11 Οκτ 2015

Δικαστική αναγνώριση εργαζομένων με διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου ως εργαζομένων αορίστου διαρκείας - ηχηρό μήνυμα προς εργοδότες Απολυμένοι κέρδισαν αποζημιώσεις



Ηχηρό μήνυμα δικαστηρίου προς εργοδότες
Το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών, σε δύο αποφάσεις του, κρίνει ως παράνομη την τακτική εργοδοτών να προσλαμβάνουν υπαλλήλους με διαδοχικές συμβάσεις περιορισμένου χρόνου για να αποφύγουν να πληρώσουν αποζημιώσεις
ΟΙ ΑΙΤΗΤΕΣ αναγνωρίστηκαν από το δικαστήριο ως υπάλληλοι αορίστου διαρκείας και διατάχθηκε να τους καταβληθούν αποζημιώσεις
Παράνομη κρίνει το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών την πρακτική εργοδοτών να προσλαμβάνουν υπαλλήλους με διαδοχικές συμβάσεις εργασίας, για να αποφεύγουν να πληρώσουν αποζημίωση σε περίπτωση που λήξει η σύμβαση εργασίας. Απόφαση, που ανακοίνωσε το δικαστήριο την Τετάρτη 30 Σεπτεμβρίου, διαπιστώνει ότι ιδιωτικό πανεπιστήμιο έκανε διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου σε υπαλλήλους και ότι αυτό αποτελεί κατάχρηση του δικαιώματος του εργοδότη. Έκρινε ότι ο υπάλληλος και αιτητής στην υπόθεση, λόγω του χρόνου εργασίας του, κατέστη υπάλληλος αορίστου διαρκείας και γι’ αυτόν τον λόγο δικαιούται αποζημιώσεις. Η απόφαση ανοίγει τον δρόμο και σε άλλους πολίτες για να διεκδικήσουν τα εργασιακά δικαιώματά τους.

Εργαζόταν ως καθηγητής για 4 χρόνια
Ο εν λόγω αιτητής, 53 ετών, είχε προσληφθεί σε ιδιωτικό πανεπιστήμιο ως Βοηθός Καθηγητής το 2008. Μετά από τέσσερα χρόνια εργασίας, τον Μάιο του 2012, και αφότου έληξαν τέσσερεις ετήσιες συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, απολύθηκε. Ζήτησε γραπτώς, διά των δικηγόρων, να του εξηγηθούν οι λόγοι της απόλυσής του. Οι Καθ’ ων η αίτηση προέβαλαν ως λόγο τη λήξη της σύμβασης απασχόλησής του και ότι δεν τον χρειάζονταν την επόμενη χρονιά. Τον έδιωξαν χωρίς να του δώσουν καμία αποζημίωση, με βάση τον Νόμο περί Τερματισμού Απασχολήσεως (Ν.24/67).

Το σκεπτικό του δικαστηρίου
Αξιολογώντας την υπόθεση, το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών έκρινε ότι το γεγονός ότι το Πανεπιστήμιο συνομολογούσε διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου αποτελούσε κατάχρηση του Νόμου, που δίνει το δικαίωμα στον εργοδότη να πράττει τούτο εφόσον υπάρχουν αντικειμενικοί λόγοι, οι οποίοι περιγράφονται στο Άρθρο 7 του Νόμου περί Εργοδοτουμένων με Εργασία Ορισμένου Χρόνου (Απαγόρευση Δυσμενούς Διάκρισης) Νόμος του 2003, που μπορεί να συμβαίνει αυτό.
Αναφέρεται στην απόφαση ότι «σύμφωνα με το άρθρο 3 του Νόμου, όπως τροποποιήθηκε από το Ν.92/79, όταν εργοδότης τερματίσει την απασχόληση εργοδοτουμένου που έχει απασχοληθεί συνεχώς από αυτόν επί 26 τουλάχιστον εβδομάδες, ο εργοδοτούμενος έχει δικαίωμα σε αποζημίωση, που υπολογίζεται σύμφωνα με τον Πρώτο Πίνακα του Νόμου». Το Δικαστήριο παρέπεμψε στην Ευρωπαϊκή Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και σε ευρωπαϊκή Νομολογία.

Πώς υπολογίστηκε η αποζημίωση
Σε ό,τι αφορά το ύψος της αποζημίωσης, αναφέρεται στην απόφαση ότι το Δικαστήριο έχει απόλυτη διακριτική εξουσία ως προς το ποσό της αποζημίωσης που θα επιδικάσει. «Η αποζημίωση δεν μπορεί να υπερβεί τα ημερομίσθια δύο ετών, ενώ, από την άλλη, η αποζημίωση δεν μπορεί να είναι μικρότερη του ποσού που θα εκλάμβανε ο εργοδοτούμενος αν είχε κηρυχθεί ως πλεονάζων», προστίθεται.
Από το γεγονότα της υπόθεσης προκύπτει πως αιτητής εργάστηκε για τέσσερα συναπτά έτη και ότι για σκοπούς του Νόμου λάμβανε 686 ευρώ εβδομαδιαίως. Μετά την απόλυσή του, για ένα χρόνο, δεν εύρισκε εργασία στην Κύπρο και εντέλει εργοδοτήθηκε από Πανεπιστήμιο της Κίνας στη θέση βοηθού καθηγητή. Το Δικαστήριο διέταξε υπέρ του αιτητή και εναντίον του εργοδότη την καταβολή αποζημίωσης, 5.494 ευρώ και άλλα 1.200 ευρώ ως δικηγορικά έξοδα. Το ποσό αντιστοιχεί σε απολαβές οκτώ εβδομάδων. Την απόφαση υπογράφουν οι δικαστές Ι. Α. Χατζητζιοβάννη (Πρόεδρος), Μ. Χατζηγαβριήλ και Π. Σαββίδη (μέλη). Για τον αιτητή εμφανίστηκε ο δικηγόρος Σταύρος Σταυρινίδης.

Αποζημιώσεις και σε μάγειρα...
Σε δεύτερη απόφαση που εξέδωσε το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών την ίδια ημέρα, 30 Σεπτεμβρίου, διατάσσεται η καταβολή αποζημιώσεων από ιδιώτη εργοδότη σε απολυμένο υπάλληλο, ο οποίος εργαζόταν ως μάγειρας. Σύμφωνα με το περιεχόμενο της απόφασης, ο εν λόγω υπάλληλος συνήψε συμβόλαιο για δύο χρόνια ως δοκιμαστική περίοδο. Όταν έληξε το συμβόλαιο, του έγινε ανανέωση για άλλους έξι μήνες. Ωστόσο, στα μέσα του συμβολαίου τον απέλυσαν, με το αιτιολογικό ότι δεν εκτελούσε σωστά τα καθήκοντά του, κάτι που δεν βρήκε σύμφωνο το δικαστήριο. Εξετάστηκαν δύο θέματα και συγκεκριμένα το καθεστώς εργοδότησης του αιτητή και οι συνθήκες τερματισμού της απασχόλησής του.
«Από την αξιολόγηση της τεθείσας ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρίας, είναι φανερό και αυτό αποτελεί εύρημά μας, ότι οι Καθ’ ων η αίτηση (εργοδότες) δεν παρουσίασαν οποιαδήποτε στοιχεία που να καταδεικνύουν ότι ο Αιτητής δεν εκτελούσε ικανοποιητικά τα καθήκοντά του. Το γεγονός και μόνο ότι με το πέρας της δοκιμαστικής περιόδου των δύο ετών οι Καθ’ ων η αίτηση συνέχισαν την απασχόλησή του, έστω και με τις επιφυλάξεις που προέβαλαν με επιστολή τους, συνιστά θετική ένδειξη της αποδοτικότητάς του», αναφέρεται στην απόφαση.
Οι δικαστές έκριναν ότι ο μάγειρας έγινε αυτόματα στα δύο χρόνια υπάλληλος αορίστου διαρκείας, καθότι λήγει η δοκιμαστική περίοδος, βάσει του Άρθρου 3 του Νόμου περί Τερματισμού Απασχολήσεως ολοκληρώνεται με τη λήξη του συγκεκριμένου χρονικού περιθωρίου. Έτσι έκριναν ότι έχει δικαίωμα σε αποζημίωση, το ύψος της οποίας, όπως αναφέρεται στην απόφαση, εμπίπτει στην απόλυτη διακριτική εξουσία του δικαστηρίου.
«Η αποζημίωση δεν μπορεί να υπερβεί τα ημερομίσθια δύο ετών, ενώ, από την άλλη, η αποζημίωση δεν μπορεί να είναι μικρότερη του ποσού που θα ελάμβανε ο εργοδοτούμενος αν είχε κηρυχθεί ως πλεονάζων». Για τον υπολογισμό του ύψους της αποζημίωσης, το δικαστήριο έλαβε υπ' όψιν τα ημερομίσθια και τις άλλες απολαβές του εργοδοτουμένου, τη διάρκεια της υπηρεσίας, την απώλεια προοπτικής σταδιοδρομίας, τις πραγματικές συνθήκες του τερματισμού των υπηρεσιών του και την ηλικία του εργοδοτουμένου.
Ο αιτητής αμειβόταν με 581 ευρώ εβδομαδιαίως. Το δικαστήριο αποφάσισε να επιδικάσει εναντίον των εργοδοτών και υπέρ του εργαζομένου αποζημιώσεις ύψους €4.332,60 και άλλα 1.000 ευρώ ως δικηγορικά έξοδα. Την απόφαση υπογράφουν οι δικαστές Ι. Α. Χατζητζιοβάννη (Πρόεδρος), Μ. Πέτσα και Α. Παναγή (μέλη). Για τον αιτητή εμφανίστηκε ο δικηγόρος Σταύρος Σταυρινίδης.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου