24 Ιαν 2016

Η πόλωση στην Ευρώπη: μια νέα αριστερά και μια νέα δεξιά οδηγούν σε μια θεσμική κρίση, όπου «το κέντρο δεν φαίνεται να αντέχει, και οι πλευρές φαίνονται να γκρεμίζονται» [το αριστερό κύμα στον νότο και την περιφέρεια από την Ελλάδα μέχρι την Ιβηρική χερσόνησο, η σκληρή δεξιά από την Ουγγαρία μέχρι την Πολωνία, η γερμανική αμηχανία, και η βρετανική απόσταση]



Στη συνάντηση Σόιμπλε και Τσίπρα στο Νταβός υπήρξε μια υπόγεια κόντρα κάτω από τις ευπρεπειες: ο Τσίπρας παρατήρησε έμμεσα ότι μια παρομοίωση του Σόιμπλε [για δυναμίτη και κερί στον ίδιο χώρο] ήταν σχετικά ανόητη [δεν βάζεις και τα δυο στον ίδιο χώρο] και ο ενοχλημένος Σόιμπλε του απάντησε ότι με μια ατάκα που πήγαινε πίσω στον Κλίντον [its the economy stupid], επιστρέφοντας την επίθεση. Επί της ουσίας, ο Τσίπρας αφού αναφέρθηκε στις αρνητικές επιπτώσεις της λιτότητας επέμενε ότι το θέμα ήταν ανοικοδόμηση του κράτους πρόνοιας. Ενώ ο Σόιμπλε επέμενε σε «εφαρμογή». Δυο εντελώς διαφορετικοί κόσμοι – στην μια περίπτωση το σύμβολο της εξέγερσης ενάντια στη λιτότητα, που δέχτηκε ένα συμβιβασμό για να πετύχει μακροπρόθεσμα τον ιστορικό στόχο, και από την άλλη, ο εκφραστής του ηγεμονισμού που δεν μπορεί να κατανοήσει ότι δεν ελέγχει πια… Ήταν η εικόνα μιας Ευρώπης που δεν είναι πια ένα σύνολο, αλλά μια ετερόκλητη ολότητα με αντίθετες κατευθύνσεις από διάφορες μερίδες της..

Η εικόνα της αμηχανίας στην Ε.Ε. είναι εμφανής. Το 2015 χαρακτηριστική από δυο κρίσεις – την κρίση για το μνημόνιο στην Ελλάδα και την κρίση των προσφύγων που ακολούθησε. Η πρώτη αντιπαράθεση πυροδότησε μια κρίση [καθώς τα εκλογικά αποτελέσματα στην Ελλάδα επανεμφανίστηκαν σε μια σειρά άλλες χώρες] που έχει τις ρίζες της στην προσπάθεια της Γερμανίας την προηγούμενη περίοδο να επιβληθεί ως ηγεμονική δύναμη μέσω της λιτότητας, και η κρίση διευρύνθηκε  με την κρίση των προσφύγων, η οποία άνοιξε τον χώρο για την ευρύτερη αμφισβήτηση των «ευρωπαϊκών θεσμών». Σήμερα η Ε.Ε.  είναι αδύναμη. Την ευρωζώνη λ.χ. την συγκρατεί μαζί η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, ενώ η Γερμανία δεν μπορεί πια να αποφύγει την ανάδυση της εικόνας του «άσχημου γερμανού» όπως προειδοποίησε ο Χάμπερμας από το περασμένο καλοκαίρι, η Βρετανία δηλώνει και επίσημα ότι θέλει να μπει σε εξωτερικό κύκλο της Ε.Ε., ενώ τα σύνορα ανεβαίνουν παντού, και η συζήτηση για τους πρόσφυγες δεν περιορίζεται, πια, μόνο στους μεσανατολίτες, αλλά και στους.. ουκρανούς.  Αυτή η πολλαπλή οικονομική, αλλά ιδιαίτερα θεσμική κρίση, έχει ανοίξει και το πολιτικό πεδίο. Η ηγεμονική σύγκλιση σοσιαλδημοκρατών-χριστιανοδημοκρατών φαίνεται πια να συρρικνώνεται, και μια νέα αριστερά και νέα δεξιά αναδύεται – για τις οποίες η «Ευρώπη» είναι κάτι πολύ διαφορετικό από το γλυκανάλατο γλειφιτζούρι, με το οποίο οι γερμανοί νόμιζαν ότι θα επιβληθούν στους υπόλοιπους χωρίς εκείνοι να το πάρουν χαμπάρι. Και όντως είναι η πρώτη φορά μετά την δεκαετία του 1970 που μια αριστερά που έρχεται, είτε από την κομμουνιστική παράδοση, είτε από τα κοινωνικά κινήματα, γίνεται ο πιο σημαντικός παίκτης στην αριστερή πτέρυγα του πολιτικού σκηνικού. Η προηγούμενη εμφάνιση μιας τέτοιας αριστεράς οδήγησε στο βαθύ εκδημοκρατισμό του νότου της Ευρώπης. Τώρα, όμως, το θέμα διαπλέκεται και με την οικονομία..

Η «χαμένη άνοιξη» και το «σύντομο καλοκαίρι» της ελληνικής εξέγερσης του 2015 ως το υπόστρωμα μιας νέας αριστεράς που αναζητεί θεσμικό ρόλο: από τον ΣΥΡΙΖΑ, στην Πορτογαλία, στο εργατικό κόμμα της Βρετανίας, στο Podemos και την Ισπανία…
Το μυθιστόρημα «χαμένη άνοιξη» του Σ. Τσίρκα κατέγραψε μια ελπίδα που αναδύθηκε στους δρόμους και πνίγηκε σε ένα θεσμικό πραξικόπημα τη δεκαετία του 1960, για να αναδυθεί ηγεμονικά, σαν ρεύμα εκδημοκρατισμού που σάρωσε τον αυταρχικό καθεστώς το εμφύλιου, την δεκαετία του 1970.

Η εμπειρία του ΣΥΡΙΖΑ, σαν «άνοιξη» το πρώτο μισό του 2015, και σαν «σύντομο καλοκαίρι» τον Ιούλιο με το δημοψήφισμα, βρέθηκε αντιμέτωπη με ένα πείσμα καταστολής…. Και παρά τον συμβιβασμό, η ζημιά για το ηγεμονικό μπλοκ έγινε, ήδη. Ο στόχος ήταν η επίδειξη πειθαρχίας – όμως παρά την επαναλαμβανόμενη προβολή των ουρών στα ταμεία των ελληνικών τραπεζών, η πορτογαλική αριστερά κέρδισε τις εκλογές, και υποχρέωσε, και με απειλή γενικής απεργίας, που θύμιζε δεκαετία του 1970, τον δεξιό πρόεδρο να δώσει την εντολή στους σοσιαλιστές για να κάνουν κυβέρνηση με την ανοχή της κομμουνιστικής και κινηματικής αριστεράς. Κάνοντας και εδώ ένα μικρό ρήγμα. Και όσοι έλπιζαν ότι το ρεύμα θα περιοριζόταν στην Ελλάδα, είδαν την ίδια περίοδο ένα σαρωτικό κύμα στο βρετανικό Εργατικό Κόμμα, να υπονομεύει από μέσα την πειθαρχική στροφή του ιστορικού βρετανικού κόμματος στην υποταγμένη στα ΜΜΕ σοσιαλδημοκρατία… Και ακολούθως, το παιχνίδι παίχτηκε στην Ισπανία… Οι Podemos, παρά τις δημοσκοπήσεις, παρά τον συμβιβασμό του ΣΥΡΙΖΑ, φάνηκαν σαφώς να έχουν την δυναμική του αναδυόμενου κύματος.

Η αφηγηματική καταγραφή ντοκουμέντων για την ισπανική επανάσταση του 1936 «το σύντομο καλοκαίρι της αναρχίας» κατέγραψε με ανάλογο τρόπο την βαθιά ριζωμένη εμπειρία που αναδύθηκε μερικές δεκαετίες μετά, και οδήγησε, και πάλι, σε ένα βαθύ εκδημοκρατισμό, μετατρέποντας την ήττα σε σύμβολο που αναζητεί δικαίωση. Και στην Ελλάδα και την Ισπανία, οι ιστορικές μνήμες, αποδείκτηκαν πολύ πιο δυνατές από την καταστολή και τους εκβιασμούς. Στο τέλος, οι ηττημένοι καταγράφηκαν ως οι ηθικοί νικητές και το ευρύτερο τους μήνυμα, φάνηκε να λειτουργεί σαν μια ανεξάντλητη πηγή ανατροπών και αντιστάσεων, με φόντο το μέλλον. Οι σοσιαλιστές οικειοποιήθηκαν εκείνη την κληρονομιά και στις δυο χώρες την δεκαετία του 1980, αλλά παρέμεινε, βαθιά στο συλλογικό υποσυνείδητο, μια πηγή αμφισβήτησης που οδήγησε την περίοδο μετά το 2010 σε μια νέα ανάδυση κινημάτων αμφισβήτησης. Όπως έγραψε προφητικά ο Μακιαβέλι, όταν ένας πληθυσμός μάθει σε μια εμπειρία ελευθέριας, θα επανέρχεται στη διεκδίκηση της γοητείας που χάθηκε.. Ίσως όπως το διατύπωσε και ψυχαναλυτικά ο Ζιζέκ, να είναι η «χαμένη γοητεία» που λειτουργεί πιο ανατρεπτικά, παρά η άμεση νίκη.

Η εμπειρία του ΣΥΡΙΖΑ, σαν «άνοιξη» το πρώτο μισό του 2015, και σαν «σύντομο καλοκαίρι» τον Ιούλιο με το δημοψήφισμα, βρέθηκε αντιμέτωπη με ένα πείσμα καταστολής. Κοιτάζοντας συγκριτικά πώς φέρθηκε η τρόικα σε άλλες χώρες την ίδια περίοδο, είναι εμφανές ότι ο στόχος ήταν η επιδεικτική συντριβή του ελληνικού κινήματος για να μην αναπαραχθεί τα φαινόμενο. Έτσι, οι γερμανοί και η τρόικα επέμεναν σε σκληρούς όρους ελπίζοντας, όπως το διατύπωσε και ο Σόιμπλε από τον Φεβρουάριο, να δείξουν στους έλληνες, ότι κανένας δεν μπορεί να αποφύγει την υποταγή – και προφανώς να ξαναφέρει στην εξουσία τους πειθήνιους. Μπροστά στο δίλημμα της ασφυξίας ρευστότητας, την έξοδο από το ευρώ [για την οποία δεν είχε εντολή νομιμοποίησης η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ] ο Τσίπρας επέλεξε τον συμβιβασμό. Όμως η ελπίδα των γερμανών δεν ευοδώθηκε – η ελληνική κυβέρνηση κέρδισε επιβλητικά το δημοψήφισμα που απέδειξε ξεκάθαρα την γνώμη των ελλήνων, και ακολούθως κέρδισε και τις εκλογές, παρά τον συμβιβασμό. Και παρά τον συμβιβασμό, η ζημιά για το ηγεμονικό μπλοκ έγινε, ήδη. Ο στόχος ήταν η επίδειξη πειθαρχίας – όμως παρά την επαναλαμβανόμενη προβολή των ουρών στα ταμεία των ελληνικών τραπεζών, η πορτογαλική αριστερά κέρδισε τις εκλογές, και υποχρέωσε, και με απειλή γενικής απεργίας, που θύμιζε δεκαετία του 1970, τον δεξιό πρόεδρο να δώσει την εντολή στους σοσιαλιστές για να κάνουν κυβέρνηση με την ανοχή της κομμουνιστικής και κινηματικής αριστεράς. Κάνοντας και εδώ ένα μικρό ρήγμα. Και όσοι έλπιζαν ότι το ρεύμα θα περιοριζόταν στην Ελλάδα, είδαν την ίδια περίοδο ένα σαρωτικό κύμα στο βρετανικό εργατικό κόμμα, να υπονομεύει από μέσα την πειθαρχική στροφή του ιστορικού βρετανικού κόμματος στην υποταγμένη στα ΜΜΕ σοσιαλδημοκρατία – ο Κόρμπυν, ένας άγνωστος, κέρδισε σαρωτικά τις εκλογές για την ηγεσία του κόμματος, εκφράζοντας μια αριστερά που είχε δεκαετίες να εμφανιστεί έστω και ως άποψη στο συγκεκριμένο κόμμα. Και ακολούθως, το παιχνίδι παίχτηκε στην Ισπανία, όπου απέτυχε η προσπάθεια πριμοδότησης μιας λάιτ [και υπάκουης] εκδοχής «διαμαρτυρίας ενάντια στη διαφθορά» [το κόμμα "Πολίτες" - Ciudanos] για να γίνει μια αποδεκτή, για το κατεστημένο, δεξαμενή ψήφων. Οι Podemos, παρά τις δημοσκοπήσεις, παρά τον συμβιβασμό του ΣΥΡΙΖΑ, φάνηκαν σαφώς να έχουν την δυναμική του αναδυόμενου κύματος. Και τα ευρύτερα αποτελέσματα, στις περιφέρειες της Ισπανίας, έδειξαν μια χώρα που "απειλείται" [η πιο αισιόδοξα βρίσκεται στα πρόθυρα] πια με μια πιο ριζική αναδιάρθρωση, αν όχι πολλαπλές αποσχίσεις. Η επιβαλλόμενη πειθαρχία, το επαναλαμβανόμενο μήνυμα δεν υπάρχει άλλη επιλογή, δεν πέρασε. Ο Σόιμπλε όπως κατέγραψε το Σπήγκελ ήταν έξω φρένων το καλοκαίρι, και αυτόν τον χρόνο φαίνεται χαμένος να απορεί με το χάος που τον βρήκε με την κρίση προσφύγων.

Το ερώτημα είναι τί μπορεί να κάνει αυτή η αναδυόμενη αριστερά που σπρώχνει το δημόσιο λόγο αριστερότερα. Ως θεσμικός λόγος, θα κάνει συμβιβασμούς. Αλλά σήμερα αυτή η αριστερά εκφράζει, όχι μόνο τους εργαζόμενους ως  θέση στο σύστημα, αλλά και μια κίνηση ρευστότητας – είναι και κόμματα, αλλά και κινήματα πολλαπλών διεκδικήσεων. Για να κατανοήσει κανείς αυτήν την αριστερά, που συνδυάζει πολλαπλές μορφές της ιστορικής αριστεράς [δημοκρατική αλλά και εργατική-σοσιαλιστική/κομμουνιστική], θα πρέπει να δει την κυπριακή εμπειρία του ΑΚΕΛ, το οποίο υπήρξε το πρώτο κόμμα, ως ιστορική συνέχεια που εξέφρασε αυτήν την πολλαπλότητα στην Ε.Ε., και προσπάθησε να λειτουργήσει στο θεσμικό επίπεδο και ως κυβέρνηση – και όπως το έφερε η συγκυρία, εν μέσω κρίσης. Αναπόφευκτα το ΑΚΕΛ συμβιβάστηκε, παλεύοντας όσο μπορούσε μπροστά σε μια ανελέητη επίθεση των ΜΜΕ [ως μηχανισμοί του κεφαλαίου που η αριστερά δεν μπορεί πια να παραβλέπει σαν απλούς φορείς προπαγάνδας - είναι βαθύτερος ο δομικός τους ρόλος σήμερα]  – και οικονομικών και πολιτικών παραγόντων. Με βάση αυτήν την εμπειρία, ο συμβιβασμός του ΣΥΡΙΖΑ, δεν θα έπρεπε να εκπλήξει – όσο και αν ήταν κατανοητή η απογοήτευση μετά το φαινομενικό άλμα στον ουρανό τον Ιούλιο με το δημοψήφισμα. Αλλά όπως διδάσκει η ιστορία της αριστεράς, οι αλλαγές δεν γίνονται μόνο με τη ρητορική επικράτηση απλώς –ρητορικά και ορθολογικά, η αριστερά έχει δίκαιο. Το θέμα είναι η "πορεία μέσω των θεσμών", ή η δομική σύγκρουση μαζί τους. Αυτό που πέτυχε το ΑΚΕΛ λ.χ. ήταν να καθυστερήσει την επιβολή της λιτότητας και να αποφύγει η χώρα την υστερία του ακραίου νεοφιλελευθερισμού το 2011, και μετά να διαχύσει στην κοινωνία μια ριζική αμφισβήτηση για τις τράπεζες που οδήγησε στην επόμενη περίοδο σε μια εξέγερση ενάντια στην προσπάθεια κοινωνικοποίησης των ζημιών το Μάρτιο του 2013 [με το καθολικό κούρεμα] και ακολούθως δημιούργησε ένα άγχος των κυβερνώντων για το πώς θα περάσουν τα νομοσχέδια. Και η ευρύτερη υποθήκη της αριστερής προεδρίας αναπόφευκτα δικαιώνεται ξεκινώντας από το κυπριακό. Η κυπριακή αριστερά βρέθηκε υπό επίθεση, αλλά άντεξε. Και είναι η πρώτη μαζική θεσμική μορφή της αριστεράς στην Ευρώπη που έθεσε θέμα εναλλακτικών πιθανοτήτων – και με το θεσμικό δάνειο του 2011, αλλά και με την εισήγηση για συζήτηση για αποχώρηση από το ευρώ..

Ο ΣΥΡΙΖΑ αντίστοιχα, μπορεί να μην έχει την ιστορική βάση της κυπριακής αριστεράς [άρα ως θερμικός οργανισμός είναι ακόμα ρευστός, όπως και το αν θα καταλήξει να είναι ο βασικός εκπρόσωπος της ιστορικής αριστεράς την τρέχουσα και επόμενη περίοδο], αλλά η παρέμβαση του υπήρξε καταλυτική σε 3 επίπεδα:
1. σαφέστατα στο πανευρωπαϊκό, όπου η εκλογή ΣΥΡΙΖΑ λειτούργησε ως καταλύτης και σήμερα λειτουργεί ως η εναλλακτική φωνή στους «θεσμούς», σπρώχνοντας μέχρι και τους γάλλους σοσιαλιστές ελαφρώς αριστερότερα,
2.  στο επίπεδο της ελληνικής προσπάθειας για τέλος στην αποικιοκρατία της τρόικα, πέρα από τη γενική προβολή της κρίσης που προκάλεσε η λιτότητα και την αντιστροφή της εικόνας των ελλήνων, εστίασε στο χρέος και στην σχέση με τους θεσμούς ως καθοριστικό παράγοντα,
3. ενώ στο εσωτερικό της χώρας ίσως την ελπίδα για να αντιμετωπιστούν οι αόρατες εξουσίες που είναι εμπεδωμένες στα ΜΜΕ στις Τράπεζες κοκ…

Τα κινήματα-κόμματα που εμφανίζονται σήμερα στην Ευρώπη θα πρέπει να βρουν τους τρόπους να περάσουν από την άμυνα των δρόμων στη δημιουργία των ανοιγμάτων για μια νέα κοινωνική μεταμόρφωση. Διότι, όπως αποκάλυψε με την γοητεία της η ελληνική εξέγερση του 2015, ο αγώνας ενάντια στη λιτότητα, έφερε στο φως τις σχέσεις εξουσίας μέσα την Ευρώπη. Και αποκάλυψε ότι το επιφανειακό στρώμα δημοκρατίας ήταν τόσο πειστικό, όσο και μια ελαφρύ στρώση σοκολάτας στον ήλιο. Ευρύτερα αυτά τα κινήματα-κόμματα δείχνουν ότι μια ευρύτερη τάση στις ευρωπαϊκές κοινωνίες, που αντλεί από την κουλτούρα της αριστεράς, και την βαθιά της μνήμη, στις κόκκινες περιοχές-γειτονίες, αλλά και στην νεολαία [ιδιαίτερα τις μερίδες της πανεπιστημιακής, αλλά και την "άγριας νεολαίας"] που δίνει μια νέα μορφή στην πολλαπλότητα, είναι ένας σταθερός παράγοντας που ξεπερνά την ηττοπάθεια απέναντι στα ΜΜΕ και το θεσμικό πλαίσιο. Η αναζήτηση του νέου ρόλου της αριστεράς είναι, πια, εδώ – και αυτός ο νέος ρόλος θα πρέπει να εξισορροπεί ανάμεσα στο κίνημα, την αριστερή υποκουλτούρα/χώρο και τα κόμματα ως θεσμικές εκφράσεις. Και σε αυτό το πλαίσιο, ίσως η εμπειρία της τουρκοκυπριακής αριστεράς που έχει και πολλαπλότητα θεσμικής έκφρασης, αλλά και κέντρο βάρους την κινηματική δυναμική να είναι επίσης ιδιαίτερα χρήσιμη. Και το ότι η πολλαπλότητα της κυπριακής εμπειρίας, μια συνοριακής εμπειρίας ανάμεσα στον πυρήνα και την περιφέρεια του παγκόσμιου συστήματος, είναι ενδεικτική των ευρωπαϊκών τάσεων ίσως να είναι και αποκαλυπτικό των διαδικασιών μεταφοράς του νότου στο πυρήνα, αλλά και της διάχυσης των μορφών αντίστασης. Άλλωστε η επόμενη αριστερά που αναδύεται είναι το Σιν Φέιν στην Ιρλανδία – η αρχέτυπη αντίσταση στην αυτοκρατορία στο εσωτερικό της Ευρώπης.

Το κύμα των μεταναστών: ο διχασμός της Ευρώπης και η δεξιά που νοσταλγεί τον αυταρχισμό του μεσοπόλεμου

Ένας έλληνας αναλυτής, ο Α. Γαβριηλίδης, παρατήρησε φευγαλέα έστω, ότι μια από τις επιτυχίες του ΣΥΡΙΖΑ ήταν η στάση της ελληνικής κοινωνίας και αρχών στο θέμα των προσφύγων. Όταν ξεκίνησαν τα κύματα των προσφύγων [αμέσως μετά την ελληνική κρίση – αλλά και πιο άμεσα συνδεόμενα με την συριακή κρίση και το αδιέξοδο της τούρκικης πολικής και εξωτερικά, αλλά και εσωτερικά με την απώλεια της πλειοψηφίας από τον Ερντογάν] η ελληνική κοινωνία ζώντας στο πνεύμα της γοητείας της αριστερής άνοιξης, δεν παρασύρθηκε στις υστερίες της χρυσής αυγής και του ό,ποιου Άδωνη Γεωργιάδη κοκ, αλλά άνοιξε τα σύνορα, και δέχτηκε τους μετανάστες ανθρώπινα - όχι μονο ως πολιτεία, αλλά και ως άτομα. Αυτό το πλαίσιο, η αριστερή διάχυση ενός ανθρωπισμού που συνειρμικά ήταν η συνέχεια της αλληλεγγύης στην ελληνική αντίσταση, διαχύθηκε και στην κεντρική Ευρώπη. Και η Μέρκελ, ανυπομονώντας να βρει μια θετική θέση, υιοθέτησε τη στάση υποδοχής. Όπως έκαναν και στα ιστορικά, έστω και υπό συρρίκνωση, λόγω αριστερών διαρροών, σοσιαλδημοκρατικά κόμματα. Όμως οι προκαταλήψεις μερίδας της δεξιάς ήταν εκεί. Στο κάτω κάτω όλος εκείνος ο καυγάς για την Ελλάδα έγινε για να «μην ξοδευτούν λεφτά». Και τώρα, θα δίνονταν στους μετανάστες; Η αριστερή ευαισθησία διαχύθηκε στους δρόμους και στο ίντερνετ, καλωσορίζοντας τους πρόσφυγες. Αλλά και η δεξιά συντηρητική αντίληψη ήταν εκεί. Το πόσο πραγματικά ήταν μαζικά τα γεγονότα της Κολονίας [ή κατά πόσο πολλαπλασιάστηκαν με την ακροδεξιά πρόθεση δαιμονοποίησης των προσφύγων] θα φανεί στο χρόνο – αλλά η αντιπαραβολή της υποδοχής των προσφύγων με το «πειράζουν τις γυναίκες μας» κουβαλούσε όλα τα κλισέ του δυτικού ρατσισμού από τον καιρό του λιντσαρίσματος των μαύρων στην Αμερική μέχρι τα ακροδεξιά κινήματα στις κάτω χώρες, που φωνάζουν ενάντια στους ξένους.. γιατί δεν αποδέχονται τους γκέι.. Η Δεξιά, μη μπορώντας να πουλήσει πια το "πατρίς θρησκεία οικογένεια", υιοθετεί τώρα και μέρος της αριστερής ατζέντας και αντιπαραβάλει το φύλο με τη φυλή. Φεμινισμός εναντίον μεταναστών. Η αριστερά βγήκε να φωνάξει ορθά ενάντια και στο ρατσισμό και τον σεξισμό. Αλλά η μάχη είναι ακόμα μπροστά της.


Η νέα μορφή της δεξιάς που εμφανίζεται και στην ίδια την Γερμανία, φαίνεται να παίρνει μορφή στην Ουγγαρία και την Πολωνία. Η ταύτιση της εκεί μετακομμουνιστικής αριστεράς με την σοσιαλδημοκρατία αλά Μπλερ, έχει δώσει πια την ευκαιρία σε μια δεξιά βαθιά συντηρητική να παίξει το ρόλο της κριτικής του νεοφιλελευθερισμού ανάμεικτου με εθνικισμό και ρατσισμό. Και φυσικά, αυταρχισμό. Ξαφνικά, η Ευρώπη βλέπει αυτό που στήριζε από το την δεκαετία του 1980, [τον συντηρητικό καθολικισμό, τον κάθε νοσταλγικό αυταρχικό εθνικισμό] ως κριτική στο σοσιαλισμό να της εμφανίζεται ως ο κλασικός εθνικισμός του μεσοπολέμου. Ο ρόλος των νεοναζί στο πραξικόπημα στην Ουκρανία είχε προϊστορία – και το απαρτχάιντ εναντίον των ρωσόφωνων στις Βαλτικές χώρες είναι μια θεσμική ένδειξη που η «δημοκρατική Ευρώπη» επέλεγε μέχρι τώρα να παραβλέπει. Άρα ο αυταρχισμός της ουγγρικής και πολωνικής δεξιάς δεν είναι ουρανοκατέβατος. Αν η Ευρώπη ανέχεται ένα ποσοστό 20-30% του πληθυσμού να μην έχει πολιτικά δικαιώματα, γιατί να μην ανεχτεί και τον ό,ποιο αυταρχισμό; Τώρα, όμως, αυτός ο αυταρχισμός κρατά αποστάσεις και από την γερμανική ηγεμονία… Οι Ούγγροι φλερτάρουν με τη Ρωσία και οι Πολωνοί με τις ΗΠΑ… Ειρωνικά τώρα η Ευρώπη που στήριζε τη δεξιά και την ακροδεξιά στην ανατολική Ευρώπη και τα Βαλκάνια [όπως στους πολέμους της Γιουγκοσλαβίας την δεκαετία του 1990] θα πρέπει να αναζητήσει «αριστερούς συμμάχους» εκεί. Γιατί, τελικά, μόνο η αριστερά μπορεί να αντισταθεί και δημοκρατικά, αλλά και ανακαταλαμβάνοντας το χώρο της ταξικής διεκδίκησης, στον οποίο παρενέβηκε η δεξιά της Ουγγαρίας με την κριτική των τραπεζών και της Πολωνίας με την κριτική της λιτότητας. Οι φιλελεύθεροι του κέντρου αναπόφευκτα καταλήγουν απολογητές της εξάρτησης…

Ήδη ο αυταρχισμός της νέας πολωνικής δεξιάς, είναι εμφανής – επέβαλε από την αρχή κινήσεις για έλεγχο και των κρατικών ΜΜΕ και των δικαστηρίων. Και ο Ορμπάν της Ουγγαρίας ξεκαθάρισε ότι θα βάλει βέτο σε οποιαδήποτε μορφή κυρώσεων. Και ανάμεσα στα άλλα είναι επίσης σαφές ότι το ουκρανικό δεν είναι πια θέμα.. δημοκρατίας κλπ. Η Πολωνική δεξιά ναι μεν είναι ενάντια στην Ρωσία, αλλά έχει τα δικά της απωθημένα με τον ουκρανικό εθνικισμό. Ήδη, οι Πολωνοί άρχισαν να διαμαρτύρονται γιατί ..έχουν πολλούς Ουκρανούς μετανάστες, λέει… Ενώ η συνειδητοποίηση ότι το πραξικόπημα του 2014 απλώς έφερε τους ολιγαρχίες σε απόλυτη εξουσία κάνει και τους κεντροευρωπαίους να απορούν…

Και το κέντρο δεν αντέχει…
Ο Σόιμπλε σε μια πρόσφατη συνέντευξη του, φάνηκε να νοιώθει έντονη δυσφορία.. Μα γιατί οι υπόλοιποι δεν είναι αποτελεσματικοί, έλεγε μονολογώντας, σε μια συζήτηση για το προσφυγικό. Το θέμα, όμως, είναι πια ότι οι γερμανοί δεν είναι αποτελεσματικοί – και στο εσωτερικό με την βαθιά διαμάχη υποστηρικτών και αντιπάλων των προσφύγων, αλλά και στο εσωτερικό του  ίδιου του κόμματος. Όμως και θεσμικά η Ευρώπη θυμίζει, πια, την εποχή του Καρλομάγνου.. Σύνορα υπάρχουν και δεν υπάρχουν, φέουδα [όπως θέλει η πολωνική και η ουγγρική δεξιά] και μια οικονομική πολιτική που επίσης παραπαίει, καθώς ο Ντράγκι ακολουθεί άλλη γραμμή και ο Σόιμπλε θέλει άλλα – και ο νότος άλλα…

Σε αυτό το πλαίσιο, το βρετανικό δημοψήφισμα, μπορεί να είναι αναμενόμενο ότι θα καταλήξει στο «ναι» λόγω των εκβιασμών μέσω των ΜΜΕ που θα ενταθούν όσο περνά ο καιρός, αλλά η εκμαίευση του «ναι» θα σημαίνει μια ακόμα χαλάρωση του ευρωπαϊκού πλαισίου. Η Βρετανία ήδη θέλει περισσότερη αυτονομία άρα αποδέχεται ουσιαστικά ότι θα είναι στο εξωτερικό κύκλο, και θα ψάξει προφανώς να βρει σύμμαχους για να κάνει το δικό της γκρουπ.. Η ευρωπαϊκή δεξιά, καθώς θα δέχεται τα πυρά της ακροδεξιάς θα οπισθοχωρεί προς τον συντηρητισμό – και ο Σόιμπλε απλώς θα απορεί ακόμα περισσότερο πως και ποτέ χάθηκε η εποχή που ο λόγος του μετρούσε ως η μοναδική όντως φωνή.. Σε λίγο θα πρέπει και ο ίδιος να παρακαλεί την ακροδεξιά ..

Η νέα μορφή της δεξιάς που εμφανίζεται και στην ίδια την Γερμανία, φαίνεται να παίρνει μορφή στην Ουγγαρία και την Πολωνία. Η ταύτιση της εκεί μετακομμουνιστικής αριστεράς με την σοσιαλδημοκρατία αλά Μπλερ, έχει δώσει πια την ευκαιρία σε μια δεξιά βαθιά συντηρητική να παίξει το ρόλο της κριτικής του νεοφιλελευθερισμού ανάμεικτου με εθνικισμό και ρατσισμό. Και φυσικά, αυταρχισμό. Ξαφνικά, η Ευρώπη βλέπει αυτό που στήριζε από το την δεκαετία του 1980, [τον συντηρητικό καθολικισμό, τον κάθε νοσταλγικό αυταρχικό εθνικισμό] ως κριτική στο σοσιαλισμό να της εμφανίζεται ως ο κλασικός εθνικισμός του μεσοπολέμου. Ο ρόλος των νεοναζί στο πραξικόπημα στην Ουκρανία είχε προϊστορία – και το απαρτχάιντ εναντίον των ρωσόφωνων στις Βαλτικές χώρες είναι μια θεσμική ένδειξη που η «δημοκρατική Ευρώπη» επέλεγε μέχρι τώρα να παραβλέπει.

Οπότε η σοσιαλδημοκρατία παραμένει ειρωνικά η μόνη πραγματικά ευρωπαϊκή δύναμη, αλλά σε υποχώρηση καθώς η πίεση της αριστεράς για την οικονομική πολιτική την ωθεί επίσης στην αποστασιοποίηση.. Εδώ ίσως να βρίσκεται και η βαθύτερη αντίφαση: το ευρωπαϊκό πρότζεκτ είναι πολιτισμικά και πολιτικά προϊόν μιας εποχής που ο κεϋνσιανισμός και η σοσιαλδημοκρατία ήταν ηγεμονικές στην Ευρώπη ανεξάρτητα ποιό κόμμα ήταν στην εξουσία [τότε ακόμα και οι βρετανοί συντηρητικοί έκαναν προεκλογική εκστρατεία για το ότι μπορούσαν καλύτερα να διαχειριστούν τον..σοσιαλισμο] και εξέφρασε και την βασική θέση της αριστεράς για ξεπέρασμα των εθνικισμών. Σήμερα, όμως, το πιο αριστερό που υπάρχει στους θεσμούς.. είναι ο Ντράγκι με την ποσοτική χαλάρωση.. και πολιτικά κάπως οι γάλλοι και οι ιταλοί. Όμως, την οικονομική πολιτική την καθορίζει η Γερμανία που ακολουθεί μια σαφώς εθνοκεντρικη πολιτική για τα δικά της συμφέροντα. Το ευρωπαϊκό όραμα έχει αριστερές ρίζες, αλλά τώρα μοιάζει με ένα ξόανο, καθώς φαίνεται να ανεμίζει σε ένα χωράφι που δεν του αρμόζει. Ή αν το πει κανείς μαρξιστικά – αυτοί που θα έπρεπε να στηρίξουν το ευρωπαϊκό όραμα ενοποίησης, αυξανόμενα αποστασιοποιούνται από αυτό λόγω της οικονομικής του βάσης. Η σύγκρουση της βάσης και του εποικοδομήματος φαίνεται αναπόφευκτη… και σε αυτή τη διάσταση η πολιτική πρακτική θα παίξει αποφασιστικό ρόλο... Η πολιτική της δεξιάς [και αυτό αφορά και την Γερμανία] είναι απρόθυμη να προχωρήσει σε μια ευρωπαϊκή ολοκλήρωση γιατί τα ιστορικά στρώματα που ταυτίζονται μαζί της δεν έχουν ακόμα αποδεχθεί τον Άλλο – και οχυρώνονται πίσω από ρατσισμούς η πιο εξευγενισμένους εθνικισμούς. Σε αυτό το πλαίσιο, η επίθεση ενάντια στους μετανάστες για την οικονομική κρίση, είναι και ανόητη από την συνολική οπτική της δεξιάς [τελικά οι μετανάστες θα είναι φτηνό εργατικό δυναμική και θα αυξήσουν τις εισφορές στο ασφαλιστικό] αλλά η δεξιά δεν μπορεί τις μεγάλες εικόνες – θέλει εύκολες και σύντομες ατάκες. Και άρα δεν μπορεί να κατανοήσει τις συνέπειες. Ακόμα και η γερμανική δεξιά που θέλει να είναι ηγεμονική έδειξε [παρά τις προσπάθειες της Μερκελ]  αδυναμία να κατανοήσει την ανάγκη θετικής ηγεμονικής συμπεριφοράς. Ούτε ίχνος από το σχέδιο Μάρσαλ των ΗΠΑ λ.χ. μετά τον Β Παγκόσμιο Πόλεμο. Η Γερμανία εξάντλησε ήδη τα αποθέματα καλής θέλησης σε μια στενοκέφαλη [πρόωρα ηγεμονιστικη] πεισματική άρνηση να βοηθήσει τον νότο. Τί θα έχανε, αν έκανε ότι έκανε ο Ντράγκι σήμερα από το 2010;        Θα ήταν σωτήρας. Σήμερα δεν είναι μόνο στην Ελλάδα, από την αριστερά, που εμφανίζεται η Γερμανία [και οι ηγέτες της] σαν απόγονοι των ναζί, αλλά και στην πολωνική δεξιά.

Τα οικονομικά συμφέροντα του κεφαλαίου, αλλά και οι δυναμικές της τεχνολογίας οδηγούν στην ενοποίηση, ενώ τα στρώματα που υποτίθεται εκφράζουν τον ηγεμονικό λόγο, δεν μπορούν να προωθήσουν αυτήν την διαδικασία. Από την άλλη, η αριστερά στις πολλαπλές της εκδοχές είναι επίσης διχασμένη – ενώ έχει μια σαφή θέση ξεπεράσματος του «μερικού συμφέροντος» για χάρη του συλλογικού, εντούτοις οι υπάρχοντες θεσμοί που έχουν εγκλωβιστεί σε μια νομισματική ένωση που επιβάλει μια νεοφιλελεύθερη λογική, ωθούν αυξανόμενα μεγάλες μερίδες της αριστεράς στην επιλογή της αποστασιοποίησης από το υπάρχον οικονομικό πλαίσιο της Ε.Ε. Η ανάδυση της αριστεράς το 2015 είχε σαφώς μια «ευρωπαϊκή διάσταση» - πέρα από την πολλαπλή ανάδυση μετά την ελληνική εξέγερση, θα μπορούσε να αναφέρει κανείς ότι και η ίδια η επιβολή, παρά τις γερμανικές ενστάσεις, της ποσοτικής χαλάρωσης, ήταν προϊόν προσπάθειας να προληφθούν τα χειρότερα. Όμως, η γερμανική στάση επανέφερε αναπόφευκτα το ζήτημα της γερμανικής ηγεμονίας, αλλά και του ίδιου του ευρώ.  Και αν η ιστορία είναι διδακτική το 2015 θα είναι σημείο αναφοράς για το μέλλον…

Εδώ ίσως να βρίσκεται και η βαθύτερη αντίφαση: το ευρωπαϊκό πρότζεκτ είναι πολιτισμικά και πολιτικά προϊόν μιας εποχής που ο κεϋνσιανισμός και η σοσιαλδημοκρατία ήταν ηγεμονικές στην Ευρώπη ανεξάρτητα ποιό κόμμα ήταν στην εξουσία… και εξέφρασε και την βασική θέση της αριστεράς για ξεπέρασμα των εθνικισμών. Σήμερα… την οικονομική πολιτική την καθορίζει η Γερμανία που ακολουθεί μια σαφώς εθνοκεντρικη πολιτική για τα δικά της συμφέροντα….Ή αν το πει κανείς μαρξιστικά – αυτοί που θα έπρεπε να στηρίξουν το ευρωπαϊκό όραμα ενοποίησης, αυξανόμενα αποστασιοποιούνται από αυτό λόγω της οικονομικής του βάσης. Η σύγκρουση της βάσης και του εποικοδομήματος φαίνεται αναπόφευκτη… και σε αυτή τη διάσταση η πολιτική πρακτική θα παίξει αποφασιστικό ρόλο... Τα οικονομικά συμφέροντα του κεφαλαίου, αλλά και οι δυναμικές της τεχνολογίας οδηγούν στην ενοποίηση, ενώ τα στρώματα που υποτίθεται εκφράζουν τον ηγεμονικό λόγο, δεν μπορούν να προωθήσουν αυτήν την διαδικασία. Από την άλλη, η αριστερά στις πολλαπλές της εκδοχές είναι επίσης διχασμένη – ενώ έχει μια σαφή θέση ξεπεράσματος του «μερικού συμφέροντος» για χάρη του συλλογικού, εντούτοις οι υπάρχοντες θεσμοί που έχουν εγκλωβιστεί σε μια νομισματική ένωση που επιβάλει μια νεοφιλελεύθερη λογική, ωθούν αυξανόμενα μεγάλες μερίδες της αριστεράς στην επιλογή της αποστασιοποίησης από τον υπάρχον οικονομικό πλαίσιο της Ε.Ε.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου