7 Φεβ 2016

O Bernie Sanders ως η αμερικανική εκδοχή του Corbyn – και γιατί το φαινόμενο έχει ευρύτερο ιστορικό ενδιαφέρον: η επιστροφή της αμερικανικής αριστεράς των κινημάτων στο ταξικό ζήτημα της ανισότητας


Οι προκριματικές εκλογές στην Iowa είχαν μια μικρή έκπληξη [την ήττα του Τραμπ παρά τις δημοσκοπήσεις] αλλά και μια ιστορική καταγραφή και σαφώς έκπληξη, αν δει κανείς τα δεδομένα, ακόμα και με φόντο το προηγούμενο εξάμηνο. Η ισοπαλία του Μπέρνι και της Χίλαρυ, δείχνει μια σαφή δυναμική για τον πρώτο ο οποίος ξεκίνησε από το πουθενά ουσιαστικά, και έχοντας απέναντι του ένα βουνό προκατάληψης, αφού είναι δηλωμένος [και ως γερουσιαστής] σαν «σοσιαλιστής» [δημοκρατικός σοσιαλιστής]. Και όταν φάνηκε ότι άρχισε να αποκτά δυναμική η υποψηφιότητά του, έκανε μια συμβολική καινοτομία, που είχε και σαφώς προεκλογικό άρωμα: έχτισε την εκστρατεία του σε μικρές εισφορές για να αποφύγει τις μεγάλες επιχορηγήσεις από το κεφάλαιο [και άρα έτσι κάρφωνε και την Κλίντον που είναι η αγαπητή των μεγάλων ταμείων πολιτικών επενδύσεων [PAC] στις αμερικανικές προεκλογικές εκστρατείες]. Σε αυτό το πλαίσιο, η υιοθέτηση μιας ρητορικής ενάντια στην ταξική ανισότητα, αλλά και ένα πιο ενεργό ρόλο του δημόσιου στην αντιμετώπιση των κοινωνικών προβλημάτων, και της ίδιας της ανισότητας, δείχνουν ότι η εκστρατεία του έχει την αύρα του κινήματος Occupy, το οποίο έθεσε το ζήτημα της ταξικής ανισότητας με όρους αντί-δημοκρατικής κατοχής/κατανομής του πλούτου. Και η καινοτομία αυτού του ρεύματος υπέρ του Μπέρνι είναι ακριβώς ότι θέτει ξανά, μετά από δεκαετίες το ταξικό ζήτημα στις ΗΠΑ στον δημόσιο λόγο, ακόμα και των καθεστωτικών/θεσμικών κομμάτων.


Η δύσκολη πορεία της αμερικανικής αριστεράς στο 20ο αιώνα: τα κύματα της καταστολής από το red scare στο μακαρθισμό – και η νέα αριστερά της δεκαετίας του 1960

Για να κατανοηθεί η καινοτομία του νέου κινήματος με αφορμή τον Μπέρνι, θα πρέπει να δει κάποιος την ιστορία της αμερικανικής αριστεράς στον 20ο αιώνα. Η αμερικανική αριστερά στις αρχές του 20ου αιώνα εκφράστηκε με μια αναρχοσυνδικαλιστική συντεχνία, του Wobblies, [Industrial Workers of the World] και το Σοσιαλιστικό κόμμα του  Eugene Debs, που έφτασε σε ποσοστά άνω του 5% στις προεδρικές εκλογές, αλλά εκείνος ο χώρος καταστάληκε με το red scare – μια εκστρατεία δαιμονοποίησης της αριστεράς και της αμφισβήτησης μετά το τέλος του Α Παγκοσμίου Πολέμου και την ρωσική επανάσταση. Η αριστερά ανασυντάχθηκε την δεκαετία του 1930 με ένα σχετικά μαζικό κομμουνιστικό κόμμα, και με έντονο ακτιβισμό των συντεχνιών. Όμως και εκείνο το κίνημα καταστάληκε θεαματικά με μια νέα εκστρατεία εκφοβισμού την δεκαετία του 1950, τον μακαρθισμό. Ταυτόχρονα, η οικοδόμηση του κράτους ευημερίας από τους δημοκρατικούς του Ρούσβελτ τους μετέτρεψε στο «κέντρο-αριστερό» κόμμα, αν μιλήσουμε με ευρωπαϊκούς όρους. Την δεκαετία του 1960, είχαμε μια νέα εμφάνιση της αριστεράς, αλλά αυτήν την φορά ήταν κινηματική. Οι ρίζες στην προηγούμενη αριστερά του μεσοπόλεμου και της μακαρθικής καταστολής, ήταν εμφανής στο όρο «κόκκινα πάμπερς» με τον οποίο αναφέρονται μερικοί αναλυτές ή σχολιαστές στο φοιτητικό κίνημα της νέας αριστεράς, στο οποίο οι απόγονοι της προηγούμενης αριστεράς είχαν κεντρικό ρόλο. Όμως, η νέα αριστερά ήταν ευρύτερη και άγγιξε πολλαπλές διαστάσεις που εκφράστηκαν με σχετικά κινήματα. Από το κίνημα των αφρομερικανών μέχρι το γυναικείο και το οικολογικό, μέχρι τις ελευθεριακές εκδοχές της νεολαιίστικης αμφισβήτησης, όπως εκφράστηκαν από τους χίπις.

Η προσπάθεια των κινημάτων να συγκροτήσουν ένα πόλο στο Δημοκρατικό κόμμα: από την «συμμαχία του Ουράνιου τόξου» του Τζάκσον μέχρι τον Ομπάμα
Εκείνα τα κινήματα φάνηκαν αρχικά να προσπαθούν να πιέσουν το Δημοκρατικό κόμμα – εξού και οι κινητοποιήσεις το 1968 έξω από το συνέδριο των δημοκρατικών, με το σύνθημα «όλος ο κόσμος μας παρακολουθεί» [ιδιαίτερα όταν άρχισε η αστυνομική καταστολή]. Τα νέα κινήματα κέρδισαν ουσιαστικά την υποψηφιότητα με τον Μαγκάβερν το 1972, ο οποίος, όμως, έχασε συντριπτικά από τον Νίξον. Το ότι ο Νίξον έκανε κομπίνες παρακολούθησης κλπ φάνηκε και από την υπόθεση  Watergate που έτσι και αλλιώς ήταν μια υπόθεση που χρησιμοποιήθηκε για να συγκαλυφθούν άλλες χειρότερες – η καταστολή είχε φτάσει και σε επίπεδο δολοφονιών άοπλων λευκών διαδηλωτών [ενάντια στον πόλεμο] το 1970, στο πανεπιστήμιο Kent State. Μετά από εκείνη την ήττα, οι προύχοντες του δημοκρατικού κόμματος αποφάσισαν να αναπτύξουν τρόπους να έχουν την βαρύνουσα ψήφο για την τελική υποψηφιότητα με δικούς τους διορισμένους.

Την δεκαετία του 1980, η αριστερά βιώνοντας την ρηγκανική αντεπανάσταση [η οποία δεν ήταν μόνο οικονομική/νεοφιλελεύθερη, αλλά και πολιτισμικά βαθιά συντηρητικη] τα κινήματα φάνηκαν να συγκλίνουν σε μια εκλογική κίνηση από ένα αφροαμερικανό ηγέτη τον Τ. Τζάκσον [ η «Συμμαχία του Ουράνιου Τόξου»]. Δεν είχε ποτέ πλησιάσει καν την πιθανότητα σοβαρής ευκαιρίας για να είναι ο τελικός υποψήφιος, αλλά έβαλε μια βάση συνεργασίας για διάφορα κινήματα. Και αυτή η τάση αναπτύχθηκε και την δεκαετία του 1990, που εκφράστηκε και με το κίνημα ενάντια στην παγκοσμιοποίηση στα τέλη της ίδιας δεκαετίας. Σε εκείνο το κίνημα, υπήρξε η πρώτη επαφή της νέας αριστερας των κινημάτων και των θεμάτων καθημερινότητας/ταυτότητας με το χώρο της οργανωμένης εργατικής τάξης, τα συνδικάτα, που την δεκαετία του 1960 ήταν σαφώς επιφυλακτικά απέναντι στα νέα κινήματα. Όμως, την δεκαετία του 1990, όπως και την επόμενη, 2000-2010, η κυρίαρχη έμφαση ήταν στη θεματική των νέων κινημάτων – στην αποδοχή των μειονοτήτων, στην αποδοχή των ομοφυλόφιλων, διαφορετικότητας κοκ, μαζί με τα ιστορικά σημαντικά κινήματα αλληλεγγύης σε άλλους λαούς [ιδιαίτερα τότε της Λατινικής Αμερικής] που υπέφεραν από αμερικανικές επεμβάσεις. Αυτά τα κινήματα και η εκλογική τους εμπειρία και κινητοποίηση, πρόσφερε το υπόστρωμα στον Μπάρακ Ομπάμα να εκλεγεί το 2008, σε μια σαφή ανατροπή των προγνωστικών στην αρχή της κούρσας στους δημοκρατικούς. Ο Ομπάμα ως αφροαμερικανος ολοκλήρωνε ένα ιστορικό αγώνα της αριστεράς, υπέρ της αναγνώρισης της ισότητας εκείνης της καταπιεσμένης κοινότητας, αλλά και εξέφραζε και την επιμονή της αριστεράς ενάντια στην υστερία της επέμβασης στο Ιράκ – ο Ομπάμα είχε ψηφίσει εναντίον της εισβολής στο Ιράκ.

Ως πρόεδρος ο Ομπάμα δεν ακολούθησε τη συνταγή της ευρωπαϊκής λιτότητας, αλλά επέλεξε, με τους σύμβουλούς του ένας είδος κευνσιανισμού μέσω των χρηματιστηρίων – την ποσοτική χαλάρωση. Αλλά ακόμα και για την μικρή του έμφαση στο δημόσιο και την υπεράσπισή του, όπως και για την προσπάθεια να δημιουργηθεί ένα είδος εθνικού συστήματος ασφάλισης για την υγεία, έγινε στόχος υστερικών επιθέσεων το 2010 από το νεοεμφανιζόμενο και επιχορηγούμενο [από το κεφάλαιο τελικά] «κόμμα του τσαγιού». Όμως και οι δημοκρατικοί έμαθαν να έχουν δικά τους ΜΜΕ και έτσι το 2012 κέρδισαν άνετα τις προεδρικές εκλογές. Κατά τα άλλα, ο Ομπάμα στα εσωτερικά ήταν σύμβολο της αριστεράς με έμφαση σε θέματα ταυτότητας, κουλτούρας κοκ [λ.χ. δικαιώματα μειονοτήτων] αλλά και απέσυρε τελικά τον στρατό από το Ιράκ, αν και είναι σαφές ότι οι ΗΠΑ ψάχνουν τρόπους να συντηρούν όπως μπορούν την θέση τους – έστω και σε κρίση ηγεμονίας. Όμως ο Ομπάμα υπήρξε σαφώς πιο ορθολογικός διαχειριστής από τους ρεπουμπλικάνους – διαχώρισε λ.χ. την θέση του από τις υστερίες της δεξιάς ισραηλιτικής κυβέρνησης και άνοιξε την πόρτα στο Ιράν. Αξίζει σε αυτό το πλαίσιο να παρατηρηθεί ότι  μόνος τομέας στον οποίο ο Μπέρνι Σάντερς είναι ήπιος στην κριτική και κινείται στα πλαίσια του επίσημα επιτρεπτού λόγου, είναι η εξωτερική πολιτική. Πιο κοντά στον Ομπάμα και ίσως με λιγότερες επεμβατικές τάσεις.

Η επιστροφή του ταξικού ζητήματος της ανισότητας
Όμως, κατά την προεδρία Ομπάμα, εμφανίστηκε και το κίνημα Occupy  που έθεσε για πρώτη φορά το 2011 το θέμα της ταξικής ανισότητας με όρους 1% ενάντια στο 99%. Δεν ήταν συστημική ανάλυση, αλλά ανάλυση με βάση της επέκταση της δημοκρατικής λογικής του δικαίου της πλειοψηφίας και της ισονομίας, στην οικονομία. Εκείνο το κίνημα φάνηκε να αντλεί από τις ιστορικές πια subcultures  που δημιουργήθηκαν γύρω από τα κινήματα που αναδύθηκαν μετά τη δεκαετία του 1960, και ιδιαίτερα το χώρο της νεολαίας/φοιτητών/τριων, αλλά δεν φάνηκε πάλι να αγγίζει τους εργαζόμενους ή τα συνδικάτα σαν μορφή οργανωμένης έκφρασης. Όταν, όμως, ο Μπέρνι έθεσε το ταξικό ζήτημα, και για την μεσαία τάξη, αλλά και για την νεολαια, ξαφνικά φάνηκε ο λόγος του να ξεφεύγει πια από τα κινήματα και να διαχέεται σε μια ευρύτερη κοινωνική βάση. Το ότι η λέξη σοσιαλιστής δεν λειτουργεί σαν βουνο αναστολής, είναι από μόνο του ενδιαφέρον.

Όλοι περιμένουν ότι η ηγεσία των δημοκρατικών θα κάμει ότι μπορεί για να μην αφήσει τον Μπέρνι να κερδίσει – αλλά θα είναι ευγενική για να μην αποξενώσει αυτό το κίνημα με δυναμική, το οποίο αναπτύσσεται. Έχει όμως τους διορισμένους  super delegates που θα καθορίσουν το τέλος. Όμως, αυτό που μέτρα, όπως φάνηκε και στην περίπτωση του Ομπάμα που πέτυχε αυτό που ξεκίνησε 20 χρόνια πριν ο Τζάκσον, είναι η δυναμική των ιστορικών κινημάτων. Και η πλουραλιστική αριστερά της δεκαετίας του 1960 έρχεται επιτέλους να ξανασυναντήσει την ταξική ευαισθησία και των Wobblies, αλλά και της εργατικής αριστεράς στα μέσα του αιώνα.

Οι προύχοντες των ρεπουμπλικάνων αναζητούν και αυτοί ένα «δικό τους» υποψήφιο, καθώς η μεγάλη εποχή της «συναίνεσης» φαίνεται να οπισθοχωρεί μπροστά στην επιστροφή των ιδεολογιών
Από την άλλη πλευρά οι προύχοντες των ρεπουμπλικάνων ανακουφίστηκαν κάπως με τον ..τρίτο, τον Ρούμπιο που τους φαίνεται πια ως ο καλύτερος υπό τις περιστάσεις και θα τον στηρίξουν. Ο Τραμπ δεν τα κατάφερε, αλλά δεν έχει χάσει.. ακόμα. Άλλωστε έχει εισαξει ένα είδος προεκλογικής που απευθύνεται σαφώς σε μια δεξαμενή ψηφοφόρων [τους συντηριτικους] με στόχο να φτιάξει μια σχέση μαζί τους – και μετά είναι εμφανές ότι ο Τραμπ θα κάνει ότι θεωρεί βολικό. Άρα το να πιστέψει κανείς το τι λέει δεν έχει και τόση σημασία, όσο το γεγονός ότι εμφανίζεται ένα είδος θεαματικού ηγέτη, σε στυλ μπερλουσκονισμού [έστω και αν ο Τραμπ δεν ελέγχει, αλλά αγοράζει ΜΜΕ] και στις ΗΠΑ. Και για όποιον προσέχει τις αναφορές του Τραμπ στην εξωτερική πολιτική, είναι ενδιαφέρον πως πουλά φυσικά φτηνό ρατσισμό [για όσους τον έχουν ανάγκη] αλλά ταυτόχρονα είναι ίσως και ο πιο σαφής ότι οι επεμβάσεις στη Μέση Ανατολή [Ιράκ, Λιβύη] ήταν λάθος. Πάντως ο Κρουζ, που ήρθε πρώτος, είναι βαθιά συντηρητικός – και ούτε αυτός είναι στις επιλογές της ηγεσίας των ρεπουμπλικάνων. Η ανάδυση ιδεολογικών πόλων στα δυο κόμματα ξεκίνησε την δεκαετία του 1960 – αλλά τώρα πια φαίνεται να αποκτά δικιά της δυναμική και οι ηγέτες του θεσμικού πολιτικού παιχνιδιού έχουν πια πρόβλημα να ελέγξουν το θέαμα και να το διατηρήσουν σε πλαίσια «συναίνεσης».


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου