21 Φεβ 2016

ΠΑΡΘΕΝΟΓΕΝΕΣΗ ΣΤΗΝ ΚΥΠΡΟ Αλέξανδρος Ευσταθίου



Τις τελευταίες εβδομάδες, έχουμε ακούσει αρκετές ανακριβείς τοποθετήσεις και έντονους διαξιφισμούς και στις δύο πλευρές του νησιού όσον αφορά το κατά πόσον η νέα Διζωνική Δικοινοτική Ομοσπονδία (ΔΔΟ) στη μετά-λύση εποχή θα είναι ένα κράτος-συνεχιστής (continuator state), δηλαδή μετεξέλιξη του ενιαίου κράτους της της Κυπριακής Δημοκρατίας σε μια δομή ΔΔΟ, ή ένα διάδοχο κράτος (successor state ή όπως λανθασμένα αποκαλείται από τους Ελληνοκύπριους πολιτικούς, «παρθενογένεση») – ένα εντελώς νέο κράτος το οποίο θα ξεκινούσε από μια καινούρια αρχή (το δόγμα tabula rasa) χωρίς οποιεσδήποτε υποχρεώσεις υποκείμενες στο διεθνές δίκαιο, πέραν από αυτές οι οποίες απορρέουν από το διεθνές εθιμικό δίκαιο, δηλαδή πτυχές του διεθνούς δικαίου οι οποίες απορρέουν από νομικό έθιμο αντί από διεθνείς συνθήκες

Θεωρώ απίθανο έως αδύνατο βάσει του διεθνούς δικαίου ότι η νέα κρατική δομή που θα προκύψει με την μορφή της ΔΔΟ θα μπορούσε να θεωρηθεί διάδοχο κράτος, ενώ, ίσως, σε αντίθεση με τη γενικότερη θέση (ή ρητορική του φόβου) της ελληνοκυπριακής ηγεσίας, η «παρθενογένεση» να μην ήταν πράγματι μια τόσο κακή ιδέα.

Η ιδέα του διάδοχου κράτους αναπτύχθηκε την περίοδο της αποαποικιοποίησης, ως δόγμα στο διεθνές δίκαιο, έτσι ώστε να καθησυχαστούν τα νέα ανεξάρτητα αποαποικιοποιημένα κράτη ότι θα ξεκινούσαν χωρίς τα βαρίδια των υποχρεώσεων των προηγούμενων αποικιοκρατών τους. Περαιτέρω, αυτό το εθιμικό δόγμα ορίστηκε καθαρά στο Άρθρο 16 της Σύμβασης της Βιέννης του 1978 για τη διαδοχή κρατών όσον αφορά την εφαρμογή των Συνθηκών.[1]

Όμως, από το τέλος της περιόδου της αποαποικιοποίησης το εν λόγω δόγμα της διαδοχής έχει σπανίως χρησιμοποιηθεί στην ίδρυση νέων κρατικών δομών. Πράγματι, από το 1990 και μετά, τα μόνο κράτη τα οποία έχουν κατά γενική ομολογία θεωρηθεί βάσει του διεθνούς δικαίου ως διάδοχα κράτη, αντί κράτη-συνεχιστές είναι:

(1)  τα νέα κράτη τα οποία προέκυψαν από τη διάλυση της ΕΣΣΔ, πέραν από τη Ρωσσία, Ουκρανία και Λευκορωσσία, ως συνεχιστές της ΕΣΣΔ, και από τις Βαλτικές δημοκρατίες, ως συνεχιστές των ανεξαρτήτων κρατών τα οποία υπήρχαν πριν τη Σοβιετική προσάρτηση τους το 1940,

(2)  τα νέα κράτη τα οποία προέκυψαν από τη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας, εκτός από τη Σερβία, ως συνεχιστή της Σοσιαλιστικής Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γιουγκοσλαβίας, της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γιουγκοσλαβίας, και αργότερα Σερβίας & Μαυροβουνίου,

(3)  η Δημοκρατία της Υεμένης, ως νέο κράτος το οποίο δημιουργήθηκε από την ένωση της Αραβικής Δημοκρατίας της Υεμένης και της Λαϊκής Δημοκρατίας της Υεμένης,


(4)  το Κράτος της Ερυθραίας το οποίο αποσχίσθηκε από την Αιθιοπία, και

(5)  η Δημοκρατία του Νοτίου Σουδάν η οποία αποσχίσθηκε από το Σουδάν.

Ο κοινός παρανομαστής σε όλες αυτές τις περιπτώσεις ήταν το γεγονός πως αυτά τα κράτη προέκυψαν από ασυνήθιστες περιπτώσεις. Επίσης, αξίζει να σημειωθεί ότι, εκτός της Υεμένης, όλες οι άλλες είναι περιπτώσεις διάλυσης και/ή απόσχισης.

Αντιθέτως, κατά την επανένωση της Γερμανίας, η οποία συνέβηκε περίπου την ίδια χρονική περίοδο με τη δημιουργία της Δημοκρατίας της Υεμένης, θεωρήθηκε γενικά ως ενσωμάτωση της Γερμανικής Λαϊκής Δημοκρατίας (ΓΛΔ) στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας (ΟΔΓ), ή ως μορφή προσάρτησης από την ΟΔΓ, παρά ως δημιουργία νέου κράτους. Κανένα δόγμα, κρατική πρακτική ή ακαδημαϊκό σύγγραμμα δεν προτείνει το αντίθετο. Ο λόγος γι΄αυτό είναι διότι η ΟΔΓ ήδη θεωρείτο, κατά γενική ομολογία, ως ο συνεχιστής της προπολεμικής ενιαίας Γερμανίας, όπως τεκμηριώνεται και από το γεγονός ότι ακόμη και οι χώρες του Ανατολικού μπλοκ ζήτησαν τις μεταπολεμικές τους αποζημιώσεις από την ΟΔΓ, όχι τη ΓΛΔ, ενώ η ΓΛΔ θεωρήθηκε ως νέο κράτος το οποίο δημιουργήθηκε το 1949 και έπαυσε να υπάρχει το 1990.

Πράγματι, η περίπτωση της Κύπρου προσομοιάζει αυτή της Γερμανίας παρά αυτή της Υεμένης. Η Υεμένη δημιουργήθηκε από την ένωση δύο αναγνωρισμένων κρατών τα οποία ποτέ στο παρελθόν δεν υπήρχαν ως ένα ενιαίο κράτος. Η Γερμανία, από την άλλη, ήταν μια περίπτωση ειρηνικής επανένωσης δύο κρατών, τα οποία αλληλοαναγνωρίζονταν ως κυρίαρχα ανεξάρτητα κράτη βάσει της Βασικής Συνθήκης του 1972, και με την επανένωση επανήλθε η νέα κρατική δομή στην αρχική ενιαία εδαφική μορφή η οποία προϋπήρχε του 1949, μια μορφή της οποίας η ΟΔΓ θεωρείτο ως το κράτος-συνεχιστής από τη διεθνή κοινότητα και τους νομικούς μελετητές.

Περαιτέρω, στην περίπτωση της Κύπρου υπάρχει ένα μόνο κράτος το οποίο είναι αναγνωρισμένο από όλη τη διεθνή κοινότητα και από το νομικό δόγμα ως το de jure κυρίαρχο κράτος επί του εδάφους ολόκληρου του νησιού – πέραν από τις Κυρίαρχες Βρετανικές Βάσεις -, δηλαδή η Κυπριακή Δημοκρατία (ΚΔ), ενώ η ούτω καλούμενη Τουρκική Δημοκρατία της Βορείας Κύπρου θεωρείται ως αποσχιστικό κράτος με de facto έλεγχο επί του εδάφους του βορείου τμήματος του νησιού, αναγνωρισμένο μόνο από την Τουρκία, κυρίως για πολιτικούς, και όχι νομικούς, λόγους. Εώς εκ τούτου, είναι ξεκάθαρο ότι βάσει του διεθνούς δικαίου, η νέα δομή ΔΔΟ μπορεί να είναι μόνο κράτος-συνεχιστής της ΚΔ εντός του οποίου θα επανενσωματωθεί, και de facto πλέον, το βόρειο τμήμα του νησιού.

Πέραν των ανωτέρω, άλλα θέματα τα οποία μαρτυρούν το ότι η μετά-λύση ΔΔΟ θα είναι συνεχιστής της ΚΔ είναι το ότι η ιδιότητα της ΚΔ ως μέρος σε διεθνείς συνθήκες και ως μέλος του ΟΗΕ, της ΕΕ και του Συμβουλίου της Ευρώπης δεν έχει ποτέ αμφισβητηθεί καθ’ όλη τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων, και υπάρχει συναίνεση μεταξύ των Ελληνοκυπριακών και των Τουρκοκυπριακών πολιτικών ηγεσιών ότι η μετά-λύση ΔΔΟ θα παραμείνει μέρος σε όλες τις συνθήκες στις οποίες η ΚΔ είναι μέρος και ότι οι θέσεις τις ΚΔ στον ΟΗΕ, την ΕΕ και το Συμβούλιο της Ευρώπης θα δοθούν αυτόματα στη ΔΔΟ, χωρίς οποιαδήποτε ανάγκη για νέες αιτήσεις.

Πέραν όμως από το κυρίαρχο αφήγημα στη Ελληνοκυπριακή κοινότητα ότι η ΔΔΟ θα πρέπει να θεωρηθεί ως ο συνεχιστής της ΚΔ («μετεξέλιξη») – για το οποίο δεν υπάρχει και ιδιαίτερος χώρος για αμφισβήτηση, για τους παραπάνω λόγους –, ίσως μια κατάσταση διαδοχής («παρθενογένεση») να μην ήταν, από την άλλη, τραγική εξέλιξη. Αντιθέτως, μια αυτόματη ακύρωση διεθνών συμβατικών υποχρεώσεων, η οποία συνοδεύει τη διαδοχή, θα έδινε στον Κυπριακό λαό επιτέλους μια καλύτερη ευκαιρία για να αποφασίσει ο ίδιος δημοκρατικά, και ίσως μέσα από δημοψηφιίσματα,  για το πως θέλει να διαμορφώσει το μέλλον του, παρά να το αφήνει στη θέληση της νομοθετικής εξουσίας, για μια σειρά ζητημάτων τα οποία εφαρμόστηκαν χωρίς να ερωτηθεί ο ίδιος όπως:

(1)  η ένταξη στην Ε.Ε.,

(2)  η ένταξη στην ευρωζώνη,

(3)  η συμμετοχή σε οποιοδήποτε διεθνή αμυντικό συνασπισμό, και

(4)  το εξευτελιστικό μετα-αποικιακό έκτρωμα της “Συνθήκης Εγκαθιδρύσεως” το οποίο παραδίδει στο Ηνωμένο Βασίλειο 3% του εδάφους του νησιού ως ορμητήριο επιθέσεων κατά χωρών της Μέσης Ανατολής.

Θα μπορούσε κάποιος να πει ότι η δημιουργία ενός νέου διάδοχου “παρθενογεννημένου” κράτους  στην πραγματικότητα θα μπορούσε να έχει και επωφελείς επιπτώσεις στον Κυπριακό λαό επιτρέποντας του  να διαμορφώσει ο ίδιος το μέλλον του. Όμως, η Ελληνοκυπριακή πολιτική ηγεσία έχει δίκαιο στο ότι δεν θα υπάρξει διαδοχή («παρθενογένεση»), παρά μόνο συνέχεια («μετεξέλιξη»), του κυπριακού κράτους. Τα υπόλοιπα είναι εκ του πονηρού για να δημιουργείται στους πολίτες φόβος και σύγχυση στην προοπτική λύσης.




[1]Ένα νέο ανεξάρτητο Κράτος δεν δεσμεύεται να διατηρήσει σε ισχύ, ή να γίνει μέρος σε, οποιαδήποτε συνθήκη μόνο λόγω του ότι κατά την ημερομηνία της διαδοχής των Κρατών η συνθήκη ίσχυε σε σχέση με το έδαφος το οποίο αφορά η εν λόγω διαδοχή Κρατών.»



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου