6 Μαρ 2016

Οι καλοί μαθητές, οι αντιφάσεις της υποταγής, και η αλλαγή πλαισίου που τους άφησε την ίδια τάξη… [Το τέλος του μνημονίου, οι συμβιβασμοί της τρόικα που έκανε και τα στραβά μάτια μπροστά στο φόβο μιας κρίσης ανάλογης του Μάρτη του 2013, και «οι καλοί μαθητές» που έμειναν στην ίδια τάξη, καθώς οι ανώτεροι τους θέλουν τώρα.. ανάπτυξη με δημόσιες επενδύσεις…]



Οι δυσκολίες και αντιφάσεις της κυβέρνησης: οι πανηγυρισμοί φαίνονται εκτός τόπου, αλλά ακόμα και η αναφορά σε τέλος του μνημονίου ενεργοποιεί τις διεκδικήσεις που απλώς παγοποίηθηκαν
Το τέλος του μνημονίου στην Κύπρο έχει βέβαια και την προεκλογική του διάσταση – οπότε η κυβέρνηση προσπαθεί από τη μια να εμφανιστεί ότι έχει καταφέρει κάτι, αλλά βρίσκεται ταυτόχρονα αντιμέτωπη [πέρα από την κριτική της αντιπολίτευσης] με δυο δύσκολες, για την ίδια, διαστάσεις της πραγματικότητας:

1. Μια γενική δυσφορία, που είναι προϊόν του γεγονότος ότι στην πραγματική οικονομία, όπως την βιώνει η πλειοψηφία, το αποτέλεσμα του μνημονίου, ήταν μια οδυνηρή διαδικασία με συρρίκνωση της ρευστότητας [και τώρα φαίνεται να εξαντλούνται για μια μεγάλη μερίδα και οι διαθέσιμες αποταμιεύσεις – που σώθηκαν από το καθολικό κούρεμα που αποτράπηκε τον Μάρτιο του 2013] αλλά και φτωχοποίησης με πίεση των εισοδημάτων των εργαζόμενων για να επιβιώσουν ή και να αυξήσουν τα κέρδη τους οι επιχείρησης, που ήταν και είναι ο βασικός προστατευόμενος της κυβέρνησης. Εν μέρει λόγω ιδεολογίας της νυν ηγετικής ομάδας του ΔΗΣΥ, αλλά σε ακόμα μεγαλύτερο βαθμό λόγω διαπλεκομένων συμφερόντων. 
2. Την αναπόφευκτη διαδικασία επαναδιεκδικήσεων από ομάδες εργαζομένων, που θεωρούν ότι το τέλος του μνημονίου σηματοδοτεί και το τέλος της δικής του προσφοράς στη συναίνεση για αντιμετώπιση της κρίσης.

Σε αυτό το πλαίσιο, η κυβέρνηση βρίσκεται, όπως φαίνεται και από τις παλινδρομήσεις Αβέρωφ, σε μια συνεχή αντίφαση. Από την μια, προωθεί ένα είδος προεκλογικής και με τις συνηθισμένες σπατάλες της δεξιάς σε ημέτερες «επενδύσεις» [όπως η ξαφνική απόφαση για προεκλογική πρόσληψη 3.000 οπλιτών και μετέπειτα αγορά εξοπλιστικών προγραμμάτων], και από την άλλη, μια προσπάθεια συντήρησης ενός κλίματος εργασιακής πειθαρχίας όπως φάνηκε με την διατύπωση «πάλι αρχίσαμε τα ίδια». Είναι σαφές, ομως, ότι το δεύτερο σκέλος αποτυχάννει.

Όταν φοβάται η τρόικα… Που έκανε τα στραβά μάτια για να μην ξαναβρεθεί στο μάτι του κυκλώνα; Ιδιωτικοποιήσεις, αναβολές και καθυστερήσεις για εκποιήσεις, και αποφυγή των εργασιακών
Σε αυτό το κλίμα, η προσπάθεια για προβολή του «καλού μαθητή» [όπως και του  success story πριν] αντιμετωπίζει δυσκολίες. Για να κατανοηθεί η διογκούμενη κοινωνική αντίδραση, θα πρέπει να τοποθετηθεί η κυπριακή εμπειρία στο ιστορικό και συγκριτικό της πλαίσιο.

Το πρώτο ερώτημα που πρέπει να διερευνηθεί, πέρα από τις επιφανειακές ατάκες των ΜΜΕ και το αποικιακό κατάλοιπο στο δημόσιο λόγο, ότι δήθεν οι κύπριοι δεν αντιστέκονται κλπ [συγκρίνοντας υποτίθεται με άλλες κοινωνίες]. Και το συνακόλουθο ότι η Κύπρος ήταν καλός μαθητής. Τα δεδομένα είναι, όμως, εντελώς διαφορετικά. Η Κύπρος ξεκίνησε το μνημόνιο με μια εξέγερση ενάντια στην απόφαση του Γιούρογκρουπ για καθολικό κούρεμα τον Μάρτιο του 2013,που αποκάλυψε μια βαθιά καχυποψία [αποτέλεσμα των προηγούμενων αντιπαραθέσεων στην κοινωνία για την ευθύνη των τραπεζών και τις υπό όρους υποχωρήσεις των συνδικαλιστικών οργανώσεων που υποστήριζε η αριστερή κυβέρνηση] αλλά και ένα θεσμικό πρόβλημα – ότι η βουλή έπρεπε να εγκρίνει νομοσχέδια, αλλά η κυβέρνηση δεν μπορούσε να βασίζεται σε σταθερή πλειοψηφία. Σε λίγες μέρες βασικά η εκλογική νίκη των νεοφιλελεύθερων, μετατράπηκε σε υπό όρους ομηρία. Σε αυτό το πλαίσιο, υπήρχε μόνιμα μια τάση της τρόικα να μην σπρώχνει τα θέματα – έχοντας φόντο την ελληνική κρίση, αλλά και τη διόγκωση, πια, των αντιστάσεων σε όλο των ευρωπαϊκό νότο.

Σε αυτό το πλαίσιο, η κυβέρνηση βρίσκεται, όπως φαίνεται και από τις παλινδρομήσεις Αβέρωφ, σε μια συνεχή αντίφαση. Από την μια, προωθεί ένα είδος προεκλογικής και με τις συνηθισμένες σπατάλες της δεξιάς σε ημέτερες «επενδύσεις» [όπως η ξαφνική απόφαση για προεκλογική πρόσληψη 3.000 οπλιτών και μετέπειτα αγορά εξοπλιστικών προγραμμάτων], και από την άλλη, μια προσπάθεια συντήρησης ενός κλίματος εργασιακής πειθαρχίας όπως φάνηκε με τη διατύπωση «πάλι αρχίσαμε τα ίδια». Είναι σαφές, ομως, ότι το δεύτερο σκέλος αποτυχάννει.

Σε αυτά τα πλαίσια, η δομική αναδιάρθρωση με πίεση των μισθών έγινε, αλλά ήταν σαφές σε όλους ότι ήταν μια παροδική «νίκη». Αφού η προηγούμενη κυβέρνηση είχε εξασφαλίσει παγοποίηση και όχι κατάργηση, η επαναδιεκδίκηση ήταν αναπόφευκτη. Και το ήξερε η τρόικα και δεν πίεσε. Άλλωστε, μόλις 6 μήνες μετά τον Μάρτιο του 2013, τον Σεπτέμβιο απειλήθηκε και πάλι μειοψηφία της κυβέρνησης στη Βουλή. Και αυτό αυξήθηκε με την αλλαγή ηγεσίας του ΔΗΚΟ τον Δεκέμβριο του ίδιου χρόνου. Σε αυτό το πλαίσιο, είναι εντυπωσιακό τί δεν πέτυχε η τρόικα – σε σύγκριση με άλλες χώρες
  1. Οι ιδιωτικοποιήσεις, ουσιαστικά, δεν έγιναν. Έγιναν πλάνα, μια διστακτική κίνηση στα λιμάνια, αλλά η τρόικα δεν έστησε πόδι για τις ιδιωτικοποιήσεις, όπως αλλού. Στην Ιρλανδία, το θέμα έφτασε μέχρι και το νερό. Στην Κύπρο, το θέμα των ιδιωτικοποιήσεων είχε ως προμετωπίδα τους τρεις κερδοφόρους ημικρατικούς, αλλά όπως φάνηκε και από τις διαπραγματεύσεις το φθινόπωρο του 2012, ο στόχος της τρόικα ήταν ο έλεγχος του φυσικού αερίου. Τελικά, εκείνα τα μεγαλεπίβολα δεν εφαρμόστηκαν και παρά τις προσπάθειες της κυβέρνησης να ξαναβάλει τα θέμα των ιδιωτικοποιήσεων στην ατζέντα, τελικά, έμεινε με τα πλάνα… Αναγκάστηκε να δηλώσει ότι δεν θα γίνει ιδιωτικοποίηση της ΑΗΚ, με την Σύτα προσπαθεί ακόμα να περάσει ένα αρχικό προσχέδιο και δεν φαίνεται να έχει πλειοψηφία στη βουλή..
  2. Το θέμα των τραπεζών [και των ζημιών τους από την  έκθεση στο εξωτερικό – ιδιαίτερα στην ελληνική κρίση/ομόλογα] οδηγήθηκε τελικά στην εστίαση στις 2 προβληματικές τράπεζες το 2013 μετά την εξέγερση του Μάρτη, αλλά το ζήτημα της μεταφοράς της τραπεζιτικής κρίσης, μεταμορφώθηκε σε κρίση των μη εξυπηρετούμενων δανείων [ΜΕΔ], αφού ο περιορισμός της ρευστότητας λόγω λιτότητας, οδήγησε στη διόγκωση των ΜΕΔ. Σε αυτό το πλαίσιο, η τρόικα επέμενε να περάσει η νομοθεσία για τις εκποιήσεις. Το αρχικό σχέδιο άλλαξε, η συζήτηση κράτησε για ένα σχεδόν χρόνο, αλλά η τρόικα δεν τολμούσε να επιβάλει πιεστικά/εκβιαστικά τις θέσεις της. Και όταν τελικά πέρασαν τροποποιημενα νομοσχέδια με συνεργασία ΔΗΣΥ – ΔΗΚΟ, και πάλι η τρόικα δεν επέμενε στις άμεσες εκποιήσεις. Έρχονταν και οι εκλογές, αλλά γενικότερα ήταν σαφές ότι η τρόικα δεν ήθελε ιδιαίτερη ανάμειξη στα εσωτερικά, αφού σε τελική ανάλυση, ο λόγος της έπρεπε και πάλι να περάσει από τις ισορροπίες του κοινοβουλίου, ενώ η κοινωνική δυσφορία ήταν σαφής από την μετατόπιση, πια, της κριτικής προς τις τράπεζες μετά το καλοκαίρι του 2014.
  3. Στα εργατικά θέσμια, ή σε διάφορους άλλους τομείς όπως το συνταξιοδοτικό, όπου η τρόικα έπαιζε το ρόλο αποικιακής κυβερνησης, σε άλλες χώρες, πριν το 2012, ξαφνικά και πάλι μαλάκωσε. Οι αντιδράσεις γενικά που οδήγησαν και σε πιο άμεση παρέμβαση του Ντράγκι στις αγορές [με το  whatever it takes], άφησαν το θέμα να πέσει επίσης στα μαλακά – που στην Κύπρο σήμαινε ότι τηρήθηκαν τα πλαίσια του μνημονίου του Νιόβρη του 2012 με τις παγοποιήσεις, αντί τις καταργήσεις.

Πέρα, ωστόσο, από τη δυναμική των αντιστάσεων, το γεγονός [που τόνιζε κα η προηγούμενη κυβέρνηση] ότι η οικονομία δεν είχε ιδιαίτερα προβλήματα πέρα από την εξωτερική έκθεση των τραπεζών, και την απροθυμία της τρόικα να ανοίξει μέτωπα, όπως τον Μάρτιο του 2013, υπήρξε και μια σαφής εξωτερική μετατόπιση. Και η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, μετά τον Ιούνιο  του 2012 [και τις δύο εκλογές στην Ελλάδα που έδειχναν τί θα ακολουθούσε το 2015], αλλά και ευρύτερα άρχισε μια μετατόπιση στην εστίαση. Η μετατόπιση είχε να κάνει με τον φόβο των αντιστάσεων, αλλά και με μια σαφή ανησυχία για το βαθμό λύσης των προβλημάτων, που οδήγησαν στην κατάρρευση το 2007-08. Ουσιαστικά, η κρίση των τοξικών χρηματιστικών προϊόντων μετατοπίστηκε αρχικά στις Κεντρικές τράπεζες [με την μαζική αγορά μετοχών στις ΗΠΑ μέσα από την ποσοτική χαλάρωση] αλλά και στο Δημόσιο στην ΕΕ, που οδήγησε στα μνημόνια και τη λιτότητα μετά το 2010. Όμως και στις 2 περιπτώσεις το θέμα, όπως φάνηκε πρόσφατα και με την  Deutsche Bank απλώς μετατοπίστηκε.

Πέρα, ωστόσο, από τη δυναμική των αντιστάσεων, το γεγονός [που τόνιζε κα η προηγούμενη κυβέρνηση] ότι η οικονομία δεν είχε ιδιαίτερα προβλήματα πέρα από την εξωτερική έκθεση των τραπεζών, και την απροθυμία της τρόικα να ανοίξει μέτωπα, όπως τον Μάρτιο του 2013, υπήρξε και μια σαφής εξωτερική μετατόπιση….Η μετατόπιση είχε να κάνει με τον φόβο των αντιστάσεων, αλλά και με μια σαφή ανησυχία για το βαθμό λύσης των προβλημάτων, που οδήγησαν στην κατάρρευση το 2007-08. Ουσιαστικά, η κρίση των τοξικών χρηματιστικών προϊόντων μετατοπίστηκε..δεν λυθηκε..

Όταν μια καπιταλιστική οικονομία περνά από την έμφαση στην παραγωγή, στην αναζήτηση κέρδους μέσα από τις ανταλλαγές οριακών κερδών στα χρηματιστήρια, οι φούσκες είναι αναπόφευκτες. Και άρα, ουσιαστικά, το Δημόσιο, αργά ή γρήγορα θα ξανά- αναγκαστεί να παρέμβει για να εμποδίσει ή πιο αναπόφευκτα να αντιμετωπίσει μια νέα κρίση. Ήδη από το 2015 άρχισαν οι ανησυχίες και για τα χρηματιστήρια, αλλά και για την εμφάνιση επιβράδυνσης στη Κίνα και κρίσης στον νότο – μετά την απόσυρση των κεφαλαίων που είχαν μεταφερθεί εκεί, αναζητώντας οριακά κέρδη την περίοδο της βαθιάς κρίσης στη Δύση. Αλλά η κρίση στον νότο και στις αναπτυσσόμενες οικονομίες, μεταφέρεται και πάλι στο βορρά μέσα από τις μειωμένες εξαγωγές, ενώ στο εσωτερικό τους είναι σαφής η μείωση της αγοραστικής δύναμης της πλειοψηφίας.

Η αλλαγή εξωτερικού πλαισίου: ο φόβος της επόμενης κρίσης και η αναπόφευκτη αλήθεια ότι το κράτος το έχουν ανάγκη και οι «αγορές»
Θα μπορούσε να πει κάποιος ότι το νεοφιλελεύθερο μοντέλο που είχε ηγεμονεύσει την περίοδο 1980-2010 φτάνει, πια, στα όρια του. Ήδη, άλλωστε, στις ΗΠΑ είναι οι νεοκευνσιανοί, όπως ο Κρούγκμαν, που καθορίζουν το πλαίσιο του δημόσιου λόγου στα οικονομικά. Και το κλίμα στην κοινωνία φαίνεται, να εκτρέπεται δραματικά και προς τα αριστερά – πέρα από τη δεξιά εκτροπή που ήταν χειραγωγίσιμη,  οικονομικά τουλάχιστον. Είναι σε αυτό το πλαίσιο που αρχίζει να παρατηρείται [και με φόντο διαμάχη για το ελληνικό πρόγραμμα τα 2015 που προκάλεσε έντονες αντιδράσεις, αλλά και αποκάλυψε την αποτυχία του νεοφιλελεύθερου μοντέλου και της λιτότητας] μια μετατόπιση. Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά δείγματα αυτής της μετατόπισης είναι και τα σχόλια του οικονομικού τύπου, αλλά και των συμβούλων επιχειρήσεων που ασχολούνται με το χρηματιστήριο και τις «αγορές» γενικά. Ξαφνικά, και κωμικά, για όποιον θυμάται τη ρητορική μόλις πριν λίγα χρόνια, τώρα το ΔΝΤ και οι σύμβουλοι των τραπεζών κοκ, θέλουν.. ανάπτυξη. Και όχι απλώς και αόριστα – αλλά επενδύσεις του κράτους [του δημόσιου] για να έρθει ανάπτυξη. Το λογικό, βέβαια, ερώτημα είναι – καλά αυτό δεν θα αυξήσει τα ελλείμματα για τα οποία βασανίστηκαν ολόκληρες κοινωνίες την περίοδο 2010-15; Η μνήμη των συμβούλων του χρηματιστικού κεφαλαίου είναι εν μέρει μικρή – αλλά και ο φόβος της νέας κρίσης που κυοφορούν οι φούσκες στα χρηματιστήρια [διότι και πάλι υπάρχουν φούσκες, αφού όλη η διαδικασία κατασκευής εικονικού χρήματος-κερδών εκεί αφορά τη διακύμανση, όχι με άξονα την παραγωγή, αλλά με άξονα την εικονική πραγματικότητα της αξίας των μετοχών που την μια μέρα εκτοξεύονται [λόγω πραγματικής ή φτιαχτής ζήτησης] και την άλλη καταρρέουν – χωρίς να έχει συμβεί κάτι στην πραγματική οικονομία. Οπότε, όπως παρατήρησε και ο Μ.  Whitney, θέλουν και πάλι χρήματα από το δημόσιο. Θυμούνται άλλωστε ότι ο μόνος μηχανισμός που έσπρωξε την παγκόσμια οικονομία εκτός κρίσης μετά το 2008, ήταν η μαζική επέμβαση το κινεζικού κράτους. Αλλά αυτήν τη φορά οι κινέζοι δεν φαίνονται πρόθυμοι να ξελασπώσουν άλλους. Έχουν τις δικές τους επενδυτικές προτεραιότητες στην Ασία και αλλού.

Όταν το ΔΝΤ ακούγεται σαν τον Τσίπρα και τον Χριστόφια: θέλουν ανάπτυξη και δημόσιο-οικονομική παρέμβαση γιατί οι νομισματικές πολιτικές [του νεοφιλελευθερισμού] προφανώς έχουν σταλώσει πια…
Σε αυτό το πλαίσιο, οι καλοί και υπάκουοι μαθητές στην Κύπρο κωμικά επαναλαμβάνουν ακόμα τις νεοφιλελεύθερες ατάκες που έμαθαν να αναμασούν σαν χορωδία, μη κατανοώντας ότι το σενάριο των ρητορικών των ανώτερων τους έχει αλλάξει. Μόνο ο Μαυρίδης φαίνεται να το έπιασε…

Ιδού λ.χ. τί έλεγε το ΔΝΤ για τη συνάντηση των G 20 τον περασμένο Φεβρουάριο – με υπογράμμιση στις μετατοπίσεις από την ρητορική του νεοφιλελευθερισμού:
Έτσι, περνούμε από την πολιτική της στήριξης της προσφοράς [supply side – άρα ενίσχυσης του κεφαλαίου/επιχειρήσεων] των νεοφιλελεύθερων, στη στήριξης της ζήτησης [demand – άρα της κατανάλωσης από την πλειοψηφία των εργαζομένων] κλασσική θέση των κεϋνσιανών. Ταυτόχρονα, υποβαθμίζεται η «νομισματική πολιτική», η οποία ήταν η βασική πολιτική παρέμβασης των νεοφιλελεύθερων, με έμφαση στη δημόσια επένδυση [βασική πολιτική παρέμβασης των κεϋνσιανών]…
«Οι G 20 πρέπει να προγραμματίσουν τώρα για μια συντονισμένη κίνηση στήριξης της ζήτησης, χρησιμοποιώντας το διαθέσιμο δημοσιοοικονομικό χώρο για να ενισχύσουν τις δημόσιες επενδύσεις και να συμπληρώσουν τις δομικές αναδιαρθρώσεις…. χρειάζεται μια συνολική προσπάθεια για να μειωθεί η υπερβολική έμφαση [και εξάρτηση] από την νομισματική πολιτική. Ειδικότερα, η βραχυπρόθεσμη  δημόσιο-οικονομική πολιτική πρέπει να είναι πιο ενισχυτική, όπου είναι αρμόζων, και νοούμενου ότι υπάρχει διαθέσιμος δημοσιοοικονομικός χώρος.. η παγκόσμια οικονομία χρειάζεται πολύμορφες και πολύεπίπεδες κινήσεις για να ενισχυθει η ανάπτυξη και να περιοριστεί ο κίνδυνος..»
Έτσι, περνούμε από την πολιτική της στήριξης της προσφοράς [supply side – άρα ενίσχυσης του κεφαλαίου/επιχειρήσεων] των νεοφιλελεύθερων, στη στήριξης της ζήτησης [demand – άρα της κατανάλωσης από την πλειοψηφία των εργαζομένων] κλασσική θέση των κεϋνσιανών. Ταυτόχρονα, υποβαθμίζεται η «νομισματική πολιτική», η οποία ήταν η βασική πολιτική παρέμβασης των νεοφιλελεύθερων, με έμφαση στη δημόσια επένδυση [βασική πολιτική παρέμβασης των κεϋνσιανών]…
Και ανάλογα έγραφε και ο οικονομικός τύπος.. και μετέδιδαν πρακτορεία, όπως το Ρώυτερς
« .. οι επενδυτές οι οποίοι νοιώθουν να καίγονται από την αστάθεια στις διεθνείς αγορές ελπίζουν για κάποια σημάδια ότι οι υπουργοί οικονομικών των μεγαλύτερων οικονομιών του πλανήτη, θα πάρουν κάποια μέτρα για να ενισχύσουν την ανάπτυξη και να περιορίσουν της αστάθεια των νομισματικών συναλλαγών… ο  Steven Englander της Citigroup  είπε ότι η αποτυχία να συμπεριληφθεί πιο ξεκάθαρη αναφορά σε δημοσιοοικονομική στήριξη στην τελική δήλωση [των G20] θα ερμηνευθεί αρνητικά από τους επενδυτές.. Για τον Andrew Brenner της National Alliance Capital Markets [New York] μια δέσμευση σε δημοσιοοικονομική επέκταση  θα είχε ενισχύσει τα χρηματιστήρια.. ενώ οι μετοχές θα πέσουν αν δεν αντιμετωπιστούν αυτά τα θέματα..
Η διατήρηση της προηγούμενης φρασεολογίας θα είναι πολύ απογοητευτική και θα αντιμετωπιστεί είτε σαν χαλαρή, είτε σαν αντικατοπτρισμός πολιτικής παράλυσης, είπε ο Englander Citigroups head of currency strategy for major developed economies, σε μια αναφορά στις 25 Φεβρουάριου. Έκανε έκκληση στους G20 να είναι αποφασιστικοί και να συμπληρώσουν την νομισματική πολιτική με δημοσιοοικονομικη επέκταση»
(“G-20 needs to ‘man up’ to avert more market turmoil, says Citigroup’s Englander“, Financial Review)



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου