17 Μαΐ 2015

Η σκιά του Ν. Πλουμπίδη πάνω από τη στάση των Β. Ζαννέτου και Ν. Κατσουρίδη [αξιολογώντας τη στάση δυο στελεχών της αριστεράς σε ένα αμφιβόλων διαστάσεων, αλλά σαφούς κατασκευής και στόχου, «σκάνδαλο» - και η αστεία στάση όσων έσταζαν σάλια για το «σκάνδαλο», αλλά ξαφνικά δεν θέλουν συζήτηση για τον Κατσουρίδη]





«Μόνο σε συνέδριο του κόμματος μπορώ να ζητήσω διευκρίνηση επί της κατηγορίας.»
Απάντηση του Νίκου Πλουμπίδη στο στρατοδικείο, το οποίο τον καταδίκασε σε θάνατο, στην προσπάθεια των στρατιωτικών δικαστών να εκμαιεύσουν αντίδραση και δημόσια αντιπαράθεση του με τον Ν. Ζαχαριάδη, τον ηγέτη του ΚΚΕ, που τον κατηγορούσε… Ο Πλουμπίδης πάλεψε στην δίκη υπό διπλή πίεση και κατηγορία, αλλά δεν υπέκυψε - αρνήθηκε να προσφέρει στο καθεστώς του εμφυλίου την ικανοποίηση της δημόσιας αντιδικίας. Αρνήθηκε να κατηγορήσει και να διασύρει μπροστά στον ιστορικό αντίπαλο, την συλλογικότητα του κινήματος στο οποίο έζησε και με το οποίο ταυτίστηκε, επιμένοντας ότι η «ιστορία θα τον δικαιώσει». Όπως και έγινε.

Οι κωμικές πιρουέτες του Πολίτη: ο «κακός διαπλεκόμενος» Κατσουρίδης [όταν βολεύει για να γίνει επίθεση στο κόμμα του] και ο καλός «κύριος Νίκος», όταν είναι κάπως εκτός και μπορεί να χρησιμοποιηθεί, και πάλι, για να γίνει κριτική.. στο κόμμα του
Την Τετάρτη, ο Πολίτης είχε πρωτοσέλιδο για «αποβολή του Κατσουρίδη» από το ΑΚΕΛ. Ήταν γνωστό ότι είχε ολοκληρωθεί η έρευνα και ότι την Παρασκευή θα γινόταν συζήτηση στην Κεντρική Επιτροπή του κόμματος. Μέχρι εδώ θα μπορούσε να πει κάποιος ότι η εφημερίδα προσπαθούσε να κατασκευάσει κάποιο θέαμα για να πουλήσει πρωτοσέλιδο. Η εντυπωσιακή προβολή της έννοιας της «αποβολής» ήταν παραπλανητική – όπως φάνηκε τελικά.[1] Ο κ. Κατσουρίδης «απομακρύνθηκε» (αλλά με ανοικτό ορίζοντα επιστροφής – και ανοικτή σχέση με το κόμμα)  με μια εσωτερική διαδικασία που θα μπορούσε πιο ορθά να αποκληθεί «αναστολή συμμετοχής» στις λειτουργίες του κόμματος - ο ίδιος παραιτήθηκε από την κεντρική επιτροπή, δεν θα συμμετέχει στην κομματική του ομάδα, αλλά θα παραμείνει βουλευτής τους κόμματος και μέρος της κοινοβουλευτικής ομάδας. Δεν είναι ακριβώς και "αποβολή" με οποιοδήποτε συγκριτικό ιστορικό παράδειγμα.  Αλλά η κωδικοποίηση από τον Πολίτη αυτών των «αποφάσεων» (έστω όπως διέρρευσαν στα ΜΜΕ)  ήταν κωμικά αποκαλυπτική – ο τίτλος του Σαββάτου ήταν «Τους πρόλαβε ο Νίκος». Ξαφνικά, ο τίτλος άλλαζε ταύτιση – ο Κατσουρίδης γινόταν Νίκος – οικείος και σημείο ταύτισης απέναντι στους κακούς που ήθελαν να τον τιμωρήσουν. Και όμως, το 2012 όταν ο Πολίτης ξεκινούσε την ενεργή προσπάθεια συγκάλυψης των σκανδάλων των τραπεζών, το άτομο από το ΑΚΕΛ στο οποίο εστίασε, στα πλαίσια των προσπαθειών μετατόπισης, ήταν ο Κατσουρίδης – και μια παλιά υπόθεση του χρηματιστηρίου με την New Marathon.  Τότε, ήταν ο μεγάλος κακός (άρα ήταν ευθύνη του ΑΚΕΛ), τώρα έγινε «ο Νίκος»…

Το ΑΚΕΛ ανακοίνωσε ότι θα γινόταν συζήτηση με βάση την έκθεση – αλλά ξεκαθάριζε ότι το θεμα ήταν εσωτερικό και ότι θα γινόταν συζήτηση στις κομματικές ομάδες. Ανάλογο παραπλανητικό δημοσίευμα υπήρχε και πριν λίγες μέρες στον Φιλελεύθερο – εκεί αναφερόταν ότι, σύμφωνα με την έρευνα, «έφταιγαν όλοι στην γραμματεία» για να διαψευσθεί, και εκείνο, την επομένη. Σαφώς κάποιοι διαρρέουν για να προλαβουν ίσως γεγονότα – ή για να υποβάλλουν και να καλλιεργούν κλίμα. Την Πέμπτη, ο Φιλελεύθερος ήταν τουλάχιστον ισορροπημένος δημοσιογραφικά, αυτήν τη φορά, αναφέροντας ότι υπήρχαν διάφορες επιλογές: από την «διαγραφή» μέχρι την «παρατήρηση». Και με δεδομένο ότι το ΑΚΕΛ θεωρούσε σκευωρία την υπόθεση της Δρομολαξιάς, και δεν είχε την δυνατότητα έρευνας λογαριασμών κλπ, θα έπρεπε να είναι εμφανές ότι η δική του έρευνα θα είχε να κάνει με την συνέπεια των στελεχών απέναντι στους κανονισμούς λειτουργίας του κόμματος. Τελικά, η απόφαση φάνηκε ότι δεν ήταν η «αποβολή» ως διαγραφή, αλλά μάλλον αναστολή συμμετοχής και όπως έγραψε ο Φιλελεύθερος το Σάββατο, «αφήνει ανοικτή την προοπτική για επάνοδο.. όποτε αυτό κριθεί σκόπιμο»..

Όταν μια εφημερίδα, όπως ο Πολίτης, θέλει να κατασκευάσει θέαμα ρίχνει ότι  μπορεί να τραβήξει. Η  Sun βάζει γυμνά και ο Πολίτης ρίχνει φούσκες. Το ενδιαφέρον ήταν η ταύτιση μερικών με τον κ. Κατσουρίδη, πριν καν μάθουν τί λέει η έρευνα. Ο Πιν είχε πρωτοσέλιδα κάλυψη στον Κατσουρίδη με σκίτσο, ενώ ο κ. Μιχαηλίδης που πρωτοστάτησε στη λογοκρισία της δημόσιας συζήτησης των ηχογραφήσεων για το πώς στήθηκε η δίκη της Δρομολαξιάς είχε τον κωμικό τίτλο «Αν υπάρχουν στοιχεία πολιτικής σκευωρίας». Εκεί που υπήρχε ολόκληρο τεκμήριο για σκευωρία, το έριξε στις "κουβέντες του καφενέ" τον Φεβρουάριο του 2013, ενώ όταν ο Σάντης έβγαλε την αμίμητη απόφαση του με μαρτυρίες των Φαντούση [με πληρωμή 450,000 ευρώ], Κοτσινή [ο οποίος χρησιμοποιήθηκε – με πλήρη δημόσια έκθεση- ως μάρτυρας ρεζέρβα] και Λίλλη [για να αυτό-απαλλαγεί], δεν είπε τίποτα.

Ο κ. Κατσουρίδης φαίνεται να είναι πολλαπλής χρήσης για μερικούς (στα ΜΜΕ και αλλού) – αθώος για να κατηγορηθούν άλλοι στο ΑΚΕΛ, «ένοχος» για να δημιουργηθεί κλίμα εστίασης για επίθεση στο ΑΚΕΛ […] ο Πολίτης.. ρίχνει ότι νάναι στο πρωτοσέλιδο ενάντια στους αντίπαλους του εκδότη.. Από την άλλη, μερικοί στον  Φιλελεύθερο, και όσοι θα ήθελαν να πιστεύουν ότι ο κ. Κατσουρίδης θα το παίξει απορριπτικά, με το «Όχι», σε μια ενδεχόμενη αντιπαράθεση για λύση, τρέχουν να τον καλύψουν προκαταβολικά από οποιεσδήποτε κατηγορίες.

Ανάλογη κωμωδία ήταν και η ευρύτερη ασυνέπεια του Πολίτη – όταν ανακοινώθηκαν οι ποινές, στον Πολίτη υπήρχε μια αναφορά-σχόλιο ότι «απαλλάγηκε ο Κατσουρίδης». Ήταν σαφώς παραπλανητικό, γιατί απλώς ο Κατσουρίδης δεν προσήχθη στη δίκη, άρα δεν διερευνήθηκε για να απαλλαγεί. Κάποιοι στον Πολίτη, την ίδια μέρα, που έκαναν ότι δεν έβλεπαν την κραυγαλέα αδικία για τους Ζαννέτο και Τσουρή, τουλάχιστον, ανακήρυσσαν κάποιον, που δεν ήταν στη δίκη, «αθώο». Και τώρα ξαφνικά έφτιαχναν νέο θέαμα για «αποβολή» του από το ΑΚΕΛ. Ο κ. Κατσουρίδης φαίνεται να είναι πολλαπλής  χρήσης για μερικούς (στα ΜΜΕ και αλλού) – αθώος για να κατηγορηθούν άλλοι στο ΑΚΕΛ, «ένοχος» για να δημιουργηθεί κλίμα εστίασης για επίθεση στο ΑΚΕΛ…

Τα αίτια της κατασκευής του θεάματος της Δρομολαξιάς: όταν το σύμβολο της διαπλοκής, ο επιχειρηματίας-υπουργός, έστηνε δίκες αντεκδίκησης και τα ΜΜΕ έκαναν ότι δεν έβλεπαν τη σύγκρουση συμφερόντων
Θα μπορούσε να πει κάποιος ότι οι αντιδράσεις είναι και πολιτικές – ο Πολίτης λογω οικονομικών συμφερόντων [ως εφημερίδα που εκφράζει την ΟΕΒ λ.χ.] αναζητά ευκαιρίες για επίθεση στην αριστερά. Υπάρχει και η δίκη που προωθεί η ηγεσία της αριστεράς ενάντια στον εκδότη της εφημερίδα, οπότε.. ρίχνει ότι νάναι στο πρωτοσέλιδο ενάντια στους αντίπαλους του εκδότη.. Από την άλλη, μερικοί στον Φιλελεύθερο, και όσοι θα ήθελαν να πιστεύουν ότι ο κ. Κατσουρίδης θα το παίξει απορριπτικά, με το «Όχι», σε μια ενδεχόμενη αντιπαράθεση για λύση, τρέχουν να τον καλύψουν προκαταβολικά από οποιεσδήποτε κατηγορίες. Η ειρωνεία όμως, και το αίσθημα ότι ο Κατσουρίδης χρησιμοποιείται αντιφατικά, από τους αντίπαλους της αριστεράς είναι όμως και εδώ εμφανές – όπως και στην κάλυψη του Πολίτη. Όταν ο Φιλελεύθερος πρωτοστατούσε στην κατασκευή του θεάματος της Δρομολαξιάς, και ακολούθως στο στήσιμο της δίκης, δεν υπήρχε ανάλογη ευαισθησία για τον Κατσουρίδη – αν και ήταν σαφώς ο αόρατος ύποπτος, τον οποίον φωτογράφιζαν οι αναφορές των ΜΜΕ σε «κορυφαία στελέχη» κλπ. Αλλά τότε ο στόχος ήταν να δημιουργηθεί η φούσκα και να κατηγορηθεί γενικά η αριστερά – ο Κατσουρίδης ήταν δικαιολογία για επίθεση στην αριστερά. Σήμερα, ξαφνικά, μερικοί θέλουν να τον υπερασπιστούν, χωρίς καν να ξέρουν τί του αποδίδει η έρευνα του κόμματος του – για τις ευθύνες του με βάση το πόστο του. Στην ασυνέπεια υπάρχει ένα κοινό – ο Κατσουρίδης ως μέσο για να επιτεθεί κάποιος στο κόμμα του. Άβολη θέση όντως.

Ο τρόπος που καταγράφεται αυτή η ασυναρτησία του κακού – καλού Κατσουρίδη αναλόγως χρήσης, έχει να κάνει με το πλαίσιο. Το 2013, όταν κατασκευάστηκε το θέαμα της Δρομολαξιάς, υπήρχαν 3 στόχοι:
1.  η προσωπική προσπάθεια εκδίκησης από τον Χάσικο [που είναι η προσωποποίηση της σύγκρουσης συμφερόντων του επιχειρηματία-υπουργού -  και τα ΜΜΕ σιωπούν λογοκρίνοντας αυτό το σκανδαλώδες δεδομένο-πλαίσιο], του οποίου οι οικογενειακές επιχειρήσεις έχασαν την επένδυση,
2. η επίθεση στους ημικρατικούς [και εδώ είναι το άλλο σκάνδαλο, της φυλάκισης του κ. Τσουρή]
3. και η επίθεση στο ΑΚΕΛ.
Αξίζει η αναδημοσίευση ενός σχολίου που είχε γραφτεί, τότε, στη Δέφτερη Ανάγνωση για τον παράδοξο τρόπο που χρησιμοποιείται ο Κατσουρίδης από τους αστούς, όταν κάνουν επίθεση στην αριστερά.

Όταν μερικα ΜΜΕ πρωτοστατούσαν στην κατασκευή του θεάματος της Δρομολαξιάς, και ακολούθως στο στήσιμο της δίκης, δεν υπήρχε ανάλογη ευαισθησία για τον Κατσουρίδη – ανκαι ήταν σαφώς ο αόρατος ύποπτος τον οποίον φωτογράφιζαν οι αναφορές των ΜΜΕ σε «κορυφαία στελέχη» κλπ. Αλλά τότε ο στόχος ήταν να δημιουργηθεί η φούσκα και να κατηγορηθεί γενικά η αριστερά – ο Κατσουρίδης ήταν δικαιολογία για εκείνη την επίθεση…

«Η παράδοξη σχέση αγάπης-υποψίας της αστικής τάξης απέναντι στον Κατσουρίδη και ο πραγματικός στόχος: η προώθηση των ιδιωτικοποιήσεων και ξεπουλήματος του δημόσιου πλούτου
Από εκεί και πέρα, υπάρχουν δυο τομείς που αξίζουν σχολιασμού – η αμφιλεγόμενη στάση των ΜΜΕ απέναντι στον κ. Κατσουρίδη και μάλλον συνειδητή προσπάθεια υπονόμευσης της ΑΤΗΚ. Ο κ. Κατσουρίδης χαίρει εκτίμησης ανάμεσα στην πολιτική ελίτ και μάλιστα κατά τη διάρκεια της προεδρίας Χριστόφια, υπήρχαν έμμεσα ή άμεσα σχόλια κριτικής προς τον τότε πρόεδρο για την παρέμβαση του υπέρ του Α. Κυπριανού στις εσωκομματικές εκλογές. Αυτή η εκτίμηση μετατρέπεται με ένα ενδιαφέρον τρόπο σε κατηγορία, μόλις, ξεκινήσει προσπάθεια για μετατόπιση θεμάτων με έμφαση στο ΑΚΕΛ. Έτσι και τον Αύγουστο του 2012, αλλά και τώρα οι υπόνοιες για backroom deals στρέφεται εναντίον του, κατά τα αλλα σεβαστού, κοινοβουλευτικού εκπρόσωπου του συγκεκριμένου κόμματος. Στην προκείμενη περίπτωση, οι κατηγορίες ήταν ασαφείς και αφορούσαν προφορικές συζητήσεις του κ. Λιοτατή με τον κ. Λίλλη. Αλλά και έτσι οι αιχμές αφέθηκαν. Μπορεί να είναι και ένας τρόπος να καλλιεργηθεί το κλίμα ‘όλοι φταίνε’, μπορεί να είναι και μέρος της κουλτούρας της αστικής τάξης, με την οποία ο κ.Κατσουρίδης έχει μια άλφα σχέση».[2]

Τί είχε αναφερθεί το 2013-14 για τον κ. Κατσουρίδη και γιατί η δήθεν έκπληξη τώρα είναι μάλλον ανακάλυψη της τασιηνόπιττας
Οι αναφορές στο κ. Κατσουρίδη ήταν 3 ειδών. Κατ’ αρχήν στην κατάθεση Λιοτατή, που χρησιμοποιήθηκε για να ανοίξει το θέμα, και μετά φυσικά ξεχάστηκε, υπήρχε αναφορά ότι ο Λίλλης μιλούσε με τον κ. Κατσουρίδη. Βέβαια, το γεγονός ότι ήταν γνωστοί[3] δεν τεκμηριώνει κάτι το παράτυπο. Εκείνη την περίοδο, το 2013, ήταν σαφές, και στο Φιλελεύθερο, όπου μερικοί τώρα καμώνονται ότι ξεχνούν, ότι οι αιχμές για εμπλοκή πολιτικών προσώπων αναφέρονταν-παρέπεμπαν στον Κατσουρίδη.

Και υπήρχε και θεσμική σχέση με την ΣΥΤΑ , πέρα από την προσωπική σχέση με τον Λίλλη – ο κ. Κατσουρίδης ήταν ο αρμόδιος του κόμματος για την ΣΥΤΑ ως ημικρατικο οργανισμό, όπως ανάφερε στην δίκη ο κ. Ζαννέτος, ο οποίος βρέθηκε ξαφνικά κατηγορούμενος με την αστεία κατηγορία ότι πίεζε τον Λίλλη να πληρώσει χρέη της Αλκής, ως πρόεδρος που ήταν.

Το άλλο επίμαχο σημείο ήταν η αναφορά του Λίλλη στις ηχογραφήσεις ότι για τον Κατσουρίδη δεν θα έλεγε ποτέ τίποτα. Παράδοξη δήλωση, την οποία η λογοκρισία άφησε να περάσει – αλλά τα ερωτήματα είναι εκεί. Όπως και για την σχέση του Σάντη, του δικαστή, με το στήσιμο της δίκης, αφού ακούγεται το όνομά του ως υπόσχεση στον Λίλλη για να δεχτεί να «δώσει» αυτούς που ήθελε ο Ρίκκος. Του οποίου η αξιοπιστία ήταν από τότε προβληματική και τώρα είναι σε κωμικά επίπεδα πια. Αλλά φυλακίστηκαν άτομα από αυτό το επίπεδο αξιοπιστίας.

Η μη δημόσια συζήτηση για ένα θέμα που διασταυρώνεται με μια στημένη δίκη: αυτοί που δεν μίλησαν για τις ηχογραφήσεις, για την προσθήκη του Τσουρή στο κατηγορητήριο με τηλεφώνημα, μετά από διαφωνία με τον Χάσικο,  και την παρωδία δίκης από τον Σάντη, θέλουν να ξέρουν τί;
Η απόφαση του ΑΚΕΛ να μην συζητήσει το θέμα δημόσια είναι λογική και σωστή. Εφόσον το κόμμα θεωρεί ότι αυτή η υπόθεση ήταν στημένη, οφείλει και στον φυλακισμένο σύντροφο τους (ο οποίος είναι φυλακή ως αριστερό στέλεχος, σύμφωνα με την θέση του ΑΚΕΛ)  αλλά και στην οργανωτική συλλογικότητα, να διερευνηθεί τί έγινε, μέσα στα πλαίσια της λειτουργίας του κόμματος – και σε σχέση με την ΣΥΤΑ και σε σχέση με τις σχέσεις με τον κ. Λίλλη. Θα ήταν παράδοξο να μην γινόταν μια τέτοια έρευνα. Και θα ήταν επίσης παράδοξο να μην εστίαζε και στον κ. Κατσουρίδη με δεδομένη την θεσμική του θέση και τις προσωπικές του σχέσεις.

Σε αυτό το πλαίσιο, ήταν εντελώς υποκριτική η στάση μερικών που ξαφνικά απορούσαν γιατί το ΑΚΕΛ θεωρούσε ότι υπήρχε πρόβλημα με την στάση στελεχών του στο θέμα – παραβλέποντας ότι το κόμμα της αριστεράς δεν διερευνούσε το υποτιθέμενο «σκάνδαλο», αλλά την συνέπεια στελεχών του. Επί της ουσίας, οι δυο εμπλεκόμενοι θα κριθούν με βάση την ιδεολογία τους σε ένα θέμα που λίγο έχει να κάνει με το υποτιθέμενο «σκάνδαλο» – ο Σάντης και το δικαστήριό του, ουσιαστικά, απάλλαξαν το ζήτημα από οποιαδήποτε απάτη… Μάλιστα, τιμωρήθηκε με φυλάκιση άτομο, ο κ. Τσουρής, ο οποίος, σύμφωνα με τον Λίλλη, του προκαλούσε προβλήματα. Και όμως, κανένας από όσους, ξαφνικά, θυμήθηκαν να υπερασπιστούν τώρα τον κ. Κατσουρίδη, δεν άρθρωσαν λέξη για εκείνες τις αδικίες που έγιναν μπροστά στα μάτια τους.  Ενδιαφέρουσα «ευαισθησία» και double standards.

Η κοινωνία, από την άλλη (και αυτό αφορά όσους ξαφνικά θυμήθηκαν ότι υπάρχουν ύποπτα στοιχεία για την υπόθεση της Δρομολαξιάς) έχει ευθύνη όσον αφορά σε όσους συγκάλυψαν και ανέχτηκαν το στήσιμο της δίκης. Από εκεί και πέρα, η δικαστική εξουσία θα κριθεί από το πώς θα χειριστεί το Ανώτατο τις εφέσεις. Διότι δεν μπορεί κάποιος να θεωρήσει ότι αυτό που φάνηκε ως παράσταση του κ. Σάντη και των δικαστών που τον συνόδευαν [οι οποίοι συμπτωματικά πήραν και προαγωγές την ίδια περίοδο] εκφράζει το επίπεδο δικαιοσύνης. Αν αυτό είναι το επίπεδο, τότε σαφώς δεν έχει νόημα να συζητά κανείς για κυπριακό δικαστικό σύστημα. Σε αυτό το πλαίσιο, ήταν εντελώς υποκριτική η στάση μερικών που ξαφνικά απορούσαν γιατί το ΑΚΕΛ θεωρούσε ότι υπήρχε πρόβλημα με την στάση στελεχών του στο θέμα – παραβλέπουν ότι το κόμμα της αριστεράς δεν διερευνά το υποτιθέμενο σκάνδαλο, αλλά την συνέπεια στελεχών του.

Επί της ουσίας, οι δυο εμπλεκόμενοι θα κριθούν με βάση την ιδεολογία τους σε ένα θέμα που λίγο έχει να κάνει με το υποτιθέμενο σκάνδαλο – ο Σάντης και το δικαστήριό του ουσιαστικά απάλλαξαν το ζήτημα από οποιαδήποτε απάτη: το άτομο που υποτίθεται ωφελήθηκε από το σκάνδαλο, ο κατηγορούμενος που έγινε κατήγορος  για να παραφράσουμε τον κ. Κληρίδη στην κατηγορία κατά του Ρίκκου, ο κ. Λίλλης αθωώθηκε γιατί έκανε τη δουλειά ως «στυγνός επιχειρηματίας». Ουδέν μεπτόν, είπε ουσιαστικά ο Σάντης. Το όλο θέμα κατέληξε στο πού ξόδευε τα χρήματα του ο Λίλλης – σε αυτό κατάντησε η δίκη.  Μάλιστα, τιμωρήθηκε με φυλάκιση άτομο, ο κ. Τσουρής, ο οποίος, σύμφωνα με τον Λίλλη, του προκαλούσε προβλήματα. Και όμως, κανένας από όσους ξαφνικά θυμήθηκαν να υπερασπιστούν τώρα τον κ. Κατσουρίδη, δεν άρθρωσαν λέξη για εκείνες τις αδικίες που έγιναν μπροστά στα μάτια τους.  Ενδιαφέρουσα «ευαισθησία» και double standards.

Όμως, ο Λίλλης είναι ένα ευρύτερα ανοικτό ζήτημα. Για να φτάσει, αυτό το άτομο, στην απαλλαγή, όπως ακούγεται στις ηχογραφήσεις, συνεργάστηκε με τον Ρίκκο, για να «δώσει» και αθώους: οι αποφάσεις στην δίκη λήφθηκεαν χωρίς τεκμήρια πέρα από το επιχείρημα περί "γλαφυρότητας" του Λίλλη (και των μαρτυριών δυο φίλων του) το οποίο επικαλέστηκε ο Σάντης – η δήθεν «γλαφυρότητα» ενός που άλλαζε, αναλόγως συμφέροντος, καταθέσεις, θεωρήθηκε ως τεκμήριο αλήθειας.  Έτσι, ο Λίλλης, αντί να αντιμετωπίσει την πίεση, ίσως και μια δίκη, για το αν ήταν έγκυρη η πιστοποίηση ότι ο τουρκοκύπριος ιδιοκτήτης του χωραφιού "κατοικούσε στις ελεύθερες περιοχές", ή ίσως και άλλες έρευνες για το πώς χειρίστηκε τα οικονομικά της υπόθεσης, μετατράπηκε σε κατήγορο όσων του υπέδειξαν. «Χαφιές», αλλά με ψέματα, θα μπορούσε να πει κάποιος. Το ότι το δικαστήριο αποδέχτηκε μαρτυρίες που εξαγοράστηκαν ή κωμικές παραστάσεις, όπως του κ. Κοτσινή,[4] είναι θέμα το οποίο θα αξιολογηθεί στο Ανώτατο - και αναπόφευκτα θα αξιολογηθεί και το Ανώτατο, αν επικυρώνει τέτοιες δίκες. Αλλά η ευθύνη όσων συγκάλυψαν εκείνη την κατασκευή της δίκης και του θεάματος είναι υπόλογοι για τα ψέματά τους. Και αυτό αφορά σε όσους μέσα στην αριστερά συγκάλυπταν προηγουμένως τον Λίλλη – αλλά και όσους στην Δημόσια Σφαίρα συγκάλυπταν στο στήσιμο της δίκης και τις αντιφάσεις της τελικής απόφασης. Και ο Πολίτης πρωτοστάτησε στη συγκάλυψη και του Λίλλη (και όσων, ενδεχομένως, ήθελε να προστατεύσει ο Λίλλης) - και για τον Πολίτη η κατάσταση είναι χειρότερη γιατί είχε δημοσιεύσει τα ηχογραφημένα τεκμήρια, αλλά σε αντίθεση με άλλες περιπτώσεις [όπως του βιντεογραφημένου ξυλοδαρμού από αστυνομικούς] σε αυτήν την περίπτωση δεν ασχολήθηκε καθόλου με μια απόφαση που σκανδαλωδώς επικύρωνε μια τεκμηριωμένα, από την ίδια την εφημερίδα, στημένη δίκη.

Άρα, και ο κ. Κατσουρίδης ως ιστορικό στέλεχος της αριστεράς, οφείλει εξηγήσεις. Όχι στην κοινωνία – αλλά στους συντρόφους του. Τί σχέσεις είχε με τον Λίλλη – γιατί τον εμπιστεύτηκε;

Άρα, και ο κ. Κατσουρίδης ως ιστορικό στέλεχος της αριστεράς, οφείλει εξηγήσεις. Όχι στην κοινωνία – αλλά στους συντρόφους του. Τί σχέσεις είχε με τον Λίλλη – γιατί τον εμπιστεύτηκε;

Η σκιά του Πλουμπίδη – γιατί ο Ζαννέτος τήρησε μια ηθική στάση στη στημένη δίκη, και ο Κατσουρίδης οφείλει εξηγήσεις στους συντρόφους του
Το βασικό κριτήριο, αναπόφευκτα, για κάθε στέλεχος σε κάθε κόμμα, είναι η ιδεολογία που εκπροσωπούν. Και όσον αφορά στη αριστερά, το θέμα είναι το πρότυπο της πολιτικής ηθικής με βάση μια ιδεολογία που διεκδικεί, όχι απλώς συγκυριακές θέσεις, αλλά ιστορική συνείδηση. Η αριστερά, ως γενικότερο ιστορικό υποκείμενο, έχει καταγεγραμμένη σε αποφάσεις και συνέδρια, τη δράση της και τις θέσεις ως τεκμήρια μιας ιστορικής πορείας σε ένα μέλλον με βάση το οποίο γίνεται η αξιολόγηση. Και επειδή η θεσμική αριστερά έχει πάρει τη μορφή και ενός οργανωτικού σχήματος, το οποίο κουβαλά και τη μνήμη αγώνων και θυσιών, η αξιολόγηση εσωτερικά οφείλει να είναι πολύ πιο σοβαρή [αλλά και με αίσθηση της συλλογικότητας] από τα θεάματα που παράγουν οι αντίπαλοι της εκτός – και τα οποία αργά ή γρήγορα θα διαλυθούν σαν φούσκες. Και εδώ, αναπόφευκτα, το πρότυπο αξιολόγησης για τη συνέπεια απέναντι στη συλλογικότητα τη στιγμή που ένα στέλεχος βρίσκεται στο σύνορο, όπου διασταυρώνεται η αιχμή της εξωτερικής επίθεσης με την εσωτερική συνοχή, είναι η στάση που πρόβαλε ο Πλουμπίδης ως πρότυπο – και απέναντι στην οποία ο Β. Ζαννέτος ήταν συνεπής. Ο Β. Ζαννέτος στάλθηκε στο δικαστήριο και καταδικάστηκε, όχι γιατί πήρε χρήματα, ούτε καν γιατί επηρέασε [ή μπορούσε να επηρεάσει] οποιαδήποτε απόφαση, [όπως παραδέχτηκε μέχρι και ο Σάντης] αλλά επειδή είπε ο Φαντούσης [ο οποίος πήρε ως αντάλλαγμα 450,000 ευρώ διαγραφή οφειλών] ότι τον άκουσε να πιέζει τον φίλο του τον Λίλλη. Τέτοια τεκμηρίωση – και ο Πολίτης και ο Φιλελεύθερος την έκαναν γαργάρα. Καταδικάστηκε γιατί στο τότε πλαίσιο η δίκη ήταν και ένα θέαμα κατηγορίας των ημικρατικών, αλλά και της αριστεράς. Άρα, έπρεπε να καταδικαστεί κάποιος. Το αίσθημα στο χώρο της αριστεράς ήταν ότι δικαζόταν ο Ζαννέτος στη θέση του Κατσουρίδη. Αυτό ξέφυγε του Ζαννέτου σε μια στιγμή ανθρώπινης πίκρας στο δικαστήριο. Αλλά στάθηκε συνεπής στο ήθος του Πλουμπίδη. Όταν ο Σαντης προσπάθησε κουτοπόνηρα να εκμαιεύσει αντιπαραθεση, όπως οι στρατοδίκες της καταπίεσης του εμφυλιακου καθεστώτος, ο Ζαννετος, συμπεριφέρθηκε με ιστορική συνείδηση..

Ο κ. Κατσουρίδης είχε πολλαπλή και προσωπική εμπλοκή, αλλά και θεσμική. Θα ανέμενε κανείς από ένα άτομο της δικής του ιστορίας και λόγω της εκτίμησης που χαίρει, να διεκδικούσε δημόσια η και να ζητήσει να δώσει μαρτυρία στο δικαστήριο  για να εξηγήσει γιατί ο σύντροφός του δεν είχε παρατυπήσει. Έτσι, πιάστηκε ο Πλουμπίδης. Όταν το στρατοδικείο θα εκτελούσε τον  Μπελογιάννη, ο Πλουμπίδης έστειλε επιστολή και προθυμοποιήθηκε να παραδοθεί και εκτελεστεί εκείνος στη θέση του Μπελογιάννη. Τελικά, εκτελέστηκαν οι δυο. Αλλά το πρότυπο έμεινε.

Και εδώ, αναπόφευκτα, το πρότυπο αξιολόγησης για τη συνέπεια απέναντι στη συλλογικότητα τη στιγμή που ένα στέλεχος βρίσκεται στο σύνορο, όπου διασταυρώνεται η αιχμή της εξωτερικής επίθεσης με την εσωτερική συνοχή, είναι η στάση που πρόβαλε ο Πλουμπίδης ως πρότυπο – και απέναντι στην οποία ο Β. Ζαννέτος ήταν συνεπής…παρά την στιγμή ανθρώπινης πίκρας…

Η ιστορική συνείδηση της αριστεράς και οι αποκλίσεις της «ένταξης»
Ίσως είναι υπερβολικό να υποβάλει κάποιος τους ανθρώπους σε τέτοιες συγκρίσεις. Ίσως. Ίσως ο κ. Κατσουρίδης να είναι εύκολο θύμα επιθέσεων διότι, ενώ κατάγεται από γνωστή αριστερή οικογένεια έχει γούστα που μερικοί ταυτίζουν με την αστική τάξη - όπως άλλων πολιτικών ηγετών, της δεξιάς, ας πούμε. Και άρα μπορεί να πει κάποιος ότι δέχεται επιθέσεις και για λόγους προκατάληψης – ότι η αριστερά πρέπει να είναι "λιτή" κλπ. Μπορεί, όμως, αυτή του η τάση να τον κάνει και εύκολο στόχο, αλλά και επιθυμητό στόχο – να το θέλει η δεξιά ακριβώς γιατί μπορεί να του επιτεθεί εύκολα ως σύμβολο της αριστεράς, για όσα αντιμετωπίζει η ίδια η δεξιά ως προβλήματα; Υποθέσεις του χρηματιστηρίου [αυτό έκανε ο Πολίτης το 2012 με την ανακίνηση της υπόθεσης New Marathon], εμπλοκή σε ένα στυλ που μοιάζει με αστική τάξη κλπ.

Η αριστερά ως κίνημα βρίσκεται αρκετές φορές μπροστά στα διλήμματα της «ένταξης» στο υπάρχον σύστημα -  τα ιστορικά κινήματα, όπως το κυπριακό κίνημα, έχουν πτέρυγες που κινούνται στα πρόθυρα της εσωμάτωσης σε πτέρυγες της αστικής ή της μεσαίας τάξης. Θα μπορούσε να πει κάποιος ότι ο Κατσουρίδης ακολουθεί την πορεία Παπαπέτρου, απλώς από άλλη κατεύθυνση – ενώ ο Παπαπέτρου [επίσης απόγονος από ιστορική αριστερή οικογένεια της Λευκωσίας] κινήθηκε  προς τη φιλελεύθερη δεξιά, ο Κατσουρίδης κινήθηκε, ή φημολογείται ότι κινείται, προς το απορριπτικό κέντρο. Ίσως και πάλι. Όμως, είναι υποκρισία να τον υπερασπίζεται κάποιος και να μιλά ταυτόχρονα για «σκάνδαλα» στα οποία αυτός είναι που κατηγορείται - έμμεσα εστω. Δεν γίνεται κάποιος να λέει ότι είναι εντάξει να είναι φυλακή ο Ζαννέτος, ο Τσουρής, αλλά στην περίπτωση του Κατσουρίδη, τώρα ξαφνικά κάτι δεν πάει καλά. Υπάρχουν ανθρωποι άδικα στις φυλακες και όσοι σιώπησαν για τις ηχογραφήσεις και για τις αποφάσεις του Σάντη και των συναδέλφων του, τώρα ξαφνικά έγιναν ευαίσθητοι επιλεκτικά για τη Δρομολαξιά;  Αυτό είναι ασυνέπεια.

Και ο ίδιος, ο κ. Κατσουρίδης, ο οποίος παρέμεινε συνεπής τη στιγμή της μεγάλης επίθεσης ενάντια στην αριστερά  2011-13, και αυτό είναι υπέρ του, οφείλει να υπερασπιστεί τον εαυτό του, και το έργο της ζωής του,  με πράξεις. Ο κ. Κατσουρίδης καλλιέργησε ένα προφίλ ιστορικού στελέχους, και τώρα που το ΑΚΕΛ κάνει μια κίνηση ανανέωσης των στελεχών πρώτης γραμμής, η «αφυπηρέτησή» του από εκείνα τα πόστα, θα ενταχθεί σε μια ευρύτερη διαδικασία. Και ίσως άλλωστε αυτή να ήταν και η ευρύτερη τάση για την αντιμετώπιση του συγκεκριμένου ζητήματος. Αλλά και επειδή ο ίδιος συμμετείχε σε δύσκολες αποφάσεις προηγουμένως, όπως στις αρχές της δεκαετίας του 1990, οφείλει να είναι συνεπής τώρα στη συλλογικότητα - για να μην θυμίζει Ρίκκο που θυμάται τις «αρχές» κατ’ επιλογή συμφέροντος.  Κουβαλά μια  δημόσια εικόνα και μια βιογραφική ιστορία απέναντι στην οποία έχει και ο ίδιος υποχρέωση. Θα πρέπει να συζητηθεί στο εσωτερικό της συλλογικοτητας το τί έγινε – και από σεβασμό στον κ. Ζαννέτο, αλλά και στην Ιστορία.









[1] Η ασάφεια φαινόταν άλλωστε και από το ίδιο το περιεχόμενο του κειμένου – ενώ ο τίτλος έπαιζε με «Αποβολή», το κείμενο ήταν γενικόλογο: "Δεν είναι ξεκάθαρο αν πρόκειται για προσωρινή αποβολή ή διά παντός και από πού. Αν είναι δηλαδή αποβολή από τα σώματα ή από το κόμμα. Το βέβαιο είναι ότι η λήψη μέτρων σε βάρος του κ. Κατσουρίδη θα προκαλέσει ποικίλες αντιδράσεις στο κόμμα. "

[2] Τελικά ο κ. Λιοτατής έπαιρνε μίζες;
Ο κ. Χάσικος φέρνει ένα συνέταιρο του πεθερού του ως μάρτυρα, και τα ΜΜΕ φτιάχνουν θέαμα μετατόπισης και λογοκρίνουν το σκάνδαλο ενός υπουργού, που διερευνά ανταγωνιστές της οικογένειάς του
10-17/7/2013
[3] Θα μπορούσε να αναφέρει κάποιος και ότι ένας γιος του Κατσουρίδη εργαζοταν στις επιχειρησεις του Λίλλη – αλλά αυτό και πάλι δεν σημαίνει ότι ο Ν. Κατσουρίδης είχε εμπλοκή σε κάτι παράτυπο – έστω και αν ο εργοδότης του γιου του έκανε κάτι τέτοιο. Θέτει και πάλι θέμα γνωριμιών με την αυστηρή έννοια των ατομικών ευθυνών, ενός στελέχους με σχετική αρμοδιότητα.
[4] Ο Λίλλης είχε δηλώσει αρχικά ότι στην συνάντηση που έδωσε τα χρήματα στον Κιττή, μαζί του ήταν και ο κ. Καϊάφας. Όταν, όμως, ο κ. Καϊάφας έφυγε από την Αλκή, φαίνεται ότι άλλαξε γνώμη, και μνήμη, και αρνήθηκε να πάει στη δίκη. Έτσι, ο Λίλλης ξανασκέφτηκε και «θυμήθηκε» ότι τελικά ήταν ο Κοτσινής μαζί του. Ο Κοτσινής στη δίκη ήταν γραφικός – θυμόταν, υποτίθεται, με λεπτομέρεια, λες και τα είχε ακούσει το προηγούμενο βραδυ, λέξεις όπως «διαφανές» [που τις θεωρούσε «καθαρεύουσα»] αλλά κατά περίεργο τρόπο όσο καιρό ο Λίλλης επέμενε ότι μαζί του στην συνάντηση με τον Κιττή ήταν ο Καϊάφας, δεν θύμισε τον φίλο του ότι τελικά ήταν μαζί. Μόνο όταν  «ξέχασε» βολικά ο Καϊάφας, θυμήθηκε ο Κοτσινής, ο οποίος, όμως, θυμόταν all along την καθαρευουσιάνικη λέξη….Και αυτή η κωμωδία έγινε αποδεκτή. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου