17 Ιαν 2016

Τεχνική επιτροπή για την παιδεία: ακόμα και εδώ παρελαύνει η ρουσφετολογία του ΔΗΣΥ; Πώς θα συζητήσει για τις πολλαπλές οπτικές των ελληνοκυπρίων μια επιτροπή που εκφράζει μια μειοψηφία στο ΔΗΣΥ;





Η ανακοίνωση του διορισμού της επιτροπής για την παιδεία στα πλαίσια των συζητήσεων για το σχέδιο λύσης, δεν μπορεί παρά να θεωρηθεί θετικό βήμα για τη διαδικασία, γενικότερα. Ο χώρος της παιδείας, ακριβώς επειδή είναι, στην πλειοψηφία του έστω, δημοσιος, πρέπει να αντιμετωπίσει την πραγματικότητα της επανένωσης της κοινωνίας – και η ύπαρξη δυο διαφορετικών σχολικών συστημάτων, και ανάλογων διαφοροποιήσεων στις αφηγήσεις για την τοπική Ιστορία [πρόσφατη και παλαιότερη], είναι κάτι που πρέπει να αντιμετωπιστεί. Και το πιο λογικό είναι να κατανοηθούν οι εναλλακτικές αφηγήσεις [οι οποίες είναι καταγεγραμμένες και ακαδημαϊκά, αλλά και στο δημόσιο λόγο] και να έρθουν αντιμέτωπες. Είναι μια αναπόφευκτη διαδικασία. Και καλώς ξεκίνησε. Αλλά αν δει κανείς την επιτροπή, έχει το κωμικό, αν όχι και εξοργιστικό, αίσθημα ότι το όλο θέμα αντιμετωπίστηκε με την παραδοσιακή πρακτική του ΔΗΣΥ να μοιράζει καρέκλες ρουσφετολογικά, και να προσπαθεί να επιβάλει τη δική του βολική, για το ίδιο, άποψη. Το θέμα σχολιάστηκε ήδη στον Πολίτη με άρθρο του Γ. Κακουρη («Από 11, 13 στην επιτροπή») που γινόταν λόγος για «δυσφορία» από την αριστερά, και «υποσχέσεις» από την κυβέρνηση. Αλλα το θέμα είναι ευρύτερο.

Μια επιτροπή που λογοκρίνει τις άλλες οπτικές στο κυπριακό για να ευνοήσει το διορισμό μιας συγκεκριμένης τάσης-ομάδας μέσα στη δεξιά
Η επιτροπή αποτελείται από δυο πανεπιστημιακούς, τους κ. Παπαδάκη και τον κ. Ψάλτη, οι οποίοι εντάχθηκαν στην επιτροπή δικαιωματικά με βάση την ακαδημαϊκή τους εργασία: ο μεν πρώτος για την ανθρωπολογική καταγραφή και ανάλυση των πολλαπλών οπτικών για το κυπριακό και τη βιωμένη τους εμπειρία αλλα και την καταγραφη τους στα σχολικα προγραμματα και των δυο κοινοτητων, και ο κ. Ψάλτης για τη συνεισφορά του, ανάμεσα σε άλλα, και στον Όμιλο Ιστορικού Διάλογου. Αλλά για τους υπόλοιπους[1] ( ή την κυριαρχη ταση αναμεσα τους) το αίσθημα που παίρνει κάποιος είναι ότι φαίνονται να ανήκουν μονοδιάστατα σε εκείνη την οπτική, η οποία αναπτύχθηκε, στη δεξιά, ιδιαίτερα μετά το 2004, και εκφράζει την αφήγηση ότι το βασικό πρόβλημα των δυο κοινοτήτων έχει να κάνει με την ψυχολογική διάσταση της «λανθασμένης εικόνας/προτύπου», που έχουν οι δυο κοινότητες – η μια για την άλλη. Είναι μια αξιοσέβαστη, φυσικά, θέση – αλλά, όχι μόνο δεν καλύπτει όλες τις ελληνοκυπριακές αφηγήσεις, αλλά δεν εκφράζει ούτε τις σχετικες ακαδημαϊκές αναλύσεις. Όσον αφορά στον πολιτικό λόγο, εκφράζει ουσιαστικά μια μερίδα του ΔΗΣΥ, που μάλλον είναι και μειοψηφική.

Στον ακαδημαϊκό χώρο μπορούμε να πούμε ότι υπάρχουν τρία μοντέλα ανάλυσης του κυπριακού [γεωπολιτικο, ταξικο, ψυχολογικο] – και στοιχεία αυτών των μοντέλων διαχέονται στις αφηγήσεις του δημόσιου λόγου.

Ποιά ήταν πραγματικά η ανάγκη να υπερ-αντιπροσωπευτούν δυο οργανώσεις [ο Όμιλος Ιστορικού Διάλογου και το Σπίτι της Συνεργασίας], που είναι θεωρειται ότι πρόσκεινται στο ΔΗΣΥ*; Η υποψήφια του ΔΗΣΥ για την Ευρωβουλή, η κ. Χόπλαρου είναι εκφραστική αυτής της οπτικής – και των προβλημάτων δογματικής προβολής πολιτικών απόψεων, αντί ανάλυσης. Όπως το έθεσε και μια παρατηρητής της εκπαιδευτικής πολιτικής του ΔΗΣΥ στο μέχρι τώρα κατ’ εξοχήν χώρο της δικοινοτικής εκπαίδευσης, την Αγγλική Σχολή: «…το πλαίσιο το οποίον επιτρέπει τον αποκλεισμό της αριστεράς. Μια "πεφωτισμένη" δεξιά η οποία δαιμονοποιεί τους αποκλεισμένους, βαφτίζοντας ταυτόχρονα τον εαυτό της ως της πραγματική αριστερά… την ίδια δικαιολογία άκουσα τότε με τον διορισμό μόνο δεξιών (& φυσικά αρίστων) στο Δ.Σ. της Αγγλικής Σχολής από την κυβέρνηση Αναστασιάδη.»

Όμως, όπως φαίνεται και από τη δουλειά του κ. Παπαδάκη, στην ελληνοκυπριακή κοινότητα δεν έχουμε να κάνουμε μόνο με την επίσημη εκδοχή [και ακόμα και αυτή άλλαξε δραματικά μετά το 1974, όπως φαίνεται και από το κείμενο του «20 χρόνια μετά από τί; Η πολλαπλή νοηματοδότηση του 1974»] αλλά τουλάχιστον και με άλλες  δύο αφηγήσεις [ουσιαστικά τρεις, αλλά δεν αναλύεται η τρίτη που είναι η απορριπτική, του κέντρου] που παραπέμπουν στις δυο μεγάλες παρατάξεις – στην αριστερά και τη δεξιά. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διορισμένης επιτροπής, έχουμε να κάνουμε με μια οπτική που αναπτύχθηκε μετά τη συγγραφή του κειμένου του κ. Παπαδακη,[2] και η  οποία, στην καλύτερη περίπτωση, εκφράζει τη μειοψηφία ακόμα και στο ΔΗΣΥ. Διότι ο ηγέτης της δεξιάς στη μέση δημόσια εκπαίδευση, ο κ.  Ταλιαδώρος εκφράζει την εκ διαμέτρου αντίθετη άποψη. Η κ. Χόπλαρου και ο κ. Ταλιαδώρος είναι alter egos, ουσιαστικά, από το χώρο της δεξιάς, οι οποίοι εναλλάσσονται ανάλογα με τα συμφέροντα του κόμματος/παράταξης – και διεκδικούν και τις δυο περιπτώσεις μια μονοδιάστατη αυταρχική εικόνα που αποκλείει τους υπόλοιπους, τις άλλες αφηγήσεις.

Η λογοκρισία της γεωπολιτικής οπτικής και της ελληνοκυπριακής εμπειρίας αντίστασης στις παρεμβάσεις της χούντας και τις προσπάθειες για διχοτόμηση και επιβολή αυταρχικού καθεστώτος

Στον ακαδημαϊκό χώρο μπορούμε να πούμε ότι υπάρχουν τρία μοντέλα ανάλυσης του κυπριακού [γεωπολιτικο, ταξικο, ψυχολογικο] – και στοιχεία αυτών των μοντέλων διαχέονται στις αφηγήσεις του δημόσιου λόγου. Η μια άποψη μπορεί να χαρακτηριστεί «γεωπολιτική». Άσχετο αν εντάσσει στους παίκτες «έθνη» ή «μεγάλες δυνάμεις» ή ανάλογα «οικονομικά συμφέροντα», με αντιπαράθεση στην Κύπρο [ή με την Κύπρο], η βασική της έμφαση είναι ότι το κυπριακό είναι προϊόν των ευρύτερων διαμαχών στην περιοχή – είτε στο επίπεδο των γειτονικών χωρών-κρατών [Τουρκία, Ελλάδα], είτε στο επίπεδο επέμβασης ξένων μεγάλων δυνάμεων. Σε αυτό το πλαίσιο, η ελληνοκυπριακή αφήγηση τονίζει δικαίως τους αγώνες των ελληνοκυπρίων για ολοκλήρωση της ανεξαρτησίας μετά το 1960. Διότι η περίοδος 1963-1974, δεν ήταν μόνο περίοδος δικοινοτικών διαμαχών [στις οποίες οι τουρκοκύπριοι βρέθηκαν υπό επίθεση], αλλά και μια περίοδος κατά την οποία οι ελληνοκύπριοι αγωνίστηκαν για να εμπεδώσουν τη δημοκρατία και να αποτρέψουν τις επεμβάσεις ελληνικών κυβερνήσεων, ιδιαίτερα της Χούντας. Και αντιστάθηκαν στο πραξικόπημα. Και εκείνοι οι αγώνες, ιστορικά, ήταν και αγώνες για τα ευρύτερα συμφέροντα και δικαιώματα των τουρκοκυπρίων, όπως τεκμηριώνει, με το αίμα του, η δολοφονία του Καβάζογλου και οι επιλογές του ως κορυφαίου τουρκοκύπριου μαρξιστή ηγέτη σε παγκύπριο επίπεδο, στην νεωτερικότητα.  Αυτή η παράλληλη ιστορία της εμπειρίας των ελληνοκύπριων και της τεκμηριωμένης ιστορικής πραγματικότητας, λογοκρίνεται πλήρως από το μοντέλο που υιοθετεί η ομάδα που διορίστηκε.

Ίσως οι ενοχές της δεξιάς για το ρόλο μερίδας των προγόνων της για το 1974, να βοηθούν στην ερμηνεια της προσπάθειας για λογοκρισία. Στο μοντέλο ερμηνείας που υιοθετήθηκε με τους διορισμούς στην επιτροπή, αντιπαραβάλλεται απλώς η μια στην άλλη κοινότητα και οι επίσημες αφηγήσεις τους – με συμπέρασμα ότι πρέπει να αγνοηθεί η εμπειρία. Διότι για να κατανοηθεί το δίκαιο των τουρκοκυπρίων που έζησαν στους θύλακες, πρέπει να κατανοηθεί ότι οι ελληνοκύπριοι στην πλειοψηφία τους δεν είχαν ως στόχο τους τουρκοκύπριους, αλλά υπερασπίζοντας τον Μακάριο απέναντι στη χούντα, υπερασπίζονταν και την ανεξαρτησία και τη δημοκρατία. Και δεν χρειάζεται να είναι κανείς μαρξιστής για να κατανοήσει την ιστορική φράση «οι άνθρωποι φτιάχνουν την Ιστορία τους, αλλά όχι σε συνθήκες που επιλέγουν οι ίδιοι».

…η περίοδος 1963-1974, δεν ήταν μόνο περίοδος δικοινοτικών διαμαχών [στις οποίες οι τουρκοκύπριοι βρέθηκαν υπό επίθεση], αλλά και μια περίοδος κατά την οποία οι ελληνοκύπριοι αγωνίστηκαν για να εμπεδώσουν τη δημοκρατία και να αποτρέψουν τις επεμβάσεις ελληνικών κυβερνήσεων, ιδιαίτερα της Χούντας. Και αντιστάθηκαν στο πραξικόπημα. Και εκείνοι οι αγώνες, ιστορικά, ήταν και αγώνες για τα ευρύτερα συμφέροντα και δικαιώματα των τουρκοκυπρίων, όπως τεκμηριώνει, με το αίμα του, η δολοφονία του Καβάζογλου και οι επιλογές του ως κορυφαίου τουρκοκύπριου μαρξιστή ηγέτη σε παγκύπριο επίπεδο, στην νεωτερικότητα.  Αυτή η παράλληλη ιστορία της εμπειρίας των ελληνοκύπριων και της τεκμηριωμένης ιστορικής πραγματικότητας, λογοκρίνεται πλήρως από το μοντέλο που υιοθετεί η ομάδα που διορίστηκε.

Σε ένα  άρθρο της[3] λ.χ. η κ. Χόπλαρου, στο οποίο προσπαθεί να κάνει κριτική σε ότι αποκαλεί «ρωσοφιλία», αναφέρεται στο ουκρανικό, και μετά, χωρίς να σχολιάσει καν το ίδιο το πραξικόπημα στο Κίεβο που οδηγησε σε ένα πογκρομ εναντιον αντιφρονουντων [ξεκινωντας από την αποπειρα απαγορευσης της ρωσικης γλωσσας μεχρι [μετα την δημοσιευση του αρθρου] στην σφαγή [μερικούς τους έκαψαν ζωντανούς] των 48 αντιφασιστων στην Οδησσό] καταλήγει ότι αφού είμαστε με τη Δύση πρέπει να υποστηρίζουμε ό,τι λέει.. «Η προτεραιότητά μας όμως δεν μπορεί να είναι άλλη από την τήρηση των δεσμεύσεών μας εντός της πολιτικής συμμαχίας μέσα στην οποία βρισκόμαστε.»[4]

Μια τυπικη δήλωση δογματικού ήθους και της ανάλογης ρητορικής: αν κάτι συμφωνεί με τη θρησκευτική μου θέση ["ανήκωμεν στην Δύση"] τότε η πραγματικότητα, η τα θύματα εγκλημάτων κλπ, δεν έχουν σημασία. Πάνω από όλα το "ιερό" - ανήκωμεν στη Δύση . Δηλαδή σε αυτό το πλαίσιο, κακώς αντιστάθηκαν οι ελληνοκύπριοι στο πραξικόπημα ή στο σχέδιο Άτσεσον; Αφού έπρεπε, κατά τη συγγραφέα, να υπακούσουν στη Δύση. Ουσιαστικά, αυτή η αφήγηση μπορεί να εκτραπεί και σε μια απολογία για την αποικιοκρατία. Μπορεί, βέβαια, να πάει και αλλού, σε πιο θετικες κατευθυνσεις – αλλά όταν εκπροσωπείται μόνο αυτή, είναι ήδη βαθύτατα αντιδημοκρατικό.

Η κωμική λογοκρισία της αριστεράς: αυτοί που για δεκαετίες τα είχαν με το αριστερό σύνθημα «οι τούρκοι της Κύπρου είναι αδελφοί μας» [ακόμα και σε συλλαλητήρια του Μακάριου], σήμερα θέλουν να λογοκρίνουν και την οπτική και το λόγο της αριστεράς σε αυτό που η αριστερά συντήρησε και επανοικοδομησε για δεκαετίες… το κλίμα επανένωσης

Και  η πιο εκφραστική στάση είναι απέναντι στην αριστερά - χωρίς να σημαίνει ότι το πρόβλημα αφορά μόνο την αριστερά. Διότι πώς να συμβιβαστεί ο δημόσιος λόγος είτε των απορριπτικών του κέντρου, που υποστηρίζουν τη σημασία της ανεξαρτησίας, ή της ακροδεξιάς που εκφράζει ο κ. Ταλιαδώρος, αν αυτές οι απόψεις, οι αριστερες, δεν εκφραστούν στην «επιτροπή» - και ληφθούν υπό όψιν στην εισήγηση του τελικού πλαισίου; Ή μήπως η σκέψη είναι ότι θα εξαγοραστεί ο Ταλιαδώρος με άλλη καρέκλα κοκ; Τέτοιες πρακτικές είχαμε και το 1960 και είδαμε που κατάληξαν. Όσο και να καμώνονται τους «φιλελευθέρους» μερικοί στο ΔΗΣΥ, η πρακτική τους είναι σαφώς Γιωρκατζική – εξαγοράζει απόψεις με θέσεις και οδηγεί στη διάχυση των πελατειακών σχέσεων ακόμα και σε τέτοια θέματα.

Η αριστερά φαίνεται να αποκλείεται πλήρως από την επιτροπή. Ούτε ένας που να πρόσκειται είτε στο ΑΚΕΛ[5] [ο ΔΗΣΥ, είπαμε, έχει υποψήφια ευρωβουλευτή, και διάφορους άλλους σχετικούς-σχετιζόμενους, και η ΕΔΕΚ φαίνεται να έχει μια συγγενική σχέση], και σχεδόν κανένας στην ευρύτερη αριστερά. Δεν μπορεί να μιλήσει κανείς ιστορικά για το κυπριακό χωρίς αναφορά στο ιστορικό φαινόμενο της δικοινοτικής αριστεράς, και της διατήρησης ενός κοινού οράματος [όπως τεκμηρίωσε ο Γιάννης Παπαδάκης και τη δεκαετία του 1990 και μετά] ακόμα και μετά το 1974. Η αριστερή θέση, ενώ συμφωνεί με τη ψυχολογική θέση για την επίδραση των πολιτιστικών συμβόλων [και είναι η παράταξη που επέμενε μετά το 1974 να ενταχθεί η επαναπροσέγγιση και στο δημόσιο λόγο και στην παιδεία], ταυτόχρονα συμφωνεί, μέσα από τη δική της μαρξιστική-ταξική ανάλυση, ότι οι γεωπολιτικές δυναμικές καθορίζουν την εξέλιξη του κυπριακού. Αλλά τονίζει επίσης και την επίδραση των εσωτερικών ταξικών συμφερόντων, που οδήγησαν τη δεξιά στην αποδοχή ενός ακραίου εθνικισμού – έστω και αν οι ηγέτες της δεν τον ασπάζονται ιδιωτικά. Τους σύμφερε, όμως ταξικά, ως μετατόπιση.

Είναι και η αριστερή οπτική μια επίσης αξιοσέβαστη άποψη. Και να μην υπάρχει σχεδόν κανένας με αριστερή οπτική στην επιτροπή; Ούτε ένας από την οπτική και την παράταξη που στήριξε τη συμβίωση για δεκαετίες; Πόσο πιο πολύ αυταρχική μπορεί να είναι η νοοτροπία που διέπει το διορισμό αυτής της επιτροπής;

Και όταν θα αρχίσουν να φωνάζουν οι απορριπτικοί, δικαιολογημένα, ποιός θα ενδιαφέρεται να στηρίξει ένα ρουσφετολογικό κόλπο της ηγεσίας του ΔΗΣΥ και των φίλων της;…
Για να έχει κανείς συγκριτικό μέτρο, θα πρέπει να θυμάται ότι η προηγούμενη, αριστερή κυβέρνηση Χριστόφια, όταν διόρισε την επιτροπή για την Ιστορία στα πλαίσια της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης, όχι μόνο δεν λογόκρινε [η κ. Χόπλαρου είχε γενικότερη εμπλοκή τότε] αλλά και αποδέχτηκε τον διορισμό μειοψηφίας από τα αναλυτές της αριστερής οπτικής για το θέμα της Ιστορίας. Τώρα, αντίθετα, έχουμε μια μονοκομματική δικτατορία της δεξιάς. Αν αυτή η επιτροπή παράξει κάτι, ποιός θα το αποδεχτεί και γιατί; Ακόμα και μέσα στο ίδιο το κυβερνών κόμμα, αυτές οι απόψεις φαινονται να είναι μειοψηφικές, όπως φανηκε και το 2004, αλλά και μετά..

Η αριστερά φαίνεται να αποκλείεται πλήρως από την επιτροπή. Ούτε ένας που να πρόσκειται είτε στο ΑΚΕΛ [ο ΔΗΣΥ, είπαμε, έχει υποψήφια ευρωβουλευτή, και διάφορους άλλους σχετικούς-σχετιζόμενους, και η ΕΔΕΚ φαίνεται να έχει μια συγγενική σχέση], είτε έστω στην ευρύτερη αριστερά. Δεν μπορεί να μιλήσει κανείς ιστορικά για το κυπριακό χωρίς αναφορά στο ιστορικό φαινόμενο της δικοινοτικής αριστεράς, και της διατήρησης ενός κοινού οράματος [όπως τεκμηρίωσε ο Γιάννης Παπαδάκης και τη δεκαετία του 1990 και μετά] ακόμα και μετά το 1974

Υπάρχει βέβαια και η πιθανότητα, με δεδομένο το προηγούμενο της Αγγλικής Σχολής, όπου η κυβέρνηση παραχώρησε την πλειοψηφία στους απορριπτικούς για να εξαγοράσει την υποστήριξή τους γενικότερα, η σύνθεση της επιτροπής να είναι σκόπιμα τόσο μονοδιάστατη και προκατελειμένη, έτσι ώστε να περιπέσει στην ανυποληψία. Αφού κανείς δεν αναμένεται να τη στηρίξει – μέχρι και ο συνήθης ύποπτος, που στηρίζει έστω και αποσπασματικές προσπάθειες για την επαναπροσέγγιση, η αριστερά, έχει αποκλειστεί και άρα δεν είναι πιθανό να ασχοληθεί μαζί με την εν λόγω επιτροπή. Στο ΔΗΣΥ, παιχνίδι θα κάνει ο Ταλιαδώρος.. Οπότε;..

Γενικότερα, όμως, η δογματική απόπειρα να επιβληθεί μια κομματική θέση [και αυτή ανάλογα με την χρησιμότητάς της για άλλους λόγους και συμφέροντα] μερίδας της ηγεσίας του ΔΗΣΥ σε ένα θέμα που αφορά ολόκληρη την κοινωνία και άρα έπρεπε να ληφθούν υπ’ όψιν οι απόψεις όλων, είναι μια θλιβερή επανάληψη της μονομέρειας της δεξιάς, όποτε βρεθεί στην εξουσία. Τα ίδια έκανε και την περίοδο 1960 - 1974, τα ίδια έκανε και την περίοδο 1993-2003. Αν διδάσκει, όμως, κάτι το κυπριακό, αυτό είναι η πολλαπλότητα των αφηγήσεων. Έτσι, αντί να ψάχνουν μερικοί τρόπους ικανοποίησης κακομασημένων εισαγόμενων ιδεών και καθυστερημένων, όσον αφορά στην πρόσληψη από τους ίδιους, αναλυτικών μεθόδων, θα ήταν σοφότερο να ακολουθεί η πιθανότητα του μοντέλου των πολλαπλών εκδοχών, που θα δημιουργούν μια δυναμική αποδοχής της εμπειρίας των ντε φάκτο υπαρκτών αποσπασμάτων. Και σε αυτό, θα χωράνε, όχι μόνο οι συλλογικές εμπειρίες κάθε κοινότητας, αλλά και οι εσωτερικές τους διαφοροποιήσεις. Και όσοι θέλουν να πουλήσουν την παρθενογένεση ως άποψη θεωρητική, όπως η διορισμένη δογματική εκδοχή των του ΔΗΣΥ στην επιτροπή, θα ήταν επίσης σοφό να μελετούσαν λίγο κυπριακή ιστορία. Θα έβρισκαν ανάλογες, με τις δικές τους απόψεις και στο παρελθόν. Το γιατί αποτύγχαναν να επικρατήσουν, έστω στο χώρο της δεξιάς από όπου προέρχονται, και αντίθετα συχνά κατέληγαν απολογητές της ρουσφετολογίας [όπως έκανε και ο κ. Γ. Κληρίδης ως πολιτικός] είναι ένα θέμα, που θα ήταν σοφότερο να το μελετούσαν πριν να προσπαθήσουν να επιβάλουν τις απόψεις τους, στους υπόλοιπους.

Έτσι, αντί να ψάχνουν μερικοί τρόπους ικανοποίησης κακομασημένων εισαγόμενων ιδεών.. θα ήταν σοφότερο να ακολουθεί η πιθανότητα του μοντέλου των πολλαπλών εκδοχών… Και σε αυτό, θα χωράνε, όχι μόνο οι συλλογικές εμπειρίες κάθε κοινότητας, αλλά και οι εσωτερικές τους διαφοροποιήσεις. Και όσοι θέλουν να πουλήσουν την παρθενογένεση ως άποψη θεωρητική, όπως η διορισμένη δογματική εκδοχή των του ΔΗΣΥ στην επιτροπή, θα ήταν.. σοφό να μελετούσαν λίγο κυπριακή ιστορία…. Το γιατί, οι πρόγονοί τους αποτύγχαναν να επικρατήσουν, έστω στο χώρο της δεξιάς από όπου προέρχονται, και αντίθετα συχνά κατέληγαν απολογητές της ρουσφετολογίας [όπως έκανε και ο κ. Γ. Κληρίδης ως πολιτικός] είναι ένα θέμα, που θα ήταν σοφότερο να το μελετούσαν πριν να προσπαθήσουν να επιβάλουν τις απόψεις τους, στους υπόλοιπους.


ποσημείωση: O Πρόεδρος του Home for Cooperation, κ. Κυριάκος Παχουλίδης έκφρασε την διαφωνια του με την ταύτιση του οργανισμού με τον ΔΗΣΥ και συγκεκριμένα με την διατύπωση: "θεωρείται ότι πρόσκεινται (οι οργανώσεις) στο ΔΗΣΥ"





Οι ακόλουθοι είναι τα μέλη της επιτροπής με σχόλια για το τί καταγράφηκε σε μια αρχική έρευνα στο χώρο της δεξιάς επαναπροσέγγισης και στο ίντερνετ.
1. Μιχαλίνος Ζεμπύλας (Πρόεδρος) – Ακαδημαϊκός στο Ανοικτό Πανεπιστήμιο – ο ίδιος εντάσσεται στον κύκλο που σχετίζεται με το Χάρη Γεωργιάδη και τη ΜΚΟ CARDET (http://webcache.googleusercontent.com/search?q=cache:0OE9e9QFeX0J:www.crta.org.cy/images/users/1/Power%2520Point%2520Presentation.ppsx+&cd=49&hl=en&ct=clnk&gl=us  και http://kritiki.gr/book_author/%CE%B6%CE%B5%CE%BC%CF%80%CF%85%CE%BB%CE%B1%CF%83-%CE%BC%CE%B9%CF%87%CE%B1%CE%BB%CE%B9%CE%BD%CE%BF%CF%83/ )
2. Κωνσταντίνα Χαραλάμπους 
3. Γιάννης Παπαδάκης - Παν. Κύπρου
4. Χάρης Ψάλτης -  Παν Κύπρου και Σύνδεσμος Ιστορικού Διαλόγου 
5. Λοϊζος Λουκαϊδης - Σπίτι της Συνεργασίας 
6. Λένια Σεμελίδου - υπήρξε πρόεδρος και αντιπρόεδρος της ΟΕΛΜΕΚ - http://religiousnet.blogspot.com/2009/03/blog-post.html Κάποιες από τις ιδέες της εδώ στο τέλος -  http://www.hagitegas.gr/2009/12/bomba-stin-alithini-parapaideia/ και εδώ "Επίσης η αντιπρόεδρος της ΟΕΛΜΕΚ Λένια Σεµελίδου µε τη σειρά της είπε ότι έρχονται µαθήτριες στα σχολείο που δεν γνωρίζουν αν πουν καληµέρα και όταν χρειαστεί αν επικοινωνήσουν µε τους γονείς τους χρειάζονται µεταφραστές" - http://www.medinstgenderstudies.org/wp-content/uploads/MIGS-in-the-media_-young-migrant-women-in-secondary-education-paideia-news-18-10-2011.pdf

7. Ρένα Γιαβρή - νυμφευμένη με το Δημήτρη Παπαδάκη της ΕΔΕΚ
8. Μαρίνα Αρμεύτη -  Ομάδα Κύπρος [;] 
9. Μάριος Επαμεινώνδας -  νυμφευμένος με τη Ξένια Κωνσταντίνου, της ΓΟΔΗΣΥ. Συμμετείχε στην ομάδα (επί Χριστόφια) για τα νέα αναλυτικά προγράμματα [;] και έχει άμεσες σχέσεις με το Σπίτι της Συνεργασίας
10. Ρένα Χόπλαρου – υποψήφια ευρωβουλευτής του ΔΗΣΥ,  μέλος του οργανωτικού πλαισίου για την εκπαιδευτική μεταρρύθμιση επί Χριστόφια/Δημητρίου, είχε εμπλοκή με το Σπίτι της Συνεργασίας και με την Ομάδα «Μένουμε Ευρώπη»

[2] Στην ανθρωπολογική καταγραφή του Παπαδάκη, ο κυρίαρχος λόγος στο εσωτερικό της δεξιάς καταγράφεται ως εθνικιστικός, ο οποίος θεωρεί ότι το κυπριακό είναι σύγκρουση Ελληνισμού-Τουρκισμού.
[5] Σύμφωνα με πληροφορίες μας προτάθηκαν οι Α. Δημητρίου και Π. Σταυρινίδης – και είναι αυτοι οι δυο που αναφερονται στο κειμενο του Πολιτη, ότι θα διορισθουν σε μια αποπειρα «διορθωτικης κινησης». Αποκλείστηκαν όμως από την αρχικη – και την μεχρι στιγμης - συνθεση. Και οι απόψεις τους δεν είναι ούτε ακραίες, ουτέ καν εκφράζουν το ευρύτερο αριστερό αναλυτικό πλαίσιο. Αντίθετα είναι και οι δυο εμπλεκόμενοι με την εκπαίδευση. Αλλά φαίνεται η ανάγκη για καρέκλες από την μια, και η εμμονή στην ημετεροκρατία από την άλλη, καταλήγουν εδώ: στην λογοκρισία και τον αποκλεισμό.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου