4 Ιουλ 2015

Τι πέτυχε ήδη η ελληνική κυβέρνηση αυτούς τους 5 μήνες και τι εκφράζει η κοινωνική μεταμόρφωση που έφερε τα κινήματα στην εξουσία: 4 μετατοπίσεις που προδιαγράφουν τις δυναμικές του μέλλοντος – η νέα ηγεμονία, η παρεμβολή στο ευρωπαϊκό ρήγμα ανάμεσα στην ηθική υπόσχεση και την ηγεμονική επιβολή, η μετατόπιση της οικονομικής συζήτησης, και η αναγνώριση της ελληνικής αυτονομίας γεωπολιτικά



Λες και ενεργοποιήθηκαν κάποια τελευταία αντανακλαστικά, με την ανακοίνωση του δημοψηφίσματος, η «απεργία των γεγονότων» έλαβε τέλος κι ένα εν δυνάμει αληθινό συμβάν διέρρηξε τον παγωμένο χρόνο της προγραμματισμένης πολιτικής»

Κώστα Λιβιερατου




Η Ευρώπη ως Ιερή Συμμαχία του 1815-1848 τρέμει για τους υπόγειους τριγμούς στην «Ευρωπαϊκή τάξη»



Σιγά σιγά ανέβαινε η ένταση. Αλλά ταυτόχρονα υπάρχει μια υπόγεια ηρεμία. Η απόφαση της κυβέρνησης να διεκδικήσει δημοψήφισμα σόκαρε στην Ευρώπη – έμοιαζε με μια άτακτη κίνηση. Ο σοσιαλδημοκράτης αντικαγκελάριος φέρεται να είπε ότι ο Τσίπρας είναι ενάντια στην «ευρωπαϊκή τάξη». Μια φρασεολογία που πάει πίσω στην Ιερή Συμμαχία του 1815. Από μια ριζοσπαστική οπτική, ωστόσο, η κίνηση του Τσίπρα αποδείχτηκε και λογική και έξυπνη. Ήταν λογική στα πλαίσια της διαπραγμάτευσης που γινόταν. Ενώ η ελληνική κυβέρνηση είχε κάνει αρκετές υποχωρήσεις στην προσπάθεια να πετύχει μια συμφωνία που θα άνοιγε τον δρόμο για την διαπραγμάτευση των ουσιωδών, όπως το χρέος, οι Θεσμοί, και το Γιούρογκρουπ, το άτυπο αλλά πραγματικό πολιτικό κέντρο αποφάσεων επικύρωσης των διαταγών της Γερμανίας, ως είδος προθαλάμου, ήταν σαφές ότι μετακυλούσαν το θέμα, περιμένοντας απλώς υποχωρήσεις – και αναιρώντας τις δικές τους. Όταν ο Τσίπρας εισηγήθηκε μέτρα που τηρούσαν την συμφωνία του Φεβρουαρίου, ότι η ελληνική κυβέρνηση θα αποφάσιζε τα μέτρα, οι θεσμοί άρχισαν να συμπεριφέρονται σαν τρόικα.[1] Ήταν ένας αγώνας νεύρων πριν το τέλος – οι Θεσμοί μετά την ανακοίνωση του δημοψηφίσματος, ξαφνικά, έγιναν αγγελούδια, «αποκαλύπτοντας» ότι θα έκαναν παραχωρήσεις δήθεν – αλλά ακόμα πιο σημαντικό αποκάλυψαν ότι ο στόχος τελικά ήταν ένας αγώνας νεύρων για τον έλεγχο κινημάτων, όπως ο ΣΥΡΙΖΑ. Εναντίον της ελληνικής κυβέρνησης τάχθηκαν έντονα οι πιο δουλοπρεπείς υπήκοοι – οι κυβερνήσεις Ισπανίας, Πορτογαλίας και τα κράτη της Βαλτικής που ελέγχονται, όχι απλώς από ολιγάρχες, αλλά και τα δυο τουλάχιστον [Λεττονία και Εσθονία] είναι εσωτερικά ρατσιστικά κράτη με απαρτχάιντ εναντίον των ρωσόφωνων. Σε αυτό το πλαίσιο, η προσφυγή στο δημοψήφισμα ήταν απόλυτα απαραίτητη για την κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ. Δεν μπορούσε να αποφασίσει μόνη της για μια κατάσταση υπό πίεση – αλλά και για ένα κίνημα που στο κάτω κάτω δεν δημιουργήθηκε για να πάρουν απλώς μερικοί καρέκλες. Το δημοψήφισμα ήταν η νέα καινοτομία. Αλλά και το απαραίτητο γεγονός για ένα κίνημα – διαφορετικά σε μια νύχτα ο ΣΥΡΙΖΑ θα γινόταν απλώς ένας νέος ξεφτιλισμένος Σαμαράς.



Οι Θεσμοί αντέδρασαν με τον εκβιασμό της διακοπής ρευστότητας. Όμως, η ιστορική στιγμή ήρθε και δεν έγινε τίποτα. Την νύχτα της 30ης Ιουνίου, το ΔΝΤ δεν πήρε την δόση του, αλλά απλώς δέχτηκε την ντε φάκτο αναβολή. Έσπασε όμως ακόμα ένα ιερό ταμπού – η στάση πληρωμών.

Ας δούμε, λοιπόν, τί πέτυχε μέχρι τώρα η διαπραγμάτευση του ΣΥΡΙΖΑ.

1. Αλλαγή ηγεμονικού πλαισίου εντός και εκτός Ελλάδας: ο ΣΥΡΙΖΑ ως συνέχεια των ελληνικών και ευρωπαϊκών κινημάτων – το νέο μετανεωτερικό πλαίσιο και ο τρόμος των θεματοφυλάκων της τάξης
 Ο ΣΥΡΙΖΑ είναι ένα ιδιόμορφο μετανεωτερικό κίνημα. Δημιουργήθηκε από τις κοινωνικές αντιστάσεις στο μνημόνιο, αλλά και στη βάση της μιας προϋπάρχουσας ιστορικής μνήμης αντίστασης – από την δεκαετία του 1940, του 1960,70 κοκ. Σε αυτό το πλαίσιο, η ιδέα ότι υπάρχει ένας τρόπος κάποιος κομματικός μηχανισμός να επιβάλει κάτι είναι σαφώς εκτός πραγματικότητας. Ο ΣΥΡΙΖΑ σε αυτό το στάδιο φαίνεται να λειτουργεί ως ένα μέρος της ελληνικής κοινωνίας που οργανώθηκε σε κόμμα. Το ότι απέδειξε ότι έχει συνοχή, δηλαδή επεδίωξε να βρει κοινά σημεία αναφοράς, είναι σημαντικό για ένα χώρο που χαρακτηρίζονταν από την πολυδιάσπαση. Σε αυτό πλαίσιο, η προσφυγή σε δημοψήφισμα ήταν μια λύση που πήγαζε από την δυναμική ενός κόμματος – κινήματος που δεν μπορούσε να μετατραπεί απλώς σε ρουσφετολογικό μηχανισμό. Είναι ένα είδος ΕΑΜ της μεταμοντέρνας εποχής. Ταυτόχρονα, η όλη δυναμική του, αλλά και η σαφής εμφάνιση του ως εναλλακτικού πόλου λειτουργεί σαφώς ως ευρωπαϊκό πρότυπο. Σε αυτό το πλαίσιο, αν οι ισπανοί ανέπτυξαν το μοντέλο των συγκεντρώσεων στις πλατείες οι έλληνες ανέπτυξαν την οργανωτική δομή – και ακολούθησε το Podemos. Η εισαγωγή του δημοψηφίσματος, σε αυτό το πλαίσιο, είναι μια επέκταση της λογικής των κινημάτων. Τώρα, πια, η προσφυγή στην άμεση δημοκρατία μπορεί να είναι και μέρος των διεκδικήσεων. Και της ιστορικής κληρονομιάς που αφήνει ήδη η άνοδος του ΣΥΡΙΖΑ.

Υπάρχει όμως και μια άλλη διάσταση. Η σύμπτυξη μιας αριστερό-δεξιάς συμμαχίας με άξονα την αντίσταση στην τρόικα δημιουργεί το υπόστρωμα μιας σε βάθος ηγεμονίας που οι αντίπαλοί τους ούτε καν υποψιάζονται – διαφορετικά δεν θα έκαναν τα τραγικά, για εκείνους, λάθη των τελευταίων ημερών. Διότι μπορεί να παραδόθηκαν στο εκβιασμό των κλειστών τραπεζών, όπως οι μαυραγορίτες στην γερμανική κατοχή, αλλά η μνήμη [σαν ιστορικό πολιτιστικό φαινόμενο] δεν θα τους συγχωρήσει εύκολα. Για να γίνει κατανοητό το νέο πλαίσιο που διαμορφώνεται, αξίζει να δει κανείς τις προσπάθειες ισορροπίας του Τσίπρα σε ένα τεντωμένο σχοινί αντιφατικών προσδοκιών. Από την μια, ο Τσίπρας, ως άτομο, και ο ΣΥΡΙΖΑ ως κίνημα, εκπροσωπούν την αντίσταση, το ιστορικό κίνημα της αριστεράς ως νεωτερική έκφραση του κινήματος της ανταρσίας, αλλά και στο υπαρξιακό επίπεδο την αίσθηση της "ελληνικής" μαγκιάς. Αυτό το αίσθημα του αντάρτη, του ρεμπέτη, του ανυπότακτου στο συλλογικό ασυνείδητο του έλληνα. Από την άλλη, όμως, στην ίδια κοινωνία, υπάρχει ένα παράξενα αντιφατικό μείγμα μεγάλο-ιδεατικού καθωσπρεπισμού, αλλά και ανάγκης αναγνώρισης. Ο έλληνας μεγαλώνει με την εικόνα ότι είναι απόγονος μεγαλείων – ταυτόχρονα ζει σε μια εξαρτώμενη κοινωνία. Αυτή η αντίφαση παράγει τους μεγαλοϊδεατισμούς της δεξιάς, αλλά και την ανάγκη να αναγνωρίζεται αυτό το δήθεν μεγαλείο. Για αυτό ο έλληνας έχαψε το παραμύθι της Ευρώπης. Εκφράζει την φαντασίωση του περιφερειακού ότι επιτέλους θα βρεθεί στο τραπέζι με τους μεγάλους. Η άκρα δεξιά ταυτίζεται με την Μεγάλη Ιδέα, αλλά και οι φιλελεύθεροι, λειτουργούν ανάλογα – απλά με την μιζέρια της αποδοχής ότι είναι οι φτωχοί συγγενείς που είναι έτοιμοι να ακολουθήσουν την Ευρώπη, ακόμα και ως φτηνοί μπάτλερ, φτάνει να νοιώθουν κάπως. Ιστορικά, μετά τον εμφύλιο, η αριστερά εξέφρασε την παράδοση της ανταρσίας και η δεξιά τη φαντασίωση μεγαλείων που θα αναγνωρίζονται από τη Δύση. Η αριστερά μπορεί να εκφράζει την παράδοση ανταρσίας αλλα φαίνεται ότι τώρα πια αυτή η παράδοση διαπλέκεται με το αίσθημα ότι η Ελλάδα πρέπει να γίνει σεβαστή, όχι όμως ως φτωχός συγγενής λόγω παρελθόντος. Υπάρχει μια αξιοπρέπεια που γεννήθηκε την δεκαετία του 1940 και ωρίμασε την δεκαετία του 1960 και 70, και σήμερα είναι πια η ντε φάκτο νέα εικόνα του έλληνα/ιδας. Οι μικροαστοί του «μένουμε Ελλάδα» είναι απλώς γκαρσόνια μεταβατικά. Η νέα Ελλάδα είναι αλλού. Ο Σαμαράς, ο απόλυτος υποκριτής που θα πουλούσε την χώρα του για να αναγνωριστεί ως πρωθυπουργός από τους γερμανούς, θα είναι το μελλοντικό το σύμβολο που θα συνοδεύει αυτήν τη θλιβερή εικόνα των ιθαγενών του παρελθόντος.




2. Το διευρυνόμενο ρήγμα στην Ευρώπη ανάμεσα την πρακτική των δήθεν τεχνοκρατών που αποφασίζουν για την οικονομία και των πολιτικών
Το δεύτερο επίπεδο στο οποίο εστιάστηκε η πρακτική της κυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ ήταν το διευρυνόμενο ρήγμα στην Ευρώπη ανάμεσα την πρακτική των δήθεν τεχνοκρατών που αποφασίζουν για την οικονομία και των πολιτικών. Το χάσμα νομιμοποίησης οξύνθηκε ιδιαίτερα τώρα πια, διότι η καθυστέρηση της προώθησης της ομοσπονδοποίησης της Ευρώπης, άφησε ουσιαστικά ένα μετέωρο οικονομικό μηχανισμό, την Ευρωπαϊκή Τράπεζα, να μπορεί να παίρνει αποφάσεις. Αλλά είναι σαφές, όπως φάνηκε αυτά τα 5 χρόνια, ότι οι αποφάσεις παίρνονται από τους πολιτικούς μερικών χωρών, και επιβάλλονται σαν δήθεν τεχνοκρατικές. Αυτή ίσως να ήταν και η βασική λειτουργία του ΔΝΤ στην τρόικα – να δίνει ένα πέπλο νομιμοποίησης για αυτό το έλλειμμα δημοκρατίας. Ότι δήθεν οι αποφάσεις είναι ουδέτερες προϊόν επιστημονικής γνώσης κλπ. Τελικά η εικόνα πολώθηκε, πια. Η Ε.Ε. είναι μια εξουσία που βιώνεται ως αυθαίρετη στον νότο και ταυτίζεται με την Γερμανία, ενώ οι οικονομικές πολιτικές γίνονται αντιληπτές σε εκφράσεις συμφερόντων. Η ελληνική κυβέρνηση έσπρωξε δυναμικά για να διαφανεί αυτή ακριβώς η αντίφαση ανάμεσα στην υπόσχεση μιας δημοκρατικής ομοσπονδίας και την πραγματικότητα μιας ηγεμονικής επιβολής με την κάλυψη των τεχνοκρατικών ιδεολογημάτων. Για αυτό επέμενε να μετονομαστεί η τρόικα σε Θεσμοί, που προσδιορίζουν πιο απτά ποιοί συμμετέχουν [θέτοντας και θέμα σε ποιόν λογοδοτούν] αλλά και στο δικαίωμα των τοπικών κυβερνήσεων να αποφασίζουν για τα οικονομικά μέτρα ενός προγράμματος. Η τελική ρήξη δεν αφορούσε απλώς τους συμβολικούς άξονες του ΦΠΑ στα νησιά [άρα τον έλεγχο της ελληνικής τουριστικής βιομηχανίας] και τις συντάξεις [άρα την κατανομή του εισοδήματος και τον έλεγχο της φτώχειας] αλλά την πίεση των Αθηνών να περιοριστεί η συμμετοχή του ΔΝΤ. Αυτό πλανιόταν και πριν το δημοψήφισμα και ήταν η ουσία της τελευταίου αιτήματος της ελληνικής κυβέρνησης για συμφωνία δυο χρόνων από το ΕΣΜ. Το δημοψήφισμα σε αυτό το πλαίσιο θα μπορούσε, ή θα έπρεπε να είχε γίνει, έτσι και αλλιώς για οποιαδήποτε συμφωνία. Είναι μέρος της προσπάθειας επαναφοράς της δημοκρατίας στο ευρωπαϊκό πλαίσιο συζητήσεων για την ενοποίηση.

Μπορεί κάποιος να πει ότι είναι κάπως αμφίβολο πια αν η ιδέα της Ε.Ε. θα προχωρήσει ή αν θα περιοριστεί πια σε ένα πιο μικρό club κοινωνιών υποταγμένων στην Γερμανία. Έχει χαθεί, όχι απλώς, η δυναμική αλλα και η γεωπολιτική συγκυρία. Η ανάδυση των αντιπαραθέσεων στην ανατολή λόγω αμερικανικών παρεμβάσεων, όπως στην Ουκρανία, και την Μέση Ανατολή [έστω και αν οι αμερικανοί μετά το μπάχαλο αποχωρούν πια] έχει στερήσει την Ευρώπη από την υποτιθέμενη ηρεμία που αναζητούσε. Η ευρύτερα εύθραυστη κατάσταση, η εικόνα ενός νομίσματος που άλλοι θέλουν και άλλοι όχι,  μειώνει την οποία σημασία της Ευρώπης, πια, ως μελλοντικής υπερδύναμη – και μάλιστα ηθικής. Η Ελλάδα ίσως να καταγραφεί ως στο σημείο, όπου η φαντασίωση της Ευρώπης σκόνταψε σε ένα σημείο με δυο αντίθετους πόλους – την υπόσχεση της ηθικής [δημοκρατία και αλληλεγγύη] και την πραγματικότητας μιας κρατικής οντότητας [της Γερμανίας] που δόθηκε σχεδόν χωρίς δεύτερη σκέψη στη ευκαιρία να απολαύσει μια μικρή [χρονικά] ηγεμονία, και που προκάλεσε την έντονη αντίδραση του άλλου πόλου - της ηθικής. Όσο οι γερμανοί απολάμβαναν την γελοιοποίηση των ελλήνων ως τεμπέληδων που επιτέλους θα πληρώσουν, άλλο τόσο τους ενοχλούσε η εικόνα της ταύτισής τους με τους ναζί - αλλά αδυνατούσαν να αντιδράσουν για να περιορίσουν την ζημιά. Όπως και τις προηγούμενες αποτυχημένες προσπάθειες της κουλτούρας τους να αναδείξουν κάτι ηγεμονικό - κάτι που να αξίζει τέλος πάντων να ακολουθήσει κάποιος. Όταν θα συνειδητοποιούσουν την αποτυχία τους, ίσως καταλάβουν ότι αντί πληκτικούς μικροαστούς, όπως ο Κολ και η Μέρκελ, ίσως να έπρεπε να ακούσουν πιο προσεκτικά την Ούλρικε Μάινιχωφ. Όχι [μόνο] γιατί είχε δίκαιο για την γερμανική ενοχή. Αλλά γιατί μιλούσε μια εκδοχή των γερμανικών που μπορούσε να γίνει ηγεμονική. Τώρα πια χάθηκε και αυτή η ευκαιρία με το πληκτικό δίδυμο Μέρκελ-Σόιμπελ να θυμίζουν ένα loser mappet show και τον Χάμπερμας, σαν late coming  Καντ, να απορεί "τί πήγε λάθος". Έχετε το ευρώ ως υποκατάστατο του μάρκου - χάσατε την Ευρώπη. Μάλλον ξανακερδίσατε το μίσος. Υπερβολικό ή μη, εκφράζει την υπόγεια αντιπαράθεση ηθικής και εξουσίας. Οι γερμανοί, όσο απίστευτο και αν ακούγεται, φαίνονται να χάνουν για τρίτη φορά σε λιγότερο από ένα αιώνα [1915-2015] την εύκαιρα να φτιάξουν, έστω και ένα μικρό, περίγυρο γύρω από την φαντασιακή τους ηγεμονία. Ο Γιούνγκερ το είπε σαφώς σε μια δήλωση του – αν φύγει η Ελλάδα ο αγγλοσαξονικός κόσμος θα διαλύσει το ευρώ. Το ευρώ όμως ήταν η υπόσχεση ότι η Ευρώπη, ή έστω η Γερμανία πίσω από την Ευρώπη, θα ήταν κάτι καλύτερο από την Ρωσία ή τις ΗΠΑ. Όταν η δεξιά της Ουγγαρίας καταφεύγει στη Ρωσία και η Ελλάδα εξεγείρεται από αριστερά στα δεξιά, τότε τί έχει απομείνει;

Ίσως η αμφιταλάντευση του Τσίπρα να είναι και η τελευταία έντιμη προσπάθεια διάσωσης μιας υπόσχεσης που χάνεται στο βάθος μιας αδυναμίας χειρισμού της εξουσίας σε ένα πολλαπλό σκηνικό μικρών κοινωνιών που απλώς δεν υποτάσσονται.

3. Η αλλαγή πλαισίου συζήτησης στην οικονομία: Η Ευρώπη χρωστά στην απειλή του ΣΥΡΙΖΑ την «ποσοτική χαλάρωση», την αναγνώριση της μη βιωσιμότητας του χρέους και την αναγνώριση της έννοιας «ανθρωπιστική κρίση» ως παράγωγο της λιτότητας



Ο πιο άμεσος, βέβαια, στόχος της κυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ ήταν η αλλαγή των οικονομικών δεδομένων. Όπως φάνηκε και στο τελευταίο, πριν το δημοψήφισμα, σχόλιο του Βαρουφάκη, το κεντρικό ζήτημα στο οποίο επανερχόταν η ελληνική κυβέρνηση ήταν το ζήτημα του χρέους. Το χρέος τα οποίο φορτώθηκε η χώρα και λόγω των λογιστικών κόλπων προηγούμενων κυβερνήσεων, όπως του Σημίτη, αλλά ιδιαίτερα λόγω της τρόικα, είναι όχι απλώς δυσβάσταχτο, αλλά λειτουργεί πια ως μηχανισμός εξάρτησης και εξαπάτησης. Αναγκαστικά οι Έλληνες υποχρεώνονται πια να βιώνουν ένα νέο αντί-αποικιακό αγώνα, ακριβώς λόγω της εξάρτησης του χρέους. Ο τρόπος που αυτό το χρέος χρησιμοποιείται για να επιβάλλονται εσωτερικά μέτρα, αλλά και για να εκβιάζεται η κοινωνία [όπως πριν το δημοψήφισμα] είναι πια εκφραστικός. Σε αυτόν τον τομέα, η νέα ελληνική κυβέρνηση μπορεί να προκάλεσε την οργή των Θεσμών, αλλά προκάλεσε επίσης και την συμπάθεια πολλών – και ακαδημαϊκών [μελών της πνευματικής ελίτ] αλλά και μερίδων της κοινωνίας σε διάφορες χώρες. Η παραδοχή του ΔΝΤ ότι το χρέος δεν μπορεί να αποκληρωθεί ήταν μια συμβολική νίκη της διαπραγμάτευσης του ΣΥΡΙΖΑ.



Νίκη από την αρχή ήταν επίσης και η επιτυχία του Ντράγκι να εκμαιεύσει από τους γερμανούς την ποσοτική χαλάρωση για να την χρησιμοποιήσει ως καρότο για την νέα ελληνική κυβέρνηση. Δεν χρησιμοποιήθηκε – εν μέρει διότι ο Ντράγκι το εξασφάλισε, αλλά ταυτόχρονα άρχισε τους εκβιασμούς με τον περιορισμό της ρευστότητας. Όμως,  αν δει κανείς την αντιπαράθεση σε ένα ευρύτερο πλαίσιο, η λιτότητα επιβάλλεται μεν, αλλά η πίστη στην μοναδικότητά της ως εργαλείο είναι πια ανοιχτό θέμα συζήτησης. Αυτό που διαφοροποιεί τις συμμαχίες στο εσωτερικό της Ευρώπης είναι οι αόρατες πια διαχωριστικές γραμμές βορρά-νότου, γερμανικού πυρήνα και μη γερμανικών πόλων. Στο βορρά δεν θέλουν λιτότητα για τους ίδιους, αλλά λιτότητα για τους νότιους, κάνοντας του νότιους να απορούν, αν μπήκαν στο ευρώ για να ανακαλύψουν την ύπαρξη Φιλανδών και άλλων, κατά τους ίδιους ασήμαντων βόρειο-ευρωπαίων [ποιός πραγματικά θεωρεί κράτος το Λουξεμβούργο ή τα μικροκρατίδια της Βαλτικής;]  που θέλουν να έχουν άποψη για το πώς θα διαχειριστούν οι ιταλοί λ.χ. τα οικονομικά τους. Σε αυτό το πλαίσιο η ελληνική πολιτική κινήθηκε σε ένα άξονα Αυστρίας-Γαλλίας και έμμεσα Ιταλίας, αν και ο Ρέντσι δεν φάνηκε να έχει επιρροή πέρα από μεγαλόστομες δηλώσεις με μια τάση προς το φανφαρονικό του Μπλερ. Οι γάλλοι, αν και άτυπα, προσπάθησαν γιατί θέλουν να σπρώξουν την συζήτηση μακριά από την αυστηρή λιτότητα. Σε αυτό το πλαίσιο, η ελληνική διαπραγμάτευση εξασφάλισε μεν αλλαγές αδιανόητες για την προηγούμενη κυβέρνηση [περιορισμό του υποσχόμενου πλεονάσματος και προσδιορισμό της ανθρωπιστικής κρίσης ως εξίσου σημαντικό μέρος της οικονομικής κρίσης] αλλά αυτά φάνηκαν να έπονται της μεγάλης αντιπαράθεσης για το χρέος, για τον πολιτικό έλεγχο των μέτρων, αλλά και για την προσπάθεια συγκρότησης δυναμικής αλλαγών.

4. Η γεωπολιτική μετατόπιση -  η αριστεροδεξιά κυβέρνηση και ο κρύος ιδρώτας των Γερμανών που βλέπουν ξανά το σύντομο τέλος της ηγεμονικής φαντασίωσης



Υπήρξε όμως και μια άλλη διάσταση της πολιτικής της νέας κυβέρνησης, και σε αυτό η αριστερο-δεξιά σύνθεσή της, έδινε μια ευρύτερη αύρα – αυτή της γεωπολιτικής. Από τις πρώτες κιόλας μέρες έκανε σαφή την θέση της ότι δεν θα υπακούει στην ευρωπαϊκή επιβαλλόμενη ομοφωνία για την Ουκρανία. Και ακολούθως, σε διάφορα ακραία σημεία των διαπραγματεύσεων ο Τσίπρας επισκεφτόταν την Ρωσία. Η Γερμανία δεν ήταν ευχαριστημένη, αλλά δεν μπορούσε να το πει. Οι ΗΠΑ ήταν επίσης ενοχλημένες αλλά ήδη επίσης πιστώνονται από την ελληνική δεξιά για την ανατροπή του Καραμανλή λόγω αγωγών. Άρα η νέα ελληνική ηγεμονία φάνηκε να κλίνει αποφασιστικά προς την ολοκλήρωση της αυτονόμησης της χώρας.

 Η αυτονόμηση της Ελλάδας ήταν μια μακριά πορεία, και αν το δει κάποιος από τον 19ο αιώνα, ουσιαστικά η χώρα ταλανιζόταν, και πολιτικά και πολιτιστικά, ανάμεσα σε δυτικούς και ανατολικούς [ή κεντρο-ευρωπαϊκούς] πόλους. Η μεγάλη αντιπαράθεση βενιζελικών και βασιλοφρόνων ίσως να ήταν και η τελευταία διαμάχη της εξάρτησης – αφού και οι δυο παρατάξεις πρόσβλεπαν σε μια εξάρτηση [βρετανική ή γερμανική]. Αντίθετα με τον εμφύλιο και μετά, παρά την φιλοσοβιετική στάση της αριστεράς, η έμφαση δόθηκε στην ανεξαρτησία. Και ίσως αυτό να ήταν και η υπόγεια ταύτιση που πρόσφερε ο Αντρέας Παπανδρέου στην αριστερά, και το όραμα με το οποίο συνεπήρε την πλειοψηφία της κοινωνίας. Η Ελλάδα εντάχθηκε μεν στην Ευρώπη, αλλά με αυτόνομο ύφος. Οι μετέπειτα φιλοδυτικοί απόγονοι του Παπανδρέου οδήγησαν το κόμμα στην διάλυση γιατί ακριβώς εγκατέλειψαν αυτήν την διάσταση – την αξιοπρέπεια, αλλά και το αίσθημα αυτονομίας που έκφρασε το ΠΑΣΟΚ του Αντρέα. Και αυτό ντε φάκτο επαναφέρει ο ΣΥΡΙΖΑ και η αριστερο-δεξιά κυβέρνηση και ηγεμονία. Δεν είναι τόσο η ταύτιση με την Ρωσία, όσο η ολοκλήρωση της ανεξαρτησίας – έστω και μέσα από την Ευρώπη. Η υπόθεση των αγωγών, η φιλική σχέση με την Τουρκία, η αυτονομία από το Βερολίνο σε σχέση με την Μόσχα, είναι δείγματα μιας πολιτικής που αναπόφευκτα θα έχει και οικονομικές διαστάσεις και σαφώς μελλοντικές προοπτικές.






[1] Θα μπορούσε να πει κάποιος ότι το έκαναν σκόπιμα από την αρχή – για να αδειάσουν τα ταμεία και να εκβιάσουν την κυβέρνηση με υποταγή στο τέλος.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου