20 Μαρ 2016

ΜΑΝΤΡΙΖΟΥΣΙΝ ΤΑ ΣΥΝΟΡΑ



-    Έν μου λαλείς ρε Γιακουμή
πού έσιεις τα μυαλά σου;
Εγίνην σιόνιν ο καφές,
έν είσαι στα καλά σου;

Έσιει ώραν που σε θωρώ
τζι είσαι συλλοϊσμένος,
κάθεσαι μουλλωτός τζιαμέ
τζι είσαι μαραζωμένος

Ήντα καμός σε σκούλλησεν;
Πέ μου τον για να πνάσεις,
τον πόνον εν καλλύττερα
μ’ άλλον να τον μοιράσεις

Ο Νικολής σου εν καλά
γιατ’ είδα τον πριν λλίον
με τον Πετρήν του Μίχαλου
που πήαινναν σκολείον

Εσυντυχάνναν δυνατά
όπως επαρπατούσαν,
ήταν γεμάτοι όρεξην
τζιαι ούλλοι εγελούσαν

Την Γιακουμίναν είδα την
που ήρτεν να ψουμνίσει
τζι είπεν μου ότι δκιάζετουν
να πάει να φουρνίσει

Όσην ώραν εψούμνιζεν
άρρωστη έν μου ’φάνην
τζι όπως πάντα η γλώσσα της
επήαιννεν ροδάνιν

Η μάνα σου τζι ο τζιύρης σου
που εβδομηνταρήσαν
ξέρω πως εν πολλά καλά
ποττέ έν αρρωστήσαν

Η κατσελλού σου εν καλά,
είδα την με το δείν μου
που την εβούραν ταπισόν
τζιαμπροού το ταβρίν μου
Εξόν που τούτους έν έσιεις
άλλους στο σπιτικόν σου,
ήντα ’πάθες τον γιόκκαν μου
τζιαι δέρνεις το μυαλόν σου;    

-    Είμαστιν ούλλοι μας καλά
μάνταλος να χαρούμεν
με όσα καθημερινά
θκειέ Γιαννακό θωρούμεν

Πόλασελα ο πόλεμος
σκωτώννει τους αθθρώπους,
η βία ξησπιτώννει τους
που τους δικούς τους τόπους

Φέφκουν πέρκει γλυτώσουσιν
τζιείνοι τζιαι τα παιδκιά τους
κρατώντας τα μιτσιά μωρά
μέσα στην αγκαλιάν τους

Πνίουνται μές τες θάλασσες
σε βάρκες τρυπημένες
τζι όσοι γλυτώσουν βρίσκουσιν
τες πόρτες βαωμένες

Μαντρίζουσιν τα σύνορα
μέμπα τζιαι τα δκιαβούσιν,
έν θέλουσιν οι πρόσφυγες
στες χώρες τους να μπούσιν

Μπορεί να είναι ξενιτζιοί
τούτοι που δυστυχούσιν
μαν πλάσματα όπως εμάς
τζιαι σαν εμάς πονούσιν 

Έν ημπορώ θκειέ Γιαννακό
τούτα να τα χωνέψω,
πως τούτος εν «πολιστισμός»
εν μπορώ να πιστέψω



Χαράλαμπος Τσουρής
13/03/2016    8:00

Κεντρικές Φυλακές

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου