30 Αυγ 2015

Οι εκλογές στην Ελλάδα





Οι πρώτες δημοσκοπήσεις στην Ελλάδα για τις επερχόμενες εκλογές μπορεί να είναι βιαστικές καταγραφές, αλλα έχουν ενδιαφέροντα στοιχεία. Τόσο στην δημοσκόπηση που δημοσιεύτηκε στη εφημερίδα των Συντακτών όσο και εκείνη του Πανεπιστημίου Μακεδονίας,[1] προηγείται ο ΣΥΡΙΖΑ με διάφορα 3%-3.5% από την Νέα Δημοκρατία [23-19.5% και 25-22%] – ενώ μερικές άλλες δημοσκοπήσεις του Σαββατοκύριακου έδειχναν είτε μείωση προς το 1-2% της διαφοράς [Agora 1.8%, Πρώτο Θέμα/Alco 1.5%], είτε αύξηση προς 3.1% [Βήμα – Kappa research].[2] Τα ποσοστά για μερικές εφημερίδες, όπως το Πρώτο Θέμα, μπορεί να εκφράζουν και μια προσπάθεια να οικοδομηθεί δυναμική για την Νέα Δημοκρατία.[3] Γενικά φαίνεται προβάδισμα του ΣΥΡΙΖΑ με απώλειες προς τα αριστερά αλλα και δεξαμενές ψήφων [λ.χ. 39% που θεωρεί ότι ο ΣΥΡΙΖΑ μπορεί να «κάνει το καλύτερο δυνατό για να περιοριστούν οι αρνητικές συνέπειες»][4] από όπου μπορεί να αντλήσει ψήφους. Στα υπόλοιπα κόμματα φαίνεται να ανακάμπτει το ΚΚΕ και να διεκδικεί μαζί με την Χρυσή Αυγή και το Ποτάμι την 3 η 4 θέση [με ποσοστά 5-6%].  Η Λαϊκή Ενότητα φαίνεται να μένει πιο πίσω αλλα να κινείται ανάμεσα στο 3-5% και μάλλον να συναγωνίζεται το ΠΑΣΟΚ. Ενδιαφέρον έχουν και τα ποιοτικά στοιχεία που μπορεί να εκφράζουν τις τάσεις βαθύτερα: Ο Τσίπας παραμένει ο πιο δημοφιλής πολιτικός αλλα με μειωμένα ποσοστά. Η στήριξη στο ευρω είναι στο 68%, με πτώση απέναντι στα ποσοστά 75-80+% της προηγούμενης περιόδου [και αν βέβαια δεχθεί κάποιος αναλυτικά ότι σε τέτοιο ταμπού θέμα είναι αντικειμενική η αναπαράσταση της πρόθεσης από τις εταιρείες δημοσκοπήσεων], ενώ η αντίθεση φαίνεται να ανεβαίνει προς το ένα τρίτο [28%]. Όσον αφορά την συμφωνία του περασμένου Ιουλίου φαίνεται ότι τουλάχιστον οι μισοί την θεωρούν  «το καλύτερο που μπορούσε για να παραμείνει η χώρα εντός ευρω».[5]

Από τα σχόλια στο εξωτερικό αξίζει παραπομπή σε ένα κείμενο του βρετανού αναλυτή [κινείται στο χώρο της δεξιάς] David Marsh με τίτλο: Tsipras’ prize: debt relief like West Germany in 1953 [ το επαθλο/κερδος του Τσιπρα – ελάφρυνση χρέους όπως στην Δυτικής Γερμανίας το 1953]. Η ανάλυση του εκφράζει και την ανησυχία βέβαια ότι μπορεί η τάση να επεκταθεί και άρα ο υπότιτλος είναι ότι τέτοιες κινήσεις είναι εφιάλτης για τους δανειστές [Creditors’ nightmare if global debtors follow Greece], αλλα η βασική του ανάλυση είναι ότι η όλη δομή της συμφωνίας [το πακέτο των 86 δις και την απόφαση για συζήτηση για το χρέος το φθινόπωρο και με ενεργή εμπλοκή του ΔΝΤ που έχει ήδη απόφαση για την ανάγκη αντιμετώπισης του χρέους σαν «πρόβλημα»] οδηγεί ντε φάκτο σε επιτυχία της ελληνικής διαπραγμάτευσης – μέσα βέβαια στα πλαίσια των δεδομένων διαπραγματεύσεων και συμβιβασμών.

Η συνέπεια του Τσίπρα: ο πολιτικός ως εκφραστής, παρά σαν χειραγωγός
Η απόφαση του Τσίπρα να προχωρήσει σε εκλογές είχε συνέπεια στη βασική αρχή που φαίνεται να εισαγάγει στην ελληνική πολιτική σκηνή – την κίνηση προς μια πιο δημοκρατική διαχείριση της πολιτικής. Μετά το δημοψήφισμα, οι εκλογές πιστοποιούν μια νέα τάση πολιτικής, σύμφωνα με την οποία οι πολίτες έχουν και δικαίωμα και οφείλουν να αποφασίζουν. Ο πανικός της αντιπολίτευσης ήταν εν μέρει κωμικός. Όπως και με το δημοψήφισμα, ξαφνικά, άρχισαν να βρίζουν τον Τσίπρα.. γιατί προχωρεί εκλογές. Εξέφραζαν εν μέρει και την «ευρωπαϊκή» τάση, αλλά και την εσωτερική ελληνική νοοτροπία των πολιτικών, όπως τον Σαμαρά ότι οι εκλογές γίνονται για εκτόνωση και εξαπάτηση – και αφού κάποιος πάρει ό,τι ποσοστά πάρει, τότε μπορεί να μείνει στην εξουσία, φτάνει να μπορεί να εξαγοράζει τους βουλευτές με διάφορους τρόπους, ώστε να ψηφίζουν για να έχει πλειοψηφία στη βουλή. Ο Τσίπρας μπορεί να έχει προβάδισμα στις δημοσκοπήσεις, αλλά αν ήθελε να μείνει στην εξουσία ήταν σαφές ότι του προσφέρονταν πολλές επιλογές – όλοι σχεδόν από την αντιπολίτευση θα τον ήθελαν ως πρόσωπο – αλλά βέβαια να προωθεί τις δικές τους επιλογές.

Η αντιπαράθεση με την αριστερή αντιπολίτευση
Πέρα, όμως, από την αντιπολίτευση, υπάρχει και σαφώς και η αριστερή απόσχιση που εκφράζεται και με το νέο κόμμα της αριστερής πλατφόρμας, τη «λαϊκή ενότητα», αλλά και τις διαφοροποιήσεις δυο άλλων cult figures της «ελληνικής άνοιξης»: του Γ. Βαρουφάκη και της Ζωής Κωνσταντοπούλου. Η αξιολόγηση του νέου μνημονίου προκαλεί τριγμούς. Από την πλευρά του Τσίπρα και της πλειοψηφίας του ΣΥΡΙΖΑ, η βασική θέση είναι ότι  στις δεδομένες συνθήκες επιτεύχθηκε αυτό που ήταν εφικτό- και προτάσσουν πρώτα το ιστορικό πλαίσιο [ότι δόθηκε μια μάχη που άνοιξε ένα νέο κύκλο συζητήσεων στην Ευρώπη], μετά τις επιμέρους επιτυχίες [εξασφάλιση ολοκληρωμένου πακέτου 86 δισεκατομμυρίων, αντί αποσπασματικών μικρών πακέτων με συνεχώς νέα μέτρα και προαπαιτούμενα, μείωση των αναμενόμενων πλεονασμάτων κατά 20 δις, άρα και αποφυγή σχετικών μέτρων λιτότητας, εξασφάλιση πιο δίκαιης, ταξικά, κατανομής των μέτρων]  και ανοίγματος του θέματος της μείωσης του χρέους. Από την άλλη πλευρά, η αριστερή πτέρυγα, αλλά και αριστερές τάσεις εκτός ΣΥΡΙΖΑ ή και πέρα από τη θεσμική αριστερά θεωρούν ότι το μνημόνιο είναι μνημόνιο – άρα συνέχεια της εξάρτησης και της οικονομικής πίεσης από την λιτότητα. Η μεν Κωνσταντοπούλου εστιάζει στη θεσμική εξάρτηση, ενώ ο Βαρουφάκης στη λιτότητα που οδηγεί, σύμφωνα με την ανάλυσή του, στα ίδια αδιέξοδα. Και από εκεί και πέρα το ΚΚΕ, η εξωκοινοβουλευτική αριστερά, όσο και ο αντιεξουσιαστικός χώρος θεωρούν ότι η πραγματική αλλαγή πρέπει να γίνει σε «άλλο πλαίσιο» - διαφορετικό βέβαια για τον κάθε χώρο.

Τί πραγματικά σήμαινε το «όχι» στο δημοψήφισμα: οι πολλαπλές ερμηνείες και οι αποχρώσεις
Ένα ουσιαστικό μέρος των διαφωνιών εστιάζεται σαφώς στην ερμηνεία της ιστορικής στιγμής του δημοψηφίσματος. Από την αριστερή αντιπολίτευση, πλην του ΚΚΕ που δεν συμμετείχε, άρα δεν έχει λόγο στο συγκεκριμένο, προβάλλεται η θέση ότι το 62% είχε κατανοήσει τα δεδομένα και με το να πάρει το ρίσκο του "όχι" ήταν έτοιμο για ολοκληρωτική ρήξη - αφού η δεξιά της ΝΔ και η εξαρτώμενη κεντροαριστερά του ΠΑΣΟΚ και του Ποταμιού πρόβαλαν το "όχι" ως επιλογη εκτός ευρώ. Είναι γεγονός ότι μια δυναμική υπήρχε, άρα, αν υπήρχε ένα θεσμικό πλαίσιο, θα μπορούσε να πει κάποιος ότι μια μεγάλη μερίδα της ελληνικής κοινωνίας μπορεί να έκανε το βήμα εκτός ευρώ. Αλλά είναι δύσκολο να δει κάποιος ότι αυτή η δυναμική της ρήξης έκφρασε ολόκληρο το 62% - όπως και το κυπριακό "όχι" του 2004 είχε αποχρώσεις. Αν ο Τσίπρας αναλάμβανε την ευθύνη να το ερμηνεύσει μονοδιάστατα, θα ήταν ασυνεπής σε όσα ο ίδιος έλεγε την κρίσιμη εβδομάδα πριν το δημοψήφισμα – την Τετάρτη είχε αντιπροτείνει μια αναπροσαρμογή της πρότασης Γιούνκερ, ανοίγοντας το πλαίσιο σε συνολικό δάνειο [όπως και έγινε – έγινε δηλαδή αποδεκτή εκείνη η πρόταση του], ενώ στο μεγάλο συλλαλητήριο της Παρασκευής ήταν σαφής η έμφαση του ότι «θα υπήρχε συμφωνία» λίγες μέρες μετά. Σαφώς, στο πλήθος μπροστά του υπήρχε μια μερίδα που ήθελε ρήξη – αλλά ως πολιτικός που θέλει να εκφράζει την κοινωνία και όχι να την χειραγωγεί, δεν μπορούσε να αναιρέσει ότι είχε υποσχεθεί την Παρασκευή και ό,τι είχε εισηγηθεί την Τετάρτη.

Τί πέτυχε η ελληνική άνοιξη: ο «ηρωικός λαός» και ο «κακός γερμανός»
Το τί πέτυχε η ελληνική άνοιξη του 2015 στο διεθνές πλαίσιο, θα φανεί στο ξεδίπλωμα του ιστορικού χρόνου, αλλά διαφαίνεται ήδη μια αλλαγή κλίματος. Η τελική διαπραγμάτευση ερμηνεύτηκε ως επιβολή στην Ελλάδα. Αυτό είχε δυο άμεσες επιπτώσεις – φάνηκε ότι η εξέγερση ενάντια στην ευρωπαϊκή εξουσία, το διευθυντήριο, όπως το ονομάζουν μερικοί, δεν είναι εύκολη. Μπορεί ειρωνικά να είναι πιο εύκολο να ανατραπεί μια κυβέρνηση εκτός Ευρώπης [αυταρχική ή δημοκρατικά εκλελεγμένη όπως έγινε το 2014 στην Ουκρανία], παρά να ανατραπεί το πλέγμα των εκβιασμών της ευρωπαϊκής εξουσίας. Αυτό το συμπέρασμα, αν και παρέβλεπε ότι κέρδισε και η ελληνική κοινωνία με την αντιπαράθεση και στις βελτιώσεις της τελικής συμφωνίας, εντούτοις έδινε ένα είδος μηνύματος πειθαρχίας – έτσι λ.χ. η κυβέρνηση της λιτότητας στην Ισπανία έτρεξε να το εκμεταλλευτεί. Από την άλλη, όμως, όπως παρατήρησε και ο Χαμπερμάς και άλλοι, η «νίκη» της Γερμανίας δεν είχε την αύρα της θετικής νομιμοποίησης – η Γερμανία πρόβαλε από την σκιά των θεσμών, χωρίς καν το φύλλο συκής της Γαλλίας, και εμφανιζόταν για πρώτη φορά, μετά από δεκαετίες, μετά από τον δεύτερο παγκόσμιο ουσιαστικά, ως ο «κακός γερμανός». Στο εσωτερικό της Γερμανίας αυτή η εικόνα δεν έχει ακόμα απορροφηθεί και δεν εχουν γίνει πλήρως κατανοητές οι προεκτάσεις-συνέπειες του. Αντίθετα, μεγάλη μερίδα των γερμανών ζει ακόμα στην φαντασίωση του ότι τους απειλούν οι ξένοι – που θα τους φάνε τα λεφτά τους κλπ. Το ότι σε αυτό το κλίμα θα αναπτυχθεί και ρατσισμός, αλλά και μετατόπιση από την πραγματικοτητα είναι δεδομένο. Αλλά στην Ευρώπη και ευρύτερα αρχίζει να εμπεδώνεται – και ταυτόχρονα να οδηγείται σε πιο βαθιά κρίση η εικόνα της «Ευρώπης». Σε αυτό το πλαίσιο, οι διαπραγματεύσεις για την έγκριση της συμφωνίας ήταν σύντομες και χωρίς ιδιαίτερες εκπλήξεις. Οι γερμανοί ήθελαν να περάσει στα γρήγορα το όλο σκηνικό. Η Ευρώπη έχει την Ελλάδα ως τεκμήριο δημοκρατικού ελλείμματος και επιβολής στο εσωτερικό [η αποκάλυψη ότι η Γερμανία είχε ωφεληθεί 100 δις από τα δάνεια, ήταν μέρος αυτής της αυξανόμενα αρνητικής εικόνας της Γερμανίας] ενώ οι μετανάστες, αλλά και η αδυναμία της Ευρώπης να κάνει κάτι αυτόνομο στην εξωτερική της πολιτική ή κάτι συλλογικό στην οικονομία, λειτουργούν ως τεκμήρια μιας κρίσης που αναδύεται από παντού. Στη θεαματική πλευρά, η Ελλάδα έχασε την μάχη, αλλά ήταν ο ηρωικός αδικημένος που τα έβαλε με τους κακούς.

Η νέα αριστερά των κινημάτων μπροστά στις δομές και την ιστορία: οι νίκες δεν χαρίζονται, ούτε κερδίζονται, όπως στα κατασκευασμένα θεάματα των δυτικών ΜΜΕ
Για την αριστερά [κομμουνιστικογενή, απόγονο του 1968, και των κινημάτων από τότε] που αναδύεται στην Ευρώπη, η ελληνική εμπειρία θα είναι πολλαπλά χρήσιμη.  Κατά’ αρχήν επανέφερε στο τραπέζι το θέμα της σχέσης των κινημάτων [και των ό,ποιων πολιτικών μορφών τους] με την Ιστορία. Οι αλλαγές καθεστώτων δεν γίνονται με τον ίδιο εύκολο τρόπο στο εσωτερικό του πυρήνα [in the belly of the beast, που έλεγαν κάποτε], όπως στην περιφέρεια που ανατρέπονται κυβερνήσεις με μερικές διαδηλώσεις – ή και ψηφοφορίες. Τα κινήματα πρέπει να κερδίζουν «έδαφος» στη «Μεγάλη πορεία» μέσα από τους θεσμούς [που έλεγε ο Ντούτσκε, ο εκπρόσωπος του φοιτητικού κινήματος στην Γερμανία την δεκαετία του 1960], αλλά και τα κινήματα να ξέρουν ότι πρέπει να διατηρούν την αυτονομία τους, καθώς η απορρόφηση από τους θεσμούς είναι μια μόνιμη διαδικασία-κίνδυνος. Η ξαφνική αγάπη των «θεσμών» για τον Τσίπρα είναι η επιθυμία απορρόφησης – όπως και το μίσος για την Ζωή και τον Βαρουφάκη είναι η επίθεση για διαχωρισμό του επιτρεπτού από το μη. Προς τιμήν του ο Τσίπρας δεν έχει πουληθεί και δύσκολα μπορεί κανείς να πει ότι στις δυο επιλογές που υπήρχαν [παράλληλο νόμισμα όπως εισηγείτο ο Βαρουφάκης, συμφωνία όπως έγινε τελικά] υπήρχε κάποιος που δεν ήταν συνεπής. Η ελληνική κοινωνία έφτασε στα πρόθυμα μιας ακόμα ρήξης – αλλά παρά το 62%, δεν φάνηκε να είναι ακόμα έτοιμη μια «κριτική πλειοψηφική» τάση. Οι εκλογές είναι και ένας τρόπος να δοκιμαστεί και η συμφωνία, αλλά και να αναπτυχθεί η συζήτηση για το απαγορευμένο – έστω και αρχικά.

Η ελληνική εμπειρία ως ενδεικτική του μέλλοντος
Και η αριστερά των κινημάτων έχει στην Ελλάδα ένα ενδιαφέρον δείγμα του πώς μπορεί να συγκροτηθεί ως ένα ολικό σύστημα με εσωτερικές διαφοροποιήσεις – το οποίο, όμως, θα συγκροτεί μια ηγεμονική θέση πόλο στην κοινωνία. Αυτό το ολικό σύστημα θα πρέπει να μπορεί να προσφέρει στο εσωτερικό του επιλογές [να εσωτερικεύει, δηλαδή, τις κοινωνικές συζητήσεις] για να μπορεί να προχωρεί. Είναι πιθανό ότι στην επόμενη περίοδο, μέχρι την νέα υπότροπη της παγκόσμιας οικονομίας [η οποία μπορεί να είναι και πιο σύντομα από ότι φαντάζεται κανείς] η προσπάθεια να μετριαστεί, η εικόνα του «κακού γερμανού» και της αδίσταχτης Ευρώπης, μαζί με την ποσοτική χαλάρωση του Ντράγκι, να επιτρέψει ένα πιο ευνοϊκό κλίμα για την Ελλάδα – και να επιτρέψει στην κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ, αν ξανακερδίσει τις εκλογές να κινηθεί πιο άνετα και για τις εσωτερικές μεταρρυθμίσεις. Μια υποτροπή, αντίθετα, θα επιτρέψει στις άλλες «συνιστώσες» της αριστεράς να διεκδικήσουν από τον δρόμο, την ολοκλήρωση της ρήξης. Σε αυτό το ελληνικό εσωτερικό σχήμα, θα πρέπει να προσθέσει κανείς και τις μετατοπίσεις που αναδύονται και σε άλλες χώρες – και που ανοίγουν πια το θέμα του τί είναι Ευρώπη: ενώ στην περιφέρεια και στον νότο φαίνεται να διαμορφώνονται αριστερές πλειοψηφίες ή να αναδύονται αριστερές δυναμικές στην κοινωνία σε μια σειρά από χώρες, στο βορρά είναι η ξενοφοβική δεξιά που έχει το πάνω χέρι για την ώρα. Ταυτόχρονα, η εντυπωσιακή εμφάνιση της αριστεράς στο βρετανικό εργατικό κόμμα, με την εκστρατεία του Κόρμπυν δείχνει και μια άλλη διάσταση – και ενδεχομένως, ένα άλλο πόλο. Η Ελλάδα είναι αυτήν την στιγμή ένας πόλος αναφοράς, αλλά και ένα εργαστήρι από όπου μαθαίνουν και άλλα κινήματα – χώρες.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου