7 Φεβ 2016

Μελέτες για την Μετατόπιση [Μεταβίβαση] ως πρακτική του ηγεμονικού λόγου. Με αφορμή τα δυο χρόνια θεάματος της φόκους: η αδυναμία αποδοχής των τεκμηρίων[ακόμα και των ίδιων των κειμένων των εφημερίδων], η προσπάθεια αποφυγής της εξόφθαλμης σύγκρουσης συμφερόντων μιας εφημερίδας που στήριζε [και επί πληρωμή] τους τραπεζίτες όταν κατηγορεί άλλους, και ο μηχανισμός της επανάληψης ψεμάτων/παραπλανήσεων με στόχο την κατασκευή factoids/γεγονιδίων


«Είναι θεμελιώδες λάθος να θεωρητικοποιείς χωρίς να έχεις πρώτα τα γεγονότα. Αρχίζεις έτσι ανεπαίσθητα, να διαστρέφεις τα γεγονότα για να ταιριάξουν στις θεωρίες αντί να ταιριάζεις τις θεωρίες στα γεγονότα.»
Σέρλοκ Χολμς « Ένα σκάνδαλο στην Βοημία»[1]

«Τα  factoids/ γεγονίδια είναι απλά υποθέσεις ή απόπειρες μαντείας οι οποίες έχουν επαναληφθεί τόσες φορές που καταλήγουν να γίνονται αντιληπτά σαν «σκληρά» τεκμηριωμένα γεγονότα. Υπάρχει κάτι σαφώς αντί-βιολογικό σε αυτά τα γεγονίδια: όσο περνά ο χρόνο φαίνονται να αποκτούν περισσότερη ζωή μέσα από την επανάληψη.»
F. G. Maier “Factoids in ancient Cypriot History, Journal of Hellenic studies [1985 [32-39]

Η Μεταβίβαση[2] ως πρακτική ελέγχου της πληροφόρησης και του δημόσιου λόγου από την ηγεμονική ιδεολογία σε κρίση
Η κατασκευή γεγονιδίων και η προβολή μιας άποψης/υποψίας η κατευθυνόμενης φήμης χωρίς τεκμήρια υπήρξε ανέκαθεν μέρος του κυπριακού ηγεμονικού λόγου. Μια πολύ μεγάλη μερίδα του εθνικού λόγου αναπαράγει ανακρίβειες, ψέματα, παραπλανητικές αναφορές κοκ σαν γεγονότα. Το ότι φτάσαμε στο 2009, για να γίνει δημόσια αποδεκτό ότι υπάρχουν και οι τουρκοκύπριοι αγνοούμενοι, είναι εκφραστικό του κλίματος.

Τα γεγονίδια αντέχουν, μέχρι που σε μια φάση καταρρέουν. Και τότε, μετά την κατάρρευση, όσοι τα αναπαρήγαγαν, κάνουν ότι δεν τα ξέρουν πια. Η κρίση των τραπεζών υποχρέωσε τον ηγεμονικό λόγο να ελιχθεί, καθώς η αρχική προσπάθεια λογοκρισίας [μέχρι την άνοιξη του 2012] δεν φάνηκε να πετυχαίνει, όπως ούτε και η συγκάλυψη υπό εκβιασμό την περίοδο από τα μέσα του 2012 μέχρι τον Μάρτιο του 2013. Η αντίσταση στο καθολικό κούρεμα εκείνο τον Μάρτιο υπήρξε το πιο ξεκάθαρο τεκμήριο ότι τα ΜΜΕ δεν κατάφεραν να ελέγξουν τον πληθυσμό.

Ακολούθησε η μαζική χρήση της στρατηγικής της Μετατόπισης. Αυτή η πρακτική είχε αρχίσει από το 2011, αλλά σαφώς μετατράπηκε και σε απόπειρα μονολόγου την περίοδο 2013-15. Και απέτυχε και πάλι, όπως φαίνεται. Η περίπτωση της φόκους ως κατασκευασμένο θέαμα είναι χαρακτηριστική αυτής της στρατηγικής που προσπαθεί να αποφύγει τα τεκμήρια και τη λογική σύνδεση και βασίζεται σε υποθέσεις [χωρίς τεκμήρια] και λογικά κενά που οδηγούν τελικά σε ψέματα, παραπλανήσεις - και σε γεγονίδια ως τον βασικό στόχο όσων καλλιεργούν αυτό το κλίμα. Σαφέστατα υπάρχουν άτομα τα οποία ενσυνείδητα έκαναν παραπλανήσεις. Είναι, ήδη, τεκμηριωμένο ότι η εφημερίδα Πολίτης λογόκρινε απόψεις για να πάρει έξτρα διαφημιστικό πακέτο. Όμως, υπήρξαν και άτομα που φαίνονταν να αναπαράγουν – χωρίς συναίσθηση των λογικών κενών ή των παραπλανήσεων. Ή ακόμα και των ψεμάτων. Σε αυτήν την περίπτωση, η ερμηνεία της συνειδητής παραπλάνησης [που μπορεί να αποδοθεί στον Πολίτη, όταν λογόκρινε την στήλη του κ. Ολύμπιου γιατί τηλεφώνησε ο Ηλιάδης της Τράπεζας Κύπρου και απείλησε με αποκοπή κονδυλίου 50,000] θα πρέπει να συμπληρωθεί με το φαινόμενο της αναπαραγωγής χωρίς τεκμήρια. Το ότι λ.χ. ακόμα και μετά τη δημοσίευση της αστυνομικής έρευνας, και την παρουσίαση της από τον κ. Κληρίδη και την σαφή δήλωση του ότι δεν προέκυψαν τεκμήρια για σύνδεση του ΑΚΕΛ με την φόκους, μερικοί δημοσιογράφοι [ή άλλοι] συμπεριφέρονται λες και οι θεωρίες/υποψίες/υποβολές που προωθούσαν [αναπαράγοντας τα γεγονίδια του Πολίτη] είναι πιο σημαντικές από τα τεκμήρια, μπορεί να ερμηνευθεί και ως ενοχή [για τα όσα έλεγαν πριν ότι όλα είχαν διαλευκανθεί κλπ], αλλά και ως αδυναμία να δουν στο βάθος.

Ή μήπως και εδώ στην καλύτερη των περιπτώσεων, έχουμε μια ασυνείδητη απώθηση της ουσίας της διαμάχης για την φόκους, αλλά και ευρύτερα: ότι ήταν μια σύγκρουση ενός κόμματος που ήρθε σε κόντρα με τις τράπεζες σε αντίθεση με ένα ΜΜΕ, που τις στήριζε και κατόπιν εμφανίστηκε να κατηγορεί άλλους.. ότι τα έπαιρναν από τράπεζες. Οι λειτουργοί των ΜΜΕ ξέρουν ότι τους αφορά το θέμα – εκείνοι μίλησαν, όταν γινόταν η συγκάλυψη των σκανδάλων των τραπεζών; Ποτέ τόλμησαν να θέσουν θέμα; Η ενοχή, όπως παρατήρησε ο Παράσχος, είναι γενική, οπότε είναι εύκολο να ρίχνεις ρίγανη ισοπέδωσης πάνω από την κωμωδία Βέργα – και να ξεχνάς πως κατασκευάστηκαν οι κατηγορίες εναντίον μερικών από τους κατηγορούμενους. Και να ρίχνεις και λίγο φόκους χωρίς τεκμήρια, αλλά και χωρίς λογική συνέπεια.

Αναλύοντας ένα τεκμήριο αναπαραγωγής factoids
Ας πάρουμε την κ. Χατζημητρίου του Φιλελευθέρου. Φυσικά, δεν βάζουν μια στήλη δική σου στη δεύτερη σελίδα του Φιλελευθέρου, αν δεν είναι σίγουροι ότι ακόμα και στην κριτική σου θα ξέρεις τα όρια του τί επιτρέπεται για την επιχείρηση κοκ. Όμως, η κ. Χατζημητρίου στα δεδομένα πλαίσια του τί είναι επιτρεπτό, έχει κάνει αρκετές φορές αιχμηρές παρατηρήσεις, οι οποίες, αν μη τί άλλο λειτουργούσαν αιρετικά με το γενικό κλίμα.[3] Όταν λ.χ. προς το τέλος του περασμένου χρόνου έκανε μια σύγκριση του πως αντιμετωπίστηκαν οι συγγενείς των θυμάτων της Ήλιος και οι συγγενείς των θυμάτων στο Μαρί, άγγιζε ένα σκάνδαλο ανισότητας, αλλά με προοπτικές για το ποιοί εξυπηρετήθηκαν από τα θεάματα πριν. Γενναίο υπονοούμενο, αν σκεφτεί κανείς τα κατά συρροή ψέματα που ειπώθηκαν από το 2011. Και όσον αφορά στο θέμα του ΣΑΠΑ, η κ. Χατζημητρίου φάνηκε να πιάνει αρκετά γρήγορα τη διαδικασία απαλλαγής των εργολάβων. Οπότε, όταν βγήκε ο Βέργας να πουλήσει στο δικαστήριο το σενάριο «εγώ λέω την αλήθεια για είχα κρίση συνείδησης», του αφιέρωσε ένα σαρκαστικό σχόλιο – στο οποίο, και πάλι, προς τιμήν της, άφησε να αιωρείται το σκάνδαλο της απαλλαγής των εργολάβων. Αλλά η κατάληξη της, συμπύκνωνε επίσης τις προκαταλήψεις που έφτιαξε η πλειοψηφία των ΜΜΕ και τώρα φαίνεται να δυσκολεύεται πια να κάνει τον διαχωρισμό του ψέματος από την αλήθεια, την παραπλάνηση από τη λογική συνέπεια μιας σκέψης. Το κείμενο της, θέλοντας εμφανώς να δώσει ένα ευρύτερο τόνο σε ότι έλεγε για τον Βέργα, καταλήγει με τον εξής αχταρμά ψεμάτων, παραπλανήσεων – και αναπόφευκτα υπεκφυγών:
«Ένα άλλο ερώτημα που θα μπορούσε να θέσει ο ίδιος ο Βέργας είναι «Τι διαφορετικό έκανε από ό,τι έκαναν ΔΗΣΥ και ΑΚΕΛ με τη Focus;». Όπως τα κόμματα αποδέχτηκαν τις εισφορές μιας εταιρείας, έτσι και ο τέως δήμαρχος. Προς ίδιον όφελος. Γιατί το να φέρνεις τους ψηφοφόρους σου να ψηφίσουν, δεν μπορεί να ειπωθεί πως είναι για το δημόσιο καλό».[4]

Ψέμα η σκόπιμη παραπλάνση: «..όπως τα κόμματα αποδέχτηκαν εισφορές..». Εδώ παραγνωρίζει το ότι ο μεν ΔΗΣΥ παραδέχτηκε, το μεν ΑΚΕΛ διέψευσε και παρά την έρευνα για δυόμισι χρόνια, δεν τεκμηριώθηκαν τα δημοσιεύματα του Πολίτη. Άρα, εδώ η κ. Χατζημητρίου προβάλει τις προκαταλήψεις της [έχει κάθε δικαίωμα να συμπαθεί συνάδελφους της στον Πολίτη που πιάστηκαν ατεκμηρίωτοι – αλλά, αν αυτό κάνει, δεν μπορεί να διεκδικεί ταυτόχρονα και ρόλο ουδετερότητας, και οφείλει να το παραδεχτεί] αλλά η αναφορά της, ως δημόσιος λόγος, παραπλανεί γιατί το ΔΗΣΥ και το ΑΚΕΛ δεν παραδέχθηκαν και οι δυο. Εδώ τους ταυτίζει εμφανώς παραπλανητικά. Φαίνεται ότι στα πλαίσια της ροής του λόγου, που τελικά έχει την δική του αυτονομία, όταν πρόκειται για την αναπαραγωγή των κλισέ, η κ. Χατζηδημητρίου, ως φορέας του λόγου που αναπαράγεται, φαίνεται να «βολεύεται» με την ατεκμηρίωτη ισοπέδωση των διαφορών. Ίσως η ισοπέδωση των διαφορών [ποιοι παραδέχτηκαν, ποιοι όχι, τί έδειξε η έρευνα κλπ] να βοήθα τη ρητορική της να εμφανιστεί/διεκδικήσει μια, δήθεν υπεράνω, ουδετερότητα. Απλώς όμως αποκαλύπτει προκατάληψη, αν το δεις με βάση τα διαθέσιμα τεκμήρια. Και δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι δεν κατάλαβε τί έλεγε ο γενικός εισαγγελέας. Το έγραψε σαφώς ο διευθυντής σύνταξης στη σελίδα δίπλα από τη δική της «δικαίως πανηγυρίζει το ΑΚΕΛ».

Παραπλάνηση σαν ακροβασία. «Τι διαφορετικό έκανε από ό,τι έκαναν ΔΗΣΥ και ΑΚΕΛ με τη Focus;» Η ρητορική ερώτηση σπρώχνει το ψέμα του να παραβλέπονται τα τεκμήρια από την έρευνα, σε ακόμα πιο ύποπτες λογικές ακροβασίες. Διότι στην περίπτωση του Βέργα, είχαμε μια ομολογία, και τεκμήρια από λογαριασμούς. Αυτό δεν τον είχαμε στο ένα κόμμα. Αλλά ακόμα και για τον ΔΗΣΥ, που παραδέχθηκε ότι πήρε χρήματα, δεν υπάρχει τεκμήριο για το κέρδος που αποκόμισε όποιος έκανε την εισφορά. Ενώ για τον Βέργα είναι σαφές ότι πληρώθηκε για να ευκολύνει τους εργολάβους να αυξήσουν τα ποσά που διεκδικούσαν [άρα τα κέρδη τους], στην περίπτωση των κομμάτων, μια εισφορά, έστω στον ΔΗΣΥ, δεν τεκμηριώνει κατ’ ανάγκη ευνοιοκρατική συμπεριφορά – και ιδιαίτερα αποτέλεσμα, όπως με τους εργολάβους στην Πάφο. Υπάρχουν, βέβαια, πολλά τεκμήρια [και δημοσιεύσεις αλλά και δηλώσεις, και ανάλογη στάση στη Βουλή] ότι μερίδα της ηγεσίας του ΔΗΣΥ υπερασπιζόταν τα συμφέροντα των τραπεζών και των τραπεζιτών. Αλλά αυτά δεν τα αναφέρει, και λογικά δεν μπορεί να τα αναφέρει η κα. Χατζηδημητρίου, διότι αν το κάνει θα πρέπει να δει και τί δήλωνε το ΑΚΕΛ, την αντίστοιχη περίοδο, οπότε το ψέμα το οποίο οικοδομήθηκε πάνω στην παραγνώριση της θέσης του ΑΚΕΛ, αλλά και της αστυνομικής έρευνας, θα καταρρεύσει. Διότι, όπως ξέρει πολύ καλά ως έμπειρη δημοσιογράφος, το ΑΚΕΛ ήταν το μόνο κόμμα που έκανε κριτική στις τράπεζες – και το κατηγορούσαν μάλιστα για αυτό. Εκτός από ενδιαφέρουσα στις αιχμές της η κα. Χατζημητρίου, έχει γενικώς καλή μνήμη, άρα η επιλεκτική χρήση αυτής της μνήμης, μπορεί να ερμηνευθεί μόνο με ένα είδος ρητορικής που αναπαράγεται και εγκλωβίζει ακόμα και άτομα με καλές προθέσεις. Όπως έγραψε και ο Τσόμσκι, ένα από τα χαρακτηριστικά της δομής του ηγεμονικού λόγου, είναι να πείσει όσους έχουν απορίες η διαφωνούν με την ηγεμονική αφήγηση, ότι είναι μόνοι τους, ότι οι υποψίες τους είναι παράλογες κοκ.

Οι πλαδαρότητες που αναζητούν σημείο ουδέτερης κριτικής και καταλήγουν, ασυνείδητα [;] στην κατασκευή μιας λογικής που θεωρεί ότι είναι καλύτερα να ψηφίζουν μερικοί αρμόδιοι «που είναι ικανοί» [ ή έχουν τα λεφτά], παρά όλοι..




Και κατάληξη, είναι το αναπόφευκτο αποτέλεσμα ενός λόγου που αφαιρείται από την πραγματικότητα. Αν δει κανείς απομονωμένα την τελική της φράση [«..το να φέρνεις τους ψηφοφόρους σου να ψηφίσουν, δεν μπορεί να ειπωθεί πως είναι για το δημόσιο καλό»] μοιάζει με δήλωση από κεκτημένη ταχύτητα – παρά προϊόν ορθολογικής σκέψης. Σε μια χώρα όπου η ψηφοφορία είναι υποχρεωτική, διότι θεωρείται ότι είναι καθήκον του πολίτη [διότι όπως είπε ο Περικλής μπλα μπλα για τους «ενεργούς πολίτες»..] να συμμετέχει, μια δημοσιογράφος αμφισβητεί ότι είναι για το «δημόσιο καλό» η μεταφορά ψηφοφόρων και έμμεσα προσπαθεί να το ταυτίσει με εξαγορά. Αυτό είναι μια ατάκα για ξεμπερδεύει με το κείμενο ίσως, αλλά ταυτόχρονα, ενώ η δημοσιογράφος πουλά εικόνα ουδετερότητας, μάλλον αποκαλύπτει επίσης αδυναμία να δει και πάλι τις λογικές προεκτάσεις – και τελικά να δει την δικ’η της εικόνα στον καθρέφτη.

Ξέρει, βεβαίως, ότι η πρακτική της μεταφοράς ψηφοφόρων αποφάσισε εκλογικά αποτελέσματα, και ότι κανένας δεν μπορεί να υποχρεώσει κάποιον για τί θα ψηφίσει – άσχετο τί θα πει για να πάρει το εισιτήριο. Το να καμώνεται, λοιπόν, κάποιος/α  ότι η προσπάθεια κομμάτων ή υποψηφίων να πάρουν τους ψηφοφόρους τους στις κάλπες είναι ύποπτη - θυμίζει την αμερικανική πρακτική να ψηφίζουν καθημερινές με την δικαιολογία, από μερικούς συντηρητικούς, ότι το μεγάλο πλήθος των ψηφοφόρων είναι μια αγέλη και ότι σε τέτοιες διαδικασίες θα πρέπει να συμμετέχουν «όσοι πραγματικά ενδιαφέρονται» ή «όσοι έχουν τα μέσα» για να συμμετέχουν. Φυσικά, η δημοσιογράφος δεν σπρώχνει τη λογική μέχρι εκεί – αλλά ο λόγος έχει μια λογική συνέπεια.

Δεν υπάρχει κατ’ αρχήν απόδειξη ότι τα χρήματα που διοχετεύτηκαν μέσω φόκους είναι του Βγενόπουλου με δεδομένο ότι η φόκους πλήρωσε 50 εκατομμύρια στην Κύπρο – αλλά υπό διερεύνηση ήταν μόνο 1-2. Αν είναι ύποπτη η πληρωμή η ίδια και όχι ο λόγος για την οποία έγινε, τότε ύποπτοι είναι όλοι όσοι πήραν από τα 50 εκατομμύρια. Αυτό όμως θα σήμαινε, με βάση την ισονομία, ότι όλες οι εταιρείες που είναι αναλογες της φόκους είναι ύποπτες. Και άρα και δημοσιογράφοι που προσφερουν/κανουν σχετικές υπηρεσίες είναι ύποπτοι. Αυτή η διάσταση, λοιπόν, λογοκρίνεται. Ακριβώς γιατί ξέρουν πολλοί ότι πήραν πολλοί από τα 50 εκατομμύρια της φόκους και ότι τις ίδιες υπηρεσίες πρόσφεραν πολλοί – και πολλες άλλες εταιρείες. Απλώς φτιάχτηκε μια σχέση με βάση τα δημοσιεύματα [φόκους-Βγενόπουλος] και απλώς αναπαράγεται χωρίς τεκμηρίωση.


Από την άλλη η αντίφαση αυτής της δήλωσης για τη ψηφοφορία με το τί συμβαίνει στην πραγματικότητα, κρύβει μια αλήθεια την οποία η δημοσιογράφος ξέρει – και συνειδητά ή μη, την κρύβει. Τα λεφτά που παίρνουν τα κόμματα σε ένα πολύ μεγάλο βαθμό, εκτός από τα εισιτήρια, ξοδεύονται στα ΜΜΕ. Στο χώρο εργασίας της. Τολμά να πει η κ. Χατζημητρίου, η/ο οποιος/αδήποτε δημοσιογράφος ότι αν δεν αγοράσουν διαφήμιση τα κόμματα και οι υποψήφιοι, θα έχουν ισόμερη αντιμετώπιση; Δεν είναι ξεκάθαρο λ.χ. ποιά κόμματα προτιμά η πλειοψηφία των ιδιοκτητών των ΜΜΕ, πως συμπεριφέρθηκαν στο πρόσφατο παρελθόν; Κάποιοι έχουν πριμοδότηση ήδη. Και άλλωστε φαίνεται από της προσπάθειες συγκάλυψης.

Γιατί, λοιπόν, μια κατά τα αλλα αξιοσέβαστη, και σχετικά «ανεξάρτητη» δημοσιογράφος αναπαράγει πλαδαρότητες που συγκαλύπτουν την πραγματικότητα; Απλώς για να έχει ένα κείμενο όπου το παίζει υπεράνω; Ή μήπως και εδώ στην καλύτερη των περιπτώσεων, έχουμε μια ασυνείδητη απώθηση της ουσίας της διαμάχης για την φοκους, αλλά και ευρύτερα: ότι ήταν μια σύγκρουση ενός κόμματος που ήρθε σε κόντρα με τις τράπεζες σε αντίθεση με ένα ΜΜΕ που τις στήριζε και κατόπιν εμφανίστηκε να κατηγορεί αλλους.. ότι τα έπαιρναν από τράπεζες. Οι λειτουργοί των ΜΜΕ ξέρουν ότι τους αφορά το θέμα – εκείνοι μίλησαν όταν γινόταν η συγκάλυψη των σκανδάλων των τραπεζών; Πότε τόλμησαν να θέσουν θέμα; Η ενοχή, όπως παρατήρησε ο Παράσχος, είναι γενική, οπότε είναι εύκολο να ρίχνεις ρίγανη ισοπέδωσης πάνω από την κωμωδία Βέργα – και να ξεχνάς πως κατασκευάστηκαν οι κατηγορίες εναντίον μερικών από τους κατηγορούμενους. Και να ρίχνεις και λίγο φόκους χωρίς τεκμήρια, αλλά και χωρίς λογική συνέπεια.

Λογικές σχέσεις αιτίας - αποτελέσματος: οι μίζες προϋποθέτουν κάποιον/α που πληρώνει, κάποιον/α που πληρώνεται, αλλά και ένα έργο για το οποίο πληρώθηκε
Ας δούμε, όμως, σαν λογική σχέση όλη την φιλολογία περί μιζών. Το αδίκημα της μίζας ή του "τα πήρε" κάποιος [άτομο ή κόμμα] συνεπάγεται μια διπλή σχέση αιτίας αποτελέσματος
Ø  ο Α πλήρωσε τον Β
Ø  ο Β έκανε κάτι για να ευνοήσει τον Α

Στην περίπτωση του ΣΑΠΑ, ο Α ήταν οι εργολάβοι και οι σύμβουλοι που πλήρωσαν τον Βέργα, τον Μαληκκίδη κλπ [Β] για να πάρουν απόφαση αύξησης του ποσού των έργων – και άρα να εισπράξουν περισσότερα – αυτό είναι το Γ.
Στην περίπτωση του Πολίτη με την Τράπεζα Κύπρου έχουμε τον Α. Ηλιάδη [Α] να απειλά και να υπόσχεται ένα ποσό 50,000, στον Πολίτη [Β], για να λογοκριθεί η κριτική του Ολύμπιου ενάντια στην Τράπεζα Κύπρου [ Γ]

Στην περίπτωση της Φόκους έχουμε
Ø  Ο Α [εταιρεία φόκους] πλήρωσε τον Β [κάποιο κόμμα]
Ø  Για μια εξυπηρέτηση [εδώ υπάρχει ένα σαφές κενό]

Δεν είναι, όμως, μόνο στην σχέση Β—Γ που υπάρχει κενό. Δεν υπάρχει κατ’ αρχήν απόδειξη ότι τα χρήματα που διοχετεύτηκαν μέσω φόκους είναι του Βγενόπουλου με δεδομένο ότι η φόκους πλήρωσε 50 εκατομμύρια στην Κύπρο – αλλά υπό διερεύνηση ήταν μόνο 1-2. Αν είναι ύποπτη η πληρωμή η ίδια και όχι ο λόγος για την οποία έγινε, τότε ύποπτοι είναι όλοι όσοι πήραν από τα 50 εκατομμύρια. Αυτό όμως θα σήμαινε, με βάση την ισονομία, ότι όλες οι εταιρείες που είναι ανάλογες της φόκους είναι ύποπτες. Και άρα και δημοσιογράφοι που κάνουν σχετικες συμβουλευτικές υπηρεσίες είναι ύποπτοι. Αυτή η διάσταση, λοιπόν, λογοκρίνεται. Ακριβώς γιατί ξέρουν πολλοί ότι πήραν πολλοί από τα 50 εκατομμύρια της φόκους και ότι τις ίδιες υπηρεσίες πρόσφεραν πολλοί – και πολλές άλλες εταιρείες. Απλώς φτιάχτηκε μια σχέση με βάση τα δημοσιεύματα [φόκους-Βγενόπουλος] και απλώς αναπαράγεται χωρίς τεκμηρίωση.

Η έλλειψη τεκμηρίων ήταν κραυγαλέα στην επί δυόμισι χρόνια διερεύνηση της σχέσης Α—Β [φόκους – κομμάτων]. Ο ΔΗΣΥ που πήρε ένα πόσο το παραδέχτηκε, ενώ το ΑΚΕΛ επέμενε ότι δεν πήρε. Μια έρευνα δυόμισι χρόνων και από άτομα που φαίνονταν να διαρρέουν προς την μια πλευρά της διαμάχης [τον Πολίτη] τελικά διέψευσαν τα δημοσιεύματα του Πολίτη. Δεν αποδείχτηκε ότι πήγαν λεφτά στο ΑΚΕΛ.

Η αποφυγή των τεκμηρίων: όταν μια/ενας δημοσιογράφος φοβάται τα τεκμήρια των ίδιων των ΜΜΕ στα οποία εργάζεται, τότε το ασυνείδητο, κάτι φοβάται…
Αλλά η δύναμη της επανάληψης και της προπαγάνδας κάνει μερικούς να ξεχνούν τα τεκμήρια ακόμα και όταν είναι μπροστά τους. Διότι αποφεύγουν την ουσία [την απέφευγαν από την αρχή]: τί δόθηκε στον Βγενόπουλο; Ειπώθηκε σε μια φάση ότι ο  ΔΗΣΥ [μέσω Αβέρωφ] φαίνεται ότι προσφέρθηκε να του κανονίσει συνάντηση με τον Ορφανίδη. Και μπορεί να ειπωθεί επίσης τεκμηριωμένα ότι πρόσφερε συγκάλυψη και την Λαϊκή, όπως και στην Τράπεζα Κύπρου. Η αριστερά ήταν και καχύποπτη με τις τράπεζες και κατηγορήθηκε μάλιστα γι’ αυτό. Είναι τεκμήρια αυτά. Αλλά, ενώ είναι δημόσια λογοκρίνονται.. ιδού..
«Και ενώ ανά το παγκόσμιο ποσά που ξεπερνούν το ένα τρισεκατομμύριο ευρω έχουν διατεθεί για να στηρίξουν χρηματοπιστωτικά συστήματα διαφόρων χωρών, στην Κύπρο δεν χρειάστηκε ούτε σεντ να καταβάλει η κυβέρνηση .εξαιρουμένων των 2.2. δις ευρώ φθηνό χρήμα που δανειστήκαμε από την ΕΚΤ.. Στην Κύπρο κυβερνά το ΑΚΕΛ. Εδώ και χρόνια υπάρχει απόφαση του ΑΚΕΛ να μην παρευρίσκονται εκπρόσωποι του κόμματος σε γενικές συνελεύσεις χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων… Με αυτήν την εμμονή τους στέλλουν ένα ξεκάθαρο μήνυμα. Ότι ακόμα και τώρα που κυβερνούν δεν εμπιστεύονται το χρηματοπιστωτικό μας σύστημα… Δυστυχώς αντί αυτού [στήριξης των τραπεζών] γίνεται  μια συνεχής, συνειδητή προσπάθεια επίθεσης ενάντια σε αυτόν τον πυλώνα των χρηματοοικονομικών υπηρεσιών. Παραδείγματα πολλά. Το πιο πρόσφατο είναι, πρώτον, η δημόσια τοποθέτηση του ΑΚΕΛ για επιπρόσθετη φορολογία.»
Α. Νεοφύτου, 23 Ιουνιου 2010, Φιλελεύθερος «Το ΑΚΕΛ και το χρηματοπιστωτικό μας σύστημα».

Είναι ενδιαφέρον πως  Α. Νεοφύτου δεν ερωτάται για εκείνη την περίοδο, τις θέσεις και τα κείμενα του. Το πόσο καλές προβλέψεις έκανε φαίνεται από μια απλή σύγκριση των τότε δηλώσεων του με το τί μάθαμε το 2012. Ενδιαφέρον στο πιο πάνω κείμενο έχει και η συγκάλυψη –  η προσπάθεια να συγκαλυφθεί η παροχή ρευστότητας [και μάλιστα με πίεση των τραπεζών και των πολιτικών και μιντιακών τους συμμάχων] 2.2 δις [σχεδόν το ένα δέκατο του ΑΕΠ μας ως χώρα]. Λες και δεν έγινε τίποτα, λες και δεν υπήρχε κίνδυνος να αυξηθεί το δημόσιο χρέος. Αλλά τότε είχε αρχίσει ήδη η αντίστροφη μέτρηση για τις 2 τράπεζες – στην Λαϊκή ιδιαίτερα εκείνη ήταν η χρόνια που τα δάνεια ξεπέρασαν τις καταθέσεις. Εκείνη την περίοδο κυρίαρχος της Λαϊκή ήταν ο Βγενόπουλος. Και ο Αβέρωφ προφανώς διαμαρτύρεται και εκ μέρους του. Αν η δημοσιογράφος ήθελε τεκμήρια για το πώς η αριστερή κυβέρνηση, δεν ήταν βολική στους τραπεζίτες μπορεί εύκολα να τα βρει και σε δηλώσεις [όπως αυτή του νυν ηγέτη της συμπολίτευσης] και σε πρωτοσέλιδα της εφημερίδας της από τον Ιούλιο του 2009 – τότε που η κυβέρνηση προσπαθούσε να δεσμεύσει τουλάχιστον τις τράπεζες για χαμηλά επιτόκια.

..Κατοικώντας στο γυάλινο σπίτι των ΜΜΕ…
Άρα από το κόμμα που αρνείται ότι πήρε έχουμε και τεκμήρια ότι δεν ήταν καν φιλικό [για να προσφέρει οποιαδήποτε ευνοιοκρατική ανταλλαγή], ενώ το άλλο κόμμα που παραδέχτηκε ότι πήρε χρήματα ήταν σαφώς πιο φιλικό και προστατευτικό προς τις Τράπεζες. Αλλά όπως ισχυρίζεται π ΔΗΣΥ, και χωρίς και πάλιν να έχει διαψευσθεί η αναφορά του για την πηγή χρηματοδότησης, τα χρήματα ήρθαν από εφοπλιστές φίλους του κόμματος. Αυτό δεν διαψεύσθηκε επίσης. Απλώς στην αναπαραγωγή της απλοϊκής ρητορικής του γεγονιδιου που υπέβαλε ο Πολίτης [για πολιτικούς, αλλά και λόγους δικιάς του συγκάλυψης ενδεχομένως] ότι:




Ø  Ατεκμηρίωτη σχέση 1: Φόκους σημαίνει Βγενοπουλος [χωρίς απόδειξη]
Ø  Ατεκμηρίωτη σχέση 2: πήρε το ΑΚΕΛ και ο ΔΗΣΥ [βολικά διόγκωνε μάλιστα τα ποσά που απέδιδε στο ΑΚΕΛ και ας αποδείχτηκε ότι δεν είχε τεκμήρια για αυτό το κόμμα]
Ø   Ατεκμηρίωτη και λογοκρινομενη σχέση 3 – και διάσταση που αγγίζει και το ίδιο το ΜΜΕ: για να μπορεί όμως στηθεί μια σχέση εξυπηρέτησης δεν αρκούν οι ανόητα πλαδαρές ρητορικές ερωτήσεις του στυλ «γιατί δίνονται χρήματα» λες και κάποιοι μόλις ήρθαν από τον Άρη και δεν ξέρουν πως χρειάζονται [και δίνονται] ιδιαίτερα για τα ΜΜΕ: αν δοθηκαν χρηματα από την φοκους σημαίνει ότι οσοι επιλεγηκαν για να εστιαστει η εμφαση πανω τους, έκαναν ευκολίες στον Βγενόπουλο [παραβλέποντας εμφανώς τα τεκμήρια ότι αν κάποιος πρόσφερε εμφανώς υπηρεσίες και πήρε χρήματα από τράπεζες και τραπεζίτες, ήταν ο Πολίτης, και ενδεχομένως άλλες εφημερίδες]

 Όμως, καθώς προχωρούν οι δίκες για την τραπεζιτική κρίση, είναι εμφανές ότι ένα μέρος της δικαστικής διαδικασίας εστιάζεται στην παραπλάνηση. Και αυτό αφορά την υπόθεση φοκους σε δυο επίπεδα:

  1. Στο πως τα ΜΜΕ αναπαράγουν ψέματα/γεγονιδια
  2. Στο πως ο ένας από τους δυο εμπλεκόμενους στη διαμάχη, η εφημερίδα Πολίτης, είχε και έχει συμφέροντα να λέει ψέματα η να παραπλανεί για το θέμα – με δεδομένο ότι εμπλέκεται σε δικαστική διαμάχη. Αλλά τίθεται και ζήτημα πως, σαν ΜΜΕ, κάλυψε το ζήτημα των τραπεζών. Εφόσον είναι τεκμηριωμένο δικαστικά ότι ο Πολίτης πληρώνονταν για να λογοκρίνει την κριτική προς τις τράπεζες, τότε το ερώτημα τίθεται ανάποδα. Πως εξυπηρέτησαν τα ΜΜΕ τις τράπεζες. Μπορούσαν, το έκαναν, και ενδεχομένως μόνο αυτή η ιδιοτελής εξυπηρέτηση εξηγεί, δομικά με όρους ασυνείδητης μεταβίβασης,  την κραυγαλέα σιωπή των κυπριακών ΜΜΕ για την τραπεζιτική κρίση και τις μετέπειτα εμμονές τους να εστιάζουν στους μόνους από τους θεσμικούς πρωταγωνιστές που, τουλάχιστον, έκαναν κριτική η προειδοποιούσαν. Ή έστω σε εκείνο το κλίμα της τραπεζολαγνειας, προειδοποιούσαν.

Τουλάχιστον ο Παράσχος είπε συγνώμη.

«Όταν μια επιχείρηση ΜΜΕ, ξεκινά την κάθε νέα χρονιά, έχοντας διασφαλισμένο διαφημιστικό κονδύλι πέραν του ενός εκατομμυρίου από μία μόνο τράπεζα και τα ανάλογα από τις άλλες, τότε ο καθείς αντιλαμβάνεται ποιός υπαγορεύει τους όρους του παιχνιδιού. Όταν παράλληλα, ΜΜΕ λάμβαναν δάνεια εκατομμυρίων και μεγάλα παρατραβήγματα με «ευκολίες πληρωμής», τότε ποιός δημοσιογράφος μπορούσε να τα βάλει με τις τράπεζες, χωρίς να χάσει τη δουλειά του; Υπάρχουν κι άλλα, όπως οδηγίες τραπεζιτών για πιέσεις, π.χ. προς την εποπτική αρχή ή για προστασία της εποπτικής αρχής. Τα είδαμε και στο πολύ πρόσφατο παρελθόν να συμβαίνουν σε σύμπραξη τραπεζιτών, πολιτικών και ΜΜΕ.»
Η «δουλειά» από ποιούς γινόταν, αν όχι από δημοσιογράφους, αυλικούς του συστήματος ή και αιχμάλωτούς του;… Έχουμε ευθύνη και οι δημοσιογράφοι για την κατάσταση στην πατρίδα μας; Έχουμε.»
 
Α. Παράσχος, Διευθυντής, Καθημερινή Κύπρου[5]




[1] Από το επίμετρο στην ελληνική μετάφραση του κειμένου του Παζολίνι «Τί είναι αυτό το πραξικόπημα; Εγώ ξέρω.». Εκδ. Ουαπίτι. Αθήνα
[2] Ο όρος Μεταβίβαση χρησιμοποιείται στην Ψυχανάλυση, για να περιγράψει μια Μετατόπιση της εστίασης του απωθημένου στο ασυνείδητο, το οποίο προσπαθεί να κρυφτεί μέσα από την παραπλανητική Μετατόπιση, στον ίδιο τον αναλυτή που προσπαθεί να το φέρει «στο φως» της συνείδησης.
[3] Και αξίζει να αναφερθεί ότι και στην προηγούμενη της καριέρα χαρακτηριζόταν από ένα είδος ανεξάρτητου πνεύματος. Προκαταλήψεις έχει σαφώς, και έχει γράψει και ανοησίες από άγνοια, αλλά, σε γενικές γραμμές, μπορεί να την θεωρήσει κάποιος σαν μια δημοσιογράφο που προσπαθεί έντιμα στο επάγγελμά της. Και έχει και μια μαεστρία στο λόγο μερικές φορές.
[4] Χρυστάλλα Χατζηδημητρίου
[5] Καθημερινή, 9/12/2012.



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου