14 Φεβ 2016

Η Διαπλοκή ΜΜΕ και κεφαλαίου στην Ελλάδα: οι Ολιγάρχες του θεάματος



συνέντευξη με τον Γ. Πλειό





Όροι όπως «ολιγάρχες των ΜΜΕ» και «τρίγωνο της εξουσίας» χρησιμοποιούνται συχνά στον ελληνικό δημόσιο διάλογο για να για να περιγράψουν τις σχέσεις μεταξύ πολιτικών, ΜΜΕ και επιχειρήσεων. Επιπλέον, έχετε επανειλημμένα υποστηρίξει ότι κατά τη διάρκεια των εκλογών του Ιανουαρίου, η επικρατούσα τάση στα ελληνικά ΜΜΕ ήταν οι αρνητικές αναφορές στον ΣΥΡΙΖΑ λόγω «καθαρά οικονομικών συμφερόντων». Θα μπορούσατε να μας δώσετε τα κύρια χαρακτηριστικά των μέσων ενημέρωσης στην Ελλάδα και πώς θα μπορούσε αυτός ο τομέας να μεταρρυθμιστεί σταδιακά;

Η Ελλάδα είναι μία από τις χώρες της νότιας Ευρώπης, όπου υπάρχει μια στενή σχέση και αλληλεξάρτηση μεταξύ των μέσων ενημέρωσης και της πολιτικής εξουσίας - οικονομική, καθώς και πολιτική τόσο σε θεσμικό και ιδεολογικό επίπεδο. Το μοντέλο που περιγράφει τη σχέση μεταξύ των μέσων μαζικής ενημέρωσης, του κράτους και των πολιτικών ελίτ είναι ότι από τα κατεστημένα συμφέροντα που περιγράφονται συχνά στον πολιτικό λόγο και στην επιστημονική έρευνα. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι οι ιδιοκτήτες των ΜΜΕ στην Ελλάδα - και οι ιδιοκτήτες άλλων επιχειρήσεων (π.χ. κατασκευαστικών και ναυτιλιακών εταιρειών, νέων τεχνολογιών και επιχειρήσεων υπηρεσιών υγείας, κ.λπ.) τείνουν να παρέχουν πολιτική υποστήριξη σε πολιτικά κόμματα, ιδιαίτερα εκείνους που βρίσκονται στην εξουσία ή που είναι πιθανόν να σχηματίσουν μια νέα κυβέρνηση. Από την άλλη πλευρά, τα πολιτικά κόμματα στην Ελλάδα έχουν την τάση να παρέχουν οικονομική και διοικητική στήριξη στους ιδιοκτήτες των μέσων ενημέρωσης και των εταιριών που ανήκουν στους λεγόμενους «ολιγάρχες», με ανταλλάγμα την πολιτική τους υποστήριξη. Αυτό γίνεται μέσω της ανάθεσης των δημοσίων έργων (δηλαδή δρόμους και κατασκευή κυβερνητικών κτιρίων  κλπ), καθώς και την κυβερνητική διαφήμιση, τη διαχείριση της δημόσιας περιουσίας, κλπ με σκανδαλωδώς κερδοφόρους όρους και με αντάλλαγμα πολιτική στήριξη.

Αυτές οι πρακτικές έχουν σημαντικές οικονομικές, πολιτιστικές και ηθικές επιπτώσεις, αφού εντείνου τη διαφθορά που επικρατεί ως κυρίαρχο παράδειγμα στη δημόσια σφαίρα, μαζί με την κρατικά ελεγχόμενη και μη ανταγωνιστική επιχειρηματικότητα, θέτοντας το παράδειγμα του εύκολου πλουτισμού, του παρασιτικού καταναλωτισμού κλπ.

Το φαινόμενο των κεκτημένων συμφερόντων μεταξύ των πολιτικών ελίτ και των ΜΜΕ στην Ελλάδα δεν είναι κάτι καινούργιο΄αυτό επιδεινώθηκε μετά το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο και κορυφώθηκε στις αρχές του 2000. Με την έναρξη της κρίσης, στη δεκαετία του 2010, η φύση αυτής της σχέσης άλλαξε. Οι πολιτικές λιτότητας και οι μειώσεις στις δημόσιες επενδύσεις περιόρισαν την ικανότητα των κυβερνήσεων να διοχετεύουν μεγάλα χρηματικά ποσά σε εταιρείες μέσων μαζικής ενημέρωσης ή άλλες επιχειρήσεις που ανήκουν σε ιδιοκτήτες μέσων ενημέρωσης. Ως αποτέλεσμα, τα τελευταία χρόνια πολλές εταιρείες μέσων ενημέρωσης έχουν πτωχεύσει, ενώ άλλες δεν είναι βιώσιμες στην ελεύθερη αγορά ή δεν είναι σε θέση να συμμορφωθούν με τον νόμο. Δεν είναι μόνο οι κρατικοί πόροι περιορισμένοι, αλλά και τα διαφημιστικά έσοδα είναι σε απότομη πτώση, με αποτέλεσμα τη συρρίκνωση της κατανάλωσης λόγω των πολιτικών λιτότητας. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι οι εταιρείες μέσων ενημέρωσης εξαρτόνται ακόμα περισσότερο από κρατικά κεφάλαια σήμερα από ποτέ στο παρελθόν.

Ταυτόχρονα, η οικονομική επιβίωση των παραδοσιακών μέσων ενημέρωσης σε συνδυασμό με την υποστήριξή τους σε κυβερνήσεις υπέρ της λιτότητας ήταν ένα ζωτικής σημασίας εργαλείο για να συμβάλουν στην εφαρμογή αυτών των πολιτικών. Αυτό γέννησε νέες μορφές κρατικής στήριξης στους ιδιοκτήτες των μέσων ενημέρωσης κατά τη διάρκεια των χρόνων της κρίσης: οι πολιτικές ελίτ σταματήσαν τη χρηματοδότηση επιχειρήσεων μέσων ενημέρωσης από τον κρατικό προϋπολογισμό και άρχισαν να παρέχουν εγγυήσεις για τις τράπεζες που θα χορηγούν τα χρήματα στα υπερ-χρεωμένα μέσα ενημέρωσης. Τα χρήματα αυτά προέρχονταν από τα κεφάλαια για ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών που έχει δοθεί στην Ελλάδα μέσω των μηχανισμών της ΕΕ στήριξης (ΕΚΤ και στη συνέχεια ESM), και, κατά συνέπεια, βαραίνουν σε μεγάλο βαθμό το δημόσιο χρέος.

Κατά συνέπεια, παρασιτικά μέσα ενημέρωσης επέζησαν μόνο χάρη στο Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Στήριξης και σκληρά μέτρα λιτότητας που επιβλήθηκαν και καταπονούν την Ελλάδα. Τα μέσα μαζικής ενημέρωσης έχουν, ως εκ τούτου, κάθε λόγο να στηρίζουν τις πολιτικές λιτότητας. Η ανάλυση περιεχομένου των προγραμμάτων των μέσων ενημέρωσης τα τελευταία χρόνια κατέδειξε ότι τα κύρια μέσα μαζικής ενημέρωσης στην Ελλάδα είχαν την υποστήριξη μέτρων υπέρ της λιτότητας με περισσότερο ενθουσιασμό από τις κυβερνήσεις για την υιοθέτηση των μέτρων.

Συνοψίζοντας, κατά τη διάρκεια των χρόνων της κρίσης, οι ευκαιριακές σχέσεις μεταξύ του κράτους και των μέσων μαζικής ενημέρωσης: α) έχουν λάβει νέες διαστάσεις β) έχουν γίνει ακόμη ισχυρότερες και γ) έχουν σαφώς υποστηρίξει τις κυβερνήσεις υπέρ της λιτότητας: τα καθεστωτικά μέσα μαζικής ενημέρωσης, αντί να επικρίνουν κυβερνητικές πολιτικές, υποστήριξαν την κυβερνητική στάση, με τον εντονότερο δυνατό τρόπο.

Μετά τις εκλογές του Ιανουαρίου 2015, τα καθεστωτικά μέσα μαζικής ενημέρωσης άλλαξαν τη στάση τους απέναντι στην κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ που αντιτίθεται στη λιτότητα. Ωστόσο, δεν πρέπει κανείς να το θεωρήσει αυτό ως "πόλεμο" κατά της νέας κυβέρνησης, αντιθέτως, αυτός είναι ο ρόλος που τα μέσα ενημέρωσης θα πρέπει να διαδραματίσουν έναντι σε κάθε κυβέρνηση - μόνο που δεν είχαν  κάνει κάτι τέτοιο  πριν από τις εκλογές του Ιανουαρίου. Θα πρέπει, επίσης, να σημειωθεί ότι κατά τους μήνες μεταξύ των κοινοβουλευτικών εκλογών του Ιανουαρίου και του Σεπτεμβρίου, η στάση των μέσων ενημέρωσης προς τον ΣΥΡΙΖΑ άλλαξε σε μια πιο προσεκτική κριτική αφού ιδιοκτήτες των μέσων ενημέρωσης πρόσβλεπαν σε νέες κυβερνητικές πρωτοβουλίες σχετικά με τη ρύθμιση των μέσων ενημέρωσης: οι λεγόμενοι "ολιγάρχες" των ΜΜΕ περίμεναν να δουν αν τα συμφέροντά τους θα διασφαλίζονταν. Αυτό ήταν περισσότερο ή λιγότερο η υπόθεση με εξαίρεση την περίοδο πριν από το 5 δημοψήφισμα  της 5ης Ιουλίου: τα μέσα μαζικής ενημέρωσης υποστήριξαν μαζικά το ΝΑΙ και προπαγάνδιζαν ανοιχτά εναντίον του ΟΧΙ, ακόμα και το Σάββατο, μία ημέρα πριν από το δημοψήφισμα, ενάντια στις διατάξεις του νόμου . Η στάση που τήρησαν τα καθεστωτικά μέσα μαζικής ενημέρωσης πήρε κατά τη διάρκεια αυτών των εβδομάδων έμοιαζε με ψυχολογικό εκβιασμό παρά ειδησιογραφία. Αφού η εκστρατεία τους απέτυχε (η εκστρατεία ΟΧΙ έλαβε περισσότερο από 60%), πολλοί είπαν ότι αυτό ήταν, επίσης, οφείλεται στην αντίδραση των ανθρώπων στην «υπερβολική δόση» προπαγάνδας από τα ΜΜΕ.

Αφού η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ υπέγραψε την νέα συμφωνία (μνημόνιο), τον Αύγουστο του 2015 και το κόμμα επέστρεψε στην εξουσία το Σεπτέμβριο, τα καθεστωτικά μέσα ενημέρωσης ξεκίνησαν μια νέα στρατηγική, αυτή της πίεσης: που συνεχώς καλούσε την κυβέρνηση να εφαρμόσει το 3ο Μνημόνιο κατά γράμμα. Αυτό έγινε επειδή οι ιδιοκτήτες των μέσων ενημέρωσης είχαν επίγνωση του γεγονότος ότι χωρίς εξωτερική οικονομική στήριξη, η ροή του δημοσίου χρήματος σε ιδιωτικά μέσα ενημέρωσης και άλλα μέσα ενημέρωσης που ανήκουν οι εταιρείες απλώς θα σταματούσε.

Η Ελλάδα ψήφισε πρόσφατα ένα νέο νόμο για τα ΜΜΕ που, σύμφωνα με την κυβέρνηση, "φέρνει τη διαφάνεια και τη δημοκρατία και αντιμετωπίζει τη διαφθορά, που καταπολεμά τη διαπλοκή συμφερόντων μεταξύ της πολιτικής και των επιχειρήσεων τύπου «Μπερλουσκόνι». Φαίνεται να έχετε εκφράσει  μια πιο κριτική άποψη, αναφερόμενος στα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα του νέου Νόμου. Θα μπορούσατε να συνοψίσετε για το ‘Αναλύστε την Ελλάδα’ τα κύρια σημεία της επιχειρηματολογία σας όσον αφορά στις θετικές και αρνητικές πτυχές του νέου νόμου;

Όπως έχω πει και γράψει πριν, μετά από δεκαετίες καθυστέρησης, η Ελλάδα έχει συντάξεί επιτέλους ένα νέο νόμο που προβλέπει για τις άδειες των ιδιωτικών τηλεοπτικών σταθμών. Ο νέος νόμος ορίζει τις προϋποθέσεις που πρέπει να τηρούνται προκειμένου για τα ιδιωτικά μέσα ενημέρωσης να μεταδίδουν νόμιμα και να πληρώνουν για τη χρήση των δημόσιων συχνοτήτων, όπως συμβαίνει στην υπόλοιπη ΕΕ και το δυτικό κόσμο. Ταυτόχρονα, το νέο νομικό πλαίσιο ενισχύει τον έλεγχο για το ξέπλυμα χρήματος μέσω των μέσων μαζικής ενημέρωσης που ανήκουν στις επιχειρήσεις και βάζει εμπόδια στην υπερεκμετάλλευση των εργαζομένων στον τομέα των μέσων ενημέρωσης.

Ωστόσο, ο νέος νόμος έχει μια σειρά από ελλείψεις και κενά που θα μπορούσε να αφήσει το φαινόμενο της διαπλοκή να συνεχιστεί με ένα πιο έμμεσο τρόπο από ό, τι ήταν στο παρελθόν. Η ανεξάρτητη αρχή που είναι αρμόδια για τις άδειες των μέσων ενημέρωσης (Το Ελληνικό Συμβούλιο Ραδιοφωνίας και Τηλεόρασης -ΕΣΡ) δεν έχει ακόμη επίσημα συγκληθεί και παραμένει άγνωστο πότε θα συμβεί αυτό. Πλέον, ο νέος νόμος δεν έχει επαρκείς διατάξεις για να σταματήσει χρεωμένες εταιρείες μέσων μαζικής ενημέρωσης να λαμβάνουν περισσότερα τραπεζιτικά δάνεια. Επίσης -τουλάχιστον στη θεωρία - ορισμένες εταιρείες ραδιοτηλεοπτικών μέσων μπορούν να πάρουν άδεια, χωρίς τις αναγκαίες υποδομές, τα κεφάλαια και το προσωπικό. Κάποιες άλλες προβληματικές περιοχές θεωρούνται οι διαδικασίες των αδειών για τους τηλεοπτικούς σταθμούς, καθώς και τις απαιτήσεις προσόντων για το προσωπικό τους -αν και υπάρχει πρόβλεψη για ελάχιστο αριθμό εργαζομένων.

Ωστόσο, η μεγαλύτερη αδυναμία του νέου νόμου των μέσων ενημέρωσης είναι ότι δίνει υπερβολική εξουσία στον αρμόδιο υπουργό Επικρατείας: η απόφαση σχετικά με τον αριθμό των αδειών στα μέσα ενημέρωσης, καθώς και τις τιμές τους έγκειται στην αρμοδιότητά του. Αυτό σημαίνει ότι ο νόμος δεν μπορεί να παρέχει επαρκείς εγγυήσεις ότι οι παλιοί ή πιθανοί νέοι «ολιγάρχες» δεν λαμβάνουν χάρες από τον υπουργό Επικρατείας. Τέλος, οι νομικές διατάξεις που αφορούν τη DIGEA (την εταιρεία-πάροχο του ψηφιακού σήματος για το πρόγραμμα Media) μπορούν να ακυρωθούν με απόφαση του διεθνούς ή του ελληνικού δικαστηρίου, αν υπάρξει μια υπόθεση.

Απόσπασμα από εδώ:




Ενδεικτικό παράδειγμα από αφιέρωμα του περιοδικού  HOTDOC [ τ. 86, Οκτ. 2015] στο θέμα με τίτλο: MEGAΛΑ ΔΑΝΕΙΑ,  MEGAΛΗ ΔΙΑΠΛΟΚΗ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου