22 Νοε 2015

Επίθεση στο Δυτικό τρόπο ζωής ή επίθεση από τον Δυτικό τρόπο ζωής


Όταν η επιθετικότητα ενάντια σε άλλους
και η επιθετικότητα ενάντια στον εαυτό ταυτίζονται


Κωνσταντίνος Στυλιανού



Ο παροξυσμός που ακολούθησε τις πρόσφατες επιθέσεις αυτοκτονίας στο Παρίσι όπως συμβαίνει συνήθως, έχει θολώσει σε μεγάλο βαθμό την κριτική σκέψη των ανθρώπων και έχει δημιουργήσει ένα εξαιρετικά έφορο έδαφος για να αναπτυχθεί εκ νέου ο ρατσισμός. Το σχετικό αφήγημα προσπαθεί να ανακαλύψει τις αιτίες για το τραγικό γεγονός στη πολιτισμική διαφορετικότητα (το επιθετικό Ισλάμ) και τα ευρωπαϊκά μέσα ενημέρωσης μας ανακοίνωσαν ότι πρόκειται μάλιστα για μια επίθεση στον Δυτικό τρόπο ζωής. Αυτό όμως που φανερώνει μια πιο βαθιά κριτική ματιά στα γεγονότα, είναι το ακριβώς αντίθετο.

Πυροβολισμοί σε σχολεία
Στις ΗΠΑ, από τη δεκαετία του 90’ ξεκίνησε να εμφανίζεται με ολοένα αυξανόμενη συχνότητα το φαινόμενο των επιθέσεων με πυροβολισμούς σε σχολεία (41 περιστατικά 1990-99, 48 περιστατικά 2000-9, 111 περιστατικά 2010-σήμερα). Τα φαινόμενα αυτά έχουν μια σαφή νέα ποιότητα τόσο ένεκα της συχνότητας τους όσο και από το γεγονός ότι ένα δυσανάλογα μεγάλο ποσοστό των θυτών είναι νέοι άνθρωποι, ακόμη και παιδιά. Μόνο ένας μικρός αριθμός από τους μανιακούς δολοφόνους πάσχει από διανοητική διαταραχή με την κλινική έννοια. Αντίθετα οι περισσότεροι θεωρούνται πριν το ξέσπασμα τους, «κανονικοί» και ευπροσάρμοστοι άνθρωποι[1].
Το φαινόμενο παρατηρήθηκε πρώτα στις ΗΠΑ, ωστόσο ο οικουμενικός χαρακτήρας του απαιτεί επίσης την προσοχή. Στην Ευρώπη, οι πυροβολισμοί σε σχολεία ερμηνεύτηκαν στην αρχή στο πλαίσιο του παραδοσιακού αντι-Αμερικανισμού: ένα αποτέλεσμα της οπλοκουλτούρας και του χαμηλού επιπέδου κοινωνικής παιδείας στη χώρα. Ωστόσο οι ΗΠΑ, σε κάθε περίπτωση αποτελεί το μοντέλο για ολόκληρο τον καπιταλιστικό κόσμο της παγκοσμιοποίησης: Στο Littleton του Colorado, το 1999, δυο έφηβοι (17 και 18 χρονών) έπνιξαν το σχολείο τους σε λουτρό αίματος που έγινε διάσημο από το ντοκυμαντέρ του Michael MooreBowling for Columbine”: με όπλα και εκρηκτικά, σκότωσαν 12 συμμαθητές τους και ένα καθηγητή και στη συνέχεια αυτοκτόνησαν. Στη μικρή πόλη του Καναδά Taber, μόλις μια εβδομάδα μετά τη σφαγή στο Columbine ένας 14χρονος έφηβος άνοιξε τυφλά πυρ σκοτώνοντας ένα συμμαθητή του. Άλλα περιστατικά πυροβολισμών σε σχολεία έλαβαν χώρα από το 1990 και μετά στις περισσότερες από τις χώρες της Ευρώπης, την Ιαπωνία, την Αυστραλία και διάφορες χώρες της Ασίας, της Αφρικής και της Λατινικής Αμερικής.
Σε αυτά τα δεδομένα πρέπει να προστεθούν και άλλα «περιστατικά μαζικών επιθέσεων». Η βομβιστική επίθεση στην Οκλαχόμα (1995) που πραγματοποίησαν φανατικοί ακροδεξιοί Αμερικανοί. Η βομβιστική επίθεση στο μετρό του Τόκιο (1995) από την ακραία αποκαλυπτική σέκτα, Aum Shinrikyo. Η μαζική δολοφονία 69 ανθρώπων από τον ακροδεξιό φανατικό Anders Breivik στην Νορβηγία (2011).
Από πού προέρχονται αυτά τα φαινόμενα αν όχι από την καρδιά του καπιταλιστικού κόσμου;
Οι πράξεις μαζικής βίας είναι φαινόμενα που αντιστοιχούν με την ευρύτερη κουλτούρα της βίας που μαστίζει την παγκοσμιοποιημένη κοινωνία. Εμφύλιοι πόλεμοι και συγκρούσεις, λεηλασία των πόρων σε όλες τις ηπείρους, εξοπλισμένες συμμορίες στις φτωχογειτονιές, τις παραγκουπόλεις και τα γκέτο: η «συνέχιση του ανταγωνισμού με άλλα μέσα».
Οι επιθέσεις με πυροβολισμούς σε σχολεία, παρουσιάζονται εντός του πλαισίου της σύγχρονης κουλτούρας της βίας, ως η λογική σύνδεση ανάμεσα στην επιθετικότητα ενάντια στους «άλλους» και την επιθετικότητα ενάντια στον εαυτό: μια μορφή σύνθεσης της οργανωμένης δολοφονίας και της αυτοκτονίας. Οι περισσότεροι μανιακοί δολοφόνοι σκοτώνουν αδιακρίτως και στη συνέχεια αυτοκτονούν. Έτσι αρχίζουν να συγχωνεύονται οι, μέχρι πρότινος, διακριτές μορφές βίας: ο πιθανός αυτουργός μιας κλοπής είναι ταυτόχρονα και πιθανός ψυχοπαθής δολοφόνος.

Τρομοκρατικές επιθέσεις αυτοκτονίας
Ακόμη και κάποιος που οι έννοιες της κοινωνικής θεωρίας του είναι εντελώς ξένες, μπορεί να δει τους παραλληλισμούς με τους τρομοκράτες των επιθέσεων αυτοκτονίας. Πολλοί ιδεολόγοι της Δύσης, σε μια απόπειρα να απολογηθούν για τις αξίες που πρεσβεύουν, προσπαθούν να αποδώσουν τέτοιες πράξεις στο «ξένο πολιτισμικό χώρο» του Ισλάμ. Για τους τρομοκράτες της 11ης Σεπτεμβρίου οι οποίοι οργάνωσαν τις επιθέσεις τους κατά την πολυετή τους διαμονή σε Γερμανία και ΗΠΑ, διατυπωνόταν ο ισχυρισμός ότι παρά την «εξωτερική» προσαρμογή τους, ποτέ τους δεν «υιοθέτησαν πραγματικά τη Δύση» από πνευματική και ψυχική πλευρά. Κάτι αντίστοιχο υιοθετήθηκε και μετά τις επιθέσεις στο Παρίσι. Θέλουν  να πουν πως το φαινόμενο της Ισλαμικής τρομοκρατίας, με τις επιθέσεις αυτοκτονίας είναι αποτέλεσμα της ιστορικής συγκυρίας ότι το Ισλάμ δεν είχε ποτέ μια εποχή Διαφωτισμού. Η εμφανής εσωτερική εγγύτητα ανάμεσα στους Δυτικούς νεαρούς ψυχοπαθείς δολοφόνους και τους Ισλαμιστές τρομοκράτες των επιθέσεων αυτοκτονίας, καταδεικνύει ακριβώς το αντίθετο.
Και τα δυο φαινόμενα ανήκουν στα πλαίσιο της καπιταλιστικής παγκοσμιοποίησης και κρίσης. Αποτελούν το πιο πρόσφατο «μεταμοντέρνο» αποτέλεσμα του Διαφωτισμού. Ακριβώς επειδή «υιοθέτησαν τη Δύση» σε όλες της τις πτυχές, οι νεαροί Άραβες φοιτητές μετατράπηκαν σε τρομοκράτες. Σήμερα η καπιταλιστική κοινωνικοποίηση δεν είναι δευτερεύουσα σε καμία ήπειρο, αλλά παντού πρωτεύουσα. Η παγκόσμια κυριαρχία του ολοκληρωτικού ανταγωνισμού μπαίνει στη βάση της δόμησης όλων των υποκειμένων, ανεξάρτητα από πολιτισμική διαφοροποίηση και κουλτούρα. Στην πραγματικότητα, η «δίψα για θάνατο» αντιπροσωπεύει ένα παγκόσμιο μεταμοντέρνο φαινόμενο που δεν συνδέεται με κανένα ιδιαίτερο κοινωνικό χώρο ή κουλτούρα. Οι ψυχοπαθείς δολοφόνοι είναι τα ρομπότ του καπιταλιστικού ανταγωνισμού που έχουν βγει εκτός ελέγχου: υποκείμενα της κρίσης, πλήρως ταυτισμένα με τις αξίες της κοινωνίας της αγοράς και εμποτισμένα με τα χαρακτηριστικά της.
Με αυτό τον τρόπο, έρχεται στην επιφάνεια αυτό που βιώνουν στην πραγματικότητα εκατομμύρια ανθρώπων  που κυκλοφορούν με τα ίδια διανοητικά δεδομένα, τα ίδια άλυτα συναισθηματικά αδιέξοδα και φλερτάρουν με τις ίδιες νοσηρές ιδέες. Ο Ισλαμιστής τρομοκράτης διαφέρει από τον ψυχοπαθή μαζικό δολοφόνο της Δύσης μόνο στην εμφάνιση, τα αιτήματα και πολιτικά κίνητρα και στη συμμετοχή του σε μια οργανωμένη θρησκεία. Προς υπεράσπιση αυτής της θέσης είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρον και το εξής: στο ημερολόγιο του, ο ένας από τους δυο δολοφόνους του Columbine(1998) έγραψε «Γιατί να μην καταλάβεις ένα αεροπλάνο και να το οδηγήσεις να πέσει στη Νέα Υόρκη;». Αυτό που παρουσιάστηκε ως θηριωδία χαρακτηριστική μιας ξένης κουλτούρας, είχε ήδη πάρει μορφή στο μυαλό ενός προϊόντος που ήρθε κατευθείαν από το εργοστάσιο της «ελευθερίας και της δημοκρατίας».
Οι «ορθολογιστές» της Δύσης δεν έχουν απάντηση στην ανθρώπινη μιζέρια. Το μόνο που ξέρουν είναι να σηκώνουν τους ώμους και να συνεχίζουν με τις καπιταλιστικές δουλειές τους. Όμως η μιζέρια δεν μπορεί να αποσιωπάται, πρέπει να βρει μια γλώσσα έκφρασης. Και εφόσον η γλώσσα της λογικής που μιλούσε ο σοσιαλισμός υποχώρησε, η παράλογη γλώσσα της θρησκείας επιστρέφει στην καταρρέουσα κοινωνία.
Ωστόσο ο φονταμενταλισμός δεν έχει πρόγραμμα για την κοινωνική χειραφέτηση αλλά μόνο για την ιδεολογικοποίηση της τυφλής επιθετικότητας που η αποτυχία της χειραφέτησης άφησε πίσω της.  Το πρόγραμμα του φονταμενταλισμού εξαντλείται σε μια θρησκευτικά μεταμφιεσμένη παρόρμηση επιθετικότητας που στρέφεται εναντίον στους «άλλους» αλλά και στον «εαυτό».
Ο φονταμενταλισμός είναι «ορθολογικός» και ο «ορθολογισμός» είναι φονταμενταλιστικός. Και οι δύο έχουν την ίδια ιδεολογική δομή. Και οι δυο μιλούν για το «τέλος της ιστορίας» με τη διαφορά πως οι ορθολογιστές εσχατολόγοι της αγοράς πιστεύουν ότι το τέλος της ιστορίας έχει ήδη έρθει. Επίσης, και οι δυο χρησιμοποιούν τα ίδια μέσα: χρήμα, τηλεόραση, όπλα. Πρόκειται βέβαια για καπιταλιστικά μέσα, οι ψευδοπροφήτες του φονταμενταλισμού δεν έχουν την παραμικρή ιδέα για μια διαφορετικής μορφής κοινωνία.  

Αυτοκαταστροφή
Οι κλασσικοί θεωρητικοί του φιλελευθερισμού και οι σύγχρονοι απολογητές του υπερασπίζονταν τον ανταγωνισμό ως το δρόμο προς την ατομική ανάπτυξη και αυτό-επιβεβαίωση. Τα αποτελέσματα του οικουμενικού ανταγωνισμού σήμερα, μαρτυρούν τελικά πως η απόλυτη συνέπεια του είναι η φροϋδική «ενόρμηση θανάτου» (death drive): αδιαφορία προς κάθε «άλλον» που μετατρέπεται ταυτόχρονα σε  αδιαφορία προς τον εαυτό.
Αυτή η νέα ποιότητα κοινωνικής αδιαφορίας που ταυτίζεται με τάσεις αυτοκαταστροφής ερμηνεύτηκε στο πρώτο μισό του 20ου αιώνα, από την φιλόσοφο Hannah Arendt (1906-1975) ως μια «εξασθένιση του ενστίκτου της αυτοσυντήρησης» ένεκα της «αίσθησης ότι τίποτε δεν εξαρτάται από το άτομο,  και ότι ο καθένας μπορεί να αντικατασταθεί από έναν άλλο, οπουδήποτε και οποτεδήποτε».
Αυτή την κουλτούρα αυτοκαταστροφής, η Arendt την απέδιδε αποκλειστικά στον ολοκληρωτισμό της εποχής της. Σήμερα αυτή η κουλτούρα επιστρέφει σε μια πολύ καθαρότερη μορφή: ως αποτέλεσμα του οικονομικού ολοκληρωτισμού του παγκοσμιοποιημένου κεφαλαίου. Αυτό που παλαιότερα ήταν ένα «καθεστώς εξαίρεσης» (state of exception) μετατρέπεται σήμερα σε κανονικό και μόνιμο καθεστώς: η καθημερινή κοινωνική ζωή μετατρέπεται στην ολοκληρωτική αυτοκαταστροφή του ανθρώπου. Αυτό το καθεστώς δεν περιορίζεται στους φτωχούς και τους αποβλημένους αλλά εφαρμόζεται σε όλους επειδή γίνεται το κυρίαρχο καθεστώς της παγκόσμιας κοινωνίας. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα στα παιδιά και τους έφηβους που δεν έχουν πλέον κανένα κριτήριο για σύγκριση και κριτική.
Πρόκειται για την απώλεια της ατομικότητας και την απώλεια της κριτικής ικανότητας που αντικειμενικά προκαλεί η συντριπτική, ολοκληρωτική προσταγή του κεφαλαίου.
Αυτό που θεωρείτο κάποτε η προϋπόθεση για πολιτικό ολοκληρωτισμό είναι σήμερα το βασικό έργο του εκπαιδευτικού συστήματος: «να ξεριζωθεί το ενδιαφέρον για τον εαυτό».  Τα παιδιά μετατρέπονται σε αφηρημένες μηχανές παραγωγής, σε «αφεντικά του εαυτού τους», δηλαδή χωρίς ένα σταθερό πλαίσιο αναφοράς που δημιουργεί μια αίσθηση εγγύησης και διασφάλισης. Αυτά τα παιδιά εκπαιδεύονται να αναγνωρίζουν ότι οφείλουν να θυσιάσουν τον εαυτό τους στο βωμό της αξιοποίησης (δηλ. της διαδικασίας αύξησης του κεφαλαίου) και ταυτόχρονα ότι πρέπει να αισθάνονται ευχαρίστηση σε αυτή τη θυσία. Το αποτέλεσμα είναι ένας διαταραγμένος ψυχισμός καθαρής αντικοινωνικότητας μέσα στον οποίο η αυτοεπιβεβαίωση και η αυτοκαταστροφή ταυτίζονται. Ο ψυχοπαθής δολοφόνος αναγκαία υπάρχει πίσω από τον μεταμοντέρνο «manager του εαυτού».
Και η δημοκρατία της οικονομίας της αγοράς κλαίει κροκοδείλια δάκρια για τα χαμένα παιδιά της τα οποία συστηματικά εκπαίδευσε να γίνουν αυτιστικά τέρατα.

Το κείμενο βασίστηκε στα άρθρα του Γερμανού θεωρητικού Robert Kurz (1943-2012) «Ρεαλιστές και Φονταμενταλιστές» (δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Neues Deutschland» το 1994) και «Η θανατηφόρα πίεση του ανταγωνισμού» (δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό Krisis του 2002)






[1] Όταν τα Μέσα ενημέρωσης αναφέρουν αυτό το γεγονός, πάντοτε με εμφανή έκπληξη, δεν κατανοούν ότι έμμεσα και άθελα παραδέχονται ότι η «κανονικότητα» της σύγχρονης κοινωνίας κουβαλά μαζί της εν δυνάμει αυτές τις πράξεις δολοφονική μανίας.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου