3 Απρ 2016

Κάθε 1η Απριλίου, ένα μνημόσυνο για την Ένωση




Κάθε 1η τ’ Απρίλη είναι ευκαιρία για την επανάληψη του κυρίαρχου αποστεωμένου και ξύλινου διθυραμβικού λόγου μιας πετυχημένης εθνικής επανάστασης. Σιγά σιγά αναπτύσσεται όμως και μια κριτική αποδόμηση ειδικά μέσα από τις σελίδες κοινωνικής δικτύωσης. Πρόκειται για μια κριτική που φτάνει με αρκετή καθυστέρηση αν λάβει κανείς υπόψη ότι ο αγώνας της ΕΟΚΑ δεν πέτυχε τον φερόμενο ως κεντρικό στόχο της, δηλαδή την Ένωση με την Ελλάδα. Η αποτυχία της αυτή κάνει την ΕΟΚΑ συμπαθή ή και γραφική με μια έννοια διότι, διότι άφησε ως κληρονομιά το αγαθό της Ανεξαρτησίας. Η Ανεξαρτησία μάλιστα παίρνει και μια ύστερη και γλυκιά εκδίκηση αφού βλέπει τους πιο φανατικούς ενωτικούς να ενδύονται τη σημαία της κυπριακής Ανεξαρτησίας η οποία μάλιστα έχει σχεδιαστεί από ένα Τουρκοκύπριο.

Η κριτική που αναπτύσσεται σε σχέση με τον αγώνα της ΕΟΚΑ είναι λοιπόν αργοπορημένη αλλά είναι ακόμα και πολύ αποσπασματική. Ο λόγος είναι απλός. Η ΕΟΚΑ απέτυχε στην Ένωση αλλά πέτυχε τους παράλληλους στόχους της σε μεγάλο βαθμό. Το πιο σημαντικό όμως είναι κέρδισε την δυνατότητα να αποτρέπει την κριτική για μεγάλο χρονικό διάστημα. Το πέτυχε κατακτώντας την κρατική εξουσία και ταυτόχρονα την ηγεμονία στο δημόσιο λόγο. Πρόκειται για ένα συνδυασμό πειθούς σε όσους πείθονταν αλλά και ένοπλης και όχι μόνο, βίας σε όσους διαφωνούσαν.

Οι παράλληλοι στόχοι όπως ανάγλυφα εμφανίστηκαν καθαρά το 1958 και μετά, ήταν η καταστολή της Αριστεράς και των Τουρκοκυπρίων.

Η αποτυχία της αυτή κάνει την ΕΟΚΑ συμπαθή ή και γραφική με μια έννοια διότι, διότι άφησε ως κληρονομιά το αγαθό της Ανεξαρτησίας. Η Ανεξαρτησία μάλιστα παίρνει και μια ύστερη και γλυκιά εκδίκηση αφού βλέπει τους πιο φανατικούς ενωτικούς να ενδύονται τη σημαία της κυπριακής Ανεξαρτησίας η οποία μάλιστα έχει σχεδιαστεί από ένα Τουρκοκύπριο.

Μια κριτική που γίνεται συνήθως αφορά στο ένοπλο του αγώνα σε μια εποχή κατά την οποία η Βρετανική αυτοκρατορία αποσυρόταν από τις κτήσεις της οικοδομώντας μια μεταποικιακή όπως ονομάστηκε σχέση με τις πρώην αποικίες της. Πράγματι, βλέποντας το πραγματικό αποτέλεσμα του ένοπλου αγώνα δηλαδή το κυπριακό κράτος, μπορεί κάποιος να υποθέσει ότι το ίδιο ή ίσως και καλύτερο αποτέλεσμα θα μπορούσε να προκύψει μέσα από τη διπλωματία όπως έγινε στην περίπτωση της Μάλτας για παράδειγμα. Στη περίπτωση της Κύπρου θα μπορούσε να αξιοποιηθεί ίσως η στρατηγική της διασκεπτικής. Ωστόσο η κατάρρευση της Βρετανίας ως αποικιοκρατικής δύναμης ήταν μεν αποτέλεσμα ευρύτερων αλλαγών στο διεθνές σύστημα, αλλά κανείς δεν μπορεί να παραγνωρίσει το ρόλο που διαδραμάτισαν τα ένοπλα αντιαποικιακά κινήματα στη διαμόρφωση αυτών των αλλαγών. Θεωρητικά θα μπορούσε κάποιος να φανταστεί και στην Κύπρο ένα ένοπλο αγώνα με βαθύτερο αντιαποικιακό περιεχόμενο και αποτέλεσμα που θα επεδίωκε την ολοκληρωτική ρήξη με την Βρετανία. Αυτή η διάθεση όμως δεν υπήρχε στο επίπεδο της ηγεσίας του αγώνα, και είναι γι αυτό που μπορούμε να πούμε ότι αν τουλάχιστον ο αγώνας δεν ήταν ένοπλος οι ζημιές που θα προέκυπταν και όντως προέκυψαν θα ήταν λιγότερες.

Οι ζημιές όμως έχουν σχέση με την πολιτική βάση του αγώνα δηλαδή το στόχο της Ένωσης. Για να έχει αυτός ο στόχος πιθανότητες επιτυχίας θα έπρεπε οι ελληνοτουρκικοί συσχετισμοί να ήταν διαφορετικοί. Η αποτυχία της ελληνικής εισβολής στο κατάλοιπο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας το 1922 δημιούργησε μια κατάσταση η οποία άφηνε την Κύπρο πολύ μακριά από τις δυνατότητες του όποιου ελληνικού αλυτρωτισμού αφ’ ενός ενώ από την άλλη, τραγική ειρωνεία, έθρεψε και την ανάπτυξη του τουρκικού εθνικισμού που θα εμφανιζόταν και στην Κύπρο στον αντίποδα της Ένωσης. Ο οποίος στόχος της Ένωσης υπέθαλψε και αυτός με τη σειρά του τον τουρκικό εθνικισμό στην Κύπρο ο οποίος πήρε την μορφή του Ταξίμ.

Ο στόχος όμως της Ανεξαρτησίας δεν ήταν μόνο αναγκαίος λόγω της διεθνούς κατάστασης και ειδικά λόγω των ελληνοτουρκικών συσχετισμών. Δεν ήταν μόνο αναγκαίος για να οικοδομήσει ένα δικοινοτικό αντιαποικιακό μέτωπο απελευθερωμένο από τους μητρικούς μεγαλοϊδεατισμούς. Ήταν αναγκαίος έτσι, όπως τον φαντάστηκαν οι πρώτοι αριστεροί και έτσι όπως τον επιθυμούσε ο Αδάμ Αδάμαντος. Γιατί αυτός είναι πιο κοντά στα γούστα των Κυπρίων. Αυτά τα γούστα των Κυπρίων έγινε προσπάθεια να κατασταλούν που συνεχίζεται αν και σε όλο και πιο γραφική μορφή μέχρι και σήμερα. Σκεφτείτε ότι... δεν ιδρυόταν κυπριακό πανεπιστήμιο ως και μέσα στη δεκαετία του 90 για να μείνουν προσκολλημένοι οι Κύπριοι στο ελληνικό πανεπιστήμιο και να μη διαβρωθεί η εθνική τους συνείδηση, όπως ρητά και με ...αγνή θρασύτητα δηλωνόταν. Για να γίνει το πανεπιστήμιο χρειάστηκε πολύχρονος αγώνας από τους φίλους του. Μέχρι το 1980 η Εθνική Κύπρου έπρεπε να ονομάζεται μικτή για να μη θιγεί ο ελληνικός κορμός. Η μετονομασία της δημιούργησε ποταμούς δακρύων στα μίντια που είχαν και έχουν στην πλειοψηφία τους το ... μητρικό σύνδρομο. Το αστείο είναι ότι πλέον δεν τίθεται θέμα ένωσης. Αυτό που τίθεται είναι να διατηρείται μία πλασματική και συγκαταβατική αποδοχή του ...αγνού χαρακτήρα της στόχευσης για να συνεχίσουν να νέμονται τα ειδικά πλεονεκτήματα της Ανεξαρτησίας... οι αγωνιστές της Ένωσης.

Στη Ζυρίχη οι αγωνιστές της ΕΟΚΑ και της ΤΜΤ υποχρεώθηκαν να αναγνωρίσουν ότι υπήρχαν αντικρουόμενα αυτοδιαθεσικά αιτήματα και κινήματα. Ειδικά η ΕΟΚΑ υποχρεώθηκε να δεχτεί ότι το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης δεν ανήκε αποκλειστικά στην πλειοψηφούσα εθνότητα, εξ ου και αποδέχτηκε να συνομιλεί με την άλλη κοινότητα. Η αναγνώριση αυτή γινόταν όμως μέσα στα πλαίσια μιας οθωμανικής θα μπορούσαμε να πούμε αντίληψης της πολιτικής που χαρακτηρίζει μέχρι και σήμερα τις πολιτικές ελίτ των δύο κοινοτήτων μέχρι και σήμερα. Μιας πονηρής και συχνά κουτοπόνηρης αντίληψης που εύκολα ξεχνά όχι μόνο τις προφορικές αλλά και τις γραπτές συμφωνίες είτε είναι διεθνείς είτε όχι, είτε είναι διακοινοτικές ή ενδοκοινοτικές, είτε είναι διακομματικές, είτε είναι ενδοκομματικές. Εξ ου και η συνήθεια των εύκολων δεσμεύσεων.

Στο δικοινοτικό επίπεδο υπάρχει πλέον, στο επίπεδο φυσικά των πολιτικών ελίτ, μια καλή γνώση της μιας πλευράς από την άλλη η οποία χαρακτηρίζεται φυσικά από πλήρη έλλειψη εμπιστοσύνης αλλά και μια περίεργη αλληλοαναγνώριση. Για παράδειγμα πως θα μπορούσε να εξηγήσει κάποιος την προσπάθεια του Τάσσου Παπαδόπουλου να πετύχει υπόγεια συμφωνία με τον Ντενκτάς στο ζήτημα της αναστολής των δημοψηφισμάτων των 2004.

Ο στόχος όμως της Ανεξαρτησίας δεν ήταν μόνο αναγκαίος λόγω της διεθνούς κατάστασης και ειδικά λόγω των ελληνοτουρκικών συσχετισμών. Δεν ήταν μόνο αναγκαίος για να οικοδομήσει ένα δικοινοτικό αντιαποικιακό μέτωπο απελευθερωμένο από τους μητρικούς μεγαλοϊδεατισμούς. Ήταν αναγκαίος έτσι, όπως τον φαντάστηκαν οι πρώτοι αριστεροί και έτσι όπως τον επιθυμούσε ο Αδάμ Αδάμαντος. Γιατί αυτός είναι πιο κοντά στα γούστα των Κυπρίων. Αυτά τα γούστα των Κυπρίων έγινε προσπάθεια να κατασταλούν που συνεχίζεται αν και σε όλο και πιο γραφική μορφή μέχρι και σήμερα. Σκεφτείτε ότι... δεν ιδρυόταν κυπριακό πανεπιστήμιο ως και μέσα στη δεκαετία του 90 για να μείνουν προσκολλημένοι οι Κύπριοι στο ελληνικό πανεπιστήμιο και να μη διαβρωθεί η εθνική τους συνείδηση, όπως ρητά και με ...αγνή θρασύτητα δηλωνόταν.

Η κάθε πλευρά αντλεί κέρδη και πολιτική αναγνώριση μέσα από την αντιμετώπιση της άλλης. Πρόκειται για ένα παιγνίδι – απότοκο και κληρονομιά της ΕΟΚΑ και της ΤΜΤ από πριν την Ανεξαρτησία. Ένα παιγνίδι που μπλέκεται απότομα με το νέο πλαίσιο της καθυπόταξης της διεθνούς πολιτικής από τις διεθνείς αγορές και συγχύζει και τις δύο πλευρές και ως προς τις δυνατότητες τους αλλά και ως προς τους στόχους οι οποίοι έτσι κι αλλιώς πίσω από μια στερεότυπη μάσκα ήταν πάντα ελαστικές. Η αγωνία πάντως και των δύο πλευρών είναι έκδηλη αναφορικά με την αναμενόμενη ανάμιξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης στο Κυπριακό και την πιθανή ένταξη του στο παζάρι των Ευρωτουρκικών σχέσεων.










Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου