8 Νοε 2015

Έρευνα Αρχείου ΙΙ -2012: ο τραπεζιτικός μηχανισμός που έφερε την τρόικα. Μια ύποπτη κίνηση της «τελευταίας στιγμής» -Όταν η Τράπεζα Κύπρου έσπρωξε την Κυπριακή Δημοκρατία στο Μηχανισμό Στήριξης τον Ιούνιο του 2012



«Μεταξύ άλλων [η κ. Προκοπίου της Κεντρικής Τράπεζας] αναφέρει στο σημείωμά της ότι η Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών (ΕΑΤ) δεν είναι διατεθειμένη να δώσει παράταση σε τράπεζες που έχουν έλλειμμα εκτός και αν υπάρχει έκδοση κεφαλαίου πλήρως εγγυημένη από την Κυβέρνηση, καθώς και ότι αυτό το έλλειμμα θα πρέπει να συμπληρωθεί σύντομα το αργότερο μέχρι το Σεπτέμβριο και ότι η ΕΑΤ αναμένει ενημέρωση μέχρι τις 2/7/2012…
… μέσα σε τέσσερις ημέρες, ως την προθεσμία δηλαδή της ΕΑΤ της 30ης Ιουνίου θα ήταν αδύνατο να βρεθούν ιδιώτης επενδυτές, ενόψει και τον πληροφοριών ότι ενδεχομένως το έλλειμμα να μεγάλωνε και από επιπρόσθετες προβλέψεις.
Το έλλειμμα της Τράπεζας Κύπρου στις 31/3/2012 ήταν €317 εκ., ενώ πώληση περιουσιακών στοιχείων μόνο στα €200 εκ. γύρω θα απέφερε αν πετύχαινε. Δεν ήταν αρκετή από μόνη της η πώληση περιουσιακών στοιχείων, είπε.»
Από την κατάθεση της Α. Προκοπίου, λειτουργό της Κεντρικής



Μετά από την προσφυγή της Λαϊκής, τα μάτια ήταν στραμμένα στην Τράπεζα Κύπρου. Και η Τράπεζα Κύπρου ήταν μια τράπεζα όχι απλώς με ιστορία, αλλά και με έντονα κυκλώματα οικογενειακοκρατίας.[1]

Σε μια προσπάθεια να αντιμετωπιστούν οι ανάγκες, οι οποίες άρχισαν να διαφαίνονται μετά και από την προσφυγή της Λαϊκής, η κυβέρνηση είχε υποβάλει αίτηση για νέο δάνειο από τη Ρωσία – για να αντιμετωπίσει τα δημόσιο-οικονομικά, μέχρι το 2014, έτσι ώστε η προσπάθεια αντιμετώπισης της Λαϊκής να γίνει μέσα σε λιγότερο πιεστικό περιβάλλον. Όμως, το 1.8 δις της Λαϊκής ήταν, απλώς, η επιφάνεια. Ξαφνικά, λίγες μέρες πριν τη λήξη της προθεσμίας για ανακεφαλαιοποίηση, η Τράπεζα Κύπρου ζήτησε, επίσης, ενίσχυση μισού δισεκατομμυρίου ευρώ – ενώ, ταυτόχρονα σχεδόν, ο οίκος αξιολόγησης Fitch υποβάθμιζε την κυπριακή οικονομία με βάση τις ανάγκες των τραπεζών. Το σκηνικό συμπεριλάμβανε ένα ύποπτο πλαίσιο, και πάλι (όπως το 2009-10 με την αγορά των ελληνικών ομολόγων), μη-δημόσιας πληροφόρησης, ενώ κάποιοι άλλοι, όπως ο οίκος αξιολόγησης, παρασκηνιακά φαίνεται να ήταν πληροφορημένοι.  Το θέμα προκάλεσε από τότε αντιδράσεις και ξεκίνησε και μια έρευνα της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς.[2] Όταν θα γραφτεί, κατά συνέπεια, η ιστορία αυτής της περιόδου και ιδιαίτερα της οικονομικής κρίσης και των τραπεζικών σκανδάλων, το τελευταίο δεκαήμερο του Ιούνη θα πρέπει να μελετηθεί ιδιαίτερα προσεκτικά: συγκεκριμένα ανάμεσα στις 23 και στις 27 Ιουνίου, όταν η Τράπεζα Κύπρου ανακοίνωσε απρόσμενα ότι ήθελε στήριξη, ενώ εμφανίστηκε και η αξιολόγηση των Fitch που φάνηκε να ξέρει τις «ανάγκες» της τράπεζας, πριν από την κοινωνία και την κυβέρνηση.
 
Το ιστορικό ήταν το λιγότερο παράδοξο. Το ότι το τέλος Ιουνίου του 2012, θα ήταν το όριο για ανακεφαλαιοποιηση των τραπεζών ήταν γνωστό. Και η Τράπεζα Κύπρου δεν επέδειξε ιδιαίτερη ευαισθησία στη διαφάνεια από το 2009. Το ότι οι τράπεζες είχαν πρόβλημα ήταν, επίσης, γνωστό από το 2011 – η Τράπεζα Κύπρου, μάλιστα ήξερε ότι είχε δημιουργηθεί πρόβλημα από το 2010. Στο τέλος του 2009 – αρχές του 2010 έγινε, όπως είδαμε, η πρώτη εξαπάτηση του κοινού ή των επενδυτών με την αγορά των ελληνικών ομολόγων. Στις αρχές του 2012, η Τράπεζα Κύπρου, όπως και η Λαϊκή, ξεκίνησαν ένα είδος κούρσας για να εξασφαλίσουν τα απαιτούμενα κεφάλαια. Η κρίσιμη στιγμή για την τράπεζα Κύπρου ήρθε όταν ζήτησε βοήθεια από τους μεγαλομετόχους. Ο Ρώσος μεγαλομέτοχος Ν. Ριμπολόβλεφ, ζήτησε μεγαλύτερη συμμετοχή στο Συμβούλιο, κατηγορώντας το τότε Συμβούλιο για λανθασμένες κινήσεις. Προφανώς, οι κινήσεις του ανησύχησαν το Διοικητικό Συμβούλιο (ίσως και μερικούς μεγαλομετόχους) το οποίο είχε την πλήρη ευθύνη για την κατάσταση – και τα μέλη του είχαν μάθει να χειρίζονται την τράπεζα ως ιδιωτικό φέουδο. Έτσι, αρνήθηκαν την εισήγηση του και εκείνος αρνήθηκε να συμμετάσχει στην νέα έκδοση μετοχών. Η τράπεζα, αντί να φέρνει κεφάλαια έχανε, γιατί, φαίνεται ότι οι Κύπριοι μεγαλομέτοχοι ήθελαν, και πίστευαν ότι θα κατάφερναν, να τους δώσει χρήματα το κράτος και να κρατήσουν οι ίδιοι τον έλεγχο. Ενδέχεται να πίστευαν ότι ο Ορφανίδης θα κατάφερνε να διατηρήσει τη θέση του και άρα τη συγκάλυψη που τους πρόσφερε τα τελευταία χρόνια.
 
Όταν η Λαϊκή ζήτησε βοήθεια το Μάιο, η απόφαση για στήριξή της δεν σήμαινε κατ' ανάγκη και προσφυγή στον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Στήριξης. Το ποσό που ζήτησε αρχικά, 1.8 δις, φαινόταν μεγάλο, αλλά ενδεχομένως διαχειρίσιμο με την παρέμβαση ξένων επενδυτών ή και διακρατικού δανείου. Από την πλευρά της κυβέρνησης, τότε, υπήρχαν δύο απόψεις – από την μια το Προεδρικό εξέφραζε την ελπίδα, αλλά και τη θέση ότι θα ήταν καλά να αποφευχθεί η προσφυγή στο Μηχανισμό, ενώ από την Κεντρική  Τράπεζα, αλλά και το Υπουργείο Οικονομικών (οι οποίοι ενδεχομένως υποψιάζονταν ή ήξεραν την πραγματική κατάσταση των τραπεζών) υπήρχαν εκτιμήσεις ότι μάλλον δεν θα αποφευγόταν η προσφυγή – ανκαι στο πρωτοσέλιδο του Φιλελεύθερου στις 1/6/2012 γινόταν αναφορά σε «Μνημόνιο χωρίς Τρόικα». Αλλα τότε βέβαια το θέμα είχε να κάμει μόνο με την Λαϊκή. Στις 25 Ιουνίου, ήρθε, τελικά, στην επιφάνεια η κατάσταση των τραπεζών με ένα κατακλυσμικό τρόπο που δεν άφηνε επιλογές. Είχε, ήδη, κυκλοφορήσει ότι ο οίκος Fitch υποβάθμιζε την Κύπρο – και αυτό θα είχε ως συνέπεια την ντε φάκτο προσφυγή πια στο Μηχανισμό Στήριξης, αφού με τις υποβαθμίσεις των τριών οίκων, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα δεν θα παρείχε ρευστότητα στις τράπεζες, για να διοχετεύσουν στην οικονομία.

Τί ώθησε, λοιπόν, τον οίκο να προχωρήσει πέντε μέρες πριν το τέλος της ημερομηνίας για ανακεφαλαιοποίηση, σε νέα - και αποφασιστική - υποβάθμιση; Ο βασικός λόγος στην έκθεση ήταν σαφής: η αδυναμία του κράτους να χρηματοδοτήσει τα διογκούμενα ελλείμματα των τραπεζών. Διότι οι Fitch δεν αναφέρονταν στο 1.8 δις της Λαϊκής πια – αναφέρονταν σε 6 δις. Πώς βγήκε αυτή η εκτίμηση τότε, αφού η Τράπεζα Κύπρου δήλωνε ότι είχε σχεδόν εξασφαλίσει το απαιτούμενο ποσό και ότι υπολειπόταν μόνο 200 εκατομμύρια; Με δεδομένο, μάλιστα, ότι είχε γίνει και Γενική Συνέλευση των μετόχων της τράπεζας στις 19 Ιουνίου, η ξαφνική αποκάλυψη μεγαλύτερων ζημιών ήταν ύποπτη. Στις 21/12/2012 εκδόθηκε το πόρισμα της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, στο οποίο επιβεβαιώθηκε ότι η Τράπεζα Κύπρου απέκρυψε στοιχεία, τα οποία «επηρέαζαν την τιμή της μετοχής». Σύμφωνα με τα στοιχεία, πέντε τουλάχιστον μέρες πριν τη γενική συνέλευση της 19ης Ιουνίου, το Δ.Σ. της τράπεζας είχε στα χέρια του στοιχεία που έδειχναν ότι «οι κεφαλαιακές ανάγκες της τράπεζας για κάλυψη των απαιτήσεων της Ευρωπαϊκής Αρχής Τραπεζών (ΕΑΤ) είχαν αυξηθεί από 200 εκτ. ευρώ περίπου που είχε ανακοινώσει το Συγκρότημα στις 10.5.2012, σε περίπου 400 εκτ. ευρώ.» Φαίνεται ότι ήξεραν, επίσης, για ενδεχόμενο περαιτέρω αύξησης του ποσού. Αυτά τα στοιχεία φαίνεται ότι διέρρευσαν και στον οίκο Fitch.  Η κοινωνία και η πολιτική ηγεσία, όμως, το έμαθε τελευταία.
Μπροστά σε μια κίνηση που έμοιαζε με εκβιασμό, η κυβέρνηση αναγκάστηκε να προσφύγει στο Μηχανισμό. Την επομένη, στις 26/6/2012, ο Πρόεδρος, στη συνάντηση των πολιτικών αρχηγών, έδειξε καθαρά την απροθυμία του, εκφράζοντας την ελπίδα να μπορέσει να αποσυρθεί η προσφυγή. Η πλειοψηφία των ΜΜΕ δεν φάνηκε να ικανοποιείται από την απροθυμία του Προέδρου: ο Φιλελεύθερος, λ.χ.  στις 27/6/2012, είχε πρωτοσέλιδο τίτλο «Άλλα λόγια στο Προεδρικό» και επιπρόσθετο κείμενο με τίτλο ««Προβληματισμός στις Βρυξέλες για την διγλωσσία».[3] Η αιτία της εκτόξευσης των αναγκών, όπως τις κατέγραψαν και οι Fitch, εμφανίστηκε την ίδια μέρα, στις 27/6: άρχισε πια να κυκλοφορεί και δημόσια ότι θα ζητούσε βοήθεια και Τράπεζα Κύπρου – η οποία ζήτησε 500 εκατομμύρια και τελικά το ανέβασε στα 750 εκατομμύρια, ενώ, όπως δείχνουν τα σκάνδαλα και οι έρευνες, θα χρειαστεί περισσότερα.

Έκπληξη αποτέλεσε για τον τέως Διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας Πανίκο Δημητριάδη και τον τότε Ανώτερο Διευθυντή της Κεντρικής Σπύρο Σταυρινάκη η επιστολή Ανδρέα Ηλιάδη της 20ης Ιουνίου 2012 για την ανάγκη της Τράπεζας Κύπρου να προσφύγει σε κρατική στήριξη…..
Το έλλειμμα της Τράπεζας Κύπρου στις 31/3/2012 ήταν €317 εκ., ενώ πώληση περιουσιακών στοιχείων μόνο στα €200 εκ. γύρω θα απέφερε αν πετύχαινε. Δεν ήταν αρκετή από μόνη της η πώληση περιουσιακών στοιχείων
Μεταξύ άλλων αναφέρει στο σημείωμά της ότι η Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών (ΕΑΤ) δεν είναι διατεθειμένη να δώσει παράταση σε τράπεζες που έχουν έλλειμμα εκτός και αν υπάρχει έκδοση κεφαλαίου πλήρως εγγυημένη από την Κυβέρνηση, καθώς και ότι αυτό το έλλειμμα θα πρέπει να συμπληρωθεί σύντομα το αργότερο μέχρι το Σεπτέμβριο και ότι η ΕΑΤ αναμένει ενημέρωση μέχρι τις 2/7/2012.

Η πρακτική της τράπεζας είχε τα ίδια χαρακτηριστικά, όπως την εποχή της αγοράς των ομολόγων το 2009-10. Όπως αναφέρθηκε ήδη, λίγες μέρες πριν την προσφυγή της Τράπεζας, είχε γίνει ήδη συνέλευση των μετόχων και η τράπεζα δεν ανακοίνωσε τίποτα. Προφανώς, κάποιοι ήξεραν και κάποιοι όχι. Η αρχική δήλωση των υπεύθυνων της τράπεζας, ίσως να είναι επεξηγηματική. Ο κ. Ηλιάδης (ο σύμβουλος που φέρεται εμπλέκεται σε χαμηλότοκα δάνεια, στην αγορά των ομολόγων και σε ένα τεράστιο εφ’ άπαξ) δήλωσε ότι η τράπεζα δεν ήθελε να κρατικοποιηθεί.

Είναι πιθανό ότι οι μεγαλομέτοχοι ήθελαν και το σκύλο χορτάτο και την πίττα σωστή. Ίσως να πόνταραν στο ότι ελέγχοντας την πλειοψηφία των ΜΜΕ (όπως είχε πει και ο Βγενόπουλος το 2006) θα καθόριζαν τα δεδομένα. Όταν, όμως, ξεκίνησαν οι έρευνες και οι μαύρες τρύπες άρχισαν να διευρύνονται, τότε προφανώς, αναγκαστικά ξεκίνησαν και οι εσωτερικές συζητήσεις και οι απομακρύνσεις των άμεσα υπεύθυνων. Το θέμα, που παραμένει ανοικτό, είναι ποιοί ήξεραν τις ανάγκες της τράπεζας, πώς και γιατί διοχετεύτηκαν οι πληροφορίες στους Fitch, και ο βαθμός της κατανόησης ότι μια τέτοια κίνηση την «τελευταία στιγμή» έσπρωχνε ουσιαστικά την Κύπρο στο Μηχανισμό Στήριξης – διότι ξεκάθαρα, δεν υπήρχαν περιθώρια ελιγμών, όταν και η δεύτερη μεγάλη τράπεζα ερχόταν μερικές μέρες πριν την καταληκτική ημερομηνία να ζητήσει βοήθεια. Ακόμα και το ρωσικό δάνειο των 5 δις, δεν αρκούσε πια, έστω και αν ήταν μόνο για τις τράπεζες.

Υ.Γ.
Και μια μαρτυρία για το πώς οι ιθύνοντες της Τράπεζας Κύπρου, όχι μόνο παραπλανούσαν το κοινό, αλλά και τους αρμόδιους της Κεντρικής. Είχαν συναντηθεί με τον Διοικητή στις 18/6 [και η καταληκτική ημερομηνία ανακεφαλαιοποίησης ήταν η 30/6 και τον διαβεβαίωναν ότι όλα ήταν εντάξει, για να έρθουν μετά, την τελευταία στιγμή, όταν δεν υπήρχε άλλη δυνατότητα, να ζητήσουν κρατική ενίσχυση που ντε φάκτο έφερε, πια, την τρόικα.
Από την κατάθεση της κ. Α. Προκοπίου:
«Έκπληξη αποτέλεσε για τον τέως Διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας Πανίκο Δημητριάδη και τον τότε Ανώτερο Διευθυντή της Κεντρικής Σπύρο Σταυρινάκη η επιστολή Ανδρέα Ηλιάδη της 20ης Ιουνίου 2012 για την ανάγκη της Τράπεζας Κύπρου να προσφύγει σε κρατική στήριξη, όπως αναφέρεται σε χειρόγραφο σημείωμα του κ. Σταυρινάκη επί της επιστολής που διαβάστηκε ενώπιον του Μόνιμου Κακουργιοδικείου στη Λευκωσία από τη λειτουργό της Κεντρικής Αργυρώ Προκοπίου στο πλαίσιο της υπόθεσης κατά της Τράπεζας Κύπρου και άλλων πέντε πρώην διευθυντικών στελεχών της….
Η μάρτυρας ανέφερε ακόμη ότι όπως πληροφορήθηκε η ίδια από την ιδιαίτερα του Διοικητή οι ημερομηνίες των συναντήσεων ήταν στις 11/5/2012, στις 13/6/2012 και στις 18/6/2012…
Μεταξύ άλλων αναφέρει στο σημείωμά της ότι η Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών (ΕΑΤ) δεν είναι διατεθειμένη να δώσει παράταση σε τράπεζες που έχουν έλλειμμα, εκτός και αν υπάρχει έκδοση κεφαλαίου πλήρως εγγυημένη από την Κυβέρνηση, καθώς και ότι αυτό το έλλειμμα θα πρέπει να συμπληρωθεί σύντομα το αργότερο μέχρι το Σεπτέμβριο και ότι η ΕΑΤ αναμένει ενημέρωση μέχρι τις 2/7/2012.
Σε άλλη ερώτηση της κ. Ευθυβούλου η μάρτυρας κλήθηκε να σχολιάσει αναφορά σε επιστολή του τέως Διοικητή της Κεντρικής Πανίκου Δημητριάδη στις 26 Ιουνίου 2012 προς την Τράπεζα Κύπρου στην οποία αναφέρει ότι η ΕΑΤ είναι διατεθειμένη να δεχθεί μόνο «συγκεκριμένη και σαφή» ανάληψη από την Κυβέρνηση για κεφαλαιακή ενίσχυση της Τράπεζας και της ζητήθηκε να πει από που μπορεί να εντοπιστεί αυτό.
Η μάρτυρας επανέλαβε αυτό που είπε και κατά την προηγούμενη δικάσιμο ότι δηλαδή η ΕΑΤ είχε συνεδριάσει για να συζητήσει τους όρους του CoCo, του υβριδικού αξιογράφου και ότι στο πλαίσιο εκείνης της συνεδρίας είχε αναφέρει ότι θα αποδεχόταν το CoCo με τον όρο της μείωσης της αξίας του σε περίπτωση ανάγκης μόνο σε περίπτωση που θα εκδιδόταν στο πλαίσιο κρατικής στήριξης, αλλά όχι σε περίπτωση που θα απευθυνόταν προς ιδιώτες επενδυτές. Εξήγησε παράλληλα ότι η επιστολή αυτή του κ. Δημητριάδη είχε σταλεί στις 26 Ιουνίου 2012 και ότι μέσα σε τέσσερις ημέρες, ως την προθεσμία δηλαδή της ΕΑΤ της 30ης Ιουνίου θα ήταν αδύνατο να βρεθούν ιδιώτης επενδυτές, ενόψει και τον πληροφοριών ότι ενδεχομένως το έλλειμμα να μεγάλωνε και από επιπρόσθετες προβλέψεις.
Απαντώντας σε ερώτηση για το περιεχόμενο εσωτερικού της σημειώματος σε σημείο για τις ασφαλιστικές εταιρείες η μάρτυρας ανέφερε ότι η πώλησή τους από μόνη της δεν θα κάλυπτε το έλλειμμα. Το έλλειμμα της Τράπεζας Κύπρου στις 31/3/2012 ήταν €317 εκ., ενώ πώληση περιουσιακών στοιχείων μόνο στα €200 εκ. γύρω θα απέφερε αν πετύχαινε. Δεν ήταν αρκετή από μόνη της η πώληση περιουσιακών στοιχείων, είπε.»[4]







[2] Σε αυτό το πλαίσιο, οι δηλώσεις της  προέδρου της επιτροπής κεφαλαιαγοράς, τη Δευτέρα 20/9, ότι εξετάζονται οι συνθήκες κάτω από τις οποίες η Τράπεζα Κύπρου ζήτησε 500 εκατομμύρια στήριξη από το κράτος, προκάλεσε ένα μικρό πανικό πάλι – είναι και χοντρά τα πρόστιμα, αφού φτάνουν τις 341 χιλιάδες ευρω. Η Τράπεζα διαβεβαίωσε και πάλι, ότι δεν υπήρχε πρόβλημα – όπως άλλωστε έλεγε και τότε και πιο πριν. http://cyprusnews.eu/sigma-live/572332
Στις 21/12/2012 εκδόθηκε το πόρισμα της επιτροπής κεφαλαιαγοράς, στο οποίο επιβεβαιώθηκε ότι η Τράπεζα Κύπρου απέκρυψε στοιχεία, τα οποία «επηρέαζαν την τιμή της μετοχής». Σύμφωνα με τα στοιχεία, πέντε τουλάχιστον μέρες πριν την γενική συνέλευση της 19ης Ιουνίου το Δ.Σ. της τράπεζας είχε στα χέρια του στοιχεία που έδειχναν ότι «οι κεφαλαιακές ανάγκες της τράπεζας για κάλυψη των απαιτήσεων της Ευρωπαϊκής Αρχής Τραπεζών (ΕΑΤ) είχαν αυξηθεί από 200 εκτ. ευρώ περίπου, που είχε ανακοινώσει το Συγκρότημα στις 10.5.2012, σε περίπου 400 εκτ. Ευρώ.» Φαίνεται ότι ήξεραν, επίσης, για ενδεχόμενο περαιτέρω αύξησης του ποσού.
[3] Την επομένη, 28/6/2012, ο Διευθυντής σύνταξης του Φιλελεύθερου έκανε μια ακόμα προσπάθεια να μετατοπίσει το θέμα από τις τράπεζες στο σχόλιο του: «Τώρα καταλάβαμε όλοι;», σελ. 3. Αν και το σχόλιο θα μπορούσε να ενταχθεί στην ευρύτερη αντιπολιτευτική στάση του υπεύθυνου της εφημερίδας, η προσπάθεια του να συγκαλύψει ακόμα και τα στοιχεία, τα οποία αναφέρονταν στις οικονομικές σελίδες ήταν εκφραστική - και ταυτόχρονα, αποκαλυπτική των ευρύτερων εστιάσεων στα πρωτοσέλιδα. Το σχόλιο του Διευθυντή σύνταξης βασιζόταν σε αναφορά του Π. Ξανθούλη από τις Βρυξέλλες, το οποίο βασικά επαναλάμβανε τα δεδομένα ότι από την στιγμή που θα εντασσόταν μια χώρα στο Μηχανισμό στήριξης θα εμπλεκόταν και το Γιούρογρουπ και το ΔΝΤ. Υπήρχε, όμως, μια αναφορά, η οποία επιλέγηκε και προβλήθηκε πρωτοσέλιδα (πάνω από τον κύριο τίτλο),  για την απροθυμία του Κύπριου Προέδρου να καλέσει την Τρόικα: «Προβληματισμός στις Βρυξέλες για την διγλωσσία» με την εξής αναφορά: «Η πρόθεση του Προέδρου Δημήτρη Χριστόφια να αποσύρει την αίτηση προσφυγής της Κύπρου στο Μηχανισμό, σε περίπτωση εξασφάλισης δανείων από Ρωσία και Κίνα, προκάλεσε αρνητικά σχόλια σε κοινοτικούς κύκλους. Τη στιγμή μάλιστα που αναλαμβάνει την Προεδρία της ΕΕ.» Τεκμήριο δεν υπήρχε, αφού η αναφορά του Ο. Ρεν που ακολουθούσε δεν έλεγε κάτι τέτοιο. Ήταν μέσα στο κλίμα των πιέσεων οι οποίες θα συνέχιζαν για έξι μήνες, τόσο εσωτερικά, όσο και εξωτερικά. Εκείνες τις μέρες, είχαν αρχίσει επίσης και τα γερμανικά δημοσιεύματα για τις σχέσεις της Κύπρου με την Ρωσία. Έτσι, από την μια ο Διευθυντής Σύνταξης κατηγορούσε την κυβέρνηση για την προσφυγή στον Μηχανισμό (φαινόταν να έχει την εντύπωση ότι με τις εισηγήσεις της Κομισιόν του Μαΐου θα λυνόταν κάποιο πρόβλημα – παραβλέποντας μόνιμα το ζήτημα των τραπεζών, και άρα την ουσία της προσφυγής στο Μηχανισμό), ενώ από την άλλη φρόντιζε, την ίδια μέρα, πρωτοσέλιδα να κατασκευάζει πίεση για να μην αποσυρθεί η κυπριακή αίτηση στον Μηχανισμό Στήριξης. Η συγκεκριμένη αντίφαση ήταν εκφραστική ολόκληρης της περιόδου.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου