25 Οκτ 2015

Η λιτότητα δεν πουλά στις εκλογές: από την Πορτογαλία στον Καναδά.. μέχρι και στην Πολωνία..



Μετά την ήττα του πορτογαλικού συντηρητικού συνασπισμού, ο οποίος είχε κάνει τη λιτότητα βασικό του σύνθημα,  την περασμένη εβδομάδα ένας ακόμα οπαδός της λιτότητας, ο καναδός πρωθυπουργός Χάρπερ ηττήθηκε από αντιπάλους του, οι οποίοι υποστηρίζουν το τέλος αυτής της πολιτικής. Καθώς αναμένονται και οι εκλογές στην Πολωνία φαίνεται ότι η δεξιά που θα ανέβει στην εξουσία, δεν είναι πρόθυμη να υιοθετήσει την πολιτική της λιτότητας. Και σε όλο αυτό το σκηνικό εμφανίζονται και οι πληροφορίες από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα να αναφέρουν ότι ο Ντράγκι θα συνεχίσει να και θα επεκτείνει το πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης, μέσω των οποίων στηρίζει τα ομόλογα των χωρών της ευρωζώνης, παρέχοντας ουσιαστικά έμμεσα ρευστότητα όσον αφορά, τουλάχιστον, στο δανεισμό των χωρών από τις αγορές. Ο Ντράγκι, βέβαια, επιμένει ότι το όλο πρόγραμμα βασίζεται στην τήρηση των κανόνων που έχει θέσει η ευρωζώνη – αλλά είναι ήδη σαφές ότι υποχωρεί το πλαίσιο των εκβιασμών που είχε θέσει αρχικά η Γερμανία. Ήδη, άλλωστε, η κρίση των προσφύγων υποχρεώνει, πια, την ίδια την Γερμανία να ανεχτεί την επέκταση της δημόσιας επένδυσης.

Οι εκλογές στον Καναδά

Οι εκλογες στο Καναδά εμπεριέχον μια διπλή έκπληξη. Όταν τις προκήρυξε ο συντηρητικός πρωθυπουργός, πολλοί πίστευαν ότι θα κατάφερνε, και με την βοήθεια του κεφαλαίου, αλλά και των ΜΜΕ, να ξανακερδίσει τις εκλογές. Αντίθετα, όμως και παρά τις προσπάθειες και του ίδιου και των συμμάχων του, ήταν σαφές ότι η καναδέζικη κοινωνία έστελλε το μήνυμα ότι  είχε ανεχτεί αρκετά από αυτό το σενάριο. Όχι μόνο έχασαν 7.7% οι συντηρητικοί, αλλά αυτή η απώλεια συνοδεύτηκε και από άνοδο της συμμετοχής, η οποία λειτούργησε σαφώς εναντίον τους. Ουσιαστικά, μια μεγάλη μερίδα της κοινωνίας κινητοποιήθηκε για να απαλλαγεί από τον Χάρπερ και τη λιτότητά του. Μια δεύτερη έκπληξη ήταν η νίκη των φιλελευθέρων με ηγέτη τον Τρουντώ τον νεότερο. Όταν προκηρύχθηκαν οι εκλογές, το πιο αριστερό κόμμα της αντιπολίτευσης, το Νέο Δημοκρατικό Κόμμα [NDP], ήταν πρώτο στις δημοσκοπήσεις – και αυτό συνεχίστηκε μέχρι τα μέσα Σεπτεμβρίου. Και ίσως ο Χάρπερ να πόνταρε ότι θα κατάφερνε να πολώσει την κατάσταση και να ευνοηθεί. Η μέθοδος του διαίρει και βασίλευε φάνηκε, όμως, ότι δεν λειτουργούσε πια. Το συντηρητικό κόμμα, όπως άλλωστε και οι συντηρητικοί της Θάτσερ στη Βρετανία, κυβερνούσε σε μια κοινωνία που πλειοψηφικά ήταν ενάντια των συντηρητικών, αλλά λόγω του διαμοιρασμού των ψήφων σε δυο κόμματα [φιλελεύθερο και νέο δημοκρατικό] κυβερνούσαν οι συντηριτικοι. Αυτή τη φορά οι ψηφοφόροι, ωστόσο, φάνηκαν να κινούνται στρατηγικά – με στόχο να απαλλαγούν από τους συντηριτικούς και τη λιτότητά τους.


Έτσι, υπήρξε μια μαζική μετατόπιση και από το νέο δημοκρατικό κόμμα και οι φιλελεύθεροι εκτοξεύτηκαν σχεδόν κατά 20. 56% και έφτασαν την απόλυτη πλειοψηφία με 39%, ενώ το αριστερό Νέο Δημοκρατικό Κόμμα που είχε κερδίσει την δεύτερη θέση, με 30% το 2011, ξανά-υποχώρησε στα 19% - που ήταν πιο κοντά στα ιστορικά του ποσοστά. Όπως σημείωσαν άλλωστε κα αρκετοί παρατηρητές, η πολιτικη των δυο κομμάτων [Φιλελευθερων και NDP τα οποία κινούνται από την κεντοραριστερά στα αριστερά] δεν ήταν και τόσο δραματικά διαφορετική πια. Οι φιλελεύθεροι χρησιμοποίησαν αριστερή φρασεολογία και υποσχέθηκαν, όχι απλώς ανάπτυξη αντί λιτότητα, αλλά και φορολόγηση των πλουσίων, και μείωση των στρατιωτικών δαπανών. Η στρατηγική, πάντως, της μη-χαμένης ψήφου φαίνεται, πια, να γίνεται και μέρος της σκέψης των ψηφοφόρων που αντιπαθούν την λιτότητα.

Ένας άλλος παράγοντας που βοήθησε τους φιλελευθέρους, ήταν το νεαρό της ηλικίας του ηγέτη τους. Αν και αρχικά βρέθηκε σε αμυντική θέση ως απόγονος, άρα ευνοούμενος, οικογένειας/τζακιού στην πολιτική, τελικά κατάφερε να αγγίξει το νεύρο της κοινωνίας και η νεότητα σάρωσε τις τελευταίες εβδομάδες τα κοινωνικά δίκτυα. Προφανώς, τα νέα μέσα, αλλά και η εικόνα είναι μέρος της κατασκευής της ψήφου πια..

Και μια απόπειρα για «πραξικόπημα» στο όνομα της λιτότητας σαν «έκτακτης εθνικής ανάγκης» στην Πορτογαλία: ένας πρόεδρος που θέλει να αποφασίζει ότι η συμμετοχή στην κυβέρνηση πρέπει να καθορίζεται με όρια της απόψεις των κομμάτων
Και ενώ η νεοφιλελεύθερη πολιτική υποχωρούσε στον Καναδά, η αμηχανία της στη Πορτογαλία ήταν έκδηλη. Οι συντηρητικοι φάνηκαν να πιστεύουν ότι, παρά την ήττα τους οι σοσιαλιστές, τελικά, θα τους στήριζαν με κάποια ανταλλάγματα. Όταν όμως ο ηγέτης των σοσιαλιστών άρχισε διαπραγματεύσεις με το κομμουνιστικό κόμμα και το αριστερό μπλοκ φάνηκε να επικρατεί πανικός στη δεξιά. Και ξαφνικά, ο πρόεδρος έκανε μια απόπειρα μίνι πραξικοπήματος. Έτσι, ενώ ανακοινωνόταν ότι τα 3 αριστερά κόμματα είχαν πια συγκλίσεις για να στηρίξουν μια νέα κυβέρνηση, ο πρόεδρος έδωσε την εντολή στους συντηρητικούς που είχαν μειοψηφία στη βουλή. Οι σοσιαλιστές αντέδρασαν οργισμένα και αν δεν υπάρξει αλλαγή, αναμένεται να υπάρξει ένα είδος παγώματος και αδιέξοδου στη χώρα. Εκλογές μπορούν να γίνουν μόνο στο δεύτερο εξάμηνο του επόμενου χρόνου. Οι αγορές, εν τω μεταξύ, που έσπρωξαν τη χώρα στο μνημόνιο δεν φάνηκαν να συγκινούνται από το ενδεχόμενο αδιέξοδο. Έτσι, η Πορτογαλία μπαίνει πια σε μια περίοδο έντασης που θέτει για πρώτη φορά στη Ευρώπη το θέμα της δημοκρατίας επί τάπητος. Διότι, ουσιαστικά, το επιχείρημα του προέδρου ήταν όντως κήρυξη της χώρας σε πραξικοπηματική κατάσταση έκτακτης ανάγκης. Δήλωσε ότι δεν είχαν ξανά συμμετάσχει στη κυβέρνηση κόμματα που ήταν ενάντια στο ευρώ ή στο ΝΑΤΟ.[1] Θέτοντας ουσιαστικά όρια στην δημοκρατική συμμετοχή. Από την Ευρώπη δεν ακούστηκαν διαμαρτυρίες, αλλά ήδη η Ευρώπη είναι βυθισμένη σε πολλαπλή κρίση

Και εσύ τεκνό Βρούτε; Η πίσω αυλή της Γερμανίας αμφισβητεί επίσης;
Η Γερμανία μπορεί να μην έχει την πολυτέλεια, πια, να ασχολείται με τον νότο [ η Ελλάδα φτιάχνει συμμαχία με την Γαλλία που αντικατοπτρίζεται και στην οικονομία, ενώ η Ιταλία αμφισβητεί έμπρακτα τα όρια της λιτότητας και η Πορτογαλία φλερτάρει με την παρατεταμένη αστάθεια] έχοντας τα δικά της εσωτερικά προβλήματα με τους μετανάστες και την κρίση που προκαλούν στο εσωτερικό της δεξιάς. Αλλά ο κίνδυνος για την Γερμανία είναι πολύ πιο κοντινός. Τα καθεστώτα, τα οποία η Γερμανία θεωρούσε σαν την πίσω αυλή της, αυτά της ανατολικής Ευρώπης, φαίνονται αυξανόμενα να αυτονομούνται σε ποικίλες κατευθύνσεις. Η Τσεχία και η Σλοβακία κινούνται κεντροαριστερά με αποστάσεις από την Γερμανία - είναι πρόσφατη ακόμα η δήλωση του Τσέχου προέδρου Ζεμάν «αν δεν ήταν ο κόκκινος στρατός, θα μιλούσαμε Γερμανικά τώρα» για να εξηγήσει την παρουσία του στη Μόσχα για τους εορτασμούς της νίκης στο Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο.  Στην Ουγγαρία το σκηνικό κινείται δεξιά, αλλά και πάλι με αποστάσεις από την Γερμανία. Αλλά ο ενδεχόμενος νέος πονοκέφαλος φαίνεται να είναι η άνοδος της πολωνικής δεξιάς, η οποία είναι εμφανώς νοσταλγική για ένα εθνικισμό που θυμίζει και νοοτροπία μεσοπόλεμου στη ρητορική του, αλλά ταυτόχρονα είναι και ενάντια στη λιτότητα.[2] Γενικά, η δεξιά τόσο στην Ουγγαρία, όπως και στην Πολωνία, αν και σαφώς αντικομουνιστικές, φαίνονται ταυτόχρονα να υιοθετούν μέρος από την κληρονομιά του σοσιαλισμού, όπως το κράτος προστάτης και την καχυποψία για τον τραπεζιτικό τομέα που ελέγχεται από το εξωτερικό. Ίσως και η άνοδός τους, εν μέρει στην Ουγγαρία, να σχετίζεται και με τη μετατόπιση της σοσιαλδημοκρατίας [τέως κομμουνιστικών κομμάτων] προς θέσεις που προσομοίαζαν με τις απόψεις του μπλερισμού.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου