1 Νοε 2015

Οι Μεγάλοι Πρόσφυγες: Εκκλησία και Τράπεζα Κύπρου




Το περιουσιακό εμφανίζεται ως το μεγάλο ζήτημα που πήρε τώρα σειρά στις δικοινοτικές συνομιλίες. Από μόνο του, είναι εντυπωσιακή η παραδοχή μετά από τόσες δεκαετίες συνομιλιών ότι υπάρχει τόσο λίγη επεξεργασία του θέματος. Ίσως απλώς επιβεβαιώνεται και σε αυτό το ζήτημα ότι σε κάθε επανέναρξη των συνομιλιών οι θέσεις αλλάζουν ανάλογα με τη συγκυρία και τις ισορροπίες ή τις πιέσεις που ασκούνται από το διεθνές πλαίσιο.

Απ’ ότι φαίνεται η ελληνοκυπριακή πλευρά προσπαθεί να ανατρέψει τις αποφάσεις του Συμβουλίου Ασφαλείας για χωριστές  πλειοψηφίες πληθυσμού και περιουσιών. Γι’ αυτό χρησιμοποιεί ως επιχείρημα το ευρωπαϊκό κεκτημένο και τις τέσσερις ελευθερίες. Στο περασμένο τεύχος επιχειρηματολογήσαμε υπέρ της παρέκκλισης από το ευρωπαϊκό κεκτημένο, θεωρώντας ότι συμφέρει και στις δύο κοινότητες. Εδώ να προσθέσουμε ότι με ένα γενικό τρόπο η ελληνοκυπριακή πλευρά έχει εγκαταλείψει την έννοια της πλειοψηφίας και δέχτηκε τον όρο της κοινότητας από το 1960. Αυτό που θα πρέπει να αντιληφθούμε, όμως, έγκαιρα είναι ότι δεν αποτελούμε και την πλούσια κοινότητα, που με διάφορους τρόπους θα μπορεί να αγοράσει ή να εξαγοράσει περιουσίες ή και συνειδήσεις στο μέλλον. Ειδικά τώρα με την μεταφορά του κατοχικού νερού και ενδεχομένως ηλεκτρισμού στο μέλλον και με την τουριστική απόδοση της βόρειας ακτογραμμής συν και την οικονομική χρεοκοπία του νότου μπορεί στο μέλλον η πλούσια κοινότητα να είναι η άλλη. Σε πολλούς εξ άλλου τόπους η μεγάλες ομόσπονδες πολιτείες δεν είναι πάντα οι πιο πλούσιες. Μισθολογικά, πάντως, οι δύο κοινότητες « επαναπροσεγγίζονται».

 Η γενική οικονομική της πολιτική [της κυβέρνησης]  ευνοεί τη συγκέντρωση του μεγάλου πλούτου… Αντίθετα, μια πολιτική που θα έβαζε μπροστά τα συμφέροντα των πολλών, πιθανόν να έδινε και λύσεις,  όπως.. τη δημιουργία δικοινοτικών συνεργατικών εταιρειών με κεφάλαιο αρχικό τις περιουσίες Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων προσφύγων, που δεν θέλουν να επιστρέψουν, αλλά ούτε και να ξεπουλήσουν...


Πάντως, το περιουσιακό έχει αντιμετωπισθεί από τον Τάσσο Παπαδόπουλο κατά το ήμισυ  τουλάχιστον από το 2004, οπότε δημιούργησε το πλαίσιο για την «επίθεση χρήσης» που έκανε το τουρκικό κεφάλαιο στις ελληνοκυπριακές περιουσίες  και που εκφράστηκε αργότερα και σε δικαστικό ευρωπαϊκό επίπεδο. Σήμερα, το βασικό κριτήριο φαίνεται να είναι η σχέση ιδιοκτησίας και χρήσης. Λυπηρό είναι το γεγονός ότι στο θέμα αυτό που αφορά και πολύ κόσμο, οι συνομιλίες οδηγούνται σε συσκότιση. Είναι γνωστό ότι οι μεγαλύτεροι πρόσφυγες από πλευράς ιδιοκτησίας είναι η Εκκλησία, η Τράπεζα Κύπρου και μερικοί άλλοι μεγαλοϊδιοκτήτες, που μετρούνται το πολύ στα δέκα μας δάκτυλα. Είναι επομένως ειδικού ενδιαφέροντος το πώς η συγκεκριμένη κυβέρνηση διαχειρίζεται το θέμα. Η γενική οικονομική της πολιτική ευνοεί την συγκέντρωση του μεγάλου πλούτου που αποτελεί και πρόβλημα για τους πιο πολλούς πρόσφυγες. Αντίθετα, μια πολιτική που θα έβαζε μπροστά τα συμφέροντα των πολλών πιθανόν να έδινε και λύσεις,  όπως για παράδειγμα την δημιουργία δικοινοτικών συνεργατικών εταιρειών με κεφάλαιο αρχικό τις περιουσίες Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων προσφύγων, που δεν θέλουν να επιστρέψουν, αλλά ούτε και να ξεπουλήσουν για ένα κομμάτι ψωμί το έχειν τους. Θα μπορούσαν, μάλιστα, σε επίπεδο αγροτικών συνεταιρισμών οι λύσεις αυτές να αποτελούν και μια γενικότερα ορθή απάντηση από οικονομικής πλευράς στην εποχή του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού. Για παράδειγμα, θα μπορούσαν οι παραγωγοί εσπεριδοειδών Αυδήμου και Αγίου Επικτήτου να συνασπιστούν μαζί με τη γη τους. Και σε τουριστικό επίπεδο θα μπορούσαν να κάνουν το ίδιο. Μπορεί, μάλιστα,  να αποτελέσουν και συνεκτικό κρίκο για το ομόσπονδο κράτος.




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου