28 Ιουν 2015

Η ελληνική κοινωνία γράφει Ιστορία: το δημοψήφισμα, η «κρίση νομιμοποίησης» με την αντίφαση ανάμεσα στην «ευρωπαϊκή υπόσχεση» και την οικονομική πρακτική του ηγεμονισμού σαν νέο-αποικιοκρατία, και η επιστροφή της «δημοκρατίας» ως αίτημα συμμετοχής και ελέγχου των «Θεσμών» στο κέντρο της συζήτησης για την Ε.Ε.



Η ελληνική κοινωνία βρίσκεται μπροστά σε μια εβδομάδα εκβιασμών και αντοχών – αλλα το σύνορο πια με το οποίο θα κριθεί αυτή η  "στιγμή" είναι Ιστορικό και σε αυτό το επίπεδο η ελληνική κοινωνία έχει ανοίξει ήδη ένα εντελώς νέο κεφάλαιο για την ίδια και την Ευρώπη. Η τελευταία εβδομάδα των διαπραγματεύσεων Ελλάδας - θεσμών αποδείχτηκε αποκαλυπτική. Από την μια υπήρξε το περασμένο Σαββατοκύριακο ένα κλίμα θετικής αποδοχής της ελληνικής πρότασης για μια σειρά μέτρων με έμφαση στη φορολόγηση των ψηλών εισοδημάτων, η οποία όμως ανατράπηκε ξαφνικά, δήθεν, από την επιμονή του ΔΝΤ. Το ΔΝΤ είναι ένας θεσμός με μεγάλη ιστορία αποτυχιών, αλλά με κάτι σταθερό – δεν είναι δανειστής, είναι ένας μηχανισμός επιβολής μιας ιδεολογικής [της μονεταριστικής] άποψης για την οικονομία που ευνοεί συγκεκριμένα συμφέροντα. Αλλά η εμπλοκή του [γιατί τίθεται συνεχώς και θέμα αποκλεισμού του και αυτό το στόχο είχε και η κατάργηση της έννοιας της τρόικα για την έννοια Θεσμοί που φωτογραφίζει πιο καθαρά τους εμπλεκόμενους] χρησιμοποιείται από δυνάμεις μέσα στην ίδια την Ε.Ε. για να ευνοήσουν συγκεκριμένα συμφέροντα και δυναμικές. Είναι πιθανόν, λοιπόν, να δόθηκε μεν ένα ευνοϊκό μήνυμα στην Αθήνα αρχικά, για να προσπαθήσουν μετά να την ξεγελάσουν με πιεστικές αναφορές της τελευταίας στιγμής. Και κωμικά, σχεδόν, με το συνηθισμένο κόλπο της αύξησης της προσφοράς χρημάτων – αλλά με χειρότερους όρους. Για όσους θυμούνται είναι ακριβώς το ίδιο που ζήσαμε στην Κύπρο το 2012. Αρχικά, ξεκινήσαμε με τις ανάγκες των δυο τραπεζών, μετά η τρόικα επέμενε να ανεβάζει το ποσό που θα χρειαζόμασταν [ακριβώς γιατί ήθελε να περάσει δικά της μέτρα ή να περάσει το ΚΕΒΕ μέτρα μέσω ΔΝΤ] και έτσι φτάσαμε τα 10 δις – και ξαφνικά μας είπαν ότι θα μας έδιναν 17 δις για να επανέλθουν με ανάλογες πιέσεις.  Η αύξηση του ποσού και προς την Ελλάδα είχε ανάλογη διακύμανση. Εδώ η τρόικα ήθελε ιδιωτικοποίηση των ημικρατικων, ενώ εκεί θέλει περικοπές από τους πολίτες – και συντήρηση του καθεστώτος της επιβολής στις χώρες του νότου , και του μνημονίου γενικότερα.

Η ελληνική κυβέρνηση αντέδρασε ώριμα – βλέποντας, δηλαδή, την επανάληψη του ίδιου κόλπου για πολλοστή φορά. Και συνέχισε τη στρατηγική της επίκλησης της νομιμοποίησης με τη λαϊκή συμμετοχή. Το Γιούρογκρουπ αντέδρασε στην αμφισβήτησή του ως κλειστό κύκλωμα ιερατείου που αποφασίζει ερήμην των πολιτών, και αποφάσισε να μην δεχτεί παράταση προγράμματος, λες και η αποδοχή από μέρους τους τώρα πια του φόβητρου της «στάσης πληρωμών», δεν ήταν πρόβλημα. Το φόβητρο έγινε ξαφνικά «και τί έγινε;». Αλλά ο φόβος είναι ανάποδος τώρα – αφού η ελληνική κυβέρνηση επανέφερε τα δημοψηφίσματα ως τρόπο νομιμοποίησης, ακόμα και στην οικονομία, ο δρόμος που άνοιξε είναι μη ελεγχόμενος για την ομάδα των υπουργών που συζητεί πειθήνια χωρίς να ζητά να δει έστω τί μέτρα θέλει ο Σόιμπλε – γιατί έτσι λέει ο Σόιμπλε. Τώρα το ιερατείο δεν θα έχει να κάνει απλά με διαδηλώσεις, αλλά και τη θεσμική πραγματικότητα της νομιμοποίησης μέσω της ψήφου. Όσο και να πολεμήσουν αυτό το «φάντασμα», της νομιμοποίησης μέτρων με λαϊκή ψήφο, θα μείνει εκεί [θα το επικαλούνται πια οι διαμαρτυρόμενοι]  και θα ανοίγει συνεχώς ξανά την κρίση νομιμότητας της ευρωπαϊκής ένωσης ανάμεσα στην υπόσχεση που εξέφραζε κάποτε η Ε.Ε. και τους οικονομικούς όρους επιβολής που εκφράζει το ΔΝΤ…

Ακόμα και οικονομικά, πια, τα δεδομένα είναι δύσκολα για την νομιμοποίηση. Η ελληνική κυβέρνηση απέρριψε μια καραμέλα εξαγοράς χωρίς αντίκρισμα, υποδεικνύοντας ότι το πρόβλημα ήταν η μακροχρονια εξάρτηση και η λειτουργία μέτρων που οδηγούσαν στην εξαθλίωση. Μαζί με την αξιοπρέπεια, και τη δημοκρατική νομιμότητα, η ελληνική κυβέρνηση και τα κινήματα που την στήριξαν έβαλαν στο τραπέζι και την πραγματική συζήτηση για το τί συμβαίνει στην οικονομία και την ύπαρξη εναλλακτικών πιθανοτήτων – και μέτρων και χρηματοδότησης τελικά. Θα υπάρξει βέβαια και πάλι μια διαδικασία εκβιασμών και πιέσεων – αλλα τώρα πια υπάρχει ένα νέο δεδομένο. Η εξουσία δεν μπορεί να εξαγοράσει κάποιους απλά με καρέκλες. Θα πρέπει να προσφέρει κάτι πολύ περισσότερο και θα έχει πάντα μπροστά της την απειλή που νόμισε ότι εξαφάνισε από το 2011 –τα δημοψηφίσματα.

Η ελληνική εξέγερση θέτει στο τραπέζι το ζήτημα της δημοκρατικής νομιμότητας των αποφάσεων των Θεσμών και ανοίγει ένα κεφαλαιο που θα δομικά απομυθοποιεί τη λειτουργία της εξουσίας, και των υποτακτικών της, με την επίκληση του απαγορευμένου: της φωνής των πολιτών, αλλά και των τοπικών κοινωνιών
Η απόφαση του Τσίπρα να προκηρύξει δημοψήφισμα άλλαξε δραματικά το σκηνικό στην Ευρώπη. Μετά την εκλογική εξέγερση της ελληνικής κοινωνίας στις αρχές του χρόνου, η τρόικα αναδιπλώθηκε, έκανε υποχωρήσεις, αλλά φάνηκε, επίσης ότι πίσω από τις υποχωρήσεις υπήρχαν και δυο άλλες δυναμικές – η προσπάθεια να αφομοιωθεί η ελληνική εξέγερση με συμβολικές υποχωρήσεις, αλλά και η πρακτική ανησυχία ότι οι ό,ποιες υποχωρήσεις δεν έπρεπε να είναι σημαντικές σε βαθμό που να ενθαρρύνουν τη διερεύνηση στης εξέγερσης. Σε αυτό το πλαίσιο, η αχαπαροσύνη του Χάρη Γεωργιάδη [«δεν κατάλαβα τί ήθελε ο Βαρουφάκης»] συμπληρωνόταν από την υστερία των νότιων κυβερνήσεων της τρόικα και της λιτότητας, της Ισπανίας και της Πορτογαλίας που ανέβηκαν στην εξουσία ως τοπικοί εκπρόσωποι της τρόικα. Το αποκορύφωμα ήταν η φράση του πολωνού Ν. Τουσκ «game is over» στο 5ο τελεσίγραφο των «θεσμών». Η ίδια ακριβώς φράση με την οποία συνοδεύτηκε η εισβολή στο Ιράκ. Εκείνοι που κλαίγονταν την περίοδο μετά την ανατροπή του σοσιαλιστικού μπλοκ ότι τους καταπίεζε η ρωσική ηγεμονία, αποδεικνύονταν οι πιο πιστοί υπηρέτες της λογικής της επιβολής και της αυτοκρατορίας. Η αντίδραση του Τσίπρα είναι φυσικά προς τιμήν του, αλλά εκφράζει, όχι απλώς ένα άτομο, αλλά τους αγώνες μιας κοινωνίας.


Η κωμική στάση του ΔΝΤ ως αποκάλυψη ότι το θέμα δεν είναι καν οικονομικό, αλλά πολιτικό με όρους αποικιοκρατίας: όταν αυτοί που απέτυχαν για 5 χρόνια να κάνουν μια σωστή οικονομική πρόβλεψη, θέλουν μέτρα "μη υφεσιακά", λένε, αλλά να ευνοούν "μερικούς" σε βάρος της πλειοψηφίας


Η τελική προσφορά της ελληνικής κυβέρνησης ήταν ουσιαστικά μια προσπάθεια συμβιβασμού με άξονα τα ζητούμενα των θεσμών, αλλά με βάση την αποδοχή τους τον περασμένο Φεβρουάριο ότι η Αθήνα αποφασίζει για τα μέτρα. Και τα μέτρα που εισηγήθηκε ήταν μέτρα κλιμακωτά, που μετέφεραν το έξτρα κόστος για να πληρωθεί το χρέος που έφτιαξε η αποτυχημένη λιτότητα στα πλούσια στρώματα. Η απόρριψη εκείνης της εισήγησης έγινε με ένα ακόμα κόλπο που η διαφάνεια του αποκαλύπτει πια τον φτηνό τρόπο των ευρωπαϊκών εκβιασμών – αρχικά δέχονται και μετά, τάχα μου, δεν δέχεται το ΔΝΤ και επανέρχονται με δικά τους μέτρα που επιμένουν στη μονομερή λιτότητα. Η επίμονη δεν έχει να κάνει με την οικονομία – μέτρα όπως αυτά που εισηγήθηκε η ελληνική κυβέρνηση, τα είχαν εφαρμόσει όλες οι ευρωπαϊκές χώρες μετά τον πόλεμο, και την περίοδο που χάριζαν στη Γερμανία τα δικά της χρέη. Όμως, αυτά τα μέτρα άνοιγαν ακόμα ένα κεφάλαιο στην αντιπαράθεση – η Αθήνα κτίζοντας στην αποδοχή του τέλους της τρόικα, ζητούσε να γίνει ανακατανομή του κόστους ταξικά. Η αντίδραση του ΔΝΤ ήταν όντως ύποπτη σε βαθμό αποικιακής πια επέμβασης – με την κωμική δήλωση ότι ήταν υφεσιακά μέτρα. Όπως παρατήρησε και ο Κρούγκμαν[1], το ΔΝΤ που έριξε τη χώρα στην ύφεση, καμωνόταν ότι ενδιαφερόταν για την παράταση της ύφεσης. Και με ποιό κριτήριο μπορούσε να κρίνει ένας αποτυχημένος οργανισμός, όπως το ΔΝΤ μετά την τεκμηριωμένη λανθασμένη εκτίμηση του προηγουμένως;

Θα υπάρξει βέβαια και πάλι μια διαδικασία εκβιασμών και πιέσεων – αλλα τώρα πια υπάρχει ένα νέο δεδομένο. Η εξουσία δεν μπορεί να εξαγοράσει κάποιους απλά με καρέκλες. Θα πρέπει να προσφέρει κάτι πολύ περισσότερο και θα έχει πάντα μπροστά της την απειλή που νόμισε ότι εξαφάνισε από το 2011 –τα δημοψηφίσματα.

Το ΔΝΤ εμφανιζόταν, όμως, να θέλει να προστατεύσει το ελληνικό κεφάλαιο, αλλά και τον Σαμαρά που φαινόταν να χάνεται στην ασημαντότητα του καιροσκοπισμού, μετά την αποκάλυψη ότι η διαπραγμάτευση αποδίδει.

Είχε να χάσει τίποτα η Ευρώπη με την αποχή των ελληνικών μέτρων; Οικονομικά όχι, πολιτικά ναι. Οι μέχρι τώρα υποχωρήσεις είχαν να κάνουν με την απόδειξη ότι η ψήφος μετρά [η λαϊκή ψήφος ήταν η βασική νομιμοποίηση των ελληνικών διεκδικήσεων]  και άρα δινόταν το μήνυμα ότι η νομιμοποιητική ιδεολογία με βάση την οποία η Ε.Ε. προσαρτούσε περιοχές προηγουμένως, επανερχόταν τώρα πια ως διεκδίκηση. Σε ένα άρθρο της η βρετανικη Guardian είχε σχολιάσει ότι το προβλημα της ευρωπαϊκής εξουσίας με την Ελλάδα ήταν ότι η νέα κυβέρνηση με το να διατηρεί ανοιχτή γραμμή με τα κινήματα και την κοινωνία, ήταν απροβλεπτη. Μια άλλη κυβέρνηση, όπως του Σαμαρά και του Βενιζέλου, θα ήταν ικανοποιημένη με τη καρέκλα θα έπαιρναν τα ψίχουλα που θα τους δίνονταν ως "γενναιοδωρία" [παραβλέποντας ότι έτσι υποθήκευαν για δεκαετίες την κοινωνία σε ρόλο εξάρτησης και υποτέλειας] και θα άλλαζαν γραμμή 180ο από τις προεκλογικές τους υποσχέσεις, όπως έκαναν το 2011. Και τώρα η ελληνική κυβέρνηση επανέφερε την δημοκρατία με το δημοψήφισμα.

Η κρίση νομιμότητας: η επίκληση του Χάμπερμας στο «ευρωπαϊκό όραμα» και η αναδυόμενη αντίφαση ανάμεσα στην υπόσχεση και την πραγματικότητα όπως κατασκευάζεται
Το δημοψήφισμα είναι ριζοσπαστικό για δυο λόγους. Κατ’ αρχήν προσθέτει στην αρχική, ήδη, δεδομένη πραγματικότητα ότι μπορεί ένας λαός /μια κοινωνία να αντιδράσει, όπως φάνηκε με το αρχικό εκλογικό αποτέλεσμα. Αλλά τώρα ανοίγει ένα ακόμα πιο μεγάλο κεφάλαιο, καθώς διεκδικείται ότι οι ευρωπαϊκές αποφάσεις θα πρέπει να εγκρινόταν με λαϊκή ψήφο και όχι μόνο οι πολιτικές, αλλά και οι οικονομικές. Αυτή η αντιπαράθεση των ελίτ και των προνομιούχων που χρησιμοποιούσαν ως τώρα τα κέρδη του εκδημοκρατισμού των κινημάτων του αντιφασιστικού αγώνα του 40-45 και μετά των κινημάτων των δεκαετιών 60-80 για να οικοδομήσουν ένα μηχανισμό εξουσίας, και της ρίζας της νομιμοποιητικής ιδεολογίας είναι η πραγματική συνεισφορά της ελληνικής αντίστασης στο παρόν πλαίσιο.

Γιατί οικονομικά, όπως σωστά, είπε από την αρχή ο Βαρουφάκης ουσιαστικά η Ελλάδα δεν χρειάζεται αυτό το δάνειο – το δάνειο το χρειάζονται οι θεσμοί για να αποπληρώσουν τους εαυτούς τους με μια λογιστική πράξη που την θέλουν να υπογραφεί με τίμημα την υποταγή και την επέκταση της εξαθλίωσης μιας κοινωνίας. Και τώρα, βλέπουν κατάματα την αποσύνθεση της δημοκρατικής ιδεολογίας από την οικονομική μικροπρέπεια του ηγεμονισμού.  Είναι σε αυτό το πλαίσιο που έθεσε και ο Χάμπερμας[2] την αρχική επιμονή και επιτυχία της ελληνικής κυβέρνησης να τερματιστεί η ορολογία για την τρόικα και να υιοθετηθεί η έννοια των θεσμών.
«Ο τύπος μας [της Γερμανίας] κοροϊδεύει την πράξη μετονομασίας της τρόικα – και όντως φαίνεται σαν ένα είδος μαγικού τρυκ. Αλλά μαζί με αυτό έρχεται και η νόμιμη επιθυμία να εμφανιστεί το πραγματικό πρόσωπο του πολιτικού πίσω από την μάσκα του δανειστή. Γιατί μόνο σαν πολιτικοί μπορούν αυτοί οι άνθρωποι να θεωρηθούν υπεύθυνοι για ένα φιάσκο το οποίο εφαρμόστηκε με αποτελέσματα μαζική καταστροφή πιθανοτήτων ζωής, κοινωνική εξαθλίωση και απελπισία.»
Ο Χάμπερμας είναι ένας από τους κορυφαίους ευρωπαίους διανοούμενους της εποχής του, αν και δεν έχει την αίγλη ενός Σαρτρ. Το κείμενό του, ωστόσο, είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρον γιατί εκφράζει την κρίση της ευρωπαϊκής σκέψης – και την αποκάλυψη που προκάλεσε η ελληνική εξέγερση. Η έμφαση του κειμένου του είναι η αποτυχία του ευρωπαϊκού οράματος, ως μέρος της ευρωπαϊκής νεωτερικής σκέψης και του ανάλογου ιστορικού εγχειρήματος, να προωθήσει μια διαδικασία πολιτικής ενοποίησης, όπου οι πολιτικοί θα αναλαμβάνουν την ευθύνη των επιλογών τους απέναντι στο κοινό των πολιτών. Ο Χάμπερμας μιλά ακόμα, σε αυτό το πλαίσιο, με τους όρους της ευρωπαϊκής ιδεολογίας και κατακρίνει την αδυναμία των πολιτικών [ ο ίδιος ο τίτλος του άρθρου εστιάζει στην Μέρκελ] γιατί άφησαν το χώρο της πολιτικής να καταληφθεί από τους τεχνοκράτες και τη ρητορική των οικονομικών αριθμών. Τονίζει, μάλιστα, πόσο ειρωνικό να είναι ο Ντράγκι, που ήταν κάποτε στην Goldman Sachs, το άτομο που, λόγω της θεσμικής του θέσης, προωθεί ή συντηρεί την ευρωπαϊκή ενοποίηση. Είναι την ίδια αντίφαση που υποδεικνύει η ελληνική εξέγερση με μια κυβέρνηση από την φιλεοευρωπαϊκή αριστερά, που τονίζει το διερευνούμενο χάσμα ανάμεσα την ιδεολογική υπόσχεση της Ευρώπης της δημοκρατίας, και την Ευρώπη της επιβολής ενός οικονόμου μοντέλου εξαθλίωσης. Αυτό το οποίο διαπιστώνει πιο έντονα η ελληνική κοινωνία, πέρα από την ανάλυση του Χάμπερμας,  είναι το πώς οικοδομείται μια εξουσία – η κεντροευρωπαϊκή ηγεμονία - στην πλάτη τους.  Σε αυτό το πλαίσιο, η προειδοποίηση του Χάμπερμας, μπορεί να εστιάζει στους πολιτικούς, αλλά το χάσμα το οποίο αγγίζει θυμίζει την ορολογία ενός από τα κλασικά του έργα – Legitimation crisis/κρίση νομιμοποίησης.

Και τώρα τι;
Το Γιουρογκρουπ αποφάσισε χωρίς την Ελλάδα και δικαιολόγησε αυτήν την στάση με το επιχείρημα ότι είναι ad hoc σώμα - μια παραδοχή μη νομιμότητας. Ο Ντραγκι δεν αύξησε την στήριξη στις τράπεζες δημιουργώντας ντε φάκτο μια νέα μορφή πίεσης που έφερε έλεγχο της ροής κεφαλαίων.  Η ελληνική κοινωνία θα δεχτεί και πάλι μια επίθεση εκβιασμών – αλλα ίσως και νέων υποσχέσεων. Αλλα η αντοχή της προηγούμενης εβδομάδας ήταν από μόνη της σημαντική – και αποκαλυπτική. Ο φόβος της δημοκρατίας είναι τώρα σαφής στους αστείους λόγους της αντιπολίτευσης – φωνάζουν ουσιαστικά ότι πρέπει οι «ηγέτες» να παίρνουν μόνοι τους αποφάσεις γιατί οι πολίτες είναι ανώριμοι. Μπλέκουν  όμως σε ένα αδιέξοδο. Αν εκβιάσουν ένα «ναι» πρέπει να το επαναλαμβάνουν κάθε φορά που αμφισβητείται μια απόφαση της εξουσίας. Αν κερδίσει το «όχι», όπως φοβούνται, έστω και με τους εκβιασμούς-υποσχέσεις, τότε θα και πάλι είναι δέσμιοι μιας πρακτικής νομιμοποίησης που θα είναι ιστορικό σύμβολο της ελληνικής κοινωνίας και νομιμοποίησης της δημοκρατίας της. Η νέα συνεισφορά της στην εικόνα της «Ευρώπης». Με αυτή την έννοια η ισορροπία των διαπραγματεύσεων αποκάλυψε μια νέα δυναμική που είναι εγκλωβιστικη πια για όσους θέλουν υποταγή. Ο φόβος των δημοψηφισμάτων θα πλανιέται πια…

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου