδεε με την απειλή που είχε δεχτεί προηγουμένως. Δεν μπόρεσε να δει τίποτε όμως, γιατί ο κύριος αυτός ήταν ήρεμος μέσα στο αυτοκίνητό του, όπως κάθε μέρα. Εξάλλου, τί μπορείς να δεις όταν κάθεσαι μέσα σ’ ένα λεωφορείο και απλώς βλέπεις το προφίλ ενός ατόμου που κάθεται στο αυτοκίνητο που σε προσπερνά;

Αυτός που τον προειδοποίησε γι’ αυτό που επρόκειτο να γίνει, τον είχε ειδοποιήσει στο παρελθόν ότι έπρεπε να είχε φύγει από την Κύπρο, όπως είχαν κάνει τόσοι άλλοι που βρίσκονταν στην Αγγλία κι απέφυγαν τον κίνδυνο. Ο Μ γέλασε με πικρία, γιατί  στην Κύπρο όπου επίσης κυβερνούσε το Στέμμα, οι δολοφονίες αριστερών Κυπρίων από την ΕΟΚΑ και την ΒΟΛΚΑΝ-ΤΜΤ περνούσαν ουσιαστικά απαρατήρητες, λες και είχε γίνει μια κρυφή συμφωνία με τους αποικιοκράτες.
-       Η κομμουνιστική ιδεολογία είναι εχθρός όλων τους, σκέφτηκε προ στιγμής, χωρίς να φύγει το μυαλό του από τις οδυνηρές σκέψεις για τα παιδιά του που ήταν ως επί το πλείστον ανήλικα και περίμεναν από αυτόν στήριξη. Ένιωσε αδύναμος μέσα σε μια χώρα που μαστιζόταν από ένα αντικομμουνιστικό μένος και ανοικτό πόλεμο ενάντια στις συντεχνίες που δεν ελέγχονταν απευθείας από τους εργοδότες και κάποια μητροπολιτικά κέντρα αποφάσεων, τα οποία χρηματοδοτούσαν αντικομουνιστικές οργανώσεις.
-       Είμαστε τόσο εκτεθειμένοι στις διαθέσεις της εθνικιστικής δεξιάς, είπε η γυναίκα του το πρωί πριν την εκτέλεση του, και θα θυμόταν τα λεγόμενα της γιατί τα ταύτισε με την τελευταία φορά που τον είδε ζωντανό. Ανακάλεσα στην μνήμη μου όλες τις λεπτομέρειες εκείνης της θλιβερής μέρας. Τον παρακολούθησα με προσοχή που κατέβαινε το κατώφλι της πόρτας και τον ακολούθησα μέχρι που βγήκε από την αυλή. Ήμουν τόσο κοντά του όταν περπατούσε, που ένιωσα την αύρα του και είδα  εκείνο το μικρό καμπούριασμα της πλάτης του όπως κάθε φορά που ήταν στενοχωρημένος. Κι όταν σκαρφάλωσε στο ποδήλατο και κατέβηκε το μικρό κατήφορο, ένιωσα ότι έφευγε από την ζωή μου, είπε η Ρ στην γειτόνισσα της μερικούς μήνες μετά από την συνταρακτική εκείνη μέρα που έσβησε μέσα της η εμπιστοσύνη για την ανθρωπότητα.

Πολλές δεκαετίες αργότερα, όταν έφερνα στη σκέψη μου τον Μ μπροστά στο εκτελεστικό απόσπασμα, διερωτόμουν για τον τρόπο που οι ηθικοί αυτουργοί καλλιέργησαν ένα μίσος που μπορούσε να οδηγήσει ανθρώπους σ’ εκτέλεση ενός συμπολίτη τους και μάλιστα κάποιου του οποίου η ιδεολογία υποστήριζε και τα δικά τους συμφέροντα. Αυτή η ικανοποίηση που κάνει κάποιους να είναι τόσο σαδιστές ενάντια σε συνανθρώπους τους ήταν κάτι που συζητήθηκε πολλές φορές, κύρια όταν ο βασανιστής μπολιαζόταν με μια δύναμη που του δινόταν από την διαφορά δύναμης που δημιουργείτο μεταξύ αυτού και του θύματός του. Κι όσο μεγάλωνε η διαφορά μεταξύ τους, τόσο πιο πολύ ο βασανιστής ένιωθε ότι ήθελε να μεγαλώσει την απόσταση και να μηδενίσει ακόμα και αυτό το μηδενικό που θεωρούσε ότι είχε μπροστά του. Ο τομεάρχης της ΕΟΚΑ που διέταξε την εκτέλεση του Μ, θεωρούσε σωστή την απόφαση του Μεγάλου Αρχηγού να σκοτώνει Κομμουνιστές διά μέσω μιας τρομοκρατικής εκστρατείας που θα είχε μέσα θέαμα και αγωνία, την οποία θα ένιωθαν όλοι οι αριστεροί που θ’ άκουαν τα νέα. Με αυτό τον τρόπο μπορεί να εξηγηθεί όχι μόνο η εκτέλεση του Μ, αλλά και μερικών άλλων που είχαν ορθώσει το ανάστημά τους ενάντια στην αστική τάξη και τον πόλεμο που ετοιμαζόταν εκείνες τις μέρες ενάντια στην Τουρκοκυπριακή Κοινότητα.

Όταν το αυτοκίνητο του εργοστασιάρχη πέρασε, ο Μ κοίταζε προς τον κάμπο της Μεσαορίας με κείνο το τεράστιο άπλωμα της που χανόταν ως το βάθος όπου υπήρχαν βουνά, αλλά ήταν αρκετά μακριά για να τα δει καθαρά με γυμνό μάτι. Το μυαλό του πηγαινοερχόταν στην απειλή που του είχε δοθεί ξεκάθαρα εκείνο το πρωί και η σκέψη του πηγαινοερχόταν στα παιδιά του και τη γυναίκα του που περίμεναν από αυτόν το μεροκάματο της επιβίωσης για να καλυφθεί εκείνο το απελπιστικό κενό που υπήρχε στην υλική ζωή τους, καθώς αυτό προσέγγιζε επικίνδυνα την πείνα, ενώ οι συνθήκες εργασίας χειροτέρευσαν, λόγω της σκληρής εργοδοτικής πολιτικής. Κατά τα λεγόμενα ενός μέλους του Συνδέσμου Εργοδοτών Μεσαορίας, οι προτάσεις των αριστερών εργαζομένων θα οδηγούσαν συνεχώς σε μεγάλες απαιτήσεις, και δεν ξέρεις ποτέ μέχρι που μπορούσε να φτάσει αυτό, ίσως και σε επίπεδα απληστίας, και μάλιστα ενάντια σ’ αυτούς που τ’ απέκτησαν όχι μόνο με την αξία τους και το μυαλό τους, αλλά και με την βοήθεια του θεού που είναι υπέρ αυτών που έχουν την δικαιοσύνη και το θείο μέσα στην ύπαρξη τους.  

-       Ο Μ δεν ήταν ένας πονηρεμένος άνθρωπος, μου είπε η γειτόνισσα του η ΚΝ, και δούλευε μέσα στις τάξεις της ΠΕΟ ως ένα απλό μέλος, όμως λόγω της μεταδοτικότητας του λόγου του μπορούσε να συνεπάρει τους άλλους που ήταν μαζί του παρόλο που ήταν λιγομίλητος. Ήταν πολύ λεβέντης και μιλούσε χωρίς να σκέφτεται ότι κάποτε θα το πλήρωνε ακριβά. Αν ήμουν μέλος της ΕΟΚΑ και μου έλεγαν να διαλέξω κάποιον που αποτελεί κίνδυνο για τις εργοδοτικές τάξεις, εγώ θα διάλεγα αυτόν, είπε σε μια μεταγενέστερη φάση, ενώ από το πρόσωπο της πέρασε μια λύπη που άρχισε να βαθαίνει με το πέρασμα κάθε δευτερολέπτου, μέχρι ν’ αποκτήσει μια τραγικότητα, πάνω στην οποία αποτυπώθηκε η ιστορία του Μ.

Όταν την ρώτησα πως γίνεται να είσαι ολιγόλογος και μεταδοτικός, αυτή μου είπε ότι τα λίγα που έλεγε, λέγονταν στην κατάλληλη στιγμή μετά που ειπώθηκαν άλλα πολλά, και αυτός είχε την ικανότητα να λέει κάτι που ξεκλείδωνε την συζήτηση και την έφερνε πίσω στο σημείο, όπου οι διεκδικήσεις της συντεχνίας μπορούσαν να έχουν μια συνοχή και με τέτοιο τρόπο, ώστε τα λεγόμενα του έδιναν προοπτική σε αυτούς που πριν λίγο ένιωθαν ότι οι μάχες που έδιναν, ήταν μια τρύπα στο νερό. Στο επιχείρημα αυτό, πρόσθεσε ότι ο Μ είχε ένα οίστρο και αυτά που έλεγε φάνηκε να δίνουν προοπτική στους συντρόφους του. Ο ίδιος μιλούσε με περιφρόνηση ενάντια στην ιδεολογία που τοποθετούσε κάποιους ανθρώπους πιο ψηλά από άλλους, λες και οι πρώτοι είχαν την εύνοια του Αγίου Πνεύματος, ένα  αίσθημα, δηλαδή, που το απέκτησαν από την επιρροή του σχολείου και της εκκλησίας, αλλά και από τις επαφές με εργοδοτικούς κύκλους από τους οποίους προσπαθούσαν να αποσπάσουν εύνοια και προνόμια.       
- Εμείς όμως, πρέπει να παλεύουμε για τα δικαιώματα όλων των ανθρώπων,
έλεγε.

Πέρασε μια πολύ δύσκολη μέρα στη δουλειά, παρόλο που αντάλλαξε κάποιες σκέψεις και προβληματισμούς με κάποιους συντρόφους του στον χώρο εργασίας, όμως η συνεχής σκέψη πάνω στο ζήτημα ενός επερχόμενου θανάτου του ιδίου, του έφερνε ναυτία και τον κούραζε σε σημείο εξόντωσης. Ο παππούς μου που τον θυμόταν γιατί διασταυρωνόταν μαζί του προτού πάρει το λεωφορείο για την Δεκέλεια, μου είπε ότι εκείνες τις τελευταίες του μέρες φαινόταν πολύ ανήσυχος και είχε στο βλέμμα του κάτι απόκοσμο, ήταν λες και ετοιμαζόταν να φύγει. Μ’ ένα παράξενο τρόπο όμως, έβλεπε και μια δύναμη μέσα στο βλέμμα του που δεν μπορούσε να την καθορίσει, όμως αργότερα σκέφτηκε, ότι οι άνθρωποι που τους ετοιμάζουν για να τους πάρουν στο εκτελεστικό απόσπασμα, στέκονται μπροστά από αυτό προτού βρεθούν εκεί – είναι μια πρόβα για να συνηθίσουν μια στιγμή που πλησιάζει, είναι μια πρόβα που κάνει ένας άνθρωπος ο οποίος επιλέγει μια ιδεολογία που θίγει τα μεγάλα συμφέροντα, και προπάντων σε μια εποχή που αυτά είναι οπλισμένα, όχι μόνο με όπλα, αλλά και με την δύναμη του παραλογισμού που χαρακτηρίζει τους φτωχούς οπαδούς που υπηρετούν με υπακοή τα μεγάλα συμφέροντα, αυτούς δηλαδή που είναι έτοιμοι να γίνουν χαφιέδες για μια μικρή ή μεγάλη εύνοια.

Μερικές μέρες πριν, ο Ισμαήλ Κ κοίταξε προς την μεριά του εθνικόφρονος συλλόγου καθώς περνούσε απ’ έξω και είδε μια αναμπουμπούλα, όμως δεν σκέφτηκε ότι ετοίμαζαν κάτι ιδιαίτερο γιατί εκεί γίνονταν αρκετά πράγματα που έβαζαν τους θαμώνες του συλλόγου σε εγρήγορση. Μπορεί κιόλας να ετοιμαζόντουσαν για μια κυνηγετική εξόρμηση στα βουνά του Πενταδακτύλου, όπως πολύ συχνά έκαναν άλλωστε, από τον καιρό που τους θυμόταν. Ο ίδιος ήξερε βέβαια ότι εκτός από κυνηγετικά όπλα που έριχναν χαρτούτσιες, κυνηγούσαν και με στρατιωτικά όπλα γιατί συνδύαζαν το θήραμα με το κυνήγι των εχθρών τους, δηλαδή των Κομουνιστών, οι οποίοι συμφωνα με θαμώνες των εθνικοφρόνων, πολλαπλασιάζονταν όπως και το θήραμα.
- Το κυνήγι είναι το αγαπημένο μου σπορ σε όλες του τις παραλλαγές, έλεγε ο ΑΒ συχνά όταν καθόταν στον σύλλογο των εθνικοφρόνων και μιλούσε, έκανε όμως το μάτι του να παίξει λίγο όταν το έλεγε, κάνοντας αυτούς που τον παρακολουθούσαν να καταλάβουν που το έπαιρνε.

Οι Κύπριοι εκείνες της μέρες άκουαν πυροβολισμούς  και διερωτούνταν  συχνά τι γινόταν, αν δηλαδή επρόκειτο για κυνηγούς θηραμάτων ή ανθρώπων, κι ενώ η αρχική εντύπωση ήταν ότι κάποιο θήραμα έχανε την ζωή του, την επόμενη άκουαν ότι κάποιος άνθρωπος σκοτώθηκε από την επίθεση μασκοφόρων του Γρίβα, ή της ομάδας του Ντενκτας ή των Άγγλων αποικιοκρατών. 

- Ζούμε μέσα σ’ ένα παραλογισμό όπου τα πάντα ανακατεύονται μ’ ένα τρόπο που δεν ξέρεις από πού θα σου έρθει είπε αργότερα η γυναίκα του Μ, μετά από την εξέλιξη εκείνης της μέρας. Και δεν είναι μόνο αυτό, είναι και το ότι από κείνη την μέρα μας συμπεριφέρονται σαν οικογένεια προδοτών, ίσως γιατί μόνο με αυτό τον τρόπο μπορούν να δικαιολογήσουν το έγκλημα τους και να διατηρήσουν την ιδεολογία τους μέσα στο χωριό. Νιώθουν ότι όταν σκοτώνουν ένα Κομμουνιστή, σκοτώνουν ένα φορέα της ιδεολογίας του, ότι σκοτώνουν τους αντιπάλους των αφεντικών, ότι σκοτώνουν κάποιους που είναι εχθροί του έθνους και του μεγαλείου του.

Λίγες μέρες προηγουμένως είχε δει ένα απειλητικό γράμμα κάτω από το άνοιγμα της πόρτας που δεν έφερε όνομα αποστολέα, λες και είχε ποτέ όνομα αποστολέα, έστω κι ένα γράμμα με παρόμοιο περιεχόμενο, από τα πολλά που κυκλοφόρησαν τις μέρες εκείνες, είτε στα Ελληνικά, είτε στα Τούρκικα. Η φίλη της η Σεράπ Γιενέρ, την πληροφόρησε ότι τέτοια γράμματα έφταναν και στο δικό τους σπίτι από την ΒΟΛΚΑΝ-ΤΜΤ και είχαν παρόμοια διατύπωση, ενώ το κεντρικό νόημα των προειδοποιήσεων ήταν η αποχή συμμετοχής στην Ελληνική συντεχνία ΠΕΟ, που ήταν ελεγμένη από τους Έλληνες Κομμουνιστές. «Ένα κοινό και των δυο μας κουμέρα είναι ότι οι άντρες μας είναι αριστεροί και πιστεύουν στην ενότητα των εργαζομένων ανεξαρτήτως φυλετικής και θρησκευτικής προέλευσης», έλεγε η Σεράπ, χωρίς όμως να νιώθει έντονα ότι οι απειλές θα πραγματοποιούνταν. Όταν θα την συναντούσα χρόνια αργότερα, μου είπε ότι ένας τρόπος για να μην τρελαθείς τις μέρες εκείνες, ήταν να μην λαμβάνεις στα σοβαρά τις απειλές ενάντια στη ζωή των αγαπημένων σου.

 - Η τελευταία φορά που είδα τον Μ ήταν όταν είχε κατεβεί από το λεωφορείο που τον έφερε από την Δεκέλεια και πήρε το ποδήλατο του για να πάρει τον δρόμο για τις Γούφες. Ήταν τόσο εξαντλημένος όταν τον κοίταξα, που αν τον έπιαναν εκείνη την στιγμή για να τον σκοτώσουν, θα μπορούσαν να το κάνουν πολύ εύκολα. Ήταν ένας νεκρός ζωντανός που τα πόδια του δεν τον έπαιρναν από την κούραση, είπε ένας εργάτης που δούλευε στα χωράφια εκείνη τη μέρα. Παρατήρησε επίσης ότι τα πόδια του Μ μετά δυσκολίας μπορούσαν να γυρίσουν τα πετάλια του ποδηλάτου που είχαν γίνει σκληρά σαν σίδερο.

Ο Στέλιος Κωμοδρόμου μου είπε πολλά χρόνια αργότερα ότι δεν ήταν μόνο ότι ο Μ ήταν Κομμουνιστής, ήταν και το ότι συνεργαζόταν με Τουρκοκύπριους εργαζόμενους, δηλαδή ήταν οπαδός ενός κοινού μετώπου εργαζομένων, ανεξαρτήτως φυλετικής προέλευσης. Αυτό ήταν κάτι που δεν μπορούσε να γίνει ανεκτό γιατί με αυτό τον τρόπο παραμερίζονταν πολλά από τα εμπόδια που οδηγούσαν σε επιτυχημένες απεργίες ενάντια στην ασυδοσία της εργοδοσίας και οδηγούσαν όλους τους εργαζομένους μαζί σ’ ένα κοινό στόχο. Αυτός ήταν ο καλύτερος τρόπος για ν’ αποφευχθεί ο εμφύλιος πόλεμος που οργάνωσαν ΕΟΚΑ και ΤΜΤ ο οποίος έπαιξε καταλυτικό ρόλο στην διαίρεση του εργατικού κινήματος κατά τον ίδιο, ενώ μετά δεν παρέλειψε να μου πει ότι αυτού του τύπου διαίρεση ήταν κομμένη ραμμένη στα μέτρα των Άγγλων αποικιοκρατών. «Αυτές οι δικοινοτικές προσπάθειες από το αριστερό εργατικό κίνημα ήταν κάτι που δεν μπορούσαν ν’ αντέξουν οι ηγεσίες των δυο εθνικιστικών οργανώσεων, οι οργανώσεις των εργοδοτών,  η εκκλησία της Κύπρου, ακόμα και η δεξιά συντεχνία ΣΕΚ, η οποία τότε έπαιζε απεργοσπαστικό ρόλο. Όσο για τον τοπικό τομεάρχη της ΕΟΚΑ, ήταν αυτός που ανέλαβε να καθαρίσει για όλους αυτούς. Ήταν έτοιμος να αντιμετωπίσει οτιδήποτε δεν ήταν καθαρά Ελληνοχριστιανικό κι έφτανε σ’ επίπεδα εθνικού παροξυσμού που τον έκαναν να τρέμει, κι όταν έτρεμε, έπαιρνε καθοριστικές αποφάσεις.

- Αυτό είναι ακριβώς! Σε μάχες μεταξύ κεφαλαίου κι εργασίας, η ενότητα των εργαζομένων ήταν πρωταρχικής σημασίας για ένα αριστερό συνδικαλιστή, όπως ο Μ, ο οποίος ξεπέρασε τις κόκκινες γραμμές, δηλαδή τις αποδεχτές γραμμές της ΕΟΚΑ και VOLKAN-ΤΜΤ, όταν επρόκειτο για την ένωση του εργατικού κινήματος δια μέσω της περίληψης όλων των εργαζομένων, ανεξαρτήτως  εθνοτικής  ή θρησκευτικής προέλευσης. Αυτό μπορούσε να δημιουργήσει συνθήκες κοινωνικής απελευθέρωσης στις τάξεις του εργαζόμενου λαού και αυτό ήταν εύκολο να γίνει τις μέρες εκείνες γιατί ο ιδεολογικός έλεγχος που μπορούσε να εξασκήσει η αστική τάξη ήταν εθνοτικού και θρησκευτικού τύπου και δεν μπορούσε να δικαιολογήσει τον παραλογισμό της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης. Ο Ελληνικός και Τουρκικός εθνικισμός ήταν τα κύρια όπλα της αστικής τάξης και στις δυο εθνότητες, παρόλο που στην Τουρκοκυπριακή ήταν στα σκαριά, είχε όμως το ιδεολογικό μοντέλο της Ελληνοκυπριακής για να μπορεί κι αυτή να χαράξει το ίδιο ακριβώς ιδεολογικό μοντέλο, μου είπε ο Κωμοδρόμου.

 - Υπήρχε ένα θρησκευτικό μένος χωρίς όρια, είπαν κάποιοι που θυμόντουσαν τον τρόπο με τον οποίο εξελίχτηκε το έγκλημα. Κάποιοι από τους δολοφόνους προσευχήθηκαν προτού συλλάβουν τον Μ για να τον εκτελέσουν, ζητώντας βοήθεια από τον θεό να τους βοηθήσει να αποτελειώσουν τον άθεο, του οποίου το σώμα ήταν έτοιμο να πάει στον Κύριο για ν’ αποφασίσει εκείνος, και μόνο εκείνος, για την συνέχειά του. Ήταν λες και οι δολοφόνοι είχαν κάνει συμφωνία με τον θεό προτού γίνει αυτό που έγινε, κι αυτός τους συμβούλεψε για τα βήματα που έπρεπε ν’ ακολουθήσουν για να πάρει ο ίδιος την ευθύνη και να τους απαλλάξει από τον φόνο. Μετά το έγκλημα, κάποιος από τους εκτελεστές είπε ότι ο Θεός είχε πάρει τον άθεο εκεί που θεωρούσε ότι έπρεπε να τον πάρει, και ότι αυτός ο ίδιος βοήθησε τον Κύριο να εκπληρωθεί ένα θέλημά του που ήταν η φυγή ενός ανθρώπου από την γήινη ζωή, ο οποίος έπρεπε να φύγει και να δικαστεί εκεί στους ουρανούς. Όταν τις μέρες εκείνες έγιναν μεγάλες διαδηλώσεις ενάντια στα εγκλήματα της ΕΟΚΑ, ζητώντας να βρεθούν οι εγκληματίες ενώπιον της δικαιοσύνης, η θεία του τομεάρχη που έδωσε την διαταγή της εκτέλεσης, είπε ότι ο Μ δικάστηκε προτού εκτελεστεί, και το θέμα είχε κλείσει προτού καν αυτός φύγει. «Και να ξέρετε», πρόσθεσε «όταν εμείς αναλαμβάνουμε θεϊκές αποστολές, τις φέρνουμε σε πέρας».

Ήταν μια εκτέλεση που αποφασίστηκε όπως άλλες, απλώς η συγκεκριμένη οργανώθηκε κι έγινε με θεαματικό τρόπο, έτσι για να εκπαιδευτούν και τα νεαρά στελέχη της οργάνωσης στην εξάλειψη αντιπάλων. Ήταν όμως κι ένας τρόπος να δείξουν ότι όταν υπάρχουν αυτοί, δηλαδή οι αντιπρόσωποι της πατρίδας, οι Κομουνιστές δεν σηκώνουν κεφάλι. Κατά τα φαινόμενα είχε εμπνευστεί κι οργανωθεί  από πολλούς ανθρώπους που ήταν φανατικοί Χριστιανοί, οι οποίοι με συνεργάτες από το χωριό, έκτιζαν αργά αλλά σταθερά την θανατική καταδίκη του Μ, σε μια εποχή που ο αντικομουνισμός απέκτησε διαστάσεις παροξυσμού, και δήθεν αναμενόταν η εκποίηση των σπιτιών των Ελλήνων από τους κακούς Κόκκινους, οι οποίοι κατέστρεφαν τα θεία πάνω στη γη. Μερικοί θαμώνες της πλατείας στο Λευκόνοικο είπαν ότι πριν συλληφθεί ο Μ από την ΕΟΚΑ, πέρασε ένα φορτηγό με άτομα που φορούσαν κουκούλες, ακριβώς τις ίδιες που φορούσαν τα μέλη της Αμερικάνικης Κου Κλουξ Κλαν όταν έκαναν εφόδους σε σπίτια νέγρων. Το φορτηγό διέσχισε την πλατεία γρήγορα, ήταν λες κι έκαναν έφοδο κάπου.

Την ίδια εποχή, η ΕΟΚΑ πάλευε  ενάντια στη Βρετανική Αυτοκρατορία, γεγονός που θα μπορούσε να ενώσει τον πληθυσμό ενάντια στην αποικιοκρατία. H ηγεσία της όμως δεν ήθελε τους Κομουνιστές γιατί το δικό τους πρόγραμμα ήταν διαφορετικό. Δεν ήθελαν ούτε την Τουρκοκυπριακή Κοινότητα που μαζί με τους πρώτους αποτελούσαν το 48 τοις εκατό του Κυπριακού πληθυσμού. Η Κύπρος έμπαινε σε μια πορεία ανεξαρτησίας αφού οι Βρετανοί αποχωρούσαν από τις αποικίες διεθνώς, με πιθανή επικράτηση των Κομουνιστών στην Κύπρο, και αυτό θα ήταν για την ΕΟΚΑ ένα μεγάλο πρόβλημα γιατί τις μέρες εκείνες, τα απελευθερωτικά κινήματα είχαν μια τάση να κερδίζουν και άλλες μάχες παράλληλα με τις εθνικοαπελευθερωτικές, όπως η θεαματική βελτίωση συνθηκών των εργαζομένων, η οποία έπαιρνε σάρκα και οστά σε μια χώρα της Καραϊβικής, κάνοντας τις μητροπόλεις του καπιταλισμού ανάστατες. Πίσω από τους Κομμουνιστές στην Κύπρο ήταν οι μεγάλες απεργίες Ελληνοκύπριων και Τουρκοκύπριων εργατών οι οποίες ήταν ακόμα στη θύμηση των κεφαλαιοκρατών, έτσι στο ιδεολογικό επίπεδο και κύρια σε αυτό που παιζόταν η οικονομία, βρίσκονταν οι Άγγλοι, η ΕΟΚΑ και η ΒΟΛΚΑΝ-ΤΜΤ ενάντια στα δικαιώματα των εργαζομένων των δυο κοινοτήτων.

Μπορεί ο Μ να μην έκανε πολλή ανάλυση των πραγμάτων τότε που ήταν στη ζωή. Ο άνθρωπος ήταν εργάτης που σκοτωνόταν στην δουλειά και τα έβγαζε πέρα δύσκολα, όμως ήταν οργανωμένος σε συντεχνία που πάλευε για τα δικαιώματα των εργαζομένων και αυτό ήταν αρκετό για ν’ ανήκει στο αντίπαλο στρατόπεδο των Άγγλων αποικιοκρατών και των κεφαλαιοκρατών. Βέβαια, το κόλπο ότι όποιος δεν είναι μαζί μας είναι προδότης, μπορούσε να κάνει το μεγαλύτερο μέρος του Ελληνοκυπριακού πληθυσμού να είναι προδότης, ακριβώς με τον ίδιο τρόπο που το έκανε και η ΤΜΤ μέσα στην Τουρκοκυπριακή κοινότητα, θεωρώντας προδότες όσους δεν ήταν υπέρ της διχοτόμησης της Κύπρου και δεν σεβόντουσαν τη μητέρα Τουρκία. Η μητέρα Ελλάδα από την άλλη πλευρά, ήταν το ίνδαλμα του αγώνα της ΕΟΚΑ, με τον ίδιο τρόπο που ήταν η Τουρκία για τους άλλους. Και οι αντίπαλοι των δυο οργανώσεων, θεωρούνταν προδότες και προς άμεση εκτέλεση, βέβαια αυτό ήταν αδύνατο, κύρια μετά που δεκάδες χιλιάδες διαδήλωσαν ενάντια στις δολοφονίες και φάνηκε ότι η συνέχιση τους θα μπορούσε να προκαλέσει σοβαρά προβλήματα στους δολοφόνους.

Ήταν μια πολύ άσχημη μέρα θυμόντουσαν διάφοροι όταν ο Μ αιχμαλωτίστηκε από μασκοφόρους της ΕΟΚΑ. Λέχθηκε ότι τις προηγούμενες μέρες χαστούκισε παιδιά που είχαν δείρει το δικό του γιατί ήταν παιδί Κομουνιστή. Χρόνια αργότερα, αυτό θα ονομαστεί bullying και η χρήση του όρου θα γινόταν της μόδας, όμως ο τρόπος που υπήρξε τότε για τα παιδιά των Κομμουνιστών ήταν πολύ οδυνηρός σε μια χώρα με δεξιές καταβολές που είχε ν’ αντιμετωπίσει ένα αριστερό κίνημα, εξ’ ου και η μεγάλη προσπάθεια της Ελληνοκυπριακής και Τουρκοκυπριακής δεξιάς, όπως και των Άγγλων αποικιοκρατών να το εξαρθρώσουν. Το μεγάλο κατόρθωμα της Ελληνοκυπριακής και Τουρκοκυπριακής δεξιάς, ήταν ότι κατάφεραν ν’ αποκτήσουν πρόσβαση μέσα σε οπισθοδρομικές ομάδες ανθρώπων, κύρια της υπαίθρου, και μπορούσαν να τους χρησιμοποιούν εύκολα δια μέσω του φανατισμού κι ενός ‘εχθρού’ που δεν ήταν άλλος από την ισότητα των ανθρώπων, που όμως δεν ονομάστηκε ποτέ έτσι. Κάποιοι από τους δολοφόνους είπαν αργότερα ότι ο Μ τιμωρήθηκε γιατί κτύπησε παιδιά που φώναζαν υπέρ της ένωσης με την Ελλάδα, ενώ πάνω από το πτώμα του στον κορμό  του Ευκαλύπτου αναρτήθηκε πινακίδα που έλεγε ότι δεν δέρνεις παιδιά που απαιτούν ένωση με την μητέρα Ελλάδα.

Αρχικά, ο Μ δεν είδε τους ανθρώπους που του είχαν στήσει καρτέρι, κι όταν τους είδε, σκέφτηκε ότι μπορεί να ήθελαν να του πουν κάτι. Παλιά, δεν είχε σκεφτεί ότι, το να θέλεις ισότητα και σεβασμό σε μια κοινωνία συμφερόντων, ήταν ένα θανάσιμο αμάρτημα που δεν μπορούσε να συγχωρέσει η ντόπια εξουσία. Ίσως αν ήξερε όταν ήταν νεώτερος ότι το να γίνεις Κομμουνιστής είναι κάτι που θα έκανε τη ζωή του τόσο δύσκολη, θα μπορούσε να επιλέξει να μην εξελισσόταν σ’ ένα άτομο που ένιωθε την δικαιοσύνη αναπόσπαστο μέρος του εαυτού του, όπως άλλωστε κάνουν πολλοί άλλοι με τα παιδιά τους, απλώς οι γονείς του διάλεξαν αυτό που θεωρούσαν δίκαιο, κι αυτός έκανε ακριβώς το ίδιο πράγμα. Δεν μπορείς όμως ν’ αμφισβητείς τα δικαιώματα της αστικής τάξης πάνω στην ιδιοκτησία, εσύ ρε κύριε, ένας απλός εργάτης που δουλεύει εποχιακά όπου βρει, την στιγμή που ο παππούς σου δούλευε κάτω από φεουδαρχικές συνθήκες. Ίσως θα μπορούσες να έχεις λίγα δικαιώματα, αν ανήκες σε μια από τις ομάδες κάποιων τσιφλικάδων, όμως αυτούς θα τους βρεις απέναντί σου αν δεν αλλάξεις μυαλά, εξάλλου τώρα που κατεβαίνεις τον κατήφορο με το ποδήλατό σου, αυτούς θα συναντήσεις!
 - Και μην ξεχνάς Κομουνιστάκο, ο καπιταλισμός έρχεται για να μείνει! λεγόταν τις μέρες εκείνες στους ενωτικούς συλλόγους.

Η ομάδα ατόμων που περίμεναν τον Μ στο κατήφορο ήταν υπομονετικοί και ήξεραν ότι έπρεπε να περάσει από εκεί για να πάει εκεί που ήθελε, εξάλλου η δουλειά τους ήταν να περιμένουν άτομα σαν αυτόν για να τους εκφοβίσουν, μάλιστα κάποιοι από αυτούς πληρωνόντουσαν για να κάνουν αυτό ακριβώς το πράγμα. Παρ΄ όλο που ο Μ σταμάτησε με το ποδήλατο αρκετά μακριά και είχε σκεφτεί να στραφεί πίσω, δεν το έκανε. Πιθανό να ήξερε ότι όπου και να πήγαινε δεν μπορούσε ν’ αποφύγει την συνάντηση μαζί τους γιατί αυτοί ήταν παντού και μπορούσαν άνετα να τον συναντήσουν σε κάποια άλλη στιγμή, αφού ήταν αγωνιστές της συγκεκριμένης οργάνωσης, η οποία φρόντιζε για τα φρονήματα του λαού, έτσι όπως το είχε αποφασίσει ο Αρχηγός. Ήταν και το ότι ένιωθαν ότι ο κομμουνιστικός ‘κίνδυνος’ καραδοκούσε παντού και μπορούσε να μεταδοθεί όπως ένας υιός που εξαπλώνεται εκεί που δεν τον περιμένεις, έτσι τουλάχιστον χαρακτήρισε το φαινόμενο ο συγκεκριμένος τομεάρχης της περιοχής.

Μπορεί όμως να ήταν κι έτσι. Εκείνες τις μέρες το ένοπλο κίνημα στη χώρα της Καραϊβικής που σου ανέφερα προηγουμένως ήταν στα πρόθυρα να εξουδετερώσει τον δικτάτορα της χώρας, και να επιβάλει κομουνιστική εξουσία, και μάλιστα ν’ απαλλοτριώσει τους τσιφλικάδες.
- Απειλούνται οι Ηνωμένες Πολιτείες από την εξάπλωση του υιού που ανακάλυψε ο Λένιν. Εκείνοι οι δυο μουσάτοι, ο ένας από την Κούβα και ο άλλος από την Αργεντινή μπήκαν στην καρδιά του δυτικού κόσμου, και είναι έτοιμοι να μετατρέψουν ολόκληρους πληθυσμούς σε περιοχές αθέων. Κινδυνεύει ο θεσμός της οικογένειας και ότι άλλο έχει κτιστεί στον πολιτισμένο μας κόσμο, έλεγαν διάφοροι στην Κύπρο, κύρια μέσα στις ένοπλες ομάδες της ΕΟΚΑ.
- Οι Κομουνιστές βρίσκονται παντού. Είναι όπως η Λερναία Ύδρα, είπε ο Αρχηγός που εκείνες της μέρες είχε επισκεφτεί την περιοχή, προειδοποιώντας ότι θα εξαφανιστεί η περιουσία του κόσμου αν έρχονταν οι Κόκκινοι. Να έχετε τον νου σας γιατί η πατρίδα κινδυνεύει από αυτούς τους άθεους, είπε στα στελέχη της οργάνωσης του. 

Ο Μ είχε σκεφτεί να φύγει από την περιοχή, γιατί ο πόλεμος ενάντια του, μεταδόθηκε και στην υπόλοιπη οικογένεια του, και κύρια στα παιδιά του που ζούσαν ανυπόφορη ζωή στο σχολείο. Ήταν και το ότι οι δάσκαλοι, ανήκαν στην ίδια ιδεολογία με αυτούς που δεν ήθελαν να ζει ένας Κομουνιστής ανάμεσα τους, και μάλιστα να μιλά για τον ίσο διαμοιρασμό του πλούτου της κοινωνίας και να στερεί από τους πλούσιους τον πολλαπλασιασμό της περιουσίας τους. «Αυτά δεν γίνονται και είναι ένα θανάσιμο αμάρτημα σε μια κοινωνία, όπου οι ικανοί άνθρωποι θα πρέπει να μπορούν να αποκτούν πλούτο, δηλαδή να είναι ελεύθεροι», σύμφωνα με τα δεξιά λεγόμενα της εποχής. 

Η ιδεολογία των πλείστων δασκάλων τότε ήταν αντικομμουνιστική, μάλιστα οι σπουδές τους είχαν αυτή την ιδεολογική κατεύθυνση και τα παιδιά διδάσκονταν τον αντικομουνισμό από μικρή ηλικία, ως να ήταν μια ανίατη ασθένεια που σκοτώνει. Χρόνια πριν, είχαν απολυθεί όλοι οι αριστεροί καθηγητές από τα γυμνάσια κι έμειναν μόνο οι εθνικόφρονες, ενώ η οργάνωση των καθηγητών εισηγήθηκε εξετάσεις οι οποίες θα επιβεβαίωναν τα φρονήματα και τον χαρακτήρα του εκπαιδευτικού που θα έμπαινε στο σχολείο, όπως γινόταν στην Τουρκοκυπριακή Κοινότητα όπου η επικράτηση της ΤΜΤ  βοήθησε στην δημιουργία σχολείων εθνικού φρονήματος και προπαγάνδας, ακριβώς με τον ίδιο τρόπο που είχε γίνει στην Ελληνοκυπριακή πλευρά. Σε τέτοιου είδους σχολείο πήγαιναν τα παιδιά του Μ, τα οποία ήταν απομονωμένα λόγω της ιδεολογικής κατεύθυνσης του σχολείου, κι ενώ είχαν κάποιους φίλους, δεν μπορούσαν να τους βοηθήσουν πολύ γιατί η υπεροχή των άλλων ήταν συντριπτική, λόγω του ότι οι γονείς τους είχαν όπλα και πηγές χρηματοδότησης από αυτούς που ήταν έτοιμοι ν’ αναλάβουν το κράτος που θα δημιουργείτο,  μαζί και τον πλούτο της χώρας. Είχαν υποσχεθεί στα μέλη τους ότι θ’ ανταμείβονταν κι αυτοί για τις υπηρεσίες του προς το έθνος και θα είχαν δικαιώματα που δεν θα είχαν οι άλλοι και κύρια οι Κομμουνιστές. «Ο καθείς θ’ αμειφτεί ανάλογα με αυτά που έκανε κατά την διάρκεια του αγώνα», δήλωσαν σύσσωμοι οι σύνδεσμοι αγωνιστών .

Αντίθετα  όμως με τα παιδιά του Μ, εμείς μερικά χρόνια αργότερα, βρισκόμασταν σ’ ένα δημοτικό σχολείο με αρκετά άτομα που άκουαν ομιλίες της ΕΔΟΝ του χωριού, και αντιστέκονταν στους δασκάλους και μαθητές που ήθελαν να κάνουν αυτό που είχαν κάνει στον Μ οι ομοϊδεάτες τους μερικά χρόνια προηγουμένως, όμως δεν μπορούσαν κι ένιωθαν μια τρομερή πίκκα. Οι γονείς μου μας είπαν ότι τα πράγματα είχαν αλλάξει, όμως έμενε πολύς δρόμος ακόμα. Πηγαίναμε σχολείο με πολλά παιδιά Κομουνιστών που μερικές φορές ήταν η πλειοψηφία, όταν βέβαια τα σχολεία ήταν σε κοινότητες που δεν υπήρχαν πλούσιοι. Παρ’ όλα αυτά, οι δάσκαλοι μας ήταν κυρίως ακροδεξιοί και η πολιτική του σχολείου ήταν όσο σκοταδιστική, ήταν και μια δεκαετία προηγουμένως, αλλά και είκοσι με τριάντα χρόνια αργότερα.

-       Δεν είναι εύκολο να έχεις παιδιά, είπε στη γυναίκα του το ίδιο πρωί ο Μ, γιατί εκτός του ότι πρέπει να τα φροντίζεις, θα πρέπει να βεβαιώνεσαι ότι θα ζουν σε συνθήκες ασφαλείας, και τα παιδιά μας δεν έχουν αυτό το προνόμιο.

Αυτή του είπε ότι θα μπορούσαν τα πράγματα να ήταν λίγο διαφορετικά αν αυτός μιλούσε λιγότερο και δεν έπαιζε πρωταγωνιστικό ρόλο στην συντεχνία, και μάλιστα σε μια εποχή που αυτό, ήταν  μια πρωτοπόρα κίνηση και σαφώς ποινικοποιημένη από τον Αρχηγό, ο οποίος με την μακρά του εμπειρία στην Ελλάδα, πολέμησε αυτό το φαινόμενο μέχρι να το αιματοκυλίσει. Ήταν και οι Άγγλοι, οι οποίοι εχθρεύονταν τη δημιουργία συντεχνιών από Κομουνιστές γιατί θεωρούσαν ότι είχαν περαιτέρω βλέψεις και θα χρησιμοποιούσαν τις συντεχνίες ως εφαλτήριο για την δημιουργία Σοβιέτ και αργότερα δυαδικής εξουσίας, όπως είχαν κάνει οι Μπολσεβίκοι πριν από την επανάσταση που έριξε τον Τσάρο. Κι επειδή ο Αρχηγός είχε επανειλημμένα συνεργαστεί με τους Άγγλους παλαιότερα στην Ελλάδα για να συντρίψουν τους Κομμουνιστές του ΕΛΑΣ, γνώριζε, ότι στο ζήτημα Κεφάλαιο-Εργασία, ήταν σύμμαχος με τους αποικιοκράτες. 

Όταν ο Μ ρώτησε την γυναίκα του αν θα μπορούσε ν’ αντέξει αυτό τον εξευτελισμό για πολύ, αυτή του είπε πως όχι, ίσως όμως να μπορούσαν να φύγουν από εκεί και να παν να ζήσουν αλλού, μάλιστα σε μια περίπτωση σκέφτηκε τους Τουρκοκύπριους φίλους τους που ζούσαν στην Πάφο, όμως αν γινόταν αυτό, θα τους κατηγορούσαν ότι πήγαν να βρουν βοήθεια στους αλλόπιστους. Εξάλλου, κάποιοι Ελληνοκύπριοι είχαν ήδη απειληθεί από την ΕΟΚΑ για την στενή τους σχέση με Τουρκοκύπριους, κάτι που δεν άρμοζε στον πολιτιστικό και φυλετικό κώδικα του Αρχηγού, ούτε και της ομάδας γύρω από αυτόν. Ούτε και οργανώσεις προπομποί της ΤΜΤ δεχότουσαν τέτοια αλισβερίσια μεταξύ Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων και είχαν ήδη επικρατήσει μέσα στην Τουρκοκυπριακή Κοινότητα, καταφέρνοντας να ελέγχουν τους ανθρώπους, μάλιστα είχαν και λόγο για το τι θα έκαναν αυτοί, ακόμα και σε περίπτωση που ζούσαν σε μικτά χωριά. Αν ο Μ με την γυναίκα του πήγαιναν στην Πάφο στους φίλους τους, θα κατηγορούνταν από την ΕΟΚΑ ότι τα πήγαιναν καλά με αλλόθρησκους, ενώ η ΤΜΤ θα κατηγορούσε τους Τουρκοκύπριους φίλους τους για προδοσία, βέβαια καμιά από τις δυο οργανώσεις δεν είχε ταμπού να τα βάλει με αντιπροσώπους και των δυο κοινοτήτων, φτάνει να ήταν αριστεροί, και όχι μόνο.  

Χρόνια αργότερα, η σύζυγος του Μ θα συλλογιέται εκείνο το δύσκολο απόγευμα του Μάη που ο άντρας της σταμάτησε με το ποδήλατο πάνω στο ανήφορο και κοίταζε προς τα κάτω τους δολοφόνους  που τον περίμεναν δίπλα από τις ελιές που ήταν ανθισμένες. Από πρώτη ματιά ήταν άοπλοι, όμως αυτό δεν ήταν σίγουρο γιατί ήταν ήδη γνωστό ότι διέθεταν οπλισμό, απλώς ίσως να μην τον είχαν φέρει μαζί τους και  ήθελαν να του μιλήσουν για το ζήτημα των παιδιών τους, όμως από το μυαλό του Κομουνιστή πέρασε η σκέψη ότι είχαν ήδη γίνει αρκετές κουβέντες πάνω στο ζήτημα και δεν έμενε να γίνουν κι άλλες. Που ήθελαν δηλαδή να το πάρουν; Ως γονείς έπρεπε να κλείσουν το θέμα και δεν έπρεπε ν’ ανακατεύουν τα παιδιά τους σε μια διαμάχη που είχε να κάνει μ’ ενήλικες, θέση την οποία μοιράζονταν διάφοροι, όπως έμαθα αργότερα. Όμως, ακόμα και η παρουσία παιδιών Κομουνιστών στο σχολείο θεωρείτο επικίνδυνη, όπως αργότερα θα θεωρείται και η παρουσία παιδιών μεταναστών. Μάλιστα, κάποιοι εθνικιστές εκπαίδευαν τα παιδιά τους στα όπλα, λέγοντας τους ότι αν πιέσεις αυτή την σκανδάλη μπορείς να σκοτώσεις έναν από αυτούς.

Γιατί όμως ο Μ δεν αποφάσισε να γυρίσει το ποδήλατο προς την αντίθετη κατεύθυνση και να πάει αλλού, ίσως για να βρει άλλους που θα μπορούσαν να τον υποστηρίξουν αφού είχε απειληθεί προηγουμένως; Μήπως ο κλοιός ήταν τόσο στενός και δεν υπήρχε τρόπος να ξεφύγει; Την στιγμή που άφησε το ποδήλατο να κινήσει προς τα κάτω είδε τον ελαιώνα που απλωνόταν υπέροχος, και οι έξη που στέκονταν και τον περίμεναν ήταν μια παραφωνία μέσα σε κείνη την ειρηνική φύση. Ήταν η τελευταία φορά που δεν θα ήταν αιχμάλωτος. Είχε ακόμα μερικά δευτερόλεπτα ελευθερίας, όμως με σφιγμένη την καρδιά, γιατί ο τρόπος που οι έξη τον περίμεναν, ήταν αυτός που έβλεπε στα χειρότερα όνειρά του και ξυπνούσε για να μην συνεχιστεί ο εφιάλτης. Η περηφάνια του Μ που υπήρχε ως πριν μερικά λεπτά και καθ’ όλη την διάρκεια της ζωής του, πάγωσε μέσα του από τα βλέμματα των ‘αγωνιστών’ που τον πλησίαζαν και του έφραξαν τον δρόμο.

Τον έριξαν χάμω και άρχισαν να τον κλωτσούν όπου εύρισκαν χωρίς κανένα δισταγμό για τις σωματικές ζημιές που του προκαλούσαν, ακινητοποιώντας τον εντελώς, αφήνοντας τον πλήρως ανίκανο ν’ αλλάξει την πορεία των πραγμάτων. Τον άρπαξαν και τον έβαλαν μέσα σ’ ένα αυτοκίνητο και τράβηξαν προς την εκκλησία, όπου υπήρχε ένας Ευκάλυπτος και τον έδεσαν πάνω του. Ακολούθως κτύπησαν τις καμπάνες για να μαζευτούν οι ‘αγωνιστές’ του χωριού και τα παιδιά τους για να τον πετροβολήσουν. Κάποιοι τελάληδες γύρισαν το χωριό και διαλάλησαν την εκτέλεση που επρόκειτο να γίνει εντός ολίγου, δηλαδή την εκτέλεση ενός προδότη από τα ατίθασα νιάτα μας, τον σπόρο του μέλλοντος, στην συμβολική εκείνη τελετουργία που θα ελευθέρωνε την δημοκρατία από ένα Κομουνιστή, ο οποίος θα αφανιζόταν από την ζωή με την εσχάτη των ποινών, όχι με αποκεφαλισμό που θα τον απάλλασσε από τα βάσανα γρήγορα, αλλά με πετροβολισμό που θα τον έκανε να υποφέρει αργά για να προσφέρει στους εκτελεστές μια αργή αλλά σταθερή απόλαυση, θα τους πρόσφερε την εμπειρία της διαδικασίας γιατί θα μπορούσαν μέσα στην αργύτητα της εκτέλεσης να νιώσουν βαθιά μέσα τους τον αφανισμό του Κομμουνιστή και την πορεία του στον άλλο κόσμο. Οι πέτρες μαζεύονταν αργά αλλά σταθερά καθώς ο Μ ήταν δεμένος στο δέντρο και ζούσε αυτό που κατά κάποιους έπρεπε να είχε ήδη γίνει γιατί ο τόπος κινδύνευε από εκείνο το πολιτικό μικρόβιο του Κομουνισμού ενάντια στη δημοκρατία των τσιφλικάδων.

Κάποιοι από τους νεαρούς που μαζεύτηκαν έμοιαζαν μ’ αυτούς που χρόνια αργότερα θα κρατούσαν αγκυλωτούς σταυρούς στα γήπεδα και μετά θα τους γυρόφερναν στην πόλη για να τους περάσουν μέσα από κατοικημένες περιοχές για να τον δουν όλοι και να χωνέψουν ότι ο Ναζισμός δεν είναι ένα φαινόμενο που ήρθε για να φύγει, αλλά κάτι που είχε αντιπροσώπους που θα τον έπαιρναν εκεί όπου μπορούσε να πάει, ήταν μια ιδέα που αποσκοπούσε στην εξαφάνιση των εχθρών, ήταν η μάνα όλων των συστημάτων, ήταν το απόλυτο θεϊκό αίσθημα που χαρακτηρίζει τους ξεχωριστούς, τους ικανότερους των ικανοτέρων, την αφρόκρεμα τους ανθρώπινου είδους, αυτούς που δικαιούνται να τερματίζουν ζωές, αυτούς, αυτούς. Μαζεύτηκαν με ορμή και δοκίμαζαν το βάρος των πετρών που θα έριχναν ενάντια στον Μ για να τον εξαφανίσουν με τον τρόπο που αυτοί θ’ αποφάσιζαν, δηλαδή με τον τρόπο που ήθελαν να τον πονέσουν, για το ποιά μέλη θα κτυπούσαν πρώτα, πως θα κατάστρεφαν το κεφάλι του, την απόσταση από την οποία θα έπρεπε να σταθούν για να τον πετροβολήσουν, για τον τρόπο που η διαδικασία θα τους βγάλει στ’ άστρα, για τον τρόπο, για τον τρόπο.

Οι δημοκράτες του χωριού πάγωσαν από αυτό που επρόκειτο να γίνει σε λίγο, παρόλο που προηγουμένως δεν το υπολόγιζαν, κύρια γιατί μια δολοφονία γινόταν συνήθως  στα κρυφά και οι φόνοι έμεναν στ’ αζήτητα, μέχρι κάποιος να γυρέψει το νεκρό σώμα του δικού του ανθρώπου.
-       Ήταν μια επίδειξη δύναμης μου είπε ο Στέλιος Κωμοδρόμου αρκετά χρόνια αργότερα. Ήταν ένας πολύ στοχευμένος τρόπος εκτέλεσης και μην παραξενευτείς αυτός να γίνει ο τρόπος εκτέλεσης ανθρώπων από δικτατορικά καθεστώτα, και κύρια σε κοινωνίες όπου ο θρησκευτικός φανατισμός θα κυριαρχεί μέσα στον τρόπο που θα κυβερνούν διεφθαρμένες πολιτικές ηγεσίες που δεν θα μπορούν να ελεγχθούν καθόλου. Όμως εκείνη την μέρα που ένας άνθρωπος ήταν έτοιμος να φύγει με την εσχάτη των ποινών από τους μεγάλους ‘αγωνιστές’ κι ένα τσούρμο φανατικά παιδαρέλια που ήθελαν να εμπλουτίσουν τη ζωή τους μ’ ένα φόνο, ήταν η πιο δύσκολη μέρα που πέρασαν οι άνθρωποι στο χωριό, όχι μόνο γι’ αυτό που επρόκειτο να γίνει αλλά για την δική τους αδυναμία να το εμποδίσουν. Ήταν ειρωνεία της τύχης το ότι την προηγούμενη μέρα ο Μ διάβαζε μια μπροσούρα του Κομμουνιστικού Κόμματος για τον Τσε Γκεβάρα που μαζί με τους συντρόφους του, ήταν κοντά στην κατάληψη της εξουσίας από τον Αμερικανοκίνητο δικτάτορα Φουλγένσιο Μπατίστα. Οι αντάρτες δεν ήταν πολύ μακριά από την κατάληψη της πρωτεύουσας Αβάνας, και κατά τα φαινόμενα θα απαλλοτρίωναν τους Κουβανούς τσιφλικάδες και τις Αμερικάνικες εταιρείας.
-       Εδώ τα πράγματα δεν πηγαίνουν καθόλου καλά. Η ολιγαρχία έχει αρκετά χρόνια μπροστά της, είχε πει στη γυναίκα του, καθώς αυτός κρατούσε την μπροσούρα και την κοίταζε, ενώ σε μια στιγμή κοίταξε έξω τον τάφο του σκύλου του που θάφτηκε μια βδομάδα πριν.

Οι εσωτερικές αιμορραγίες που τερμάτισαν τη ζωή του Μ ήταν πολλές και δημιουργήθηκαν από την γρήγορη δράση των πετροβολητών που δεν ήθελαν να στερηθούν κάποιο πέταγμα πέτρας, ένα πέταγμα λιγότερο από τους άλλους που έτρεχαν με λύσσα για να σταθούν σ’ ένα μέρος όπου θα στόχευαν το σημείο που ήθελαν να πλήξουν, το μέρος που προτιμούσαν να κτυπήσουν, το αγαπημένο τους μέρος σε ότι αφορά την στόχευση ατόμου που ήθελαν να σκοτώσουν, να σκοτώσουν.


Κάποιος που ήταν εκεί αλλά δεν πετούσε πέτρες, είπε ότι αρχικά το κεφάλι του θανατοποινίτη ήταν ακίνητο, όμως παρακολουθούσε αυτούς που ήταν έτοιμοι να του ρίξουν πέτρες. Μέσα στο βλέμμα του μπορούσε κάποιος να παρατηρήσει ότι ο Μ πίστευε ότι όλο εκείνο το τσούρμο των ούτω καλούμενων αγωνιστών ήταν εκεί για να τον εκφοβίσει και δεν είχε πιστέψει ότι κάποιοι συμπατριώτες του θα μπορούσαν να τον λιθοβολήσουν και μάλιστα ένας καθόλου ευκαταφρόνητος αριθμός απ’ αυτούς, ενάντια σ’ ένα άτομο και μάλιστα δεμένο, τη στιγμή που ένα από τα πράγματα για τα οποία φήμιζαν τον εαυτό τους ήταν η ανδρεία τους, κάτι που τουλάχιστο θα οδηγούσε στο ν’ αναμετρηθεί μόνο ένας απ’ αυτούς μαζί του, όπως τουλάχιστον γινόταν στους καβγάδες που ακολουθούσαν τα μεγάλα μεθύσια. Αυτός που δεν πετούσε πέτρες βρέθηκε σε δύσκολη θέση, όταν κάποιοι αντιλήφθηκαν ότι δεν λάμβανε μέρος στην δολοφονία, και δεν νοείται να βρίσκεσαι εκεί και να μην εκτελείς τον στόχο που ήταν ο Μ, για να πεθάνει ο Ιούδας που έπρεπε να καεί εκείνη τη συγκεκριμένη μέρα, αυτός που πρόδωσε τον Χριστό, αυτός που πρόδωσε τον αγώνα των Ελλήνων για ένωση με την μητέρα Ελλάδα, αυτός, αυτός.
 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου