28 Ιουν 2015

Ένα βήμα του Αναστασιάδη προς τη λύση και η, μέχρι τώρα, στέρεη βάση που οικοδόμησε/τσιμέντωσε ο Χριστόφιας με τη δημόσια ρήξη με το τείχος του ηγεμονικού διαχωρισμού: η αποκήρυξη των «μητέρων» και του «ομφάλιου λώρου», οι συγκυρίες και οι ελληνοκυπριακές παρατάξεις μπροστά στον ιστορικό χρόνο



Η δήλωση του Αναστασιάδη ότι «μητέρες πατρίδες» έχουν ευθύνες [«χείριστο ρόλο διαδραμάτισαν»] για ότι έγινε στην Κύπρο, προκάλεσε μια μικρή, συγκριτικά, συζήτηση, που μάλλον πέρασε σχεδόν απαρατήρητη. Η σύγκριση με την ανάλογη δήλωση Χριστόφια το 2010 ήταν εντυπωσιακή. Στην αρχή του φθινοπώρου του 2010, ο Δ. Χριστόφιας δέχθηκε μια πρωτοφανή επίθεση γιατί σε μια απάντηση σε ερώτηση είπε ότι και το πραξικόπημα ήταν ένα είδος εισβολής από τις «μητέρες πατρίδες». Η επίθεση, βέβαια, ήταν μέρος μιας προηγούμενης διαδικασίας επιθέσεων και αντιπαραθέσεων, καθώς ο τότε πρόεδρος διαπραγματευόταν μεν, αλλά ταυτόχρονα συζητούσε και στο εσωτερικό της ελληνοκυπριακής κοινότητας και άνοιγε θέματα ταμπού.  Αλλά εκείνη η επίθεση ήταν και ένα σημείο καμπής – κοιτάζοντας το ιστορικά, εκείνη η υστερία ήταν προοίμιο της ανάλογης του Μαρί, που θα ακολουθούσε 9 μήνες μετά. Τίθενται, λοιπόν, δυο βασικά ερωτήματα

  1. γιατί έκανε αυτήν την κίνηση ο Αναστασιάδης στη συγκεκριμένη συγκυρία
  2. γιατί η αντίδραση των απορριπτικών δεν φάνηκε να αποκτά δυναμική

Μια δήλωση που επανασυνδέει τη διαδικασία λύσης – και που υποδεικνύει ότι προχωρούν πια οι συνομιλίες/συγκλίσεις
Η δήλωση δεν φάνηκε να είναι τυχαία. Θα μπορούσε, μάλιστα, να την θεωρήσει κάποιος ως ένδειξη ότι προχωρούν ραγδαία οι συνομιλίες των εκπροσωπών των δυο κοινοτήτων στην καταγραφή των συγκλίσεων. Σε αυτό το πλαίσιο, ο Αναστασιάδης ή ο επικοινωνιολόγος του έκανε μια δόκιμη για να διερευνήσει τις αντιδράσεις – επανέφερε μια δήλωση του Χριστόφια που προκάλεσε έντονη συζήτηση. Το ότι οι συγκλίσεις και το ό,ποιο σενάριο λύσης θα βασίζεται στις συγκλίσεις Χριστόφια – Ταλάτ είναι δεδομένο. Άλλωστε η παρουσία του Ναμί, αλλά και η επιστροφή Ταλάτ στην ηγεσία του κυβερνητικού κόμματος των τουρκοκυπρίων είναι ενδεικτική. Και αυτό, γιατί έγιναν τότε οι συζητήσεις [και μέχρι το 2010 τις ήξερε και διαβουλουόταν με τον Χριστόφια ο Αναστασιάδης] αλλά και γιατί χρειάζεται η στήριξη της αριστεράς σε ό,ποια λύση. Οπότε ο Αναστασιάδης εμφανίστηκε ως Χριστόφιας και ο κυβερνητικός εκπρόσωπος επιβεβαίωσε ότι ήταν ανάλογη της τότε δήλωσης του τέως προέδρου. Οι απορριπτικοί προσπάθησαν να δημιουργήσουν κουρνιαχτό. Σε ένα αδιάφορο γήπεδο. Η αριστερά, το ΑΚΕΛ, αλλά και ευρύτερη αριστερά, στη δημόσια σφαίρα του ίντερνετ δεν φάνηκε να απολουθεί την προσπάθεια του απορριπτικού κέντρου να κατασκευάσει θέαμα. Άρα, η αριστερά δεν ακολούθησε τον ΔΗΣΥ που έβγαλε μια απαράδεκτη το 2010 [με βάση τις μέχρι τότε θέσεις του από το 2004] ανακοίνωση δαιμονοποίησης, ενώ και ο Πολίτης που εξέφραζε τότε τη φιλελεύθερη δεξιά, έδειξε τα πρώτα σημάδια αναδίπλωσης που θα μετατρέπονταν στην υστερία του καλοκαιριού το 2011 και την υιοθέτηση του ρόλου της εφημερίδας απολογητή της διαφθοράς και διαπλοκής του τραπεζιτικού κατεστημένου το 2012, και της τρόικα από τότε. Ο Δρουσιώτης, ο οποίος είχε γράψει ένα βιβλίο με τίτλο "Η εισβολή της χούντας στην Κύπρο", ξεκίνησε αρχικά με ένα σχόλιο που έδειχνε ότι θα έμπαινε στο χώρο της διεκδίκησης της ιστορικής του δικαίωσης [για τον όρο "εισβολή", αφού αυτή ήταν η επίμαχη λέξη στην οποία εστιάστηκε η επίθεση στον Χριστόφια], αλλά αμέσως μετά αποκαλύφθηκε η ρηχότητα του ατόμου και του λόγου. Προφανώς, του είπαν να αναδιπλωθεί και υπάκουσε αμέσως. Πειθήνιος, όπως αποδείχτηκε την άνοιξη του 2013 με την τρελή χαρά του διορισμού του στο προεδρικό και στο επιτελείο της επικοινωνιακής λάσπης, όπου τεκμηρίωσε ότι  ο ίδιος ήταν απλή φωτοτυπία όσων κατηγορούσε για "γιωρκατζισμό" κοκ.

Ο Αναστασιάδης, ωστόσο, είχε ένα ακόμα λόγο για αυτήν την κίνηση. Αν ένα από τα βασικά θέματα που είναι μπροστά στις συνομιλίες είναι οι εγγυήσεις, τότε εμφανώς θα πρέπει η ελληνοκυπριακή κοινότητα να αποστασιοοιηθεί από την Ελλάδα.

Το ρήγμα στο τοίχος του διαχωρισμού και του ηγεμονικού λόγου που κατάφερε ο Χριστόφιας ή πώς τσιμεντώθηκε όντως η λύση
Το πείραμα απέδειξε ότι η προεδρία Χριστόφια άνοιξε ένα δρόμο και οι υστερίες των απορριπτικών δεν έχουν πια τη δυναμική του τότε. Ο Χριστόφιας αποδεικνύεται, έτσι, ως ο πρόεδρος που άνοιξε τον διάλογο και αρνήθηκε να τα μασήσει – πλήρωσε κόστος, πολιτικό και προσωπικό, αλλά δικαιώνεται ιστορικά. Όταν επέστρεψε από τις ΗΠΑ, όπου είχε πει ότι θα μπορούσε να πει κάποιος ότι υπήρξαν δυο επεμβάσεις εισβολές το 1974, και κατασκευάστηκε το θέαμα της υστερίας [και αξίζει να σκεφτεί κανείς, αν ήταν τυχαία η ερώτηση, αλλά και η ταχύτητα μα την οποία κυκλοφόρησε μια σύντομη απάντηση] αρνήθηκε να υποχωρήσει. Επέμεινε στη δήλωση και ανάγκασε την κοινωνία να αντιμετωπίσει το θέμα που μέχρι τότε ήταν γνωστό [ποιός δεν ήξερε ότι η Ελλάδα είχε κάνει το πραξικόπημα;] αλλά κωδικοποιείτο με όρους αποφυγής της ουσίας. Όπως και σε μια ολόκληρη σειρά άλλων θεμάτων που έχουν να κάνουν με το κυπριακό, η προεδρία του τσιμέντωσε μια νέα πραγματικότητα που είναι πια ανοιχτή στη λύση.

Η σταδιακή αποστασιοποίηση της δεξιάς από την Ελλάδα: ο φόβος της πραγματικότητας που διαρρηγνύει την εύκολη επιφάνεια των γαλάζιων πλαστικών σημαιών
Για τον Αναστασιάδη υπήρχε ένας ακόμα λόγος να δοκιμάσει τα νερά στην συγκεκριμένη συγκυρία. Η στάση της ελληνικής κυβερνήσης απέναντι στην τρόικα την μετατρέπει σε ευρωπαϊκό και παγκόσμιο σύμβολο αντίστασης, αλλά διευρύνει το χάσμα της από-ιεροποίησης του "ελληνικου" στο χώρο της δεξιάς. Ο ελληνισμός για τη δεξιά ήταν για δεκαετίες ένα εργαλειακό σύνθημα για να νομιμοποιεί διεκδικήσεις εξουσίας και για να συντηρεί η ηγεσία της ένα είδος ηγεμονίας στις συντηρητικές μάζες που μετέφεραν το θεολογικό στο εθνικό πλαίσιο, αναμένοντας ταυτόχρονα κάποιο ρουσφέτι. Η κόκκινη ή έστω ροζ Ελλάδα δεν έχει χρησιμότητα σε αυτό το πλαίσιο. Ο πανικός ότι μπορεί η ελληνική αντίσταση να πειράξει τα συμφέροντα της τοπικής δεξιάς, την κάνει σαφώς ανθελληνική υπόγεια πια. Οπότε και η αναφορά Αναστασιάδη ότι η Κύπρος υπέφερε και οικονομικά από την Ελλάδα. Τώρα, μιλά και η δεξιά για ελληνικά ομόλογα – ανοίγει την πόρτα για τον τρόπο που πωλήθηκαν τα παραρτήματα των κυπριακών τραπεζών στην Ελλάδα. Αλλά, βέβαια, δεν μπορεί να πει πολλά, αφού η ίδια το έκανε.. Και ο Πολίτης που υμνούσε τον Βγενόπουλο τον Μάϊο του 2009, τώρα τον θεωρεί αιτία προβλημάτων – για να μην εστιαστεί, βέβαια, η ευθύνη στους τοπικούς τραπεζίτες.


Η αδυναμία του απορριπτικού εθνικιστικού λόγου

Γιατί απέτυχε ο κουρνιαχτός; Απέτυχε γιατί η αριστερά δεν κινήθηκε προς τους απορριπτικούς, αλλά και γιατί όντως έχει αλλάξει το τοπίο ριζικά. Οι πρόσφατες δημοσκοπήσεις δείχνουν μια σαφή πλειοψηφία και στις δυο κοινότητες να προσδιορίζεται πια ως κύπριοι. Αυτό δεν είναι απλά έκφραση μιας ντε φάκτο πραγματικότητας. Είναι και προϊόν μετατοπίσεων του δημόσιου λόγου. Όταν ξεσπά μια υστερία, μερικοί πιστεύουν λανθασμένα ότι αυτό που μένει είναι το κυρίαρχο μήνυμα της συγκυρίας. Αυτό είναι λάθος. Η υστερία καταφέρνει να κυριαρχήσει για λίγο ως ένα είδος σκόνης, αλλά αυτό που μένει μπορεί να είναι ακριβώς το αντίθετο – αν αυτοί που είναι στόχοι δεν υποχωρήσουν και επιμένουν ότι έχουν δίκαιο, τότε αυτό που μένει και γίνεται αντικείμενο διαπραγμάτευσης στην καθημερινότητα είναι ακριβώς ότι υπάρχει θέμα και δυο απόψεις. Η τόλμη του Χριστόφια ή ό,ποιου άλλου άνοιξε λογοκρινόμενες συζητήσεις στο παρελθόν, ήταν ακριβώς ότι χρησιμοποίησαν το δημόσιο λόγο και τη θέση που είχαν για να ανοίξουν συζητήσεις για απαγορευμένα θέματα. Και στο τέλος, μπορεί να δαιμονοποιήθηκε ο τότε πρόεδρος, αλλά το όλο σκηνικό άφησε στην αριστερά ένα αίσθημα άδικης επίθεσης, [αλλά και έντονης αντίδρασης στο εσωτερικό της][1] και στο κέντρο και στη δεξιά μια αμφιβολία. Στο μεν κέντρο γιατί οι πολίτες σε εκείνους τους χώρους ήξεραν πολύ καλά ότι το πραξικόπημα ήταν ελληνική εισβολή-επέμβαση [ο Μακάριος άλλωστε είναι ο πρώτος αποκάλεσε το πραξικόπημα εισβολή στην ιστορική ομιλία του στις 19 Ιουλίου στον ΟΗΕ]  για αυτό και μετά εγκαθίδρυσαν το καθεστώς "Η Κύπρος αποφασίζει και η Ελλάς συμπαρίσταται". Στο χώρο της δεξιάς υπήρχε άλλη αμφισημία που εξελισσόταν σε μια μεγάλη χαμένη ευκαιρία. Για την εθνικοφροσύνη, βέβαια, η επίθεση στο Χριστόφια ήταν καλοδεχούμενη – αλλά ακόμα και εδώ αντιφατική. Η προσπάθεια της ακροδεξιάς να αποποιηθεί ευθύνες για το 1974 σήμαινε τη μεταφορά τους στην Ελλάδα «που έκανε το πραξικόπημα». Αλλά η εθνικοφροσύνη δεν φημίζεται για την ικανότητα της να βλέπει τις διασυνδέσεις των επιχειρημάτων. Και έτσι απλώς φώναζε ενάντια στον ανθέλληνα κομμουνιστή. Η φιλελεύθερη δεξιά που εκείνη την περίοδο βίωνε ίσως την κορυφαία της στιγμή, έχοντας την ηγεσία της δεξιάς, αλλά και αποδοχή από την αριστερά, δείλιασε αρχικά και μετά χύθηκε στο φτηνό αντικομουνισμό το 2011 και μετά εξευτελίστηκε πλήρως ως νεοφιλελεύθερη χορωδία με στόχο ρουσφέτια και διορισμούς. Το χάσμα που τους χωρίζει τώρα από την αριστερά είναι ανάλογο αυτού που χωρίζει την αριστερά από το απορριπτικό κέντρο – έστω και για διαφορετικούς λόγους. Για ένα σύντομο διάστημα όμως, ο Πολίτης φάνηκε να μπορεί να παίξει τον ρόλο που είχε τη δεκαετία του 1960 ο Φιλελεύθερος σε σχέση με την αριστερά. Θα ήταν μια χωρίς προηγούμενο επιτυχία της δεξιάς, αν το πετύχαινε. Και χάθηκαν όλα σε λιγότερο από 2 χρόνια, καθώς ο Πολίτης έφτασε να μοιάζει με τη Σημερινή και ο Μ. Δρουσιώτης με τον Λ. Μαύρο. 

Όταν, λοιπόν, ξεκίνησε ο Ν. Παπαδόπουλος να κάνει επίθεση, κάτι δεν κολλούσε. Ο ίδιος μπορεί να θεωρεί ότι ο κόσμος ξεχνά, αλλά  ντυμένος την κληρονομιά ενός πατέρα του οποίου η πιο σημαντική πράξη ήταν ένα διάγγελμα αποκορύφωμα του κυπροκεντρισμού, με background το βομβαρδισμένο προεδρικό, πώς θα έπειθε; Ή πόσο θα έπειθε ο Λιλλήκας, τέως βουλευτής ταυ ΑΚΕΛ και υπουργός του Τάσσου; Ακόμα και οι απορριπτικοί στα ΜΜΕ, τί να πουν;

 Η αμηχανία ήταν έκδηλη την Τρίτη στον Α. Μιχαηλίδη του Φιλελεύθερου ο οποίος εκφράζει ένα είδος απορριπτικού λόγου [ η σκεπτικισμού για την λύση] αλλα με μια διάθεση ανοιγματος/εμπλοκης στην εξέλιξη της δημόσιας συζήτησης παρά περιχαράκωσης – μουρμουρούσε για δήθεν ασάφεια του Αναστασιάδη. Ξεκίνησε με ένα αίσθημα disbelief – αρχικά λέει «έβλεπα μεγάλη διαφορά από εκείνα που είπε ο Δημήτρης Χριστοφιας.» Αλλά μετά άκουσε τις απαντήσεις του αναπληρωτή κυβερνητικού εκπρόσωπου ότι «ότι η φιλοσοφία και το πνεύμα των δηλώσεων δεν διέφεραν». Και πώς να διαφέρουν; Για το ίδιο πράγμα μιλούσαν – και μάλιστα το ίδιο πλαίσιο: αρχικά για την σχέση των δυο κοινοτήτων, και μετά για τις σχέσεις τους με τις υποτιθέμενες «μητέρες πατρίδες». Ένα πραξικόπημα και μια εισβολή έγιναν και είναι σαφές και ποιοί τα έκαναν και με ποιές δικαιολογίες. Η αμηχανία ακόμα και στο τέλος του σχολίου ήταν αποκαλυπτική: «Αν ήθελε ο πρόεδρος να μιλήσει για την ελληνική χούντα που διέπραξε το πραξικόπημα» και για την εισβολή της Τουρκίας, ας μιλούσε καθαρά..». Η έκδηλη αμηχανία - τί άλλο όμως θα μπορούσε να εννοεί; Και συνέχισε: «Τί σημαίνει αποκοπή του ομφάλιου λώρου με την όποια άλλη πατρίδα;» Τί άλλο θα μπορούσε να εννοεί παρά το ότι οι κύπριοι θα πρέπει να εστιάσουν στην Κύπρο σαν «πατρίδα» αντί στην Ελλάδα και την Τουρκία – δεν υπάρχουν άλλοι υποψήφιοι που να διεκδικούσαν στο παρελθόν να είναι οι «όποιες άλλες πατρίδες». Ο Πιν συνέχισε να προσπαθεί επίσης αμήχανα. Να πει κανείς τί – το ρήγμα είχε γίνει το 2010. Τώρα πια τα μόνο που αναζητείτο ήταν μια κάποια ελπίδα να μην ειπωθούν ξεκάθαρα τα δεδομένα. Την Παρασκευή, ο Α. Μιχαηλίδης επανήλθε προς το τέλος της εβδομάδας με ένα ίσως πιο έμμεσο, αλλά τουλάχιστον πιο σχετικό με το παρόν, σχόλιο που ξέφευγε πια από την χαμένη υπόθεση των "μητέρων πατρίδων" – ρωτούσε για την υποκρισία των εθνικοφρόνων/ελληνοφρόνων που δεν συμπαραστέκονταν στον Τσίπρα. Η Ελλάδα έχασε, πια, την αίγλη του εργαλείου για εσωτερική διεκδίκηση εξουσίας – και όσοι θέλουν να την στηρίξουν, θα στηρίξουν μια αντίσταση.

Ο «ελληνισμός» στην Κύπρο ήταν από τις αρχές του 20ου αιώνα εργαλειακή ιδεολογία για εσωτερική χρήση: ο ελληνοκεντρισμός της δεξιάς στο ρυθμό του «την Ελλάδα θέλωμεν φτάνει να έχει καρέκλες για εμάς»
Η ιδέα ότι η δεξιά ήταν πάντα ελληνοκεντρική είναι όχι απλώς λανθασμένη – αλλά αγνοεί την ιστορία, αλλά και την υπόγεια πραγματικότητα της ίδιας της ελληνοκυπριακής δεξιάς. Η πρώτη διατύπωση διαφοροποίησης από την γραμμή της ένωσης, πριν καν εμφανιστεί η θέση του Κομμουνιστικού Κόμματος Κύπρου στα μέσα της δεκαετίας του 1920, έγινε ουσιαστικά από ένα βασιλόφρονα που λίγο πολύ υποστήριζε "παρά με τον Βενιζέλο... καλύτερα με τους άγγλους.» Ανάλογη θέση υπήρξε και στην πιο σύγχρονη δεξιά το 1944. Στις μαζικές διαδηλώσεις της αριστεράς το Αύγουστο το 1944, που απαιτούσαν ένωση ως αντί-αποικιακό στόχο με φόντο την επικράτηση του ΕΑΜ στην Ελλάδα, η δεξιά απείχε. Προτιμούσε να περιμένει να δει. Και φυσικά, μόλις οι άγγλοι επέβαλαν δικό τους καθεστώς στα δεκεμβριανά, η δεξιά έγινε και πάλι ενωτική – αλλά όπως χαρακτηριστικά το έθεσε ο Αδάμαντος, με θεατρινισμούς εξ αποστάσεως. Ήθελε ένωση, αλλά μετά από τον αντικομουνιστικό αγώνα. Ένωση που θα γινόταν στα πλαίσια της ελληνοβρετανικής φιλίας. Ο ηγέτης της ακροδεξιάς, από την μητρόπολη Κερύνειας, ο Π. Ιωαννίδης έγραφε το 1948 ενάντια στην αυτοκυβέρνηση ότι ήταν χίλιες φορές προτιμότερη η αγγλική διακυβέρνηση
«..να κυβερνά η Αγγλία μόνη και υπευθύνως. Έστω και με κυβερνητας τους Στορς και Πάλμερ. Ουδέποτε, όμως, «εξουσία στα χέρια του λαού», όπως ζητούν οι σ. Φιφής και Κληρίδης. Το διακηρύττομεν απροκάλυπτα και χωρίς δισταγμόν.»[2]

Όπως παρατήρησε και ο P. Loizos και η απότομη στροφή της εκκλησίας στο έντονο αντί-αποικιακό αγώνα, τότε, είχε να κάνει και με την κρίση της ηγεμονίας της, όσο και με τον ανταγωνισμό με την αριστερά. Η δεξιά και η εθναρχία το 1950 απαιτούσε να μην υπάρχουν στα σχολεία βιβλία γραμμένα από κύπριους, γιατί οτιδήποτε γραφόταν στη Ελλάδα ήταν εξ’ ορισμού ανώτερο - γιατί, πρακτικά, την βόλευε το κλίμα του εμφυλίου που μεταφερόταν με εκείνα τα βιβλία, αλλά το 1964 όταν ανέλαβε την τοπική εξουσία άρχισε να διεκδικεί αυτονομία από το ελληνικό υπουργείο παιδείας.

Ο Γ. Κληρίδης το 1975 παράχθηκε ότι η ΕΟΚΑ ήταν λάθος κίνηση το 1955, αλλά επειδή βόλευε συνέχιζε να πηγαίνει στους συλλόγους με τη φωτογραφία του Γρίβα, έστω και αν ο ίδιος είχε πει ότι θα ζητούσε από τη βουλή να τον κηρύξει κοινό δολοφόνο ΤΟ 1974 λίγο πριν πεθάνει. Η δεξιά μέχρι πρόσφατα απόφευγε την ιστορία για να μην αναγκαστεί να δει τις αντιφάσεις των διαφόρων μερίδων που την συνθέτουν – και ιεραρχικά [ποιοί αναδεικνύονται στην ελίτ της παράταξης] και όσο αφορά στην ετερόκλητη σύνθεση των μερών [το οποίο εξηγεί και την αδυναμία να υπάρξει μια εσωτερικά συνεκτική ιδεολογία, αφού μεγάλο μέρος της παράταξης στοχεύει στην εξυπηρέτηση από την εξουσία, αλλά από διαφορετικές αφετηρίες και συμφέροντα.]

Ο μύθος της  ανάγκης για μια μητέρα, πέρα από τις ψυχαναλυτικές της διαστάσεις, κατά τη διάρκεια του εκμοντερνισμού εξέφρασε και εκφράζει την ανάγκη μορφών τοπικής εξουσίας να υπάρχει μια εξωτερική δύναμη απ’ όπου να νομιμοποιείται η δική τους τοπική καρέκλα. Η μετατόπιση του Χ. Γεωργιάδη από την Ελλάδα στην τρόικα ήταν εκφραστική. Και σε αυτό το σημείο οι νεοφιλελεύθεροι και οι ακροδεξιοί δεν πολυδιαφέρουν – και οι δυο ξέρουν ότι δεν μπορούν να κυβερνήσουν με την πειθώ, οπότε προωθούν εκβιασμούς και υστερίες, με την ελπίδα ότι μια εξωτερική δύναμη να τους δώσει εξουσία και γόητρο. Ποιός θα ασχολείτο με τον Χ. Γεωργιάδη χωρίς την τρόικα, πώς θα μπορούσε μια μετριότητα, όπως ο Σαμψών να φανταστεί τον εαυτό του πρόεδρο;

Ποιά θα είναι η ιδεολογία της δεξιάς στο μέλλον είναι μια ενδιαφέρουσα ερώτηση σε αυτά τα πλαίσια. Τα αποσπάσματα που τη συνθέτουν [θρησκεία, έθνος υπό κρίση, Ευρώπη υπό αμφισβήτηση κοκ] είναι σε μια ρευστή κατάσταση free floating signifiers. Ίσως το ελληνικό πρότυπο της πολυδιάσπασης να μην είναι εκτός θέματος, κοιτάζοντας και τις βαθιές τομές του παρελθόντος. Το θέμα είναι πόσο ποσοστό από το χώρο της δεξιάς θα συσπειρώσει η νυν κυβέρνηση [διότι το ερώτημα είναι τί της έχει απομείνει ως συνεκτική ουσία] σε ένα ενδεχόμενο δημοψήφισμα.

Ο αντίπαλος πόλος της αριστεράς και ο κυπροκεντρισμός
Ο Ελληνισμός ήταν εργαλειακός και για την αριστερά, αλλά εδώ ήταν πιο εμφανής η κυπροκεντρική δομική θέση από όπου αναδύθηκε αυτή η παράταξη – η αριστερά έκφρασε τα λαϊκά και μερίδα των μεσαίων στρωμάτων και η διεύρυνση των δικαιωμάτων αυτών των στρωμάτων συνεπαγόταν την ενίσχυση της τοπικής αυτοκυβέρνησης, ανεξάρτητα από τα επιφανειακά συνθήματα συγκυρίας [αυτοδιάθεση ένωση το 1941-46 και ένωση και μόνο ένωση το 1949-58], η αριστερά ήταν και ρητορικά και ντε φάκτο ανεξαρτησιακή. Η καταγωγή της από τους κοινούς αγώνες των δυο κοινοτήτων, αλλά και από την γεωπολιτική αντίληψη που έφερε η αριστερή ανάλυση στην Κύπρο, όπως το κατέγραψε ο Βατης από το 1930, την οδηγούσε αναπόφευκτα και πάλι σε θέσεις –που αναγνώριζαν τον εσωτερικό πλουραλισμό.

Η ιστορική αναγνώριση της κυπριακής αυτονομίας πάει πίσω στη δεκαετία του 1970 – απλώς η δεξιά τώρα κάνει catching up  για τις εγκλωβισμένες στο παρελθόν πτέρυγες της..
Μετά το 1960, η πλειοψηφία της κυπριακής κοινωνίας όπως το κατέγραψε και ο Ατταλιδης στην ανάλυση της ανάδυσης της κυπριακής συνείδησης[3] είχε και συμφέροντα και θέσεις που ήταν υπέρ της ανεξαρτησίας.[4] Αυτές, βέβαια, οι θέσεις δεν μπορούσαν να προβάλλονται δημόσια λόγω του άτυπου καθεστώτος λογοκρισίας που είχε επιβληθεί από το καθεστώς της μετά-ΕΟΚΑ. Ακόμα και η αντίθεση στο σχέδιο για διπλή ένωση το 1964 και η αντίθεση στη χούντα το 1967, στα αντίστοιχα ψηφίσματα της βουλής, κωδικοποιήθηκαν σε μια γλώσσα μαξιμαλιστικού ενωτισμού που ήταν ανέφικτος και έτσι νομιμοποιείτο το εφικτό της ανεξαρτησίας.

Όσο για το ότι η αντιπαράθεση πριν το 1974 είδε τα στοιχεία μιας απειλής εισβολής από την χούντα και μια ανάλογης προβολής της πιθανότητας ένοπλης αντίστασης από τον Μακάριο, τα τεκμήρια είναι σαφή.

Το 1972 η Χούντα απειλούσε με επέμβαση αν ο Μακάριος δεν υπάκουε στις οδηγίες της ως "εθνικό κέντρο": ιδού η φρασεολογία που είναι πανομοιότυπη με ότι επικαλέστηκε το τουρκικό κράτος 2 χρόνια μετά.
"Εις την περίπτωσιν αυτήν, πέραν της ιστορικής ευθύνης έναντι του ελληνισμού, διά την Ελλάδα παραμένουν αι υφιστάμεναι σχετικαί διεθνείς συμβατικαί δεσμεύσεις και η αντιμετώπισις των εξ αυτών διεθνών υποχρεώσεων"

Και η απάντηση του Μακαρίου ήταν εξίσου σαφής – το σημείο αποκοπής του ομφάλιου λώρου ακόμα και για το Κέντρο του πολιτικού φάσματος της ελληνοκυπριακής κοινότητας.

"Οι ελληνοκύπριοι και οι ηγέται των έχουν το δικαίωμα της αντιστάσεως εις περίπτωσιν κατά την οποίαν αι αθήναι ήθελον προβή εις απαράδεκτον ανάμιξιν εις τα εσωτερικά της Κύπρου."

Και αξίζει να κλείσει κάποιος με την ιστορικά ορθή καταγραφή από τον κ. Αναστασιαδη του τι ακολούθησε το 1974 ως πρότυπο για το μέλλον – τουλάχιστον για όσους ένοιωθαν ταυτισμένοι με μια φαντασιακή μητέρα:
«..κάποια στιγμή, όπως μετά την καταστροφή του 1974, έχουμε αποεξαρτοποιηθει και ανεξαρτοποιηθει και λειτουργούμε, επιτέλους, ως κράτος. Κατά τον ίδιο τρόπο να επιτευχθεί και η αποκοπή του ομφάλιου λώρου με την όποια άλλη πατρίδα.»



[1] Καψιμο σημαιας..
[2] Απηλαύσαμεν την παλμεροκρατίαν κα φωνάζωμεν «ενσιν , όχι αυτόνομαν – στορς και πάλμερ παρά κληρίδης και φίφην. 10 Απριλίου. Εφημερίδες 1948
[3] Η οποία για να είμαστε δίκαιοι είναι επέκταση της καινοτόμας ανάλυσης του Θ. Παπαδόπουλου «η κρίσις της κυπριακής συνειδήσεως».
[4] Η οργή του Γαρουφαλιά, αλλά και του Σ. Παπαγεωργίου ως του ιστορικού της άκρας δεξιάς στο «Από την Ζυρίχη στον Αττίλα» είναι εκφραστική – μιλά για την εκστρατεία ψιθύρων ενάντια στην ένωση, και την σαφή μεταστροφή του πληθυσμού.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου