30 Αυγ 2015

Για την επαναφορά της αόριστης επιβίωσης του «–σμου» μέσα από την κυπριακή Ομοσπονδία




«Ο τουρκισμός της Κύπρου μπορεί να επιβιώσει μόνο μέσα από τη λύση του Κυπριακού»…
«Η εθνική επιβίωση των Τούρκων της Κύπρου μπορεί να διασφαλιστεί μόνο μέσα από μια δικοινοτική διζωνική Ομοσπονδία»…

Οι φράσεις αυτές δεν ακούστηκαν δημόσια από την τουρκοκυπριακή κοινότητα τουλάχιστον μέχρι στιγμής… Όμως, εάν ακούγονταν, ο καθένας μπορεί να αντιληφθεί ποιές θα ήταν οι αντιδράσεις – δικαιολογημένες ή αδικαιολόγητες – από μερίδα της ελληνοκυπριακής κοινότητας.

Και όμως, η ρητορική που επικεντρώνεται στην ανάδειξη της αναγκαιότητας για μια λύση και ειδικά για μια ομοσπονδιακή λύση ως μορφή/τρόπος «επιβίωσης του κυπριακού ελληνισμού», φαίνεται να κατατάσσεται πλέον ως ένα νέο λεγόμενο mainstream σε διάφορες αναλύσεις φιλελεύθερων κύκλων. Η επιχειρηματολογία για μια λύση που θα «σώζει τον ελληνισμό της Κύπρου» βεβαίως δεν είναι καινούργια στο χώρο της ελληνοκυπριακής δεξιάς, αλλά η ένταση με την οποία προβάλλεται το τελευταίο χρονικό διάστημα από διάφορους παράγοντες (και όχι μόνο από μια μερίδα του ΔΗΣΥ), αναγκάζει σε μια πιο προσεκτική ματιά στις διάφορες πτυχές που συμπεριλαμβάνει η συγκεκριμένη προσπάθεια νομιμοποίησης της λύσης του Κυπριακού.

Μήπως η ένταση της ενσωμάτωσης του «ελληνισμού της Κύπρου» στις αναζητήσεις για ομοσπονδία είναι αποτέλεσμα ενός νέου σταδίου συμφιλίωσης της Δεξιάς με την ιδέα της επανένωσης; Ή μήπως είναι κομμάτι μιας ευρύτερης στρατηγικής διεύρυνσης του θετικού ελληνοκυπριακού ακροατηρίου υπέρ της λύσης με στόχο τη διασφάλιση πλειοψηφικού ρεύματος του ‘Ναι’ σε ενδεχόμενο δημοψήφισμα; Ή μήπως είναι μια μέθοδος μείωσης/κατευνασμού των εσωτερικών ιστορικών αντιφάσεων που κουβαλά η Δεξιά σε σχέση με την επίλυση του Κυπριακού και τη θέση της Τουρκοκυπριακής κοινότητας σε αυτή τη λύση; Μια ολοκληρωμένη απάντηση, πολύ πιθανόν να συμπεριλαμβάνει όλα τα πιο πάνω ερωτήματα…

Όμως, οποιοδήποτε και να είναι το κίνητρο ή η αιτία για την ένταση με την οποία γίνεται προσπάθεια να νομιμοποιηθεί η ομοσπονδιακή λύση με εθνοκοινοτικά/εθνικά προσδιορισμένα κριτήρια, αυτή η προσέγγιση είναι τουλάχιστον προβληματική. Η προσπάθεια θεωρητικοποίησης της «αρμονίας» μεταξύ μιας ομοσπονδίας και της ύπαρξης «εθνοκοινοτικών άκρων», φέρει έντονες ιστορικές, αλλά και ιδεολογικές αντιφάσεις. Αυτές οι αντιφάσεις γίνονται ακόμα πιο εμφανείς, εάν λάβει κάποιος υπόψην τη βαριά σκιά της σύγχρονης κυπριακής ιστορίας και της αναγκαιότητας για ένα ομοσπονδιακό συνεταιρισμό. Ιδιαίτερα εφόσον μια ομοσπονδία «εκ της φύσης της» απαιτεί συναινέσεις στον πλουραλισμό και τη συνεργασία μεταξύ των «διαφορετικών», είναι μάλλον αυτή η συνεχής υπογράμμιση των «διαφορετικών» και η μετατροπή τους σε δημόσιο πολιτικό πρόγραμμα που δημιουργεί, παρά να επιλύει προβλήματα.

Αξίζει, λοιπόν, μια σύντομη αποκωδικοποίηση αυτών των αντιφάσεων και αδιεξόδων που προκαλεί η πιο πάνω προσέγγιση, με δεδομένη την ανάγκη μιας περιεκτικής συζήτησης τόσο για τη διαδικασία λύσης του Κυπριακού, αλλά πολύ περισσότερο για την «ημέρα μετά τη λύση», εάν και εφόσον αυτή επιτευχθεί.

Ο ιστορικός αναχρονισμός…

Όπως έχει ήδη προαναφερθεί, η υπογράμμιση μιας αόριστης επιβίωσης του «εθνικού –σμού» (ελληνισμού ή τουρκισμού) ως το κυρίαρχο στοιχείο σε μια συναινετική ομοσπονδία χαλά «τη σούπα» από την αρχή, αφού δημιουργεί αυτόματα και ενστικτωδώς αντιδράσεις σε ένα ήδη «εθνοκοινοτικά» διαμελισμένο χώρο. Όμως πέραν αυτού, η επαναφορά των «εθνικών –σμων» στις σημερινές συνθήκες αποτελεί ένα ιστορικό αναχρονισμό. Τα ερωτήματα της ταυτότητας στην Κύπρο τέθηκαν και απαντήθηκαν κατά τους προηγούμενους αιώνες. Απαντήθηκαν, μάλιστα, με τρόπο οριστικό και βίαιο, ενώ η επαναφορά τους από κύκλους που θέλουν να εμφανίζονται ως εκσυγχρονιστές προκαλεί όχι μόνο νέα ερωτήματα, αλλά και νέα διλήμματα για τους στόχους που τίθενται μέσα από μια λύση του Κυπριακού.

Ενώ η ομοσπονδία απαιτεί συναινέσεις με τρόπο που να διανοίγονται οι προοπτικές υπέρβασης των διχασμών του παρελθόντος, η συγκεκριμένη επιχειρηματολογία μετατρέπει εκ νέου βασικά στοιχεία που οδήγησαν στο πρόβλημα, όχι μόνο ως «ανυπέρβλητα», αλλά και ως αντικείμενα κατοχύρωσης μέσα από την επιδιωκόμενη λύση. Δηλαδή οι ελληνοκύπριοι θα πρέπει να υπερψηφίσουν την ομοσπονδιακή επίλυση του Κυπριακού, επειδή αυτή θα κατοχυρώνει μια αναχρονιστική ερμηνεία της εθνοκοινοτικής τους ταυτότητας, επειδή αυτή η λύση θα αναδεικνύει ακριβώς τη διαφορετική εθνοκοινοτική τους παρουσία στην νέα εξουσία. Σύμφωνα με αυτό το σκεπτικό, το ίδιο θα πρέπει να πράξουν και οι τουρκοκύπριοι… μια τέτοια προσπάθεια, όμως, «φυσιολογικά» θα καταδικαστεί από μια μερίδα των ελληνοκυπρίων ως τουλάχιστον διχοτομική…!

Επομένως, η προσπάθεια για οικοδόμηση κρατικών θεσμών που να επανενώνουν, θα γίνεται με την προϋπόθεση ότι αυτοί οι θεσμοί εξουσίας θα πρέπει την ίδια στιγμή να αναπαράγουν, να εγγυώνται και να διαφυλάσσουν εκείνο ακριβώς το διαχωρισμό που στο παρελθόν εμπόδισε – στον ένα ή στον άλλο βαθμό – το δημιουργικό διαμοιρασμό της εξουσίας ανάμεσα στους Κύπριους.

Επιπλέον η επιδίωξη για «επιβίωση των –σμων» μέσα από τη λύση του Κυπριακού, δεν προϋποθέτει μόνο την αυτοεπιβεβαίωση τους μέσα από τους νέους θεσμούς που θα δημιουργηθούν, αλλά επιπλέον επιτάσσει και την αναπαραγωγή της «απειλής» από «απέναντι». Δηλαδή εκείνης ακριβώς της «απειλής» που γέννησε στο παρελθόν (αλλά για κάποιους φαίνεται να αναγεννά και στο παρόν) την ανάγκη για «επιβίωση»… μια επιβίωση εθνικιστικά και διαχωριστικά προσανατολισμένη. Η ομοσπονδία σε ένα τέτοιο πλαίσιο, αλλά τελικά και η ό,ποια μορφή επίλυσης του Κυπριακού, αντιμετωπίζεται κυρίως ως μια «τεχνική πράξη» συμβιβασμού και συμφωνίας με τον «εθνοτικό άλλο», με τον «εθνικό αντίπαλο» και τη δυνητική «απειλή» και σίγουρα όχι με τον μελλοντικό συνοδοιπόρο.
 
Πολιτικοί και ψηφοθηρικοί αναχρονισμοί…




Βεβαίως, κάποιος θα μπορούσε να απαντήσει στα πιο πάνω ότι ένα πλειοψηφικό ρεύμα που θα οδηγήσει στην αποδοχή ενός πιθανού σχεδίου λύσης πρέπει να συμπεριλάβει και τις «ιστορικές ανησυχίες» της Δεξιάς… Όμως και πάλι αυτή η εργαλειακή προσέγγιση του ζητήματος μπορεί να αποδειχθεί κοντόφθαλμη, αφού το μεγάλο ζήτημα είναι η διαλεκτική σχέση μεταξύ της πλειοψηφικής έγκρισης της λύσης και της επόμενης μέρας. Το ένα μέρος δεν μπορεί να διαχωριστεί εύκολα από το άλλο.

Στο σημείο αυτό, η θεοποίηση των κυπριακών «–σμων» έρχεται για να επιβεβαιώσει τους παραμορφωτικούς καθρέφτες όλων αυτών που και στις δύο κοινότητες, ούτως ή άλλως, δεν επιθυμούν καμιά επανενωτική λύση του Κυπριακού. Αυτή η θεοποίηση προβάλλει ως μια αυθαίρετη δικαίωση στις ανυπόστατες «ανησυχίες» που δημιουργεί επίπλαστα μια μερίδα παραγόντων και στις δύο κοινότητες, η οποία θα καταψηφίσει πιθανό σχέδιο λύσης με ακριβώς το ίδιο ρητορικό δίλημμα… από την ανάποδη. Για αυτούς τους παράγοντες, η εν λόγω «επιβίωση» είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τη μη επίλυση του Κυπριακού. Τόσο στην ελληνοκυπριακή, όσο και στην τουρκοκυπριακή κοινότητα, αυτοί οι κύκλοι θεωρούν ότι η άρση της διχοτόμησης είναι η βάση εξαφάνισης των «-σμων». Μνημειώδεις, άλλωστε, είναι οι αντιδράσεις και ο παροξυσμός που επικράτησε και στις δύο κοινότητες στην ιδέα της εκ περιτροπής προεδρίας και της διασταυρούμενης-σταθμισμένης ψήφου. Δημιουργείται έτσι το σοβαρό ενδεχόμενο, η όλη συζήτηση για την αναγκαιότητα υπερψήφισης ή απόρριψης ενός ενδεχόμενου σχεδίου λύσης να εγκλωβιστεί στην αναπαραγωγή των εθνοτικών διαχωρισμών και σε μια έμμεση κούρσα για τη διασφάλιση μιας αυθαίρετης ερμηνείας τους στις μελλοντικές – ομοσπονδιακές – δομές εξουσίας. Αυτό με τη σειρά του θολώνει τα νερά και σε σχέση με τις άλλες, ίσως πιο ουσιαστικές πτυχές, της κυπριακής ιστορίας και του πολιτικού προβλήματος του τόπου.

Βεβαίως, η δικοινοτικότητα του κυπριακού κράτους – ομοσπονδιακού ή ενιαίου – είναι ένα «αναπόδραστο» ιστορικό στοιχείο, το οποίο καμιά λύση δεν μπορεί να παραβλέψει, αλλά ούτε και να υποτιμήσει. Όμως, η αρχική δημιουργία και η μετέπειτα επιβολή μιας ανάγκης για «εθνική επιβίωση» (όπως μόνο μια μερίδα ερμηνεύει το «εθνικό» της επιβίωσης) μέσα από τη λύση, αλλά πολύ περισσότερο η μετατροπή αυτής της ανάγκης σε κυρίαρχο ιδεολογικό λόγο που στοχεύει στο να μετατρέψει το ‘Ναι’ σε πλειοψηφικό, φέρει εξ’ αρχής κενά και αντιθέσεις που προκαλούν φυγόκεντρες και όχι κεντρομόλες δυναμικές προς την ιδέα μιας κοινής Κύπρου.      


…η επιδίωξη για «επιβίωση των –σμων» μέσα από τη λύση του Κυπριακού, δεν προϋποθέτει μόνο την αυτοεπιβεβαίωση τους μέσα από τους νέους θεσμούς.. αλλά επιπλέον επιτάσσει και την αναπαραγωγή της «απειλής» από «απέναντι». Δηλαδή εκείνης ακριβώς της «απειλής» που γέννησε στο παρελθόν (αλλά για κάποιους φαίνεται να αναγεννά και στο παρόν) την ανάγκη για «επιβίωση»… μια επιβίωση εθνικιστικά και διαχωριστικά προσανατολισμένη. Η ομοσπονδία σε ένα τέτοιο πλαίσιο, αλλά τελικά και η ό,ποια μορφή επίλυσης του Κυπριακού, αντιμετωπίζεται κυρίως ως μια «τεχνική πράξη» συμβιβασμού και συμφωνίας με τον «εθνοτικό άλλο», με τον «εθνικό αντίπαλο» και τη δυνητική «απειλή» και σίγουρα όχι με τον μελλοντικό συνοδοιπόρο……Βεβαίως, η δικοινοτικότητα του κυπριακού κράτους – ομοσπονδιακού ή ενιαίου – είναι ένα «αναπόδραστο» ιστορικό στοιχείο.. Όμως, η αρχική δημιουργία και.. επιβολή μιας ανάγκης για «εθνική επιβίωση»..φέρει εξ’ αρχής κενά και αντιθέσεις που προκαλούν φυγόκεντρες και όχι κεντρομολες δυναμικές προς την ιδέα μιας κοινής Κύπρου.       

Οι τρεις πολιτικο-κοινωνικοί πόλοι της ελληνοκυπριακής κοινότητας μπροστά στη λύση




Το κυπριακό φαίνεται να μπαίνει σε μια νέα διαδικασία λύσης – ή,  για να το πούμε πιο σωστά, σε μια νέα προσπάθεια ολοκλήρωσης της διαδικασίας λύσης. Η προηγούμενη προσπάθεια διακόπηκε με την εκλογή Έρογλου το 2010 και ακολούθως με την υστερία που κατασκευάστηκε γύρω από την έκρηξη στο Μαρί – εν μέρει και για να συγκαλυφθούν τα σκάνδαλα των τραπεζών.

Τον Αύγουστο που μας πέρασε, το απορριπτικό μέτωπο φάνηκε να εντείνει την κριτική για την επερχόμενη λύση. Ενθαρρυμένο, ίσως, από τη γενική κριτική για την κυβέρνηση, αλλά και τα ειρωνικά σχόλια για τη δήλωση Αναστασιάδη για "Ηνωμένες πολιτείες Κύπρου", φάνηκαν να διεκδικούν ένα ευρύτερο κοινό πέρα από τη δυσφορία που πλανιέται στο χώρο του ιστορικού απορριπτισμού. Τα επεισόδια στο μνημόσυνο των Ισαάκ και Σολωμού έδειξαν επίσης ότι η ακροδεξιά θα προσπαθήσει να εκμεταλλευτεί την περίοδο που έρχεται – αλλά και ότι μερίδα, τουλάχιστον, του απορριπτικού μετώπου θα προσπαθήσει να τους συγκαλύψει. Τα κόμματα πάντως και τα mainstream ΜΜΕ [απορριπτικά ή μη] άσκησαν έντονη κριτική στην εκτράχυνση του δημόσιου λόγου και των σχετικών συμπεριφορών.

Το πλεονέκτημα της κυβέρνησης για την ώρα φαίνεται να είναι η στάση του ΑΚΕΛ, που παρά τη σαφή αντιπολιτευτική του στάση σε άλλα θέματα [ιδιαίτερα στην οικονομία] τηρεί μια υποστηρικτική στάση στο κυπριακό – ιδιαίτερα καθώς επιβεβαιώνεται η δική του ιστορική θέση, αλλά και οι διαπραγματεύσεις από την προηγούμενη κυβέρνηση. Αυτό φάνηκε πιο καθαρά, καθώς οι διαπραγματεύσεις μπήκαν στο περιουσιακό, όπου η συζήτηση γίνεται πάνω στα βασικά κριτήρια που διαμορφώθηκαν στις συγκλίσεις Χριστόφια-Ταλάτ. Και ήδη, ο Ακιντζί ξεκαθάρισε ότι δεν τίθεται θέμα αλλαγής του πλαισίου για την εκ περιτροπής προεδρία – άφησε απλώς ανοικτό το ενδεχόμενο  διαφορετικής διάρκειας της θητείας του εκπροσώπου κάθε κοινότητας. Εδώ αξίζει να σημειωθεί μια κάποια διαφοροποίηση του Πρ. Προδρόμου, ο οποίος σε άρθρο του στο Φιλελεύθερο προσπάθησε να προβεί σε ένα whitewash της μεταστροφής του από απορριπτικός το 2004 σε απολογητή της λύσης σήμερα, τελειώνοντας με μια αρνητική αναφορά στην εκ περιτροπής. Βέβαια, η δυναμική της «καρέκλας» που τον έφερε πίσω στον ΔΗΣΥ να αποδέχεται αυτά που κάποτε αναθεμάτιζε, είναι ξεκάθαρο που θα προσμετρήσει θετικά, αν και όταν «φέρει ο φούρνος την πυρά». Ευρύτερα, είναι σαφές από τα μέχρι στιγμής δεδομένα ότι αρκετοί μέσα στον ΔΗΣΥ δεν έχουν βρει ακόμα τον τρόπο να μιλούν για τη λύση – λες και νομίζουν ότι θα τρέξουν άλλοι να στηρίξουν τη λύση και ο ΔΗΣΥ απλώς θα αυτοδικαιολογείται – όπως κάνει άλλωστε και για την οικονομία, ιδιαίτερα οι απόπειρες του Πρ. Προδρόμου να μετατοπίσει τις ευθύνες της κυβέρνησης του κόμματός του. Φάνηκε, όμως, και μια κάθετη γραμμή διαφοροποίησης με το ΑΚΕΛ, το οποίο μέσω του Τ. Τσελεπή ξεκαθάρισε για πρώτη φορά ότι υπάρχουν όρια στη στήριξη προς τη διαδικασία που ακολουθεί η κυβέρνηση – με σημείο αναφοράς παραπομπές σε «νατοϊκές εγγυήσεις» από τον Πολίτη, που φαίνεται να εκφράζει και τα συμφέροντα που εκπροσωπεί και ο Π. Πολυβίου, τον οποίο φωτογράφισε η Χαραυγή ως φορέα προώθησης της θέσης για μετατροπή της Κύπρου σε προτεκτοράτο της Τουρκίας μέσω του ΝΑΤΟ. Η παρέμβαση του Κασουλίδη την Κυριακή 22/8, μέσω του Φιλελευθέρου, όπου φάνηκε να προσπαθεί να καθησυχάσει τις ανησυχίες της αριστεράς:
 «Στρατοί δεν μπορούν να αποτελέσουν τον παράγοντα που συνθέτει μια ομαλή συμφωνία μεταξύ των Κυπρίων. Το ίδιο ισχύει και για τη χρήση στρατιωτικών οργανισμών όπως είναι το ΝΑΤΟ».[1]

Από την άλλη, η στάση του Αβέρωφ στις 20 του Αυγούστου ήταν εκφραστική των δυσκολιών της κυβερνητικής παράταξης, αλλά και της τάσης να αποφεύγει την ευθύνη απέναντι στους οπαδούς της – και να φαίνεται να ελπίζει, κατά το γνωστό σενάριο με την τρόικα, ότι θα εκβιάσει αποφάσεις την τελευταία στιγμή: ο Αβέρωφ προσδιόρισε το κόμμα του [ή ίσως τον ίδιο, αν το δει κάποιος σε σχέση με άλλους μνηστήρες της ηγεσίας της δεξιάς, όπως ο Τορναρίτης ή  η Θεοχάρους] ως "ενδιάμεσο" ανάμεσα σε αυτούς που ωραιοποιούν και αυτούς που είναι αρνητικοί. Ο Αβέρωφ φαίνεται να προσπαθεί να αποφύγει την εσωτερική ρήξη από την μια και ελπίζει, από την άλλη, ότι κάποιοι άλλοι θα αναλάβουν την προσπάθεια στήριξης της λύσης – και να μείνει του ίδιου ο διαμοιρασμός καρεκλών στους διαφωνούντες - όπως έγινε και με τα ΔΣ τραπεζών και τις χαλαρώσεις στο κεφάλαιο. Όμως, αυτήν τη φορά δεν θα έχει τον Ν. Παπαδόπουλο μαζί του .

Ευρύτερα είναι σαφές από τα μέχρι στιγμής δεδομένα ότι αρκετοί μέσα στο ΔΗΣΥ δεν έχουν βρει ακόμα τον τρόπο να μιλούν για τη λύση – λες και νομίζουν ότι θα τρέξουν άλλοι να στηρίξουν την λύση και ο ΔΗΣΥ απλώς θα αυτοδικαιολογείται

Δεν υπάρχουν δυο απόψεις για το κυπριακό: πίσω από το «ναι» ή το «όχι» σε κάθε συγκυρία υπάρχουν ετερόκλητες δυναμικές που εκπροσωπούν τρεις διαφορετικούς πόλους
Η συνηθισμένη αντίληψη για το κυπριακό είναι ότι υπάρχουν δύο απόψεις – αυτή που είναι «απορριπτική» και αυτή που είναι υπέρ της λύσης. Ιστορικά, μπορεί να πει κάποιος ότι υπέρ της λύσης ήταν η αριστερά [το ΑΚΕΛ και άλλοι χώροι της ευρύτερης αριστεράς] και μερίδα της δεξιάς που επρόσκειτο στην ηγεσία του κόμματος, ή ισως και στον Κληρίδη προσωπικά. Αντίθετα το κέντρο και μερίδα της δεξιάς, για διαφορετικούς λόγους κάθε τάση, συγκαταλέγονταν στους απορριπτικούς. Αυτός ο διαχωρισμός, ωστόσο, είναι παραπλανητικός. Αυτοί που ψηφίσαν λ.χ. «ναι» το 2004 αποτελούσαν μέρη της αριστεράς και της δεξιάς, αλλά οι σημερινές τους διάφορες και η πολιτικο-ιδεολογική αντίθεση που αναπτύχθηκε μεταξύ τους, σε σχέση με την οικονομία, κάνει εκείνη την «συμμαχία» πριν 11 χρόνια να φαντάζει απλώς συγκυριακή. Ακόμα και αν βρεθούν να ψηφίζουν τα ίδια, οι στόχοι τους θα είναι πολύ διαφορετικοί.

Η αριστερά [ή ιδεολόγοι] της αριστεράς που ψήφισαν "ναι" το 2004 θεωρούν πια τους «φιλελευθέρους», όπως ονομάζονταν κάποτε [σήμερα τους αποκαλούν σαρκαστικά «φιλελέδες» ή απλώς «λελέδες» ως παραπομπή στο ότι λειτουργούν σαν μαϊντανός νομιμοποίησης της οικονομικής εξουσίας ή της υποτέλειας/δουλοπρέπειας στο εξωτερικό], ως ανάλογοι των εθνικιστών στα θέματα της οικονομίας. Εκφράζουν μια ανάλογη, κατά την αριστερά, ιδιοτελή στάση βολέματος και ένα υστερικό μίσος για τους μη πλούσιους "άλλους" [που είναι και η πλειοψηφία], και μια ανάλογη με τους εθνικιστές εμμονή στον αντικομουνισμό. Στο βάθος, οι διαφορές μπορεί να έχουν να κάνουν και με διαστάσεις της λύσης, αλλά και με την επόμενη μέρα – για την αριστερά, το κυπριακό είναι θέμα ιστορικό, και ως η παράταξη που αγωνίστηκε για την αποφυγή του από την δεκαετία του 1950, αλλά και για τη λύση του μετά, θεωρεί τη στάση μερίδας της δεξιάς καιροσκοπική – με κίνδυνο να δημιουργήσει και πάλι τα ίδια προβλήματα με το 1960, ακόμα και αν βρεθεί λύση.

Από την πλευρά των δεξιών υποστηρικτών της λύσης, προβάλλεται η στάση τους στο 2004, ενώ γίνεται μια προσπάθεια ισοπέδωσης των διαφορών που υπήρχαν ως είδος συγκάλυψης [ή διασποράς] των ευθυνών του ευρύτερου χώρου της δεξιάς που προκάλεσε και τα δικοινοτικά προβλήματα και την εισβολή με το πραξικόπημα. Η δικαιολογία των πιο νηφάλιων είναι ότι για να πείσουν μερίδα τουλάχιστον της δεξιάς να ψηφίσει "ναι", θα πρέπει να τοποθετηθεί το θέμα στα πλαίσια των δομών ρητορικής της δεξιάς ως «τρόπος υπεράσπισης του ελληνισμού» κοκ.

Ανάλογες διαφοροποιήσεις υπάρχουν και στο χώρο των «απορριπτικών». Μια μερίδα της άκρας δεξιάς, αλλά και του κέντρου υιοθετεί ένα μαξιμαλισμό που οδηγεί ντε φάκτο σε ένα είδος διχοτόμησης – δυο κρατών. Δεν το παραδέχονται, βέβαια, δημόσια, αλλά είναι και μια λύση χωρίς προοπτική – ακόμα και να μην υπάρξει λύση, τελικά η τουρκοκυπριακή οντότητα θα ενταχθεί στην Ε.Ε., άρα η διαδικασία επανένωσης από τα κάτω που ξεκίνησε το 2003, θα συνεχιστεί έτσι και αλλιώς. Μια άλλη πτέρυγα, όμως, του κέντρου ή των απορριπτικών εστιάζει πολύ περισσότερο στα κεκτημένα του αγώνα των ελληνοκυπρίων για ανεξαρτησία και αυτονόμηση της κυπριακής δημοκρατίας. Σε αυτό το πλαίσιο, η στάση του Τάσσου το 2004 θεωρείται ως συνέχεια της ιστορικής προσπάθειας που ξεκίνησε από το 1960. Παραβλέπει, βέβαια, τη δικοινοτική διάσταση του θέματος και τη στάση της ελληνοκυπριακής ηγεμονίας την περίοδο 1964-74, αλλά η προοπτική της δεν είναι κατά ανάγκη αδιέξοδη και ακόμα και αν χάσει σε εκλογές/δημοψήφισμα θα λειτουργεί ως μηχανισμός πίεσης ή ακόμα και αμφισβήτησης της ό,ποιας λύσης αν δεν ληφθεί υπό όψιν η  ιστορική διάσταση που εκφράζει.


Ο απορριπτικός πόλος: down [διασπασμένο κέντρο, εκτεθειμένοι πολιτικοί και χωρίς έλεγχο των ΜΜΕ] but not out




Αυτός ο πόλος που εκπροσωπείται ιστορικά από τα κόμματα του κέντρου κατάφερνε ιστορικά να κυβερνήσει  με τη στήριξη της αριστεράς, αλλά όταν βρισκόταν στην αντιπολίτευση λόγω προέδρου τον οποίον εξέλεξε η αριστερά [1988-1993, 2008-2013] ταυτιζόταν με την εθνικιστική πτέρυγα της δεξιάς. Η βασική του θέση σε σχέση με το κυπριακό είναι η υπεράσπιση της κυπριακής δημοκρατίας – αν και ουσιαστικά η αντίληψη του για αυτήν την πολιτεία είναι αποσπασματική και αντιφατική, θεωρώντας την ουσιαστικά σαν ελληνοκυπριακή, παρά σαν κυπριακή. Αυτή η αμφισημία [υπεράσπιση κυπριακής αυτονομίας, αλλά και στενά ελληνοκυπριακή οπτική η οποία παράγει ντε φάκτο, ως συνέπεια, διαχωρισμό] επέτρεπε στο κέντρο να κινείται μεταξύ αριστεράς [στήριξη κυπριακής αυτονομίας και δημοκρατίας πριν και την περίοδο μετά το 1974] και της δεξιάς [ελληνικός ή ελληνοκυπριακός εθνικισμός].

Στην παρούσα συγκυρία, το κέντρο εκτός από την πολυδιάσπαση του [η οποία επικοινωνιακά λειτουργεί και θετικά, αφού το ίδιο μήνυμα επαναλαμβάνεται πολλαπλά] έχει να αντιμετωπίσει και ένα είδος εξάντλησης του λόγου του. Η τελευταία σημαντική του στιγμή ήταν σαφώς το 2004 – όμως το «μακαριακό» 76% ήταν σαφώς παραπλανητικό, όπως απέδειξαν οι εκλογές του 2008. Ήταν ένα «ΟΧΙ» με πολλές αποχρώσεις και η σκληρή ελληνοκυπριακή εκδοχή του απορριπτισμού τελικά δεν κατάφερε να περάσει στο δεύτερο γύρο των εκλογών του 2008. Όμως, οι εκλογές κατέδειξαν το διαχωρισμό της κοινωνίας σε τρία σχετικά ισόμερη μπλοκ ψηφοφόρων – με ποσοστά γύρω στο 30-33%.

….μερίδα του κέντρου ακολούθησε μια υστερική αντί-αριστερή πολιτική με στόχο την παρεμπόδιση της λύσης του κυπριακού. Μια πρακτική που θύμιζε την περίοδο Βασιλείου. Και η δεξιά προσχώρησε σε αυτό το κλίμα μετά το Μαρί το 2011. Όμως, το όλο κλίμα συγκάλυπτε ότι ο στόχος δεν ήταν μόνο η αριστερά, αλλά και η σταδιακή εμφάνιση ενός πιο ήπιου προφίλ στο χώρο του κέντρου. Η πιο γνωστή θεσμική μορφή αυτής της θέσης ήταν ο Μ. Κυπριανού και δεν είναι τυχαίο ότι έγινε ένας από τους βασικούς στόχους της επίθεσης μετά το Μαρί

Την ακόλουθη περίοδο, όμως, μερίδα του κέντρου ακολούθησε μια υστερική αντί-αριστερή πολιτική με στόχο την παρεμπόδιση της λύσης του κυπριακού. Μια πρακτική που θύμιζε την περίοδο Βασιλείου. Και η δεξιά προσχώρησε σε αυτό το κλίμα μετά το Μαρί το 2011. Όμως, το όλο κλίμα συγκάλυπτε ότι ο στόχος δεν ήταν μόνο η αριστερά, αλά και η σταδιακή εμφάνιση ενός πιο ήπιου προφίλ στο χώρο του κέντρου. Η πιο γνωστή θεσμική μορφή αυτής της θέσης ήταν ο Μ. Κυπριανού και δεν είναι τυχαίο ότι έγινε ένας από τους βασικούς στόχους της επίθεσης μετά το Μαρί. Η ηγεσία Κάρογιαν στο ΔΗΚΟ αν και κέρδισε τα στοίχημα των βουλευτικών του 2011, βρέθηκε υπό επίθεση, έχασε την προεδρία της βουλής και εξαναγκάστηκε σε παραίτηση από την κυβέρνηση μέσα από την συντονισμένη ομοβροντία των ΜΜΕ. Σε αυτό το κλίμα, οι εσωτερικές διαφοροποιήσεις στο χώρο του κέντρου έχουν βαθιές ρίζες. Οι απορριπτικοί συμπεριφέρθηκαν, ως συνήθως, χωρίς κατανόηση των συνεπειών. Διευκόλυναν την εκλογή Αναστασιάδη εγκλωβισμένοι στην ίδια την δυναμική της υστερίας τους. Κατάφεραν, όμως, να κάνουν και επίδειξη δύναμης με το 25% του Λιλλήκα [που είναι μεν αμφίβολο πόση συνέχεια είχε, αλλά σαν κινητοποίηση ήταν μια ενδιαφέρουσα «στιγμή»] και ακολούθως να ανακτήσουν τον έλεγχο του ΔΗΚΟ με την άνοδο του Ν. Παπαδόπουλου στην προεδρία. Όμως, η εξάρτηση τους από την οικονομική ελίτ τους άφησε βαθιά εξαρτώμενους από τα ΜΜΕ. Και είναι σαφές ότι μετά από την ταξική αντιπαράθεση που ξεκίνησε από το 2011, η οικονομική ελίτ γαντζώθηκε από τη δεξιά και για να την συγκαλύψει, αλλά και για να τη βοηθήσει να φορτώσει όσα βάρη μπορούσε στην υπόλοιπη κοινωνία. Η συμπεριφορά του αρχιεπίσκοπου είναι χαρακτηριστική – μετά από τόσες και τόσες βαρύγδουπες δηλώσεις κοκ, τώρα φαίνεται σχεδόν κωμικά πειθήνιος σαν ένα "καλό παιδί" - εξαρτημένος και υπό εκβιασμό από την κυβέρνηση. Και το ίδιο ισχύει και για τους καναλάρχες. Τα παλιά μεγαλεία που νόμιζαν ότι αποφάσιζαν μόνοι τους για τη διαμόρφωση της κοινής γνώμης φαίνεται να πέρασαν ανεπιστρεπτί, καθώς εκλιπαρούν κυβερνητικές χαλαρώσεις στις υποχρεώσεις τους – και εκτός από ένα αυξανόμενο κριτικό κοινό έχουν, πια, να αντιμετωπίσουν και τον ανταγωνισμό από το ίντερνετ. Άρα και η ηγεμονική ρητορική του απορριπτισμού στα ΜΜΕ είναι υπό αμφιβολία, αφού η χειραγώγηση από τη δεξιά μέσα από τους «δικούς της», αλλά και τον έλεγχο των έκδοτων θέτει σαφή όρια - στο Μέγα η εξάρτηση έρχεται μέσω αρχιεπισκόπου, στο Σίγμα το ρόλο της κυβερνητικής επιτήρησης φαίνεται να τον έχει ο Τσουρούλης, ενώ στο Αντένα ο Παμπορίδης φαίνεται να σφράγισε και ένα ντηλ Αναστασιάδη-Παπαφιλίππου.

Η εξάρτηση του κέντρου είναι, επίσης, εκφραστική στην περίπτωση της ΕΔΕΚ – και ίσως αποκαλυπτική. Ο Λυσσαρίδης τυπικά ή άτυπα φαίνεται να συνεργάστηκε με το βαθύ παρακράτος της δεξιάς στην περίπτωση του ΣΑΠΑ για να ανατραπεί η ηγεσία του κόμματος και να αναλάβει μια ομάδα που είναι εξαρτώμενη – η ομάδα πίσω από την οικογένεια Ευσταθίου φάνηκε πόσο εξαρτώμενη ήταν στην υπόθεση του Ρίκκου, όταν κατασκεύασε και την αμίμητη ομάδα «δημοκρατικών δικηγόρων» για να τον στηρίξει με το που άρχισε να αποκαλύπτεται η διαπλοκή την οποία εκπροσωπούσε. Και είναι σαφές ότι στο εσωτερικό της ΕΔΕΚ οι διαμάχες είναι ανάλογες με αυτές στο ΔΗΚΟ.

Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι ο απορριπτισμός είναι τελειωμένος. Ο μεγάλος κερδισμένος, όπως φάνηκε και στις προεδρικές, είναι ο Λιλλήκας - και το μοντέλο της κινητοποίησης που χρησιμοποίησε είναι ένα πιθανό μοντέλο που ξεφεύγει από το παραδοσιακό της άμεσης διαπλοκής με τα ΜΜΕ. Κατάφερε να συγκροτήσει ένα σχήμα με αριστερο-δεξιά σάλτσα, κράτησε αποστάσεις από την υστερία υπέρ της τρόικα και της συγκάλυψης των τραπεζών το 2012 και μετά, και άρα μπόρεσε και μπορεί να αρθρώσει ένα λόγο βασισμένο στη στάση του Τάσσου, χωρίς τις εξόφθαλμες αντιφάσεις του Ν. Παπαδόπουλου. Ωστόσο και ο Παπαδόπουλος ο νεώτερος έκανε και κάνει προσπάθειες αποστασιοποίησης από την περίοδο της δημόσιας εξάρτησής του από τον Αβέρωφ – αν και βέβαια τα οικονομικά συμφέροντα [ή και τα συμφέροντα διορισμών] του ίδιου ή αυτών που προσπαθεί να εκπροσωπήσει, τον οδηγούν συχνά μετά από μια περίοδο ρητορικών κορόνων να σύρεται σαν δεύτερο βιολί πίσω από τον ΔΗΣΥ στα οικονομικά. Μαζί με τον Λιλλήκα, ωστόσο, εκπροσωπούν την τασσική πτέρυγα του απορριπτικού μετώπου – και η οποία φαίνεται ότι προσπαθεί να συγκροτήσει και μια παρουσία στα ΜΜΕ. Ο Ν. Παπαδόπουλος έχει σαφώς τα κεφάλαια που του εξασφαλίζουν πρόσβαση σε βασικά ΜΜΕ, όπως ο Φιλελεύθερος, ενώ τόσο το συγκρότημα ΔΙΑΣ, αλλά και σε πιο ήπια πια, λόγω εξάρτησης των ιδιοκτητών, τόσο το Μέγα, όσο και ο Αντένα θα προσφέρουν προβολή. Και το απορριπτικό μέτωπο κινείται και στο χώρο του ίντερνετ – αν κρίνει κανείς από την προσπάθεια προβολής των θέσεων του ΕΛΑΜ μετά τα επεισόδια στο μνημόσυνο των δυο νεκρών της Δερύνειας το 1996.

…η ηγεμονική ρητορική του απορριπτισμού στα ΜΜΕ είναι υπό αμφιβολία αφού η χειραγώγηση από την δεξιά μέσα από τους «δικούς της», αλλά και τον έλεγχο των έκδοτων θέτει σαφή όρια…

Η δεξιά: μια δύσκολη μετάβαση με συνεκτική ουσία τις «καρέκλες» και το ρουσφέτι μπροστά σε φυγόκεντρες δυναμικές κάτω από την επιφάνεια



Αυτή η παράταξη είναι σήμερα σε εσωτερική ένταση…. Η βασική συνεκτική ουσία φαίνεται να είναι η εξουσία και η υπόσχεση προνομιακής αντιμετώπισης – και σε αυτό το πλαίσιο δεν εντάσσονται μόνο τα λαϊκά στρώματα, αλλά και η αστική τάξη που έχει δεχτεί ένα καίριο πλήγμα από την κρίση και από το 2013, και μετατρέπεται αυξανόμενα σε πλήρως εξαρτώμενη από το εξωτερικό.

Αν και η δεξιά από τη δεκαετία του 1940 εκφράζεται με ένα μεγάλο βασικό κόμμα [ΚΕΚ, Ενιαίο, ΔΗΣΥ] – και μερικές φορές με ένα πιο δεξιό ή ακροδεξιό [ΔΕΚ, Νέοι Ορίζοντες κλπ], εντούτοις είναι μια παράταξη χωρίς συνεκτική ιδεολογία. Ο εθνικισμός ήταν, βέβαια, το ηγεμονικό πλαίσιο, αλλά όπως γίνεται αυξανόμενα ξεκάθαρο αυτό το ιδεολογικό σχήμα είχε εργαλειακή χρήση – οι ανώτερες τάξεις που συγκροτούσαν την ηγετική ομάδα και χρηματοδοτούσαν το κόμμα, ακολουθούσαν περισσότερο τα συμφέροντα τους και άρα δεν είχαν και ιδιαίτερα προβλήματα είτε με την αποικιοκρατία, είτε με ένα νέο-αποικιακό καθεστώς μετέπειτα. Προσκολλήθηκαν και στο Μακάριο για να τα έχουν καλά με την εξουσία, αλλά θα μπορούσαν να προσαρμοστούν και σε άλλα καθεστώτα. Ίσως η πιο χαρακτηριστική περίπτωση  είναι η όλη πορεία της οικογένειας Χρυσαφίνη [ που εθεωρείτο εκπρόσωπος των φίλο-βρετανών από την δεκαετία του 1940] της οποία απόγονος είναι ο Π. Πολυβίου, βασικός δικηγόρος του κεφαλαίου και οικογενειακά – πέρα από τα δικηγορικά- συνδεδεμένος και τα συμφέροντα της Τράπεζας Κύπρου. Ο εθνικισμός, σε αυτό το πλαίσιο, ήταν χρήσιμος για να συσπειρώνουν τα συντηρητικά στρώματα – τόσο για να δημιουργούν ένα είδος ηγεμονίας για τους ίδιους, όσο και ως αντίπαλο δέος στην αριστερά, την οποία προσπαθούσαν να εμποδίσουν από του να διαχυθεί περισσότερο στο χώρο των λαϊκών στρωμάτων. Σε αυτό το πλαίσιο, η ηγεσία της δεξιάς μπορούσε να προσφέρει μόνο την προνομιακή μεταχείριση ως αντίτιμο στην ιδεολογική προσκόλληση στην εθνικοφροσύνη. Η ΕΟΚΑ μπορεί να βασίστηκε και στη διάχυση της αμφισβήτησης στο χώρο της νεολαίας της δεξιάς μετά την εμφάνιση της μαζικής αριστεράς τη δεκαετία του 1940, αλλά εξαγοράστηκε εύκολα στο μετά-αποικιακό πλαίσιο μετά το 1960. Ο Π. Γιωρκάτζης ήταν ο βασικός εκπρόσωπος αυτής της νοοτροπίας. Ο Κληρίδης που προσπαθούσε να εκφράσει μια πιο εξευγενισμένη τάση αυτής της αντιφατικής συνύπαρξης ιδεολογικών αποσπασμάτων και συμφερόντων, συνέχισε την ίδια πρακτική – ως ηγέτης της δεξιάς επέμενε να συντηρεί τον εθνικισμό, όποτε είχε ανάγκη συσπείρωσης, ενώ στα κλειστά σαλόνια θεωρούσε τον εθνικισμό ως αιτία του προβλήματος. Ο Κληρίδης, όπως φάνηκε άλλωστε και στην προεδρία του, η οποία ήταν γεμάτη σκάνδαλα ρουσφετολογίας ανάμεικτα με εθνικιστικές κορώνες, αδυνατούσε ή έκανε ότι δεν καταλάβαινε την έννοια των συνεπειών. Βολευόταν, ουσιαστικά, με το να πιστεύει ότι οι ψηφοφόροι του θα εκβιάζονταν με αποφάσεις που θα έπαιρνε ο ίδιος. Έζησε για να δει το 2004 πόσο λάθος είχε.

Αυτή η παράταξη είναι σήμερα σε εσωτερική ένταση, όπως δείχνουν και τα μειωμένα ποσοστά στις δημοσκοπήσεις, αλλά πολύ περισσότερο ο βαθύς διχασμός σε καίρια σημεία – όπως τον Μάρτιο του 2013. Η βασική συνεκτική ουσία φαίνεται να είναι η εξουσία και η υπόσχεση προνομιακής αντιμετώπισης – και σε αυτό το πλαίσιο δεν εντάσσονται μόνο τα λαϊκά στρώματα, αλλά και η αστική τάξη που έχει δεχτεί ένα καίριο πλήγμα από την κρίση και από το 2013, και μετατρέπεται αυξανόμενα σε πλήρως εξαρτώμενη από το εξωτερικό.

Όμως. αυτή η επιφανειακή συνοχή είναι επίπλαστη. Η δυσφορία των εργαζομένων αργά ή γρήγορα θα εμφανιστεί – απλώς το θέμα είναι με ποιά μορφή. Ήδη, η κυβέρνηση, ή το πολιτικό ένστικτο του ίδιου του Αναστασιάδη ως πολιτικός, προσπαθεί να αποφύγει την αντιπαράθεση με τις συντεχνίες των δημοσίων υπαλλήλων, και σύντομα θα πρέπει να το κάνει και για τον ιδιωτικό τομέα. Αλλά βέβαια αυτό στην παρούσα εποχή θα είναι και δύσκολο, αφού μια μερίδα του κεφαλαίου θεωρεί ότι μόνο με την πίεση των μισθών μπορεί να βγάζει τα κέρδη που θα ήθελε. Πολιτικοί όπως ο Αβέρωφ, ο Χ. Γεωργιάδης ή και ο Χάσικος, φαίνονται πια να λειτουργούν με βασικό άξονα τα συμφέροντα συγκεκριμένων επιχειρηματιών [οικογενειακών φίλων, κουμπάρων] που θέλουν να εξυπηρετήσουν.  Το ζήτημα εδώ είναι αν ο Αναστασιάδης θα μπορέσει να αποστασιοποιηθεί από αυτές τις τάσεις στο κόμμα του, όπως δείχνει μερικές φορές να έχει πρόθεση. Αν και και ο ίδιος, βέβαια, δεν είναι άμοιρος ευθυνών και συμπτωμάτων διαπλοκής.

Επιπρόσθετα, η δεξιά θα πρέπει σύντομα να αντιμετωπίσει και το θέμα της ιδεολογίας και της ταυτότητάς της. Η περίοδος των διαπραγματεύσεων της ελληνικής αριστερής κυβέρνησης με την τρόικα ήταν, ήδη, ένα δείγμα των ρηγμάτων, τα οποία θα διευρύνονται. Είναι λ.χ. άξιον απορίας, αν σε αυτή τη φάση μεγάλες μερίδες της δεξιάς νοιώθουν ασφάλεια με τη Δύση [όπως θα ήθελαν οι επιχειρηματικοί κύκλοι και δικηγορικά γραφεία, όπως του Πολυβίου] ή με την ορθόδοξη εικόνα που προβάλει η σημερινή Ρωσία. Τα ξεσπάσματα του Διονυσίου του Πολίτη [που ίσως και να εκφράζει δικηγορικά γραφεία, όπως αυτό του Πολυβίου] εναντίον της συνεργασίας με τη Ρωσία ίσως να είναι εκφραστικά των διαπλεκομένων οικονομικό-πολιτικών συμφερόντων, που συγκρούονται στο εσωτερικό της δεξιάς. Όσο για τον "ελληνισμό", ως προϊόν εσωτερικής κατανάλωσης τείνει, πια, να γίνει τόσο αντιφατικός - και λόγω της αυξανόμενης διαφοροποίησης από την Ελλάδα, αλλά και της αναπόφευκτης αποστασιοποίησης από τις ρητορικές της ΕΟΚΑ κοκ. Ήδη τα γεγονότα στο μνημόσυνο  τον Αύγουστο ήταν εκφραστικά – ίσως και αναμενόμενα.

Η ασυνάρτητη θέση του ΔΗΣΥ και της κυβέρνησης είναι έκδηλη στην Αγγλική σχολή…η κατάσταση είναι μάλλον ανάλογη της ασυναρτησίας που οδήγησε στα προβλήματα της δεκαετίας του 1960. Από την μια η κυβέρνηση διαβεβαιώνει τις πρεσβείες και τους τουρκοκύπριους ότι θέλει λύση, ενώ έχει διορίσει ένα συμβούλιο το οποίο είναι όχι απλώς εθνικιστικό, αλλά έντονα μικροπρεπές – μετά από τις αμίμητες προσπάθειες για αφαίρεση της μόνης μουσουλμανικής αργίας και της άρνησης να αναβληθεί ο χορός των απόφοιτων για να συμμετέχουν και ότι τουρκοκύπριοι μαθητές/τριες, το καλοκαίρι κυκλοφόρησε η πληροφορία ότι το ΔΣ αποφάσισε να απολύσει ένα υποδιευθυντή με δικαιολογία την επίπληξη μιας καθηγήτριας πριν 2 χρόνια – και με μάλλον ξεκάθαρη ατζέντα την εκδίωξη του γιατί είναι αριστερός και υποστηρικτής των τουρκοκύπριων, όπως κατήγγειλε και ο Σ. Ελτζίν. Η φράση του ότι η απόφαση πάρθηκε με "διαδικασίες Γρίβα" είναι εκφραστική της συνολικής εικόνας. Η κυβέρνηση φαίνεται αδύναμη.. λειτουργεί με τη ρουσφετολογία και την εξαγορά ως τρόπο συντήρησης της εξουσίας της, για όσο την παίρνει.

Η επίπλαστη επιφάνεια του «ευρωπαϊκού» κόμματος στο οποίο συνυπάρχουν ο Θεμιστοκλέους, ο Κυπριανού, ο Χαμπουλάς, ο Δίπλαρος κοκ, με διακηρύξεις για ανοχή της διαφορετικότητας και των ευρωπαϊκών θεσμών είναι εμφανώς πια ρευστή. Όταν προσθέσει κανείς και το γεγονός ότι, σχεδόν όλα τα ηγετικά και προβαλλόμενα στελέχη έχουν διαπλεκομενα συμφέροντα, συγκρούσεις συμφερόντων κλπ, μπορεί να πει κάποιος ότι η δεξιά πρέπει να μεταμορφωθεί και η διαφοροποίηση σε δυο [ή ίσως και περισσότερα] μπλοκ ίσως να είναι πολύ πιθανή. Το κυπριακό μπορεί να είναι ο καταλύτης, αν προχωρήσει.

Όμως, ακόμα και αν συσπειρώσει με υποσχέσεις ή επικοινωνιακές εκστρατείες ένα μεγάλο μερίδιο ψηφοφόρων η νυν ηγεσία, η επόμενη μέρα θα είνα και πάλι δύσκολη. Δεκαετίες χαμένες για διαφοροποίηση θα έρθουν να ζητήσουν από την κυπριακή δεξιά τα ρέστα τους. Μπορεί ένα κόμμα που στηρίζεται στον εθνικισμό να στηρίξει μια ό,ποια λύση; Διότι ο ΔΗΣΥ μέχρι τώρα τρέφεται από τις εθνικιστικές εξάρσεις και δεν φαίνεται να μπορεί να τις ελέγξει. Το πιο πιθανό αποτέλεσμα είναι ένας νέο αντιφατικό μόρφωμα, όπως τον γιωρκατζισμό – και επειδή τώρα δεν θα υπάρχει η σκιά του Μακαρίου πίσω από την οποία να συγκαλύπτεται  [και στον οποίο να μεταφέρει τις αντιφάσεις της], η δεξιά θα είναι όλο και πιο εκτεθειμένη ως παράταξη σκανδάλων, ασυνέπειας λόγων και έργων, διαπλοκής και ξεπουλημάτων των συμφερόντων της πλειοψηφίας. Ειρωνικά, η καλύτερη γραμμή επίθεσης των απορριπτικών είναι η ίδια η κυβέρνηση και τα έργα της – και η αδυναμία τους είναι ότι την στήριξαν.

Η ασυνάρτητη θέση του ΔΗΣΥ και της κυβέρνησης είναι έκδηλη στην Αγγλική Σχολή, η οποία λειτουργεί ως δικοινοτικό σχολείο από το 2004 - και η κυβέρνηση διορίζει το ΔΣ. Αν δει κανείς αυτό το  παράδειγμα ως ενδεικτικό η κατάσταση είναι μάλλον ανάλογη της ασυναρτησίας που οδήγησε στα προβλήματα της δεκαετίας του 1960. Από την μια η κυβέρνηση διαβεβαιώνει τις πρεσβείες και τους τουρκοκύπριους ότι θέλει λύση, ενώ έχει διορίσει ένα συμβούλιο, το οποίο είναι όχι απλώς εθνικιστικό αλλά έντονα μικροπρεπές – μετά από τις αμίμητες προσπάθειες για αφαίρεση της μόνης μουσουλμανικής αργίας και της άρνησης να αναβληθεί ο χορός των απόφοιτων για να συμμετέχουν και ότι τουρκοκύπριοι μαθητές/τριες, το καλοκαίρι κυκλοφόρησε η πληροφορία ότι το ΔΣ αποφάσισε να απολύσει ένα υποδιευθυντή με δικαιολογία την επίπληξη μιας καθηγήτριας πριν 2 χρόνια – και με μάλλον ξεκάθαρη ατζέντα την εκδίωξή του γιατί είναι αριστερός και υποστηρικτής των τουρκοκύπριων, όπως κατήγγειλε και ο Σ. Ελτζίν ο οποίος είναι μέλος του ΔΣ του σχολείου. Η φράση του ότι η απόφαση λήφθηκε με "διαδικασίες Γρίβα" είναι εκφραστική της συνολικής εικόνας. Η κυβέρνηση φαίνεται αδύναμη να προχωρήσει σε λύση και λειτουργεί με τη ρουσφετολογία και την εξαγορά ως τρόπο συντήρησης της εξουσίας της, για όσο την παίρνει. Αυτό το πλαίσιο, όμως, δεν μπορεί να στηρίξει ούτε λύση, ούτε να προωθήσει ένα σχετικό κλίμα.

Αν ο Αναστασιάδης καταφέρει να δημιουργήσει ένα δικό του πόλο σε αυτό τον αχταρμά που τον περιβάλει, απομένει να φανεί. Η επίσκεψή του στη Ρωσία ήταν και  μια σχετική κίνηση αυτονόμησης από τα κυκλώματα συμφερόντων που τον περιβάλουν.

Η αριστερά: η ιστορική δικαίωση και η δυσκολία συνεργασίας με τους σκελετούς του παρελθόντος που κουβαλά η δεξιά στο ντουλάπι της



Η αριστερά ιστορικά εκφράζεται από ένα βασικό κόμμα, αν και αριστερογενείς ή φιλικοί προς την αριστερά ψηφοφόροι υπάρχουν και στα κόμματα του κέντρου, όπως φαίνεται και στις προεδρικές εκλογές. Όσον αφορά στο κυπριακό, η αριστερά βρίσκεται στο κέντρο του πολιτικού συστήματος και αποτελεί τη μόνη δύναμη η οποία έχει συνοχή στο λόγο και στην πράξη – και στην οποία μπορεί να βασιστεί κάποιος για να υποστηριχθεί η λύση μετά από επικυρωση της μέσω δημοψήφισματος, αλλά και για να μεταφέρει την πλειοψηφία την ψηφοφόρων της υπέρ της λύσης στην κάλπη. Και πέρα από την πλειοψηφία στο δημοψήφισμα υπάρχει και το θέμα της μαζικότητας κάτι που μπορεί να δώσει προβάδισμα – και ψυχολογικό, αλλά και δυναμικής. Το γεγονός, όμως, ότι η αριστερά έχει φιλικές δεξαμενές ψήφων στο κέντρο κάνει την πρακτική της πιο δύσκολη. Το θέμα δεν είναι απλώς η προσέλκυση αυτών των ψηφοφόρων στην αριστερά, αλλά ίσως και το ανάποδο – πώς θα διατηρηθεί η συνοχή της αριστεράς μπροστά στο ενδεχόμενο συνεργασίας με τη δεξιά σε λύση. Η ιστορική αριστερά έχει βέβαια σαν πλεονέκτημα, αυτήν την φορά, την αντιφατική και ασυνάρτητη στάση μερίδας των απορριπτικών του κέντρου απέναντι στην τρόικα και την δεξιά σε θέματα οικονομίας …Η πρώτη κίνηση για συνεργασία με την δεξιά με στόχο την λύση του κυπριακού έγινε στα μέσα της δεκαετίας του 1980 οδήγησε σε διαρροή ψηφοφόρων προς το κέντρο στις βουλευτικές του 1986. Τότε, το επιχείρημα του κέντρου ήταν ότι η αριστερά θα συνεργαζόταν με τους μέχρι πρόσφατα πραξικοπηματίες. Παρά την απώλεια, το ΑΚΕΛ κατάφερε να ανασυνταχτεί, και να επαναπατρίσει τους ψηφοφόρους του, και να κερδίσει τις προεδρικές του 1988 με τον Βασιλείου που συνέχισε την προσέγγιση με την μετριοπαθή μερίδα της δεξιάς με στόχο της λύση. Τελικά, 6 μήνες πριν τις προεδρικές του 1993, ο Κληρίδης μετατράπηκε σε απορριπτικό και ο ΔΗΣΥ αγάπησε τον Σπύρο Κυπριανού τον οποίο έβριζε για χρόνια. Ένα ανάλογο σενάριο εμφανίστηκε και μετά το 2004. Το ΑΚΕΛ φάνηκε διχασμένο για την απόφαση στο δημοψήφισμα – τελικά η ηγεσία παρά τις προθέσεις της για ψήφο υπέρ του ‘ναι’, κατάληξε στο «μαλακό όχι». Την μετέπειτα περίοδο, η αριστερά έγινε στόχος μιας επίθεσης φίλιας από τον ΔΗΣΥ και τις εφημερίδες του, όπως τον Πολίτη – για να αντιμετωπίσει και πάλι τη στροφή των 180ο μοιρών το 2011 με το Μαρί. Η εξουσία είναι πάντα το κεντρικό σημείο αναφοράς της δεξιάς.

Όσον αφορά στο κυπριακό, η αριστερά βρίσκεται στο κέντρο του πολιτικού συστήματος και αποτελεί τη μόνη δύναμη η οποία έχει συνοχή στο λόγο και στην πράξη – και στην οποία μπορεί να βασιστεί κάποιος για να υποστηριχθεί η λύση μετά από επικυρωση της μέσω δημοψήφισματος, αλλά και για να μεταφέρει την πλειοψηφία την ψηφοφόρων της υπέρ της λύσης στην κάλπη. Και πέρα από την πλειοψηφία στο δημοψήφισμα υπάρχει και το θέμα της μαζικότητας κάτι που μπορεί να δώσει προβάδισμα – και ψυχολογικό, αλλά και δυναμικής. Το γεγονός, όμως, ότι η αριστερά έχει φιλικές δεξαμενές ψήφων στο κέντρο κάνει την πρακτική της πιο δύσκολη. Το θέμα δεν είναι απλώς η προσέλκυση αυτών των ψηφοφόρων στην αριστερά, αλλά ίσως και το ανάποδο – πώς θα διατηρηθεί η συνοχή της ευρύτερης αριστεράς μπροστά στο ενδεχόμενο συνεργασίας με τη δεξιά σε λύση. Η ιστορική αριστερά έχει βέβαια σαν πλεονέκτημα, αυτήν την φορά, την αντιφατική και ασυνάρτητη στάση μερίδας των απορριπτικών του κέντρου απέναντι στην τρόικα και την δεξιά σε θέματα οικονομίας …

Οι εμπειρίες της προηγούμενης περιόδου και ιδιαίτερα της αριστερής προεδρίας θα είναι καθοριστικές για τις πολιτικές τις αριστεράς στο μέλλον. Ήδη, πέρα από τον κεντροαριστερό χώρο υπάρχει και ένας ευρύτερος χώρος τόσο της εξωθεσμικής αριστεράς, όσο και άλλων που μπορεί να προσδιοριστεί ως ευρύτερη αριστερά – και η οποία μπορεί να εκφράσει και στο παρόν και στο μέλλον τις τάσεις που διαμορφώνονται [ως ανάγκες ή και ως δυναμικές] και στην Κύπρο και στον περίγυρο της - και τον ευρωπαϊκό και όχι μόνο. Και είναι σαφές ότι υπάρχει μια έντονη κινητικότητα της εξωθεσμικής αριστεράς για το κυπριακό – ως ένα είδος οικοδόμησης της επανένωσης από τα κάτω και ντε φάκτο. Αυτή η αριστερά δεν καθορίστηκε μόνο από τους αγώνες της για το κυπριακό μπροστά στις υστερικές επιθέσεις της πλειοψηφίας των ΜΜΕ, αλλά και από την στάση τους απέναντι στην οικονομική κρίση – την ανίχνευση των αιτιών, αλλά και τις διαμάχες για το είδος των μέτρων που έπρεπε να ληφθούν. Και ανάλογες τάσεις υπάρχουν και στην τουρκοκυπριακή αριστερά. Το ότι κάποιοι πολέμησαν τη λήψη μέτρων για φορολόγηση του πλούτου [μέτρα που λήφθηκαν τελικά στο μνημόνιο - όπως ο εταιρικός φόρος- ή άλλα με έμφαση στην υπόλοιπη κοινωνία που κλήθηκε να πληρώσει τις ζημιές των τραπεζών] και οδήγησαν τη χώρα στην κρίση για να συγκαλύψουν τις τράπεζες, θα μείνει ως ιστορικό σημείο αναφοράς στις κυπριακές ταξικές σχέσεις. Εδώ, σαφώς, το κέντρο, με εξαίρεση τον Λιλλήκα και μερίδα της ΕΔΕΚ έχασε το παιχνίδι, καθώς βρέθηκε να είναι απολογητές των τραπεζιτών και της τρόικα. Όμως, το βαθύτερο ρήγμα που μάλλον θα μείνει αγεφύρωτο για χρόνια θα είναι με την νεοφιλελεύθερη πτέρυγα του ΔΗΣΥ που αποκάλυψε ένα υστερικό πρόσωπο ανάλογα της εθνικιστικής ακροδεξιάς – και αυτό αφορά και την εφημερίδα απολογητή των τραπεζών και της διαπλοκής, τον Πολίτη, όσο και ανάλογους απολογητές σε άλλα μεσα.

Η αριστερά θα δικαιωθεί αναπόφευκτα στο κυπριακό [αλλά και στην οικονομία] αν και είναι ακόμα σε μειονεκτική θέση όσον αφορά στα ΜΜΕ. Απλώς έχουν σταματήσει οι επιθέσεις εναντίον της, εν μέρει διότι είχε καταντήσει κωμικό το σενάριο «φταίει ο Χριστόφιας», αλλά και γιατί έχει και πάλι την ανάγκη της αριστεράς η δεξιά – και για το κυπριακό και μπροστά στην απομόνωση που αντικρίζει στο μέλλον με δεδομένες τις εσωτερικές φυγόκεντρες τάσεις. Και τα ίδια τα ΜΜΕ, τα οποία εμπιστεύονταν στο παρελθόν, οι αριστεροί αναγνώστες/ακροατές/θεατές νοιώθουν πλέον την σκιά της αμφιβολίας για την φερεγγυότητα τους.

Όμως, σε αυτό το πλαίσιο, μια μερίδα από τις μάζες της αριστεράς θα είναι επιρρεπης σε ένα έντονο αντί-δεξιό λόγο που θα αρθρωθεί και πάλι από το κέντρο ως μορφή εναντίωσης στη λύση. Ήδη, η νέα εβδομαδιαία εφημερίδα που κινείται στο χώρο της αριστεράς, η "Κύπρος", το έθεσε με σαφήνεια «θέλουμε λύση, αλλά ό,ποια λύση;». Σαφώς, η πλειοψηφία της αριστεράς θα στηρίξει τη λύση, αν βασίζεται στις συγκλίσεις Χριστόφια-Ταλάτ. Όμως, η μεταστροφή πολλών προς την αποχή ή ακόμα και το ‘όχι’ θα είναι πιθανότητα, αν η λύση περιλαμβάνει ρήτρες που θα είναι νέο-αποικιακές [παραγνωρίζοντας τους ιστορικούς αγώνες της κυπριακής κοινωνίας για ανεξαρτησία μετά το 1960] όπως τη συμμετοχή του ΝΑΤΟ στις εγγυήσεις [αντί εγγυήσεις του Συμβουλίου Ασφαλείας λ.χ.].

Και τώρα,  τί;
Με βάση τα πιο πάνω δεδομένα οι συγκλίσεις που θα χρειαστούν για την έγκριση μιας ενδεχόμενης λύση, θα χρειαστεί να έχουν μια σταθερότητα με φόντο τόσο στο παρελθόν, όσο και στο μέλλον. Οι συγκυριακές πλειοψηφίες των ΜΜΕ δεν θα έχουν μεγάλη χρησιμότητα, αν κωδικοποιηθούν ως επιβολή και συνομωσία – θα δημιουργήσουν ένα πλαίσιο απονομιμοποίησης από την αρχή. Και χωρίς μια χαρισματική [αλλά και ιστορικά ενδιάμεση ανάμεσα στο παραδοσιακό και το μοντέρνο] φιγούρα, όπως του Μακαρίου να αναλάβει την μεταμόρφωση – όπως έγινε το 1960 από την αποτυχία της ΕΟΚΑ σε επιτυχία της ανεξαρτησίας. Και η ό,ποια λύση θα χρειαστεί από την αρχή, όχι απλώς κόλπα για να ξεγελαστούν οι πολίτες να την ψηφίσουν, αλλά βαθιά κίνητρα να την στηρίξουν, καθώς τα βήματα που θα ακολουθήσουν, θα χρειαστούν δυναμική στήριξη και όχι απλώς εξαγορές ατόμων.

Η λύση έχει στα υπέρ της την υπόγεια διαδικασία επανένωσης που ξεκίνησε με το άνοιγμα των οδοφραγμάτων το 2003 και την μεγάλη ανοικτή [έστω και με υστερίες] συζήτηση που ξεκίνησε και ολοκληρώθηκε την περίοδο 2009-11. Τώρα, η κοινωνία είναι μπροστά σε ένα ιστορικό βήμα, έχοντας ως κίνητρο και την χρήση του φυσικού αερίου. Αλλά η λύση για να συσπειρώσει θετικά και να είναι inclusive πρέπει να προσφέρει και ένα όραμα για την Κύπρο ως ενεργό υποκείμενο που μπορεί να είναι και πρότυπο στην περιοχή – αντί να βασίζεται στον εκβιασμό μιας συγκυριακής ψηφοφορίας που θα ενισχύσει τις προοπτικές της απονομιμοποίησης.

Το ξεχείλωμα του σκανδάλου του ΣΑΠΑ ένα χρόνο μετά την κατασκευή του θεάματος: τελικά αποδείχτηκε και δικαστικά ότι ήταν φούσκα Μετατόπισης η υπόθεση με τον Αριστοδήμου και τα οικόπεδα, ο Βεργας-σαν-Λιλλης επιμένει στην προνομιακή μεταχείριση, ενώ οι έρευνες του Γενικού Ελεγκτή επιβεβαιώνουν ότι το πραγματικό σκάνδαλο ήταν η απαλλαγή των εργολάβων που φαίνεται να έκαναν τα ίδια παντού…





Πώς και γιατί στήθηκε η Μετατόπιση στο θέαμα του ΣΑΠΑ το φθινόπωρο του 2014: όταν η κυβέρνηση ήθελε να συγκαλύψει τη δική της διαπλοκή, όπως και τη διαπλοκή των ημέτερων δικηγορικών γραφείων με τις τράπεζες
Ένας από τους σκελετούς που κουβαλά αυτή η κυβέρνηση στην ντουλάπα της είναι το πώς έστησε το θέαμα της υπόθεσης του ΣΑΠΑ για να μετατοπίσει την έμφαση από την κυβέρνηση, το δικηγορικό γραφείο Αναστασιάδη,[1] αλλά και τη δημόσια οργή για τους τραπεζίτες. Το φθινόπωρο του 2014, όταν ο Ρίκκος ανέλαβε το θέαμα «της Πάφου» με τη στήριξη του Χάσικου, η συζήτηση για τις εκποιήσεις είχε και πάλι επαναφέρει στην επιφάνεια τη δημόσια οργή για τους τραπεζίτες, ενώ ανάλογη δυσφορία προκαλούσαν και οι αποκαλύψεις για την εμπλοκή των συμφερόντων του δικηγορικού γραφείου του προέδρου τόσο στους διορισμούς στο ΔΣ της Τράπεζας Κύπρου, όσο και στη διαδικασία ξεπουλήματος [των συμφερόντων και των πελατών] ή κλεισίματος των Κυπριακών Αερογραμμών..Και φυσικά, είχαν αρχίσει και οι αποκαλύψεις για τη διαπλοκή συμφερόντων της οικογένειας της κας. Γιωρκάτζη με νομική υπεράσπιση του Βγενόπουλου, και ακολούθησε το θέαμα της κυβερνητικής ασυναρτησίας [και συγκάλυψης και πάλι] για το πώς και γιατί υπογράφτηκε το συγκεκριμένο συμβόλαιο από την κα. Γιωρκάτζη.

Οπότε, ξαφνικά, άρχισε μια διαδικασία μετατόπισης των συζητήσεων στη Δημόσια Σφαίρα.. προς την Πάφο.

Αρχικά, προβλήθηκε το ζήτημα μιας υπόθεσης διαχωρισμού οικοπέδων [που δεν είχε γίνει ακόμα] και έτσι, βρέθηκε στο επίκεντρο ο τραπεζίτης που δεν άνηκε ολοκληρωτικά [είχε διασύνδεση και με το κέντρο-εκκλησία] στην κυβερνητική παράταξη, ο Αριστοδήμου. Κατηγορήθηκε, συνελήφθη και αυτός και η γυναίκα του κοκ. Αλλά ανάλογες υποθέσεις για άλλους μεγάλο - οφειλέτες, όπως ο Λεπτός ή ο Σιακόλας [ο οποίος λ.χ. έχει ενώπιον της Ευρωπαϊκής Επιτροπής υπόθεση εναντίον του  για παραβάσεις σε περιοχές Natura στο Λατσί, που όπως φαίνεται θα επιβαρύνουν το δημόσιο με εκατομμύρια] συγκαλύφθηκαν και έμειναν στις εσωτερικές σελίδες – και σίγουρα μακριά από αστυνομικές έρευνες. Ήταν μια ξεκάθαρη παραβίαση της αρχής της ισονομίας, με στόχο να εστιαστεί η δημόσια οργή σε ένα θέμα, και να τη γλιτώσουν οι άλλοι. Ακολούθησε μετά η επίθεση στο Βέργα – αρχικά γιατί, υποτίθεται, συγκάλυπτε το θέμα με τον διαχωρισμό οικοπέδων, ακολούθως γιατί στάλθηκαν απειλητικά μηνύματα σε μερικούς δημοσιογράφους [μερικοί από αυτούς φαίνονταν να λειτουργούν ως όργανα της γενικότερης εκστρατείας κατασκευής του θεάματος] και τελικά, μετά από μια σειρά άλλων θεαμάτων που ξεχάστηκαν, αφού η χρήση τους ήταν απλώς για να κατασκευαστεί το σχετικό κλίμα μετατόπισης [όπως η υπόθεση με την συναυλία Ρουβά], οι διοργανωτές του θεάματος κατέληξαν στον ΣΑΠΑ. Ανάλογες συγκριτικές περιπτώσεις λογοκρίθηκαν και πάλι – έτσι, ενώ η κ. Σολωμονίδου διασυρόταν σε μια άθλια εκστρατεία δαιμονοποίησης για την οποία κάποτε μερικοί δημοσιογράφοι θα πρέπει να διερευνηθούν για το ρόλο τους και τα πραγματικά τους κίνητρα, στη Λάρνακα στη δίκη της Δρομολαξιάς, ο κ. Λίλλης απειλούσε δημοσιογράφους.  Και όμως,  παρά το ότι υπήρχε ανακοίνωση και της Ένωσης συντακτών, στήθηκε δίκη για την κ. Σολωμονίδου, στον Λίλλη δόθηκαν οικονομικές απαλλαγές/διευκολύνσεις για να "δώσει" την μαρτυρία που ήθελε το επιτελείο που έστησε εκείνη τη δίκη. Και όπως, θα δούμε παρακάτω, ανάλογη φαίνεται να είναι και η στάση της κυβέρνησης για τα αντίστοιχα με την Πάφο σκάνδαλα του αποχευτετικού στη Λάρνακα.

Το πραγματικό σκάνδαλο του ΣΑΠΑ – ποιοί συνεργάστηκαν για να στηθεί το θέαμα απαλλαγής των ένοχων εργοληπτικών εταιρειών, για τις υπερχρεώσεις. Όταν ο υπουργός εσωτερικών και ο φίλος του στην εισαγγελία έκαναν ότι δεν έβλεπαν την απαλλαγή αυτών που πήραν 38.3 εκατομμύρια
Και μετά, είχαμε την επιτάχυνση που αναγγέλθηκε με την κωμική παρέμβαση του Χάσικου που ανάγγειλε «ραγδαίες εξελίξεις». Και πάλι η ασυνέπεια, η απουσία ισονομίας και η ημετεροκρατία είναι σαφής: ο Χάσικος αυτήν την περίοδο μοιάζει με κάποιον που ψάχνει γωνιά να κρυφτεί όσον αφορά στις αποκαλύψεις για τα σκάνδαλα διαπλοκής του Λουρουτζιάτη στη Λάρνακα, ή για τον μέχρι πριν λίγο καιρό συνεργάτη του στην εισαγγελία, τον Ρίκκο]. Τελικά, φαίνεται ότι οι διοργανωτές του θεάματος συμφώνησαν με το Βέργα να τους «δώσει», όπως έγινε και την Δρομολαξιά, αυτούς που ήθελαν [ασχέτως αν ήταν εμπλεκόμενοι ή όχι]. Και ο Μαλληκίδης κινήθηκε ανάλογα – αλλά ο Βέργας πήρε μια προνομιακή συμφωνία που μόλις ανακοινώθηκε άρχισε να επιβεβαιώνει ότι είχε στηθεί το όλο σκηνικό. Και ότι τελικά το όλο θέαμα είχε πολιτικές σκοπιμότητες και ως τελικό αποτέλεσμα (πέρα από τον «διορισμό»/εκλογή ενός συναγερμικού, συνεργάτη των εργολάβων, ως δημάρχου) είχε το πραγματικό σκάνδαλο: την απαλλαγή των πραγματικών ενόχων του σκανδάλου του ΣΑΠΑ. Οι εργολάβοι που πήραν 38.3 εκατομμύρια από τα συνολικά 40, που στοίχισε το αποχετευτικό του ΣΑΠΑ με τις αυξήσεις που κατάφεραν να εξασφαλίσουν με τις μίζες. Το μήνυμα της εξουσίας ήταν ότι το κεφάλαιο απαλλάσσεται - ή ακόμα χειρότερα ότι το κεφάλαιο μπορούσε να παρανομεί, να λαδώνει και να την βγαζει καθαρή ως "μάρτυρες". Και έτσι, οι "κατηγορούμενοι έγιναν κατήγοροι". Όμως, εκείνο το βεβιασμένο θέαμα άφησε τελικά πολλές εκκρεμότητες.

Ο Βέργας σαν Λίλλης – και η αρχή της δημόσιας καχυποψίας για το στήσιμο του θεάματος
Η ευνοϊκή αντιμετώπιση του Βέργα ήταν έτσι και αλλιώς ένα από τα σημεία που αποκάλυψαν πως έστηνε τις δίκες το παρακράτος την εποχή του Ρίκκου. Όταν πρόσφατα επανήλθε[2] στην επικαιρότητα η υπόθεση Βέργα και πάλι, μετά την ευρύτερη δημοσιοποίηση της αίτησης του για έγγραφη σε Πανεπιστήμιο [το οποίο φαίνεται ως μια συνέχεια της συμφωνίας για να μένει και μερικές μέρες στην Πάφο] ο Α. Μιχαηλίδης εξέφρασε τη δυσφορία που έχει γίνει διάχυτη, πια, με το συγκεκριμένο θέμα:
«Από τον περασμένο Φεβρουάριο όμως, που ακούσαμε αυτά τα σοφά λόγια της Δικαιοσύνης, μέχρι σήμερα, δεν πέρασε ποτέ την πύλη των φυλακών. Διαμένει σε σπίτι στο Πλατύ Αγλαντζιάς… ως μάρτυρας υπό προστασία. Δεν μάθαμε ποτέ τι είδους μάρτυρας είναι αφού δεν υπάρχει καμία εξέλιξη γύρω από την υπόθεση του, εκτός από τους υπόλοιπους που θα δικαστούν και δεν είναι και σίγουρο ότι χρειάζεται η μαρτυρία του σε κάτι. Μια δικαιολογία που ελέχθη επισήμως για να μην πάει στις Κεντρικές Φυλακές ήταν ότι είχε απειληθεί η ζωή του από συγκεκριμένο πρόσωπο, που του είπε ότι θα το καθαρίσουν στις φυλακές. Οι αρχές που γνωρίζουν ποιος τον απείλησε δεν έκαναν τίποτε εναντίον εκείνου που τον απείλησε..» Φιλελεύθερος, 13/8. «Ο Βέργας θα δικαιούται φοιτητική χορηγία;» Α. Μιχαηλίδης]

Η περίπτωση μιας δικαστού που δεν φάνηκε να είναι «προβλέψιμη» για τις οδηγίες του Ρίκκου,  όπως ο Σάντης
Αξίζουν δυο σχόλια στην πιο πανω αναφορά, που πέρα από την έκφραση δυσφορίας για το στημένο του όλου θέματος, αποσιωπεί, επίσης, μερικά σημαντικά γεγονότα:

  1. Αυτός που υποτίθεται ότι απείλησε τον Βέργα ήταν ο δημοτικός σύμβουλος της αριστεράς, ο κ. Σιαηλής. Ο κ. Σιαηλής ήταν ο βασικός στόχος του Ρίκκου, όπως φάνηκε και από την διπλή προσπάθεια του τέως βοηθού γενικού εισαγγελέα να τον συλλάβει και να τον εκθέσει δημόσια [και ως άτομο και ως πολιτικό πρόσωπο παράταξης με την οποία ο Ρίκκος είχε στράτευση από ότι φαίνεται να κατασκευάζει θεάματα εναντίον της]. Την πρώτη φορά, η δικαστής δεν αποδέχθηκε το αίτημα του Ρίκκου, ενώ στη δεύτερη, η σύλληψη έγινε τόσο εξόφθαλμα θεαματικά που μόνο η απύθμενη αυτολογοκρισία της επίσημης/καθεστωτικής κυπριακής δημοσιογραφίας, μπορεί να ερμηνεύσει την σιωπή που ακολούθησε. Συνελήφθη, ενώ η διαδικασία ερευνών είχε ολοκληρωθεί και την περίοδο των δημοτικών εκλογών στην οποία εκλέγηκε ο ημέτερος της κυβέρνησης, ο κ. Φαίδωνος. Από τότε, ο κ. Σιαηλής είναι στην Πάφο – αλλά οι αρχές προστατεύουν, υποτιθεται, τον Βέργα από τον Σιαηλή... Πρέπει να έχει πολλές εκδοχές ο κ. Σιαηλής στη φαντασία της κυπριακής αστυνομίας και της τότε εισαγγελίας.

  2. Ακόμα πιο ενδιαφέρον είναι ότι τα «σοφά λόγια της δικαιοσύνης» [ως ερμηνεία της απόφασης καταδίκης του Βέργα] τα είχε αρθρώσει η κ. Δ. Σωκράτους, η οποία δίκασε τον Βέργα, αλλά και αρνήθηκε να παίξει τον παιχνίδι του Ρίκκου με την πρώτη σύλληψη του Σιαηλή. Ήταν μια δικαστής που στο κλίμα καχυποψίας για τη δικαστική εξουσία που άπλωσε η συμπεριφορά του Σάντη στη δίκη της Δρομολαξιάς, έδινε ένα αίσθημα ότι το παρακράτος δεν έλεγχε όλους του δικαστές. Το παρακράτος της δεξιάς δεν μπορούσε να έχει την σιγουριά, που υπήρχε στην ηχογράφηση για το στήσιμο της δίκης της Δρομολαξιάς, ότι «με δικαστή στον Σάντη..» θα τηρούνταν οι υποσχέσεις για εξαγορά του Λίλλη για να «δώσει» αυτούς που ήθελε ο Ρίκκος. Διότι ο Λίλλης ήταν ο πρώτος Βέργας και δεν πήγε καν στο «σπίτι στο Πλατύ». Του χαρίστηκαν αναβολές οφειλών στον ΦΠΑ και έγιναν απαλλαγές στους φίλους του για να μαρτυρήσουν.. και ο Σάντης λογόκρινε στο δικαστήριο τις αναφορές σε αυτές τις εξαγορές. Τουλάχιστον, η κ. Σωκράτους φάνηκε να κρίνει μόνη της και όχι «όπως αναμενόταν»..

Η απαλλαγή του Αριστοδήμου: όταν στήθηκε ένα θέαμα για οικόπεδα που θα…..και ένας Γενικός Ελεγκτής που όντως δεν φαίνεται πρόθυμος να συγκαλύψει τα σύνδρομα της ημετεροκρατίας
Η κ. Σωκράτους συνέχισε, όμως, το ξήλωμα του θεάματος. Το καλοκαίρι ολοκληρώθηκε και η δίκη του Αριστοδήμου με την ίδια δικαστή. Και απάλλαξε από τις κατηγόριες τους κατηγορούμενους. Τεκμηρίωσε, δηλαδή, ότι το όλο θέμα δεν είχε βάση - ότι, με πολιτική ορολογία, είχε στηθεί. Και μια κωμική βουβαμάρα απλώθηκε στα ΜΜΕ της Λευκωσίας. Δεν καταλάβαιναν ότι αυτό που έστησαν με τόση προθυμία αποδείκθηκε ψέμα; Η κ. Σωκράτους είχε, ήδη, υποδείξει από την άνοιξη στην ενδιάμεση απόφασή της ότι η όλη υπόθεση για χρηματισμό κλπ δεν είχε νόημα, αφού δεν είχε γίνει καμία εμπορική πράξη - ο Αριστοδήμου κατηγορήθηκε για κάτι που ενδεχομένως να γινόταν. Αλλά ο Σιακόλας δεν κατηγορείται για ότι έκανε και κάνει ήδη στο Λατσί. Η κ. Σωκράτους έθεσε σε αμφιβολία και την προσφιλή τακτική της εισαγγελίας να προσπαθεί με ερμηνείες εγγράφων να υποδείξει πλαστογραφίες, παραπλάνηση κλπ. Η εισαγγελία αποφάσισε να καταφύγει στο Ανώτατο. Θα φανεί και εκεί ποιοί ίσως να είναι σαν τον Σάντη και ποιοί κρίνουν σαν την Σωκράτους.

Τα προβλήματα, όμως, για το θέαμα που στήθηκε δεν τελειώνουν εδώ. Προς τιμήν μερίδας της κυπριακής δημοσιογραφίας μπορεί να αναφέρει κανείς και δημοσιογράφους που συνεχίζουν να ψάχνουν το θέμα, όπως ο Β. Βασιλείου του Φιλελεύθερου. Αλλά ο βασικός θεσμικός παράγοντας που επιμένει τουλάχιστον στο θέμα της ισονομίας είναι ο κ. Οδυσσέας Μιχαηλίδης, ο γενικός ελεγκτής. Ο οποίος μπορεί να μην βρήκε τίποτα στο θέαμα με τα φορτηγά που γέμισαν με φακέλους του ΣΑΠΑ, αλλά φαίνεται να κράτησε τον λόγο του, και να ασκεί δίκαια το επάγγελμα του – έκανε έρευνα και στα άλλα συμβούλια αποχετεύσεως. Διότι η Μετατόπιση ως επικοινωνιακή πρακτική, και η δαιμονοποίηση ως μέρος μιας θεαματικής υστερίας, βασίζονται στην απουσία συγκριτικού πλαισίου, που παραβιάζει νομικά την αρχή της ισονομίας. Ο Ρίκκος ποτέ δεν θα μπορούσε να το καταλάβει αυτό – ούτε βέβαια ο κ. Χάσικος. Όμως, ο κ. Μιχαηλίδης έκανε τη δουλειά του και βρήκε ανάλογα προβλήματα στο αποχετευτικό της Λάρνακας και της Λευκωσίας.

Και τί ενδιαφέρουσα έκπληξη: πάλι οι ίδιες εργοληπτικές εταιρείες;
Και εδώ έχουμε την επιβεβαίωση του πραγματικού σκανδάλου: είναι οι ίδιες εργοληπτικές εταιρείες που φαίνεται να εμπλέκονται και σε άλλα ανάλογα ζητήματα διαπλοκής και στις άλλες πόλεις. Δεν τους εκβίασαν, δηλαδή, οι "κακοί παφίτες" – αντίθετα από ότι φαίνεται, οι εταιρείες είχαν ως πρακτική να κάνουν υπερτίμηση και μετά λαδώνουν για να πάρουν τα έξτρα λεφτά. Αν λάβει κανείς υπό όψιν ότι δυο από τις εταιρείες που αναφέρονται πρόσκεινται η μια στον ΔΗΣΥ [Αδελφοί Ιακώβου]  και η άλλη στην νέα ηγεσία της ΕΔΕΚ  [η Νέμεσις], η δυσκολία να προχωρήσει το θέμα. είναι εμφανής. Σε σχόλιο στον Φιλελεύθερο, είχε γίνει αναφορά ότι το προεδρικό είναι στην κόντρα με τον γενικό ελεγκτή για την υπόθεση Λουρουτζιάτη – δεν θέλει να προχωρήσει η υπόθεση, ενώ ο γενικός ελεγκτής επιμένει.

Το σκάνδαλο του Λουρουτζιάτη
Και όμως, η υπόθεση Λουρουτζιάτη είναι χειρότερη του Βέργα. Διότι ο Βέργας πήρε χρήματα για έγκριση υπερχρέωσης – ο Λουρουτζιάτης είχε συμφέροντα σε εταιρείες που έπαιρναν τα συμβόλαια.[3] Κέρδιζε άμεσα, δηλαδή, και από το βασικό πόσο, και θα κέρδιζε και από τις υπερχρεώσεις, κατά την προσφιλή τακτική μερικών εργολάβων. Ο κ. Μιχαηλίδης θα κριθεί από την επιμονή του στην αρχή της ισονομίας – αλλά θα είναι και η στιγμή που θα κληθεί και ο γενικός εισαγγελέας να πάρει επιτέλους θέση για εκείνο το σκάνδαλο του θεάματος στην Πάφο. Ο ίδιος με την κίνηση του απέναντι στον Ρίκκο [λίγο μετά, για άλλο θέμα, βέβαια, αλλά το πλαίσιο ήταν το συνολικό] μπορεί να διεκδικήσει ότι ο ίδιος επικύρωνε μια διαδικασία για την οποία είχε αρμοδιότητα ο Ρίκκος.

..Και στην Πάφο, βέβαια, ο Φαίδωνος και οι πέριξ αντιμετωπίζουν την κριτική για την αναμενόμενη, από αυτούς, ευνοιοκρατία – τώρα μοιράζουν και δουλειές του Δήμου χωρίς ανοικτές διαδικασίες;




Αλλά και στην Πάφο τα πράγματα δεν φαίνεται να λειτουργούν με το «ψεκάστε, σκουπίστε, , τελειώσαμε». Ήδη, υπάρχουν καταγγελίες ότι το Δημοτικό Συμβούλιο [ή πλειοψηφία;], και ο νέος δήμαρχος φυσικά, έχουν αρχίσει να λειτουργούν ένα νέο κύκλωμα διαπλοκής. Ήδη ο σύνδεσμος αρχιτεκτόνων Πάφου κατάγγειλε ότι οι αναθέσεις έργων δεν γίνονται με ανοικτές διαδικασίες. .

Αλλά τρέχουν και δικαστικές διαδικασίες. Ήδη, υπάρχει απόφαση [ως απάντηση στις απαιτήσεις του κοινού, όταν άρχισε να γίνεται κατανοητό το σκηνικό του στησίματος της απαλλαγής των εργολάβων] για μη ανάθεση έργων στις εταιρείες που εμπλέκονται στις μίζες, και οι εργολάβοι τρέχουν στα δικαστήρια παίζοντας τις αθώες περιστερές.[4] Και στη Λευκωσία αυτοί που πουλούσαν ευαισθησία στη διαπλοκή [έστω και για να συγκαλύψουν τους δικούς τους] σήμερα τρέχουν να αποφύγουν τις συνέπειες της ισονομίας. Να καλύψουν τον Λουρουτζιάτη και τους ό,ποιους άλλους. Αξίζει, επίσης, να σημειωθεί ότι ο Αριστοδήμου δήλωσε μετά την αθώωση του ότι θα προσφύγει στα δικαστήρια για δυσφήμιση – και άντε να δούμε μερικούς από τους δημοτικούς συμβούλους που φώναζαν βολικά [για τόσα και τόσα που τώρα ξεχάστηκαν] πώς θα ερμηνεύσουν την αποσπασματική τους ευαισθησία.



[1] Εκείνη την περίοδο είχε τεθεί θέμα και για το προνομιακό διορισμό πελατών του δικηγορικού γραφείου στα ΔΣ των τραπεζών, αλλά υπήρχε και το θέμα της σχέσης του δικηγορικού γραφείου με τη Rynair
[2] Το θέμα το είχαμε δημοσιοποήσει από την περασμένη άνοιξη.
[3] Ως δήμαρχος προεδρεύει του Συμβουλίου Προσφορών του δήμου που κατακυρώνει προσφορές. Ως δήμαρχος επίσης έχει την υποχρέωση να δηλώσει ρητά και να εξαιρεθεί της διαδικασίας αν έχει σχέση με εταιρείαν ή άτομον της εταιρείας. Σε αυτην την περιπτωση ο δημαρχος Λαρνακας φαινεται συνειδητά (δεν ξέρουμεν αν ήταν και εις γνώσιν των υπόλοιπον μελών του συμβουλίου προσφορών του δήμου) για τέσσερα χρόνια (που το 2011 Δεκέμβρη, με ανάληψη καθηκόντων 1 Γενάρη 2012) εσυμμετείχε κανονικά στις διαδικασίες και κατακύρωνε προσφορές σε εταιρείες στις οποίες ειχε μετοχές – δηλαδή, θα μποορυσε να πει καποιος, επληρώνετουν ως δήμαρχος για να πληρώνει τον εαυτόν του ως μέτοχον! Εχρημάτιζεν τον εαυτόν του, βασικά

Ο Λουρουτζιάτης, ο Σιακόλας και η κυβέρνηση της διαπλοκής και της ημετεροκρατίας: θα αντέξει στις πιέσεις ο Γενικός Ελεγκτής για το σκάνδαλο Λουρουτζιάτη;





Μια κυβέρνηση που παραβιάζει θεσμούς και το αίσθημα της ισονομίας για να προσφέρει εξυπηρέτηση στον Σιακόλα, ώστε να πουλήσει με καλύτερους όρους – ούτε στην φεουδαρχία δεν υπήρχε τέτοια δουλοπρέπεια από τους διοικούντες..

Το μεγαλύτερο σκάνδαλο του καλοκαιριού ήταν σαφώς η αποκάλυψη μέσα από την πώληση του Mall από τις επιχειρήσεις του κ. Σιακόλα, ότι ουσιαστικά έγιναν χαλαρώσεις μέσα από τις οποίες ο κ. Σιακόλας ευνοήθηκε για 20 εκατομμύρια. Τέτοια χάρη – και ενώ οι παραβάσεις των επιχειρήσεων του στο Λατσί, απειλούν να μας φορτώσουν, ως φορολογούμενους πολίτες, με πρόστιμα από την Ε.Ε. Μαζί με την Τράπεζα Κύπρου, ο κ. Σιακόλας είναι σίγουρα η πιο προνομιούχα επιχείρηση στην Κύπρο. Ούτε ίχνος ισονομίας. Ενώ φυλακίζονται άνθρωποι για 500-1000 ευρώ, η κυβερνηση χαρίζει 20 εκατομμύρια σε ένα άτομο. Ίσως ακόμα πιο θλιβερή είναι η κατάντια αυτού που ονομάζεται «υπουργείο εργασίας». Σύμφωνα με πληροφορίες μέρος της συμφωνίας του κ. Σιακόλα ήταν και η εργασία τις Κυριακές.[1] Η κ. Ζέτα αντί να σκεφτεί τα άτομα που αφορά το υπουργείο της, τους εργαζόμενους, προσπαθούσε να διευκολύνει την πώληση ενός περιουσιακού στοιχείου ενός επιχειρηματία. Η έρευνα που θα πρέπει να γίνει για αυτά τα σκάνδαλα, θα πρέπει αναπόφευκτα να διερευνήσει και τις χρηματοδοτήσεις των επιχειρήσεων Σιακόλα [και σε ΜΜΕ] αλλά (με βάση τις πληροφορίες για την πρακτική της πρόσληψης ατόμων από το δημόσιο μετά την «αφυπηρέτησή» τους) και κατά πόσο η «πληρωμή» για όλες αυτές τις ευνοιοκρατικές αποφάσεις γίνεται και σε είδος – με διορισμούς και άλλα ανάλογα εισοδήματα «μετά»...



Οι χαλαρώσεις του Χάσικου: στις εξυπηρετήσεις του κεφαλαίου και των 3-4 μεγαλοεπιχειρηματιών τρέχουν και οι δυο "εσωκομματικοί αντίπαλοι" να προσφέρουν υπηρεσίες εκλιπαρώντας εύνοια;

Στο θέμα του κ. Σιακόλα οι φημολογούμενες διαμάχες προσώπων στην ηγεσία του ΔΗΣΥ [λ.χ. Αβέρωφ – Χάσικος] δεν υπάρχουν. Ενώ εμφανώς τις χαλαρώσεις τις προωθούσε ο Αβέρωφ [που έφτασε στο σημείο να θέλει και νομοθεσία παράκαμψης διαδικασιών για να εξυπηρετηθούν συμφέροντα όπως του Σιακόλα], ο Χάσικος δεν έμεινε πίσω. Το καλοκαίρι ανακοίνωσε χαλαρώσεις – έτσι γενικά. Όμως, προς τιμήν δημοσιογράφων όπως ο Β. Βασιλείου, οι φήμες που κυκλοφορούν στην ανεπίσημη δημόσια σφαίρα της καθημερινότητας έγιναν άρθρο στο Φιλελεύθερο. Οι χαλαρώσεις έγιναν για να ευνοηθούν μια χούφτα επιχειρηματίες. Ο  υπουργός «ραγδαίες εξελίξεις» Χάσικος, όταν στηνόταν το θέαμα του ΣΑΠΑ, που δεν ξέρει, τώρα, που είναι δημαρχείο της Λάρνακας, ξύπνησε κα είπε ότι οι χαλαρώσεις έγιναν για να ευνοήσουν το κοινό κλπ – το ίδιο αστείο παραμύθι που αναμασούσε ο Αβέρωφ, όταν ήθελε τις χαλαρώσεις για τον Σιακόλα. Σύμφωνα με τις πληροφορίες που κυκλοφορούν οι μεγάλοι ευνοημένοι που θα οικειοποιηθούν εκατομμύρια από τις χαλαρώσεις των κανόνων που εφαρμόζονται για τους υπόλοιπους είναι οι Σιακόλας, Λεπτός, Λανίτης και Μουσκής. Δεχόμαστε διάψευση και θα δημοσιευτεί. Αλλά το ότι έγινε ευνοιοκρατική μεταχείριση επιχειρηματιών πέρασε και στον πολιτικό λόγο αυτήν τη φορά. Και ο Χάσικος βρέθηκε απέναντι στο ΕΤΕΚ, που αποφάσισε να αρθρώσει λόγο για να υπερασπιστεί τους θεσμούς απέναντι σε αυτήν την κραυγαλέα διαπλοκή.

Και ενώ μοιράζουν ευνοιοκρατικά δημόσιο πλούτο, έχουν τώρα να αντιμετωπίσουν και τη διερεύνηση της διαπλοκής των ημέτερων: ο Λουρουτζιάτης είναι η νέα εκδοχή του Βέργα, αλλά ο "ραγδαίος" υπουργός εσωτερικών έμεινε από λάστιχο και η κυβέρνηση προσπαθεί να εμποδίσει την διερεύνηση από τον Γενικό Ελεγκτή




Το μεγαλύτερο, βέβαια, σκάνδαλο είναι ο Λουρουτζιάτης ο δήμαρχος του ΔΗΣΥ στη Λάρνακα. Οι έρευνες του γενικού ελεγκτή έχουν τεκμηριώσει ότι ο ίδιος είχε συμφέροντα [άρα θα έπαιρνε εισοδήματα] από επιχειρήσεις που είχαν σχέση με εταιρείες που ανέλαβαν εργοληπτικές εργασίες, τις οποίες επικήρυωσε ο κ. Λουρουτζιάτης, ως δήμαρχος. Η σιωπή της κυβέρνησης ήταν κωμική – με φόντο τί είχε γίνει στην Πάφο. Αλλά τεκμηρίωνε το καθεστώς διαπλοκής. Η ειδησειογραφία ήταν ενδιαφέρουσα.

Στις 27/7 κυκλοφόρησε η εξής πληροφορία:
«Tην Παρασκευή, σε συνεδρίαση του Δημοτικού Συμβουλίου, για 30 λεπτά ο "αξιότιμος" Δήμαρχος Λουρουτζιάτης έκλαιγε ισχυριζόμενος ότι δεν ήξερε για τα συμβόλαια με τους ΑΔΕΛΦΟΥΣ ΙΑΚΩΒΟΥ και είπε ότι δε θα συμμετάσχει ξανά στις προσφορές.
Η Δημοτική Ομάδα ΑΚΕΛ του ζήτησε -τουλάχιστον- να παραιτηθεί από Πρόεδρος του ΣΑΛ.»
Στις 3/8 ο Λουρουτζιάτης αποχώρησε από τον ΣΑΛ. Ο Ν. Κλεάνθους σχολίασε ως εξής:
Ο Δήμαρχος Λάρνακας μετά απο σύσταση του Γενικού Ελεγκτή της Δημοκρατίας αποφάσισε να απόσχει απο τα καθήκοντα του ως Προέδρου του ΣΑΛ. Όμως για τα συμβόλαια που υπεγράφησαν και παρακάθετο και προήδρευε ενόσω είχε συγκρουόμενα συμφέροντα τι θα γίνει ;;;

Υπό κανονικές συνθήκες, και με βάση ότι είδαμε από το παράδειγμα του ΣΑΠΑ και του Βέργα (πρόκειται για τον αντίστοιχο οργανισμό και ακριβώς την ίδια θέση), θα έπρεπε η αστυνομία να είχε πάρει οδηγίες για ανάκριση τουλάχιστον του Λουρουτζιάτη και με βάση τα θεάματα του κυβερνητικού σχήματος, να συλληφθεί και να κρατηθεί μέχρι να δώσει την επιθυμητή κατάθεση. Αλλά, βέβαια, είναι ημέτερος, όπως τον Σιακόλα.

Είναι, βέβαια, γεγονός ότι η εισαγγελία έχει αρκετή δουλεία αυτήν την περίοδο – και υπάρχει και το θέμα Ρίκκου. Αλλά, όπως αποκάλυψε με κείμενο του ο Β. Βασιλείου στο Φιλελεύθερο, τρέχουν πολλοί να συγκαλύψουν τον ‘Βέργα του Συναγερμού’ στη Λάρνακα.

Πιέσεις για να κλείσουν οι «οχετοί»
Κομματικοί δεν θέλουν να εκτεθούν συγκεκριμένοι παράγοντες

ΣΤΟΝ ΓΕΝΙΚΟ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ της Δημοκρατίας εναπόκειται κατά  πόσο θα απονεμηθεί Δικαιοσύνη στις υποθέσεις που αφορούν κακοδιαχείριση ή και διασπάθιση δημόσιου χρήματος στα συμβούλια αποχετεύσεων Λευκωσίας και Λάρνακας, αφού οι πληροφορίες αναφέρουν ότι άρχισαν οι πολιτικές παρεμβάσεις προς διάφορες κατευθύνσεις, προκειμένου να πέσουν οι έρευνες στα μαλακά. Οι πιέσεις φέρεται να ασκούνται επειδή όλες οι ενδείξεις οδηγούν σε σημαντικούς παράγοντες οι οποίοι, υπό κανονικές συνθήκες, θα κληθούν για ανάκριση ως ύποπτοι, για διάφορες υπό διερεύνηση υποθέσεις. Πάντως, ο Γενικός Εισαγγελέας, Κώστας Κληρίδης, είχε δώσει οδηγίες να διενεργηθούν εις βάθος έρευνες ανεξαρτήτως ποιοι πιθανόν να  εμπλέκονται. Οι μέχρι στιγμής παρεμβάσεις φαίνεται να περιορίζονται σε χαμηλότερο επίπεδο, γεγονός το οποίο αναμένεται να φέρει σε δύσκολη θέση τους ανακριτές. Άτομα, τα οποία αντιλαμβάνονται ότι σφίγγει ο κλοιός γύρω τους, αποτάθηκαν σε κομματικούς μηχανισμούς, ζητώντας να ασκήσουν την επιρροή τους, ώστε να κλείσουν ανώδυνα οι υπό εξέταση υποθέσεις ή, αν τελικά αυτές οδηγηθούν στο δικαστήριο, να μην αγγίξουν τους ίδιους στο κατηγορητήριο. Αξίζει να σημειωθεί πως μόνο στην περίπτωση του Συμβουλίου Αποχετεύσεων Λευκωσίας κατονομάστηκαν 13 άτομα, τα οποία θεωρούνται ύποπτα για διαφορετικές ενέργειές τους και ανάλογα με την πορεία των ανακρίσεων, κάποιοι θα πάψουν να θεωρούνται ύποπτοι, άλλοι θα χρησιμοποιηθούν ως μάρτυρες κατηγορίας και άλλοι, καλώς εχόντων των πραγμάτων, θα κατηγορηθούν. Στην περίπτωση της Λευκωσίας, εκτός από κάποιους ιδιώτες, ύποπτοι θεωρούνται εκ πρώτης όψεως και δημόσιοι υπάλληλοι για τον τρόπο που χειρίστηκαν κάποιες υποθέσεις και εξετάζεται κατά πόσο αυτό εμπεριείχε δόλο ή αν έγινε από αμέλεια. Εξάλλου, στην περίπτωση της Λάρνακας, η οποία προσομοιάζει με την περίπτωση της Πάφου, έχουν παραληφθεί και φάκελοι από το Συμβούλιο Αποχετεύσεων με σκοπό να διαπιστωθεί, μεταξύ άλλων, αν υπήρξε και αλλοίωση πρακτικών, για να δικαιολογηθούν ή να διαφοροποιηθούν κάποιες αποφάσεις. Τόσο στην περίπτωση του αποχετευτικού της Λευκωσίας, όπου πάτησαν το πόδι τους ανακριτές, όσο και στην περίπτωση του αποχετευτικού της Λάρνακας, εξετάζεται κατά πόσον αποφάσεις, που είχαν ως αποτέλεσμα να ζημιώσουν τα δύο Συμβούλια Αποχετεύσεων, ελήφθησαν εσκεμμένα για εξυπηρέτηση αλλότριων σκοπών. ΒΑΣΟΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ 2/8/2015

Και ο ρουσφετολογικός διαμοιρασμός δημόσιων θέσεων συνεχίζεται, χωρίς ντροπή – ποιός στο ΔΗΣΥ και ποιός υπουργός τσακώθηκαν για να ελέγχουν το συμβούλιο Παρεκκλίσεων;
Και για όσους θελουν να διερευνούν τη δεύτερη ανάγνωση των διαπλεκόμενων, οι εσωτερικές αντιπαραθέσεις για το ποιός θα ελέγχει μια καρεκλα στη δημόσια υπηρεσία είναι μόνιμη στα κυβερνητικά καπετανάτα. Σε άρθρο του Φιλελευθέρου [7/8, σελ. 16] τον Αύγουστο υπήρχε και εξής ενδιαφέρουσα πληροφορία: Τίτλος: "Ε. Κλόκκαρης στο Συμβ. παρεκκλίσεων – Ε. Λοϊζίδου στο γραφείο δεδομένων".. "Σύμφωνα με πληροφορίες του "Φ" για την πλήρωση των δυο θέσεων διεξήχθη έντονο παρασκήνιο και τελικά επήλθε συμβιβασμός μεταξύ κόμματος από την μια και σημαίνοντος υπουργού της κυβέρνησης από την άλλη.."

Δηλαδή, Αβέρωφ [κόμμα] - Χάσικος [σημαίνων υπουργός;] – ήθελαν και οι δυο τις παρεκκλίσεις φαίνεται για να μοιράζουν πουπανοπρίτζιην στους ημέτερους επιχειρηματίες από τους οποίους, βεβαίως περιμένουν και αυτοί το «κάτι τις» τους μετέπειτα; Βέβαια είναι και το γραφείο «Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα» σημαντικό  - ιδιαίτερα μετά και την διαμάχη και τις αποκαλύψεις που οδήγησαν στην παραίτηση Πενταρα..


[1] Και φυσικά, θα μπορούσε να προσθέσει κάποιος, ότι  επιχειρηματίες όπως τον Σιακόλα ευνοούνται και τα «σχέδια» εργοδότησης του υπουργείου που πληρώνει ουσιαστικά τους μίσθους του ιδιωτικού τομέα, με τους δικούς του όρους, τους οποίους και υιοθετεί.