28 Ιουν 2015

Για μια ακόμα φορά οι μαθητές/τριες έστειλαν ένα μήνυμα που το σύστημα δεν μπορεί να κατανοήσει: οι μαθητές/τριες τεκμηρίωσαν το προφανές – δεν μπορείς να περιμένεις από ένα σύστημα που λογοκρίνει την δική τους φωνή, να παράγει ταυτόχρονα «κριτική σκέψη» και άλλες ανάλογες ψευδαισθήσεις.



« ..ήταν τραγελαφικό και πέραν κάθε δεοντολογικής διαδικασίας, το γεγονός ότι καθορίστηκε η ορθή απάντηση, σε κάποια από τις ερωτήσεις, μέσα από την διαδικασία της ψηφοφορίας της ομάδας των διορθωτών». Δ. Ταλιαδώρος πρόεδρος της ΟΕΛΜΕΚ και του Συνδέσμου Φιλολόγων

 «
Ο Ταλιαδώρος αποφάνθηκε ότι δεν χειριζόμαστε σωστά τη γλώσσα, ώρα να βγουν πάλι οι παπάδες να μας πουν διεστραμμένους.» [Μαρίνος Νομικός]

Η συνέχεια της συζήτησης για το θέμα των παγκυπρίων εξετάσεων για τις ψευδαισθήσεις ήταν η αναμενόμενη – η πλειοψηφία των μαθητών/τριων δεν έγραψε καλά, άρχισε πάλι από την μια η ψαλμωδία με συμβολικό εκφραστή τον Ταλιαδώρο ότι οι νέοι δεν μιλούν καλά, δεν ξέρουν τη γλώσσα τους [άρα να δώσουμε έξτρα ώρες στο παραμάγαζο που έφτιαξε για τον κλάδο του, τους φιλόλογους], ενώ τα ΜΜΕ έκαναν ότι μπορούσαν για να διογκώσουν το θέμα, οι γονείς θα πάνε δικαστήρια κοκ. Μια ακόμα φαιδρή παράσταση που επιμένει να αγνοεί την πραγματικότητα. Κατ’ αρχήν οι μαθητές/τριες μάλλον δεν θα αδικηθούν γιατί θα γίνει αναπροσαρμογή των βαθμών, όπως γίνεται κάθε χρόνο και όλοι το ξέρουν. Δεύτερο, όλοι θα θυμούνται ότι αυτή η ιστορία με το μάθημα των ελληνικών δεν είναι πρόσφατη – όσοι θυμούνται τη δική τους εποχή, θα θυμούνται ότι και τότε οι πιο ηλικιωμένοι και οι εφημερίδες ανάλογα έλεγαν. Φαίνεται ότι με τα χρόνια μαθαίνει ο κόσμος τί είναι αυτό που λέγεται ελληνικά ή απλώς ξεχνά τί λεγόταν και το επαναλαμβάνει με ύφος περισπούδαστο. Οι δημοσιογράφοι δικαιολογούνται γιατί αναζητούν θέμα για να πουλήσουν.

Θα μπορούσε επίσης να τεθεί και η εύλογη υποψία ότι με δεδομένη την προσπάθεια να γίνουν κάποιες αλλαγές, ίσως ένα κακό [έστω και επαναλαμβανόμενο] αποτέλεσμα, θα καλλιεργούσε ένα κλίμα για να περάσουν από τη βουλή κάποια νομοσχέδια.

Αυτά, όμως, είναι συγκυριακά, θα μπορούσε να πει κάποιος. Το βαθύτερο πρόβλημα είναι δομικό και έχει να κάνει με τον τρόπο που αντιμετωπίζεται το  συγκεκριμένο μάθημα, αλλά και με τη θεσμική οργάνωση για αναπαραγωγή του εκπαιδευτικού προσωπικού.

Το «πρόβλημα» του κειμένου ήταν ότι δεν είχε καμία σαφή κατεύθυνση και έτσι όλη η προετοιμασία των μαθητών/τριων να ανιχνεύουν ένα κείμενο για να μπορούν να αναγνωρίζουν τις κατευθύνσεις που θα ήθελαν οι εξεταστές να πάει το δικό τους κείμενο, ήταν άχρηστη.

Οι ψευδαισθήσεις ως ο αναστεναγμός της ρομαντικής ύπαρξης
Βέβαια, φέτος, όντως υπήρξε και ένα παράδοξο θέμα που προκάλεσε αίσθηση από την αρχή. Οι μαθητές/τριες βγήκαν από τις εξετάσεις με ένα αίσθημα ότι δεν ήταν προετοιμασμένοι για το θέμα – και άρα δεν ήξεραν αν έγραψαν καλά κλπ. Λίγοι εστίασαν σε αυτήν την αίσθηση των μαθητών/τριων. Τί έλεγε ουσιαστικά; Ότι τα ελληνικά είναι ένα μάθημα το οποίο μαθαίνεται, όπως και άλλα [ιστορία ή φυσική, ας πούμε] και οι μαθητές/τριες αναμένεται να αποδώσουν σε συγκεκριμένα θέματα, τομείς κλπ. Η ιδέα ότι θα έγραφαν απλώς τη γνώμη τους ήταν κωμική. Οι μαθητές/τριες μαθαίνουν μερικά θέματα, πώς να τα αναπτύξουν, συνήθως με κοινοτυπίες, και οι καθηγητές/τριες τα βαθμολογούν με βάση κάποια κριτήρια που περιλαμβάνουν και ποιές ιδέες είναι καλά να ειπωθούν.
Το συγκεκριμένο γραπτό με τις ψευδαισθήσεις είχε ένα μειονέκτημα σε σχέση με το πιο πάνω σύστημα – ήταν μεν γεμάτο κοινοτυπίες, αλλά δεν ήταν ξεκάθαρο που έπρεπε να εστιάσουν οι διαγωνιζόμενοι ή και πώς θα βαθμολογηθούν. Το κείμενο το ίδιο κατηγορήθηκε ότι ήταν ασαφές, αλλά και ότι ενδεχομένως προέτρεπε τους μαθητές/τριες να υιοθετήσουν ένα είδος αυτομαστιγώματος, το οποίο σε συνάρτηση με τον συγκυριακά ηγεμονικό λόγο, έμοιαζε και με κυβερνητική προπαγάνδα. Στην ουσία, όμως, δεν ήταν. Ήταν μια γενικόλογη αναφορά, με λίγο από όλα, που ξεκινούσε από την οικολογία [«ο πλανήτης μας κινδυνεύει»], έριχνε έμμεσα και λίγο κακό καταναλωτισμό [η ανθρώπινη «αφροσύνη», «απαιτείται μια ριζική αλλαγή στις προτεραιότητες, αλλά και στις αξίες..»] κακό χαρακτήρα και έπαρση που θύμιζε χριστιανική κατήχηση [κακή «ανθρώπινη φύση» που μένει «αμετάβλητη» - με ολίγον  Θουκυδίδη], άντε και λίγη κριτική για τους χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς [«αγορές», «χρηματιστήρια»] και την οικονομία «που κανείς δεν καταλαβαίνει» [κούφο, αλλά στο γενικό ποτ μπουρί, ας πάει και αυτό] και τις ανάλογες κοινοτυπίες για τα καλά και τα κακά της τεχνολογίας, του ίντερνετ κλπ. Αν ήταν να παραφράσει κανείς τον Μαρξ, θα το ονόμαζε τον αναστεναγμό της ρομαντικής ύπαρξης.

Το «πρόβλημα» του κειμένου ήταν ότι δεν είχε καμία σαφή κατεύθυνση και έτσι όλη η προετοιμασία των μαθητών/τριων να ανιχνεύουν ενα κείμενο για να μπορούν να αναγνωρίζουν τις κατευθύνσεις που θα ήθελαν οι εξεταστές να πάει το δικό τους κείμενο, ήταν άχρηστη.

Η κριτική σκέψη προϋποθέτει την ύπαρξη εναλλακτικών πιθανοτήτων και το άνοιγμα της σκέψης στο μη-ηγεμονικό – αν ο επικεφαλής των διδασκόντων επιμένει δημόσια ότι το πρόβλημα είναι ότι δεν υπήρχε μια «ορθή» απάντηση, τότε η κριτική σκεψη τί χρειάζεται;
Η ευφυολογία ότι απαιτείτο κριτική σκέψη ήταν το αποκορύφωμα της κωμωδίας -  ποιός θα δίδασκε την κριτική σκέψη, αφού ο ίδιος ο επικεφαλής του Συνδέσμου Φιλολόγων διαμαρτύρεται γιατί δεν υπήρχε μια και μόνο «ορθή απάντηση» και η απόφαση λήφθηκε με «ψηφοφορία»; Και ποιά κριτική σκέψη, αφού είναι σαφές ότι ό,ποια ανοίγματα είχαν γίνει προηγουμένως, έκλεισαν με την επιστροφή σε μια συντηρητική κατεύθυνση; Ο ίδιος ο κ. Ταλιαδώρος επέμενε και στο παρελθόν ότι οι μαθητές/τριες δεν ξέρουν να μιλούν. Και η συντηρητική στροφή δεν είναι ευθύνη του νυν υπουργού, που αν όχι τίποτε άλλο φαίνεται να προσπαθεί, τουλάχιστον, να προωθήσει μερικές οργανωτικές αλλαγές σε ένα τομέα ο οποίος ανατέθηκε αρχικά σε κάποιον κ. Κενεβέζο, ως έκφραση ευγνωμοσύνης για την προσφορά του στις προεδρικές εκλογές, χωρίς ίχνος ενδιαφέροντος για το αν το άτομο είχε έστω και υποτυπώδη γνώση για το τί χρειάζεται το συγκεκριμένο υπουργείο. Και από εκεί και πέρα, ανέλαβε ο κομματικός μηχανισμός του ΔΗΣΥ, όπως φαίνεται και από τις διαμάχες στην ΟΕΛΜΕΚ. Και με την στήριξη της οργάνωσης της ΕΔΕΚ, που από ότι φαίνεται ενδιαφέρεται επίσης για συγκεκριμένες καρέκλες.

Η ευφυολογία ότι απαιτείτο κριτική σκέψη ήταν το αποκορύφωμα της κωμωδίας -  ποιός θα δίδασκε την κριτική σκέψη, αφού ο ίδιος ο επικεφαλής του Συνδέσμου Φιλολόγων διαμαρτύρεται γιατί δεν υπήρχε μια και μόνο «ορθή απάντηση» και η απόφαση λήφθηκε με «ψηφοφορία»;

Το γλωσσικό πρόβλημα – όταν ένα μάθημα στην υποτιθέμενη γλώσσα των μαθητών/τριων τους αντιμετωπίζει ως υποανάπτυκτους βαρβάρους, ευνοώντας τους λίγους που απλώς αναπαράγουν και που αγνοεί την εκρηξη της επικοινωνίας των «ομοίων» της γενιάς τους.
Μετά την τελευταία μεγάλη αντιπαράθεση για το γλωσσικό ζήτημα στην Κύπρο, στις αρχές της δεκαετίας του 1990 [με συμβολικό σημείο αναφοράς την προσπάθεια αλλαγής των τοπωνυμιών των Λατσιών τζαι της Αγλαντζιάς] το κυπριακό γλωσσικό καθεστώς έγινε αντικείμενο πιο σοβαρών αναλύσεων – ακριβώς και γιατί ήταν πλέον φανερό ότι  υπήρχε μια ντε φάκτο πραγματικότητα την οποία  ο λόγος της εξουσίας [όχι απλώς της κυβερνητικής, αλλά των μεσαζόντων –ανάμεσα σε Ελλάδα και Κύπρο – της εκπαίδευσης] προσπαθούσε να λογοκρίνει. Μέχρι και ο βασικός ιδεολόγος της προσπάθειας επιβολής του εξελληνισμού, ο Μ. Χριστοδούλου είχε παραδεχθεί ότι η κυπριακή θα μπορουσε να θεωρηθεί ως γλώσσα και άρα έπρεπε να λογοκριθεί.[1] Σε αυτό το πλαίσιο, το κείμενο του κ. Μοσχονά «Κοινή γλώσσα και διάλεκτος, Τα ζήτημα της «γλωσσικής διμορφίας» στην Κύπρο» μπορεί να θεωρηθεί εκφραστικό μιας μετατόπισης ηγεμονικού «παραδείγματος». Της αναγνώρισης, δηλαδή, ότι στην Κύπρο υπάρχει διγλωσσία, ότι οι κάτοικοι της Κύπρου χρησιμοποιούν διαφορετικούς γλωσσικούς κώδικες, οι οποίοι δεν μπορούν να θεωρηθούν «ίδια γλώσσα», όπως απλουστευτικά έκανε ο κυρίαρχος λόγος, για να αφαιρέσει την ντε φάκτο ύπαρξης  της κυπριακής και μετά να την μειώσει ως διάλεκτο, ημιβάρβαρη εκδοχή [και να δαιμονοποιεί την εξέλιξή της σαν "μπάσταρδο είδος"/υβρίδιο], χωρκάτικη κλπ, που έπρεπε να εξαλειφθεί. Αυτή η μετατόπιση, και η αναγνώριση της ύπαρξης της κυπριακής ως πραγματικότητας που δεν μπορεί να εξαφανιστεί, φαίνεται να έχει γίνει κάπως αποδεκτή ιδιαιτερα στα δημοτικά.

Μέχρι και ο βασικός ιδεολόγος της προσπάθειας επιβολής του εξελληνισμού, ο Μ. Χριστοδούλου είχε παραδεχθεί ότι η κυπριακή θα μπορουσε να θεωρηθεί ως γλώσσα και άρα έπρεπε να λογοκριθεί.[2] Σε αυτό το πλαίσιο, το κείμενο του κ. Μοσχονά «Κοινή γλώσσα και διάλεκτος, Τα ζήτημα της «γλωσσικής διμορφίας» στην Κύπρο» μπορεί να θεωρηθεί εκφραστικό μιας μετατόπισης ηγεμονικού «παραδείγματος». Της αναγνώρισης, δηλαδή, ότι στην Κύπρο υπάρχει διγλωσσία, ότι οι κάτοικοι της Κύπρου χρησιμοποιούν διαφορετικούς γλωσσικούς κώδικες..

Όμως, αυτή η έστω και διστακτική  αναγνώριση της ντε φάκτο διγλωσσίας φάνηκε να προσπερνιέται από την εξέλιξη της ίδιας της πραγματικότητας. Η αυξανόμενη αυτοπεποίθηση των κυπρίων τους έχει κάνει να μιλούν όλο και περισσότερο την κυπριακή δημόσια, χωρίς το κόμπλεξ του παρελθόντος και το φόβο της λογοκρισίας του εσωτερικευμένου φιλολόγου [όπως θα μπορούσε να ονομάσει κάποιος την ψυχαναλυτική[3] λειτουργία του σχολείου του παρελθόντος] αλλά ακόμα και αυτή η κοινωνική μετατόπιση, προσπεράστηκε από την έκρηξη των ηλεκτρονικών μέσων επικοινωνίας και των κοινωνικών δικτύων που ουσιαστικά έβαλαν στο τραπέζι άμεσες μορφές επικοινωνίας, νέους τρόπους γραφής [greeklish], νέους συνδυασμούς λέξεων και εκφράσεων κοκ. Αυτό που συνέβαινε στο παρελθόν στο σχολείο ήταν η συνύπαρξη της ελληνικής-αθηναϊκής γλώσσας με την κυπριακή σε διαφορετικούς χώρους – η ελληνική βρισκόταν στην τάξη, στο χώρο της επιβολής της εξουσίας, και η κυπριακή στην αυλή - στον ανεξέλεγκτο χώρο της "ελευθερίας". Στην κοινωνία ευρύτερα, η ελληνική ήταν ο επίσημος κώδικας και η κυπριακή, η γλώσσα της καθημερινότητας.  Με την έκρηξη της οριζόντιας επικοινωνίας μεταξύ των νέων, ωστόσο, η καθημερινή γλώσσα της αυλής έχει ξεπεράσει προ πολλού και το διαχωρισμό και την ιεραρχική σχέση – η κυπριακή δεν έχει μπει μόνο από το παράθυρο, πια, στη σχολική αίθουσα, αλλά διεκδικεί ένα καθεστώς ντε φάκτο συνύπαρξης, η οποία είναι και απόλυτα νομιμοποιημένη από την διεθνή βιβλιογραφία τόσο της γλωσσοκοινωνιολογίας, όσο και της κοινωνιολογίας της εκπαίδευσης.[4] Η κυπριακή εξελίσσεται με πρωταγωνιστές τους νέους, και τα τεχνολογικά gadgets που τους επιτρέπουν να επικοινωνούν μεταξύ τους, αλλά και να πληροφορούνται αυτόνομα. Η κυπριακή σε αυτό το πλαίσιο της άμεσης τεχνολογικής επικοινωνίας είναι είναι πια ο χώρος, όπου διαμορφώνεται ο νέος τρόπος έκφρασης και πληροφόρησης.

Το σχολείο έκανε μια διστακτική, αλλά σημαντική κίνηση με την εκπαιδευτική μεταρρύθμιση [από την οποία ο κ. Ταλιαδώρος κατάλαβε ότι την προωθούσε το αντίπαλο κόμμα άρα, είναι εναντίον λόγω κόμματος][5] αλλά μπλόκαρε και πάλι με τη συντηρητική στροφή που εκπροσωπεί σήμερα ο Ταλιαδώρος, που για όλα αυτές τις εξελίξεις έχει μια και μόνο συνταγή – δώστε και άλλο χρόνο στους φιλόλογους, επιμένοντας ότι οι μαθητές/τριες δεν καταλαβαίνουν, άρα θέλουν και άλλη "κατήχηση".

Σε αντίθεση με τον κ. Χριστοδούλου που αναγνώριζε, έντιμα, τουλάχιστον το πρόβλημα της συνύπαρξης δυο γλωσσικών εκδοχών, ο κ. Ταλιαδώρος δεν φαίνεται καν να κατανοεί. Η ρητορική του μοιάζει με εκείνη της ρητορική της ακροδεξιάς πριν το 1974, την οποία περίγραψε με σαφήνεια ο P. Loizos, όταν περιέγραφε τις επιθέσεις του Ν. Σαμψών εναντίον του Γ. Κληρίδη στις εκλογές του 1970 – ότι όσοι είχαν σπουδάσει στην Αγγλία ή χρησιμοποιούσαν άλλους γλωσσικούς κώδικες, δεν ήταν αρκετά έλληνες. Αυτό που διεκδικούσε τότε η ακροδεξιά, και όσοι το έπαιζαν "ελληνικότεροι" των άλλων [έστω και αν μιλούσαν άπταιστα μόνο την κυπριακή] ήταν το πολιτιστικό κεφάλαιο του ελληνισμού [ως ένα είδος επιβολής στους ιθαγενείς] για να διεκδικούν εξουσία – πραγματική ή συμβολική. Αυτό που διεκδικούν σήμερα όσοι βρίζουν την νεολαία γιατί δεν "μιλά καλά", είναι εξουσία πάνω τους, και μάλιστα με τρόμο, καθώς διαπιστώνουν πόσο δραματικά μετακινείται η πραγματικότητα.

Όμως, αυτή η έστω και διστακτική  αναγνώριση της ντε φάκτο διγλωσσίας φάνηκε να προσπερνιέται από την εξέλιξη της ίδιας της πραγματικότητας. Η αυξανόμενη αυτοπεποίθηση των κυπρίων τους έχει κάνει να μιλούν όλο και περισσότερο την κυπριακή δημόσια, χωρίς το κόμπλεξ του παρελθόντος και το φόβο της λογοκρισίας ….αλλά ακόμα και αυτή η κοινωνική μετατόπιση, προσπεράστηκε από την έκρηξη των ηλεκτρονικών μέσων επικοινωνίας και των κοινωνικών δικτύων που ουσιαστικά έβαλαν στο τραπέζι άμεσες μορφές επικοινωνίας, νέους τρόπους γραφής… νέους συνδυασμούς λέξεων και εκφράσεων κοκ.

Το ζήτημα των διαφορετικών γλωσσικών κωδικών δεν είναι βέβαια μόνο κυπριακό. Αντίθετα, είναι ένα ευρύτερο ζήτημα που προέκυψε και στην κοινωνιολογία της εκπαίδευσης – μπορεί να κωδικοποιηθεί με την έννοια του μορφωτικού κεφαλαίου την οποία εισήγαγε ο Μπουρντιέ. Η αναπαραγωγή της ταξικής ανισότητας μέσω του σχολείου επιτυγχάνεται και συγκαλύπτεται ταυτόχρονα μέσω της προνομιακής αντιμετώπισης του μορφωτικού πολιτιστικού κεφαλαίου που κουβαλά κάθε μαθητής/τρια. Το σχολείο ανταμείβει το μορφωτικό κεφάλαιο που κουβαλούν οι ανώτερες τάξεις και η κουλτούρα τους και λογοκρίνει-τιμωρεί το μορφωτικό κεφάλαιο και τις δεξιότητες των λαϊκών στρωμάτων. Το σχολείο είναι σε μεγάλο βαθμό ακόμα ένας χώρος ξένος για τα λαϊκά στρώματα. Και για αυτό παρά τις τόσες οικονομικές επενδύσεις, η αναπαραγωγή της ταξικής ανισότητας είναι εμφανής – και στη Γαλλία και στις ΗΠΑ και στη Βρετανία, όπως δείχνουν οι σχετικές έρευνες.  Ο γλωσσικός κώδικας, τον οποίο επικροτεί και επιβάλει το σχολικό σύστημα, είναι ένας από τους βασικους μηχανισμούς φιλτραρίσματος της ταξικής προκατάληψης και αναπαραγωγής. Οι μαθητές/τριες από τα λαϊκά στρώματα μπορεί να είναι πανέξυπνοι [όπως στην μελέτη  του Willis «τα παλικαράκια» για μια ομάδα παραβατών μαθητών από τα λαϊκά στρώματα] αλλά νοιώθουν ότι είναι ξένοι στο σχολείο και απαντούν με το ίδιο νόμισμα.

Στην Κύπρο, δεν έχουμε απλώς ταξικούς γλωσσικούς κώδικες – όλοι οι κύπριοι μιλουν κυπριακά στην καθημερινότητα. Απλώς, οι ανώτερες τάξεις μαθαίνουν τα παιδιά τους να αλλάζουν κώδικα πιο εύκολα. Ο πόλεμος ενάντια στην κυπριακή είναι και ταξικός, αλλά είναι ταυτόχρονα και ένας πόλεμος status – αυτοί που δαιμονοποιούν την δικιά τους γλώσσα, όπως ένας γκέι που βρίζει τους ομοφυλόφιλους ή μια γυναίκα που βρίζει τα δικαιώματα των γυναικών, ουσιαστικά διεκδικούν ένα ιδιαίτερο ρόλο εξουσίας για τους ίδιους. Μεσολαβητές ανάμεσα σε κάποιο φαντασιακό εξωτερικό κέντρο εξουσίας και μια τοπική βαρβαρότητα, την οποία προσφέρονται να "δαμάσουν" ή να καταπιέσουν για να νομιμοποιήσουν μια ενδιάμεση, δική τους θέση εξουσίας, ως διαμεσολαβητές του ιερού. Τα "ελληνικά", που δήθεν εκπροσωπούν, λίγο έχουν να κάνουν με την πραγματική ελληνική κοινωνία – είναι ένα καλούπι επιβολής.

Οι μαθητές/τριες μαθαίνουν, λοιπόν, ότι η επιτυχία δεν είναι να πουν την γνώμη τους, αλλά να τα καταφέρουν να αποδείξουν ότι μπορούν να παπαγαλίσουν σε ένα άλλο κώδικα από αυτόν που μιλούν στην καθημερινότητα. Αλλά σήμερα το χάσμα ανάμεσα στην καθημερινότητα και στην εξουσία διευρύνεται. Θα άξιζε κάποτε να μελετηθεί πώς ένα βιβλίο που γράφτηκε ως κριτική της εξουσίας, όπως  "Το Διπλό Βιβλίο" του Δ. Χατζή, διαβάζεται στην Κύπρο ως μια γλώσσα/φόρμα επιβολής, παρά το περιεχόμενό του – που μοιάζει επίσης άγνωστο. Θα μπορούσε, με όλες τις αναλογίες ελληνικής και κυπριακής πραγματικότητας της δεκαετίας του 1950 και μετά, να πει κάποιος ότι το "Ααυτο ντα φε" του Γ.Φ. Πιερίδη είναι αντίστοιχο. Αυτό, όμως, δεν μπορεί να διδαχθεί γιατί αγγίζει την πραγματικότητα – την εμπειρία της κυπριακής καθημερινότητας, πέρα από το τί κρίνεται «επιτρεπτό» [η μόνη «ορθή» απάντηση] να διδαχθεί. Ο Τρύφωνας που δεν τόλμησε να κάνει κάτι μπροστά στο λυντσάρισμα του Λοΐζου/Μένοικου είναι το αντίστοιχο του «ρέκβιεμ για τον μικρό ράφτη». Αλλά η εκπαίδευση μας λογοκρίνει, όχι μόνο την γλώσσα, αλλά και την εμπειρία της καθημερινότητάς μας. Έτσι, οι μαθητές/τριες γράφουν στα μαθηματικά που είναι ένας ενιαίος παγκόσμιος κώδικας, εκφράζονται στις τέχνες [ζωγραφική ή μουσική] αλλά στην γλώσσα πάντα κολλάνε. Γιατί νοιώθουν ξένοι σε αυτό τον γλωσσικό κώδικα, σε αυτό το μορφωτικό κεφάλαιο. Γιατί κάποιοι την χρησιμοποιούν ως μηχανισμό λογοκρισίας – και οι νέοι απλώς το καταλαβαίνουν διασθητικά και αποστασιοποιούνται.

Στην Κύπρο, δεν έχουμε απλώς ταξικούς γλωσσικούς κώδικες – όλοι οι κύπριοι μιλουν κυπριακά στην καθημερινότητα. Απλώς, οι ανώτερες τάξεις μαθαίνουν τα παιδιά τους να αλλάζουν κώδικα πιο εύκολα. Ο πόλεμος ενάντια στην κυπριακή είναι και ταξικός, αλλά είναι ταυτόχρονα και ένας πόλεμος status – αυτοί που δαιμονοποιούν την δικιά τους γλώσσα, όπως ένας γκέι που βρίζει τους ομοφυλόφιλους ή μια γυναίκα που βρίζει τα δικαιώματα των γυναικών, ουσιαστικά διεκδικούν ένα ιδιαίτερο ρόλο εξουσίας για τους ίδιους. Μεσολαβητές ανάμεσα σε κάποιο φαντασιακό εξωτερικό κέντρο εξουσίας και μια τοπική βαρβαρότητα την οποία προσφέρονται να "δαμάσουν" ή να καταπιέσουν για να νομιμοποιησούν μια ενδιάμεση, δική τους θέση εξουσίας, ως διαμεσολαβητές του ιερού.

Η θεσμική αποτυχία
Αυτός ο ρόλος των "ελληνικών" στο σχολείο ως μηχανισμός επιβολής δεν μειώθηκε με την ίδρυση του Πανεπιστημίου Κύπρου. Αντίθετα, παρά το ότι ήταν σημαντική η δημιουργία του, από τα πρώτα χρόνια επιβλήθηκε ένα ανάλογο καθεστώς λογοκρισίας που απέκλεισε τις διαφορετικές απόψεις – ο Ρ. Κατσιαούνης αποκλείστηκε και ας ήξεραν όλοι ότι ήταν ο κυρυφαίος ιστορικός της γενιάς του. Τον απέκλεισαν για να μπορούν όσοι θα αναπαρήγαν να μην έχουν την ενοχλητική άλλη άποψη. Ανάλογα και με τον αποκλεισμό του Παπαλεοντίου που εστίαζε στην κυπριακή λογοτεχνία. Όπως και πίνακας του Διαμαντή "Ο Κόσμος της Κύπρου" έτσι και η μελέτη της κυπριακής λογοτεχνίας θα παρουσιάζεται από το εξωτερικό ή θα είναι αποκλεισμένη. Όπως και η κυπριακή γλωσσική εκδοχή θα επιμένει βέβαια και ιστορικά θα δικαιωθεί. Απλώς οι αποτυχίες των μαθητών είναι η υπενθύμιση ότι οι νέοι καταλαβαίνουν και αντιδρούν με ότι έχουν - την αδυναμία μπροστά στην αντίφαση, ως μήνυμα.



Οπότε, το να ζητά κανείς από τους μαθητές/τριες να πουν την γνώμη τους για το ποτ πουρί των ψευδαισθήσεων, ήταν κωμικό. Από το ελεγχόμενο, από το παρελθόν ακόμα, πανεπιστήμιο μέχρι την ηγεσία της ΟΕΛΜΕΚ επικρατεί η άποψη ότι υπάρχει μια "ορθη" απάντηση. Γι’ αυτό αποκλείστηκαν καθηγητές από το πανεπιστήμιο, για αυτό ο  Ταλιαδώρος το είπε με τόση σαφήνεια στη μακάρια άγνοιά του:
«ήταν τραγελαφικό και πέραν κάθε δεοντολογικής διαδικασίας, το γεγονός ότι καθορίστηκε η ορθή απάντηση, σε κάποιες απο τις ερωτήσεις, μέσα από την διαδικασία της ψηφοφορίας της ομάδας των διορθωτών».
Υπάρχει πάντα μια σωστή απάντηση, λέει, ο πρόεδρος της ΟΕΛΜΕΚ – και εννοεί, ακόμα και αν δεν υπάρχει, θα πρέπει να κηρυχθεί μια, ως απόλυτα σωστή. Πού ξανακούστηκε να ψηφίζουν; Είναι δυνατόν να υπάρχουν πολλές απόψεις;
Όσοι, λοιπόν, θέλουν μπορεί να δοκιμάσουν να αφουγκραστούν το μήνυμα της σιωπηλής κραυγής των νέων μπροστά στο αδιέξοδο της αντίφασης, στην οποία τοποθετήθηκαν – να εφεύρουν την απαγορευμένη άλλη άποψη με κριτική σκέψη, η οποία στη διδασκαλία τους δεν υπήρχε. Οι άλλοι, ας περιμένουν την αναπροσαρμογή των βαθμών. Η ιστορία θα δικαιώσει, όπως και τον προηγούμενο αιώνα, την καθημερινότητα.







[1] «Η  γλωσσική μορφή της Κύπρου γράφεται διαφόρως, προφέρεται διαφόρως, ουδόλως ανάγεται εις την κοινή, είναι ακατανόητος τοις άλλοις Έλλησιν, αντιδικεί προς την κοινήν, ουδόλως δέχεται την ρομανικήν μεταγραφην της Ελληνικής γλώσσης, συνδέεται προς την Αγγλικήν γλώσσαν, υπεραίρεται, καλλιεργείται, διδάσκεται, εκφράζει την νέαν υπόστασιν των Κυπρίων, ώστε έχει επαρκή χαρακτηριστικά, ίνα καταταγή ως γλώσσα.» Μενέλαος Χριστοδούλου. 1993. Η σημερινή φάσις της Ελληνικής γλώσσης εν Κύπρω. Στο Ελλάδος Φθόγγον Χέουσα Λευκωσία: Κέντρο Μελετών Ιεράς Μονής Κυκκου.
[2] «Η  γλωσσική μορφή της Κύπρου γράφεται διαφόρως, προφέρεται διαφόρως, ουδόλως ανάγεται εις την κοινή, είναι ακατανόητος τοις άλλοις Έλλησιν, αντιδικεί προς την κοινην, ουδόλως δέχεται την ρομανικήν μεταγραφήν της Ελληνικής γλώσσης, συνδέεται προς την Αγγλικήν γλώσσαν, υπεραίρεται, καλλιεργείται, διδάσκεται, εκφράζει την νέαν υπόστασιν των Κυπρίων, ώστε έχει επαρκή χαρακτηριστικά, ίνα καταταγή ως γλώσσα.» Μενέλαος Χριστοδούλου. 1993. Η σημερινή φάσις της Ελληνικής γλώσσης εν Κύπρω. Στο Ελλάδος Φθόγγον Χέουσα Λευκωσία: Κέντρο Μελετών Ιεράς Μονής Κυκκου.
[3] Το ότι ο κ. Ευδόκας, ο οποίος μπορεί να θεωρηθεί ως ένας βασικός συντελεστής της εισαγωγής της ψυχανάλυσης στην Κύπρο, μπορούσε την δεκαετία του 1960 να εισηγείται ότι η κυπριακή γλωσσική εκδοχή ήταν πρόβλημα γιατί εμπόδιζε την ένωση, είναι εκφραστικό πως η λαγνεία της εξουσίας του υπερεγώ φίλτραρε μέχρι και τη διαδικασία της ανάλυσης. Προφανώς, ήταν μια απόπειρα επιβολής της εξουσίας και του οιδοιπόδειου φόβου του ευνουχισμού – ακόμα και μέσα από τη ψυχανάλυση.
[4] Το έργο της Άννας Φραγκουδάκη στην Ελλάδα είνα ίσως το πιο γνωστό στην ελληνόφωνη βιβλιογραφία.
[5] Το ότι η οργάνωση των καθηγητών της ΕΔΕΚ στηρίζει αυτή τη συντηρητική στροφή είναι εκφραστικό του πόσο επιδερμικά ασχολούνται μερικοί με το αντικείμενο. Η ΕΔΕΚ στην ηρωική της περίοδο της δεκαετίας του 1970 υποστήριζε απόψεις όπως του Μεσημβρινού με εισηγήσεις για ριζοσαπστική δημοτική ακόμα και στον τρόπο γραφής. Ξεχάστηκε και αυτό, όπως και ο Δ. Λοΐζου. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου