8 Νοε 2015

Έρευνα Αρχείου Ι – 2009-10: Η αρχή της εμπλοκής των τραπεζών με την έκθεση στην ελληνική κρίση, ενώ η κρίση άρχισε ήδη να αποκτά δυναμική. Πώς η Τράπεζα Κύπρου αγόραζε ελληνικά ομόλογα, ενώ οι άλλοι πουλούσαν – και παραπλανούσε το κοινό



Μέχρι τον Απρίλιο του 2010, οι πιστοληπτικοί οίκοι συνέχισαν την υποβάθμιση της ελληνικής οικονομίας, ενώ στις 2 Μαΐου εγκρίθηκε το ευρωπαϊκό πακέτο βοήθειας – με όρους αυστηρής λιτότητας που θα επιδείνωναν την κρίση.

Ήταν, πλέον, σαφές ότι η ελληνική οικονομία θα ήταν μια πηγή κινδύνων για την κυπριακή οικονομία. Σε αυτό το πλαίσιο, τον Νοέμβριο του 2009, ο Γενικός Διευθυντής του συγκροτήματος της Τράπεζας Κύπρου είχε δηλώσει ότι «η έκθεση της τράπεζας στα ελληνικά ομόλογα ήταν μικρή». Στις 10 Δεκεμβρίου σε δηλώσεις στη Stockwatch είχε επαναλάβει τις δηλώσεις, λέγοντας ότι «από την αρχή του έτους η τράπεζα μείωσε την έκθεση της στα ομόλογα του ελληνικού δημόσιου από 1.8 δις ευρώ σε 0,1 δις ευρώ τον Οκτώβριο.»[1] Και αμέσως μετά (πίσω από την πλάτη του κοινού, όπως θα δούμε) ξεκίνησε μια ιλιγγιώδης εκστρατεία αγοράς ελληνικών ομόλογων από ηγετικά στελέχη της τράπεζας: από τις 15 Δεκεμβρίου μέχρι τις 19 Φεβρουαρίου του 2010, αγοράστηκαν ελληνικά ομόλογα αξίας 1.472.350.000 – σχεδόν 1.5 δις ευρώ.[2] Οι αγορές συνεχίστηκαν μέχρι και τον Απρίλιο τουλάχιστον, όταν η Τράπεζα Κύπρου βρέθηκε να έχει 2.068. 350.000 ευρώ από 106 εκατομμύρια που είχε τον Οκτώβριο του 2009 – αγοράστηκαν, δηλαδή, περίπου ομόλογα 2 δις ευρώ.

Αυτές οι λεπτομέρειες, έγιναν γνωστές μετά από τη δημόσια παραδοχή της κρίσης από τις Τράπεζες, το 2012. Κυκλοφορούσαν, όμως, σχετικές φήμες από πριν και η όλη κατάσταση ήταν, σαφώς, γνωστή και στο διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας, αλλά και στα διευθυντικά στελέχη, μετά το Μάρτιο του 2010. Θα ήταν, σε αυτά τα πλαίσια, λογικό να αναμένεται ένα είδος πληροφόρησης, μέσω των ΜΜΕ. Θα μπορούσε, βέβαια, να πει κάποιος ότι ήταν ακόμα νωρίς για να συνειδητοποιηθεί το μέγεθος του προβλήματος που δημιουργήθηκε. Ωστόσο, η αποφυγή διερεύνησης και συζήτησης του θέματος και το 2011, όταν, πια, το ζήτημα του κουρέματος των ελληνικών ομολόγων έγινε κεντρικό σημείο αναφοράς στις ευρωπαϊκές συζητήσεις, και δημοσιοποιήθηκαν καταγγελίες για το θέμα,[3] δείχνει προς το γεγονός  ότι ακόμα και όταν τα ευρύτερα δεδομένα αναδείκνυαν κάποια θέματα, τα ΜΜΕ προτιμούσαν να αποφύγουν μερικά «διαθέσιμα τεκμήρια».
Διότι η διαδικασία αγοράς των ομολόγων ήταν ύποπτη σε τουλάχιστον δύο τομείς:

1. Σκόπιμη παραπλάνηση; Ενώ στις 10 Δεκεμβρίου, ο κ. Κυπρή, ηγετικό στέλεχος της Τράπεζας, διαβεβαίωνε ότι η πολιτική της τράπεζας ήταν η μείωση των ελληνικών ομολόγων, την ίδια ακριβώς μέρα, με οδηγίες ενός άλλου ηγετικού στελέχους της τράπεζας, του κ. Ηλιάδη, αγοράστηκαν ελληνικά ομόλογα αξίας 150 εκατομμυρίων ευρώ (δηλαδή διπλασιάστηκε το ποσό που είχε η τράπεζα τον Οκτώβριο), ενώ την επόμενη μέρα, στις 11, όταν έγινε συνέδρια της επιτροπής προγραμματισμού της Τράπεζας, το άτομο που φέρεται εμπλέκεται στην αγορά  των ομολόγων,[4] ο κ. Καρυδάς, δήλωσε σύμφωνα με το πρακτικό της συνεδρίας ότι «ο κίνδυνος που αναλαμβάνει η τράπεζα έναντι των ομόλογων της ελληνικής κυβέρνησης είναι χαμηλός, καθώς η Τράπεζα Κύπρου μείωσε σημαντικά τις συμμετοχές της σε ελληνικά ομόλογα από την αρχή του έτους μέχρι τα τέλη Οκτωβρίου.»[5] Είτε έλεγε ψέματα, είτε είχε πλήρη άγνοια για τις αγορές, οι οποίες είχαν γίνει από το συνεργάτη του κ. Ηλιάδη – αφού την προηγούμενη είχε, ήδη, διπλασιαστεί η αξία των ομόλογων που είχε η τράπεζα. Πάντως, την επόμενη περίοδο, οι Ν. Καρυδάς και Α. Ηλιάδης φέρονται να είχαν δώσει οδηγίες, είτε και οι δυο, είτε ο καθένας χωριστά, για τις αγορές των ομολόγων.[6]  Τέσσερις μέρες μετά, στις 15 Δεκεμβρίου, αγοράστηκαν επιπρόσθετα ομόλογα αξίας 275 εκατομμυρίων. Και έτσι, ξεκίνησε η κούρσα που θα έφερνε την τράπεζα Κύπρου να φτάνει τα 2 δις τον Απρίλιο – την ίδια ακριβώς περίοδο, κατά την οποία, ήταν πια σαφές ότι τα ελληνικά ομόλογα δεν θα είχαν αξία και τα ξεφορτώνονταν άλλοι. Σύμφωνα με την έκθεση της Τράπεζας Κύπρου (μετά από την αποκάλυψη της κρίσης, το καλοκαίρι του 2012), οι οδηγίες για τις αγορές δεν είχαν περάσει από το Διοικητικό Συμβούλιο, οπόταν και εγκρίθηκαν κατόπιν εορτής, στις 15 Μαρτίου. Τον ίδιο μήνα, έστειλε και η Κεντρική Τράπεζα μια γενικόλογη επιστολή για τον κίνδυνο από τα ελληνικά ομόλογα. Αλλά δεν έκανε τίποτα, αφού οι αγορές συνεχίστηκαν μέχρι τον επόμενο μήνα. Το ότι οι μηχανισμοί της τράπεζας της ίδιας, επέτρεπαν τέτοιες παρατυπίες και ψέματα (και απέναντι στο κοινό και απέναντι στο εσωτερικό της τράπεζας) είναι ένα. Το ότι επιτράπηκε αυτή η μαζική επένδυση ρευστότητας, την οποία τράπεζα, προφανώς είχε, αλλά δεν διέθετε στην κυπριακή αγορά σε χαμηλοτοκα δάνεια «σε μικρομεσαίες επιχειρήσεις», είναι άλλο. Γιατί, όμως, μπορεί να έδειξαν μερικοί τόσο ζήλο για αυτές τις αγορές; Το σημαντικό όσον αφορά στα ΜΜΕ είναι το εξής: με δεδομένο ότι οι τράπεζες είχαν σχεδόν εκβιαστικά πάρει τα 3 δις, αλλά δεν μείωσαν τα επιτόκια, δεν ήταν λογικό να αρχίσει και μια δημοσιογραφική διερεύνηση για το που πήγαν τα χρήματα που είχαν πάρει οι τράπεζες; Αν λ.χ. είχαν επενδυθεί σε ελληνικά ομόλογα; Και να διερευνηθούν μετά οι φήμες, αλλά και οι πιθανότητες να είχαν δοθεί μίζες για τέτοιες αγορές; Ακόμα και αν υποθέσουμε ότι τα κυπριακά ΜΜΕ δεν είναι εξοικειωμένα με τέτοιου είδους έρευνες, εντούτοις έστω και με τη μέθοδο της «αντιγραφής» θα μπορούσε να γίνει ένα είδος έρευνας αντίστοιχου με αυτών που γίνονταν στην Ελλάδα ή και σε άλλες χώρες. Διότι, σαφώς, το θέμα είχε να κάνει και την επίτευξη «στόχων κερδοφορίας», που απέδιδαν ψηλά μπονους – ένα θέμα, το οποίο κυκλοφορούσε στις διεθνείς συζητήσεις από το 2008. Και όμως…
2. Οι μίζες; Σύμφωνα με τις διεθνείς πρακτικές, όταν ένα είδος επένδυσης χάνει την αξία του, όλοι τρέχουν να το ξεφορτωθούν. Και αν είναι δύσκολο αυτό, χρησιμοποιούνται και προμήθειες. Σύμφωνα με δημοσίευμα της Χαραυγής,[7] το οποίο δεν διαψεύστηκε, η αγορά των ελληνικών ομολόγων έγινε «από την Deutsche Bank, η οποία τα πρόσφερε με έκπτωση 18% και έγινε μέσω της χρηματιστηριακής εταιρείας της Tράπεζας Kύπρου, Cisco. Η γερμανική τράπεζα, πέραν την έκπτωσης στην τιμή πρόσφερε και προμήθειες 5% σε οποιοδήποτε γραφείο πετύχαινε την πώληση.» Σύμφωνα με εκτιμήσεις της εφημερίδας, η προμήθεια για το συγκεκριμένο γραφείο ήταν γύρω στα 100 εκατομμύρια ευρώ. Η προθυμία για μια τέτοια επένδυση υψηλού ρίσκου, είτε ήταν εκπληκτικά κοντόφθαλμη (πράγμα δύσκολο να το πιστέψει κάποιος, αφού εμπλέκονταν ένας από τα ηγετικά στελέχη της τράπεζας, ο Ανώτατος Εκτελεστικός Διευθυντής ο κ. Ηλιάδης, και ο επικεφαλής της επιτροπής «διαχείρισης κίνδυνων και αγορών» της τράπεζας, ο κ. Καρυδάς), είτε προφανώς ήταν μια κίνηση με στόχο κάποιος κέρδος. Και πάλι όμως, τα ΜΜΕ αγνόησαν αυτή τη λογική αναζήτησης ευθυνών – και όπως θα δούμε, όταν δημοσιεύτηκε σχετική πληροφορία τον Αύγουστο του 2012 όχι μόνο λογοκρίθηκε από τα υπόλοιπα ΜΜΕ, αλλά μερικά επιτέθηκαν στη  συζήτηση για τις τράπεζες με τη λογική ότι κάνουν «κακό στην οικονομία».

Το πιο ενδιαφέρον, ίσως, τεκμήριο εκείνης της περιόδου, 2009 -2010, ήταν η αντιπαράθεση γύρω από τη φορολόγηση του πλούτου, το καλοκαίρι του 2010 και η δημόσια παρέμβαση του Α. Νεοφύτου υπέρ των τραπεζών με τίτλο: «Το ΑΚΕΛ και το χρηματοπιστωτικό μας σύστημα» με υπότιτλο: «Ένας απλός τρόπος να αρχίσουν να δείχνουν έστω και λίγη εμπιστοσύνη, είναι η απλή παρουσία τους στις γενικές συνελεύσεις των ιδρυμάτων.»[8] Πέρα από τη γραφικότητα της δήλωσης, αξίζει να τοποθετηθεί στο ευρύτερο της πλαίσιο: ότι η επίδειξη «εμπιστοσύνης», την οποία ζητούσε ο κ. Νεοφύτου αφορούσε τους οργανισμούς που είχαν πάρει τον περασμένο χρόνο 3 δις και αθετήσαν τις υποσχέσεις τους για χαμηλότοκα δάνεια σε κυπριακές επιχειρήσεις. Και με δεδομένη τη διευρυνόμενη κρίση στην Ελλάδα, οι φήμες είχαν, ήδη, αρχίσει για το ζήτημα της αγοράς ελληνικών ομολόγων από την Τράπεζα Κύπρου. Και σε αυτό το πλαίσιο, ήταν επίσης γνωστό ότι οι συνελεύσεις των τραπεζών δεν ήταν ο χώρος που ανακοινώνονταν το τί γινόταν πίσω από τις κλειστές πόρτες. Και όμως, κείμενα με τέτοιου είδους ρητορικές όπως του κ. Νεοφύτου, κυκλοφορούσαν χωρίς ιδιαίτερα σχόλια – και δεν κινητοποιήθηκε καμιά ιδιαίτερη δημοσιογραφική έμφαση στο ζήτημα της φορολόγησης των τραπεζιτικών κερδών, το οποίο βρισκόταν τότε στο τραπέζι. Αξίζει, επίσης, να παρατηθεί ότι στο εν λόγω κείμενο,  ο κ. Νεοφύτου δεν διατύπωσε καμία επιφύλαξη για τον κ. Βγενόπουλο – το ηγετικό στέλεχος της Λαϊκής με το οποίο ήρθε σε δημόσια αντιπαράθεση μετά από την δημοσιοποίηση της κρίσης του 2012. Ο βασικός στόχος του κειμένου είναι ουσιαστικά να υπερασπιστεί το τραπεζικό σύστημα από την κυβέρνηση που ήθελε να το φορολογήσει. Έτσι, αφού ξεκινά με μια υμνολογία των τραπεζών που φέρνουν επενδύσεις, καταλήγει: «Δυστυχώς.. γίνεται μια συνεχής συνειδητή προσπάθεια επίθεσης ενάντια στον πυλώνα των χρηματοοικονομικών υπηρεσιών. Παραδείγματα πολλά. Το πιο πρόσφατο είναι, πρώτον, η δημόσια τοποθέτηση του ΑΚΕΛ για επιπρόσθετη φορολογία[9] Και όμως, αν ακόμα και τότε οι τράπεζες δέχονταν να προσφέρουν ένα μέρος από την ρευστότητα που είχαν στο δημόσιο ταμείο θα γλίτωναν, προφανώς, άλλες ενδύσεις ρίσκου που θα τις έβρισκαν μπροστά τους τον επόμενο χρόνο.






[1] Αλήθεια 29 Αυγούστου 2012: «Αγορές ομόλογων εν αγνοία του Συμβουλίου». Σελ. 5
[2] Στοιχεία από εσωτερική έρευνα της Τράπεζας Κύπρου, τα οποία δημοσιεύτηκαν στην Αλήθεια τον Αύγουστο (29/8)  του 2012, μετά τη δημόσια εμφάνιση της κρίσης.
[3] Από τον ΠΑΣΕΧΑ, όπως θα δούμε πιο κάτω.
[4] Σύμφωνα με έγγραφο, το οποίο «υπογράφει ο Ανώτερος Διευθυντής, Διευθυντής Κεντρικής Νομικής Υπηρεσίας κ. Φοίβος Ζωμενής σημειώνεται ότι δεν υπάρχουν γραπτές οδηγίες για τις αγορές των ελληνικών ομολόγων και ότι αυτές έγιναν με προφορικές οδηγίες του Ανώτατου Εκτελεστικού Διευθυντή Διαχείρισης Κινδύνων και Αγορών Νικόλα Καρυδά. «Οι συναλλαγές από 15.12.2009 μέχρι 19.2.2010 έγιναν με προφορικές οδηγίες οι οποίες δόθηκαν, είτε από τον Γενικό Διευθυντή Συγκροτήματος Διαχείρισης Κινδύνων και Αγορών (Ν. Καρυδά), είτε από τον  Ανώτατο Εκτελεστικό Διευθυντή Συγκροτήματος (Α. Ηλιάδη), είτε και από τους δυο». Αλήθεια, 29/8/2012, σελ, 5.
[5] Αλήθεια, 29/8/2012. Πρωτοσέλιδος τίτλος: «Έτσι φορτώθηκε ελληνικά ομόλογα η Τράπεζα Κύπρου». Το σχετικό κείμενο ήταν στις σελίδες 4-5 με τίτλο: «Αγορές ομολόγων εν αγνοία του Συμβουλίου». Ο εσωτερικός τίτλος δείχνει μια τάση κάλυψης της ηγεσίας της τράπεζας, η οποία προέκυψε μετά τις αλλαγές το καλοκαίρι του 2012.  Αυτό μπορεί να είναι και ένδειξη ότι οι διαρροές την τελευταία εβδομάδα του Αυγούστου του 2012, ίσως να είχαν να κάνουν και με εσωτερικές διαμάχες στις τράπεζες..
[6] Αλήθεια 29/8/2012. βλ Υποσημείωση 34.
[7] Χαραυγή, 26/8/2012, σελ 3.
[8] Α.  Νεοφύτου : «Το ΑΚΕΛ και το χρηματοπιστωτικό μας σύστημα». Φιλελεύθερος, 20 Ιουνίου 2010, σελ. 55.
[9] Φιλελεύθερος, 20/6/ 2010, σελ 55.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου