8 Νοε 2015

Ο Ερντογάν, η κληρονομιά του Κεμάλ και οι αντιφατικές ισορροπίες εξωτερικών και εσωτερικών δυναμικών: κερδίζοντας τις εκλογές με εκβιασμούς μπορεί να μην ήταν τόσο δύσκολο την πρώτη φορά, αλλά το εσωτερικό χάσμα είναι πια βαθύ – Αντίθετα, στην εξωτερική πολιτική ο Ερντογάν έχει την ευκαιρία να ολοκληρώσει την τουρκική αυτονομία σε μια περιφερειακή δύναμη..


Ο Ερντογάν κέρδισε, τελικά, τις εκλογές – εκβιαστικά. Ήταν, μεν, μια νίκη, αλλά μάλλον μια αμυντική νίκη. Η φαντασίωση που τον ήθελε να κερδίζει δυο τρίτα στη βουλή και να μετατραπεί σε ένα είδος ντε φάκτο σουλτάνου, δεν πέτυχε όμως. Αυτό που κερδηθηκε, για την ώρα, είναι η αυτοδυναμία του κόμματός του στη βουλή. Αν,, όμως, η φανατική στήριξη από τουλάχιστον το 40% και έστω και απρόθυμα από ακόμα 9% σε συνθήκες έκτακτης ανάγκης, τον κάνει σαφώς ένα ιστορικό ηγέτη [ανάλογο του Α. Παπανδρέου στην Ελλάδα], αυτή η νίκη θύμιζε, ωστόσο, και κάτι από Καραμανλή μετά το ‘74. Ήταν ένας εξόφθαλμος εκβιασμός για την τούρκικη κοινωνία « ή εγώ ή τα τανκς». Ή εγώ ή το χάος. Η τουρκική κοινωνία, μπορεί να πει κάποιος φέρθηκε ώριμα, αναβάλλοντας την κρίση. Όμως, ο Ερντογάν δεν φαίνεται να έχει εγκαταλείψει τη φαντασίωση για ισχυρή προεδρία. Άρα, αναγκαστικά, η αναβολή και οι βαθιοί διαχωρισμοί που οι δημιουργήθηκαν, θα συνοδεύουν και την επόμενη περίοδο. Η ευκαιρία να εμφανιστεί ως συνολικός ηγέτης έχει χαθεί. Θα είναι ένα διχαστικό σύμβολο, που αργά ή γρήγορα, σε μια εύθραυστη περιοχή, θα πρέπει να αντιμετωπίσει την επανάληψη της αυταρχικής του κληρονομιάς - αλλά με τον ίδιο ως τον αποδέκτη μιας μελλοντικής ανατροπής. Από την άλλη, ο Ερντογάν ολοκληρώνει με ένα παράδοξο τρόπο το έργο του Κεμάλ, του ιστορικού του αντιπάλου. Ο Κεμάλ, παρά την πίστη του στον εκμοντερνισμό που στα τοτε πλαίσια εκλαμβανόταν και σαν εκδυτισμος, από την ηγεσία προς τα κάτω, έσπρωξε, από την άλλη, την Τουρκία, ως έθνος – κράτος πια, όχι ως αυτοκρατορία, σε μια αυτόνομη θέση, σε σχέση με τις εξελίξεις στην περιοχή. Ήθελε ένα εκμοντερνισμό με βάση το δυτικό πρότυπο – αλλά ήθελε την Τουρκία αυτόνομη η οποία θα μπορούσε ενδεχομένως να παίξει και ρόλο ρυθμιστικού παράγοντα στην περιοχή. Αυτό φάνηκε να κάνει και ο Ερντογάν. Χρησιμοποίησε την ευρωπαϊκή πορεία της Τουρκίας, για να προωθήσει ένα εκδημοκρατισμό που τον διευκόλυνε να βγάλει τον ισλαμικό χώρο από το αποκλεισμό από την εξουσία, αλλά τώρα που απέκτησε την εξουσία επαναλαμβάνει την αυταρχισμό της – αλλά και την αυτονομία της Τουρκίας σε σχέση με τη Δύση. Η Τουρκία ως ένα αυτόνομο κράτος, είναι, πια, μια περιφερειακή δύναμη. Αλλά τώρα το σύμβολο φορέας της εσωτερικής αλλαγής, είναι άλλος – το ισλαμικό κίνημα, ο ιστορικός αντίπαλος του Κεμάλ. Στο εσωτερικό πλαίσιο, όμως, ο Ερντογάν θα είναι ο επόμενος στόχος της δημοκρατικής αμφισβήτησης που φαίνεται να πηγαίνει τώρα και πιο βαθιά με την εμφάνιση μιας μαζικής αριστεράς με βάση την κουρδική κοινότητα και μιας σοσιαλδημοκρατίας, χωρίς, πια, την σκιά της [διαπλοκής με την] εξουσία.

Πώς κέρδισε της εκλογές: εκβιασμοί έκτακτης ανάγκης, αυταρχική επίδειξη, αλλά και γεωπολιτικές υποσχέσεις αυτονομίας
Ο Ερντογάν έπαιξε χοντρό παιχνίδι και στο προσκήνιο και στο παρασκήνιο, αλλά μάλλον η τουρκική κοινωνία μπορούσε να το δει συνολικά – αφού επαναλάμβανε, πια, τα ίδια κόλπα του παλιού κεμαλικού κατεστημένου που ανέτρεψε. Το μοντέλο της διαπλοκής φαίνεται να έχει, πια, ενσωματωθεί στο σύστημα - αλλά ανάλογα θα πρέπει να περιμένει κάποιος και για τους μηχανισμούς αλλαγής του. Και άρα αναπόφευκτα, όταν χάσει τις εκλογές ο Ερντογάν θα πρέπει να περιμένει μια ανάλογη αποκαθήλωση, όπως αυτές που είχε κάνει ο ίδιος, για να προχωρήσει παρακάτω η διαδικασία εκδημοκρατισμού, της οποίας κάποτε υπήρξε φορέας.

 Η προεκλογική του στρατηγική κινήθηκε σε 3 άξονες

1. Την κήρυξη ενός πολέμου στους κούρδους. Αυτό ήταν μια εμφανώς καιροσκοπική κίνηση – και για να αποπροσανατολίσει ευρύτερα από την αποτυχία της πολιτικής του στη Συρία και τις σχέσεις του βαθέως κράτους του κόμματος του με τα δίκτυα διευκόλυνσης του ΙΣΙΣ. Αλλά ήταν και μια στρατηγική κίνηση αποσταθεροποίησης, με στόχο την κατασκευή μιας κρίσης που θα συσπείρωνε μερίδα των ψηφοφόρων της ακροδεξιάς στο ισλαμικό κόμμα - αλλα ενδεχομένως και μερίδα των κουρδικών ψήφων που θα ανησυχούσαν για την επέκταση της βίας,. Το πρόβλημα, όμως, είναι οι συνέπειες. Η στρατηγική αποσταθεροποίησης της Συρίας οδήγησε, ουσιαστικά, σε ένα νέο εφιάλτη σαν απρόσμενη συνέπεια – τη δημιουργία αυτόνομης κουρδικής ή κουρδικά ελεγχόμενης περιοχής στα νότια σύνορα της Τουρκίας. Η άντληση ψηφοφόρων από την ακροδεξιά για μια πολιτική που αναπόφευκτα θα πρέπει να τα βρει με τους κούρδους, οδηγεί όμως και σε μια εσωτερική κρίση- η κουρδική νεολαία αποστασιοποιείται και κοιτάζει προς το συριακό μοντέλο αυτονομίας,[1] ενώ οι ακροδεξιοί θα μείνουν ως μετέωρη ομάδα με απρόσμενη κατάληξη.

2. Την καλλιέργεια μια εσωτερικής πολιτικής καταστολής και φόβου. Έμοιαζε λες και το ισλαμικό κόμμα και ο Ερντογάν έλεγαν στην κοινωνία "αν δεν μας ψηφίσετε, θα γίνουν χειρότερα τα πράγματα" – και εννοούσαν ότι θα τα έκαναν οι ίδιοι χειρότερα. Θύμιζε λίγο το "εγώ ή τανκς", αλλά θύμιζε και το τούρκικο στρατό πριν τον Ερντογάν. Αλλά και ο Ερντογάν έπρεπε να έχει καλύτερη μνήμη. Οι εκρήξεις βομβών αποδόθηκαν στο ΙΣΙΣ, αλλά μια μερίδα της κοινωνίας πιστεύει ότι ήταν προϊόν του βαθέως κράτους του Ερντογάν. Ένα είδος ισλαμικού Εργκενεγκόν. Σε αυτό το πλαίσιο, οι επιθέσεις εναντίον αντιπολιτευομένων ΜΜΕ λειτουργούσαν και ντε φάκτο ως  περιορισμός της πληροφόρησης, αλλά και ως απειλή. Όμως, αυτό το χάσμα επιβεβαίωνε τη φράση ενός ηγέτη του ισλαμικού κόμματος – "η μισή κοινωνία μας ψηφίζει και η άλλη μισή μας βλέπει με μίσος". Ήδη, η ανθεκτικότητα του κεμαλικού σοσιαλδημοκρατικού κόμματος, αλλά και του κουρδικού [έστω και με απώλειες] δείχνουν ένα σκληρό μέτωπο. Ό,τι μείνει από τους εθνικιστές, θα γίνει επίσης σκληρό μέτωπο – και οι ρευστοί ψηφοφόροι θα κινούνται.. Αν είναι σωστή η εκτίμηση ότι το λάθος των δημοσκοπήσεων βρισκόταν και στο γεγονός [το οποίο φάνηκε να δείχνουν μερικές ποιοτικές αναλύσεις σύμφωνα με αναλυτές όπως ο Ν. Μούδουρος] ότι πολλοί ψηφοφόροι αποφάσισαν την τελευταία στιγμή, τότε η ρευστότητα της νίκης, είναι πολύ πιο έντονη και η σταθερότητα της πλειοψηφίας πολύ πιο επισφαλής. Ουσιαστικά, ο Ερντογάν επαναπάτρισε ψήφους, αλλά μάλλον απρόθυμους ψήφους.

[Η εκλογική νίκη.. αναδεικνύει τον Ερντογαν, σαν ένα ιστορικό ηγέτη [ανάλογο του Α. Παπανδρέου στην Ελλάδα], αυτή η νίκη θύμιζε, ωστόσο, και κάτι από Καραμανλή μετά το ‘74. Ήταν ένας εξόφθαλμος εκβιασμός για την τούρκικη κοινωνία « ή εγώ ή τα τανκς». Ή εγώ ή το χάος. Η τουρκική κοινωνία, μπορεί να πει κάποιος φέρθηκε ώριμα, αναβάλλοντας την κρίση… Από την άλλη, ο Ερντογάν ολοκληρώνει με ένα παράδοξο τρόπο το έργο του Κεμάλ, του ιστορικού του αντιπάλου. Ο Κεμάλ, παρά την πίστη του στον εκμοντερνισμό, που στα τότε πλαίσια εκλαμβανόταν και ως εκδυτισμος, από την ηγεσία προς τα κάτω, έσπρωξε, από την άλλη, την Τουρκία, ως έθνος – κράτος πια, όχι ως αυτοκρατορία, σε μια αυτόνομη θέση, σε σχέση με τις εξελίξεις στην περιοχή. Ήθελε ένα εκμοντερνισμό με βάση το δυτικό πρότυπο – αλλά ήθελε την Τουρκία αυτόνομη. Αυτό φάνηκε να κάνει και ο Ερντογάν

3. Ο Ερντογάν και τα δίκτυα του έπαιξαν και ένα γεωπολιτικό παιχνίδι και σε αυτό κέρδισε σαφώς. Μπορεί να μην κατασκεύασε τη ροή προσφύγων, αλλά σίγουρα την επέτρεψε, αν δεν την ενθάρρυνε. Σε αυτό το πλαίσιο, η επίσκεψη Μέρκελ ήταν και μια απόδειξη της αυτονομίας της Τουρκίας. Αλλά και του ρόλου της, όπως τον παρουσιάζει και εκπροσωπεί ο Ερντογάν. Σε αυτό το τομέα, η εσωτερική αντιπολίτευση ακόμα να αναπτύξει ένα πειστικό λόγο. Ο Ερντογάν αντίθετα προτείνει μια νέα Τουρκία με την αυτοπεποίθηση ενός, τί ειρωνεία, νέου Ατατούρκ. Ήδη η διαμάχη με τον Γκιουλέν δεν είναι απλώς διαμάχη για τον εσωτερικό έλεγχο του ισλαμικού κινήματος, και των δικτύων του στο κράτος, αλλά και διαμάχη για την αμερικανική επιρροή. Η σχέση με την ελληνική κυβέρνηση, από την άλλη, παρά το ότι ανήκει σε άλλη ιδεολογική παράταξη είναι, επίσης, ενδιαφέρουσα – ο Ερντογάν, και σε αυτό το πλαίσιο πρέπει να αναφερθεί και η γεωπολιτική αντίληψη του Νταβούτογλου, φτιάχνει σχέσεις ως αυτόνομος παίκτης. Και αν προχωρήσει και ο αγωγός ρωσικού φυσικού αερίου της Τουρκίας με συνέχεια στην Ελλάδα, η κίνηση αυτονόμηση θα έχει αποκτήσει νέες περιφερειακές διαστάσεις.  Το νευραλγικό σημείο θα είναι η σχέση με τη Ρωσία. Καθώς ο συριακός στρατός προελαύνει στην περιοχή του Χαλεπιού, ενώ η Ρωσία ταυτόχρονα προσπαθεί να φτιάξει ένα πλαίσιο ανακωχής για να εστιαστεί η αντιπαράθεση στον ΙΣΙΣ και την Αλ Κάιντα, η Τουρκία έχει συμφέρον να στηρίξει, είτε κατάπαυση του πυρός, είτε τη συνοχή του συριακού κράτους μπροστά στην πιθανότητα κουρδικής αυτονομίας στα σύνορά του. Αλλά θα μπορέσει, εδώ τουλάχιστον, ο Ερντογάν να ξεφύγει από τις γκάφες της ατομικής του πολιτικής; Σαφώς, η παρουσία του Νταβούτογλου εκφράζει και τη βαθύτερη γεωπολιτική σκέψη και ανάλογη κατανόηση των κρατικών συμφερόντων – αλλά το τί θα κάνει η Τουρκία θα είναι και ενδεικτικό των ισορροπιών και των εσωτερικών και εξωτερικών δυναμικών.

Η εσωτερική κρίση που δεν θα κλείσει χωρίς την αναπαραγωγή της ανατροπής, και η εξωτερική υπόσχεση ολοκλήρωσης του έργου του ..Κεμάλ
Η εμμονή του Ερντογάν στο προεδρικό σύστημα μπορεί να αποδειχτεί η αχίλλειος πτέρνα του. Η παρούσα εκβιαστική νίκη και το πογκρόμ αστυνομικών συλλήψεων εναντίον των αντίπαλών του, θυμίζει την κεμαλική στρατιωτική καταστολή και προδιαγράφει, ενδεχομένως, τις εξελίξεις του μέλλοντος. Σαφώς, ο Ερντογάν στηρίζεται τώρα σε μια συντηρητική πλειοψηφία – αλλά τα ρήγματα ακόμα και στον ισλαμικό χώρο είναι σαφή και βαθιά και δεν θα μπορέσει να συντηρεί έπ’ αόριστο την κατάσταση έκτακτης ανάγκης ως δικαιολογία της εξουσίας του. Χρειάζεται, από τη μια, την ανοχή των ακροδεξιών αν ελπίζει σε μια έστω και εξαγορασμένη αλλαγή συντάγματος [θέλει 13 βουλευτές για δημοψήφισμα, αλλά και πλειοψηφία σε λαϊκή ψήφο – αν αναγκαστεί να καταφύγει και σε μαζική καλπονοθεία, η κατάσταση θα είναι πια εκρηκτική].

Από την άλλη, δεν μπορεί να συνεχίζει μόνιμα τη σύγκρουση με τους κούρδους, αλλά και δεν είναι σίγουρο με ποιό άλλο τρόπο μπορεί να συντηρήσει την έκτακτη ανάγκη που έφτιαξε ως δικαιολογία με βάση την οποία πρόσφερε την «ασφάλεια» ως απάντηση στο φόβο που ο ίδιος καλλιέργησε.

Θα μπορούσε, μάλιστα, να πει κάποιος ότι, όπως εξελίχθηκαν τα δεδομένα, η τουρκική κοινωνία έδειξε ένα είδος ενδιαφέρουσας ωριμότητας. Έδωσε ντε φάκτο πλειοψηφία στην αντιπολίτευση τον Ιούνιο. Η αντιπολίτευση φάνηκε ανέτοιμη για συνεργασία για να συγκροτήσει κυβέρνηση, και μπροστά στις κινήσεις Ερντογάν, αλλά και με δεδομένο ότι το εθνικιστικό κόμμα δεν θα συνηγορούσε σε μέτωπο της αντιπολίτευσης, η επιλογή ήταν σχεδόν αναπόφευκτη για να επέλθει μια εικόνα σταθερότητας. Αλλά οι «απρόθυμοι» ψήφοι είναι εκεί – και για αυτό ίσως το μένος του Ερντογάν με τους Γκιουλενιστές. Θα μπορούσαν να αποτελέσουν τη βάση για απόσχιση μερίδας των ισλαμιστών ψηφοφόρων. Αλλά και η αντιπολίτευση είναι σαφές ότι θα πρέπει να οικοδομήσει, πια, ένα πλουραλιστικό μοντέλο, το οποίο να προτείνει ως εφικτή εναλλακτική μορφή διακυβέρνησης

Η μόνη ρεαλιστική πιθανότητα εξόδου του εσωτερικού πολιτικού συστήματος από την κρίση που κυοφορείται λόγω του αυταρχισμού του Ερντογάν είναι η δημιουργία μιας κεντρώας [;] ισλαμικής κίνησης που θα αποσπάσει την πλειοψηφία. Διαφορετικά, θα βαθαίνει το χάσμα.  Θα μπορούσε, μάλιστα, να πει κάποιος ότι, όπως εξελίχθηκαν τα δεδομένα, η τουρκική κοινωνία έδειξε ένα είδος ενδιαφέρουσας ωριμότητας. Έδωσε ντε φάκτο πλειοψηφία στην αντιπολίτευση τον Ιούνιο. Η αντιπολίτευση φάνηκε ανέτοιμη για συνεργασία για να συγκροτήσει κυβέρνηση, και μπροστά στις κινήσεις Ερντογάν, αλλά και με δεδομένο ότι το εθνικιστικό κόμμα δεν θα συνηγορούσε σε μέτωπο της αντιπολίτευσης, η επιλογή ήταν σχεδόν αναπόφευκτη για να επέλθει μια εικόνα σταθερότητας. Αλλά οι «απρόθυμοι» ψήφοι είναι εκεί – και για αυτό ίσως το μένος του Ερντογάν με τους Γκιουλενιστές. Θα μπορούσαν να αποτελέσουν τη βάση για απόσχιση μερίδας των ισλαμιστών ψηφοφόρων. Αλλά και η αντιπολίτευση είναι σαφές ότι θα πρέπει να οικοδομήσει, πια, ένα πλουραλιστικό μοντέλο, το οποίο να προτείνει ως εφικτή εναλλακτική μορφή διακυβέρνησης. Η αντζέντα του θα είναι αναπόφευκτα ο εκδημοκρατισμός, αφού ο Ερντογάν προσφέρεται εξόφθαλμα ως στόχος σε αυτόν τον τομέα.

Από την άλλη πλευρά, η ελπίδα για τον ίδιο τον Ερντογάν για να μπορέσει να εμφανίσει ένα άλλο πρόσωπο, πέρα από τον αυταρχισμό που οδηγεί σε βαθιά κρίση διχασμού, είναι η εξωτερική πολιτική. Αν καταφέρει να εμφανίσει τον εαυτό του ως τον εναλλακτικό [απέναντι στη Σαουδική Αραβία] μουσουλμανικό πόλο στην περιοχή, και οικοδομήσει σχέσεις τόσο με το Ιράν, όσο και με ην Ρωσία – αλλά και την Ελλάδα, θα έχει δημιουργήσει ένα πόλο σταθερότητας στην περιοχή. Η γεωπολιτικές δυναμικές, με αυτήν την έννοια, δεν είναι άσχημες – αυτό που είναι βαθιά προβληματικό είναι τα εσωτερικά χάσματα…



Από την άλλη πλευρά, η ελπίδα για τον ίδιο τον Ερντογάν για να μπορέσει να εμφανίσει ένα άλλο πρόσωπο, πέρα από τον αυταρχισμό που οδηγεί σε βαθιά κρίση διχασμού, είναι η εξωτερική πολιτική. Αν καταφέρει να εμφανίσει τον εαυτό του ως τον εναλλακτικό [απέναντι στη Σαουδική Αραβία] μουσουλμανικό πόλο στην περιοχή, και οικοδομήσει σχέσεις τόσο με το Ιράν, όσο και με την Ρωσία – αλλά και την Ελλάδα, θα έχει δημιουργήσει ένα πόλο σταθερότητας στην περιοχή. Η γεωπολιτικές δυναμικές, με αυτήν την έννοια, δεν είναι άσχημες – αυτό που είναι βαθιά προβληματικό είναι τα εσωτερικά χάσματα…








[1] Η προέκταση αυτής της επίπτωσης είναι ότι οι Κούρδοι της Συρίας αντιλαμβάνονται τη δική τους προσπάθεια (οικοδόμηση δομών εξουσίας στη Ροζιάβα) ως το καταλληλότερο μοντέλο για τη μελλοντική Συρία. Συνεπώς, αυτή η δυναμική δε μπορεί παρά να επηρεάσει τις νοτιοανατολικές περιοχές της Τουρκίας – καθαρή κουρδική/αριστερή ψήφος πλέον – στις οποίες βρίσκεται το πολιτικό και οργανωτικό μοντέλο των Κούρδων της Συρίας, δηλαδή το ΡΚΚ και οι πολιτικές του εκφράσεις. Ίσως τελικά να ήταν αυτή η δυναμική που αναπαράγει μέχρι σήμερα τα αρνητικά αντανακλαστικά του κράτους σε σχέση με το συγκεκριμένο κουρδικό κίνημα, όμως σε ένα νέο πλαίσιο του ισλαμικού κινήματος.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου