3 Μαΐ 2015

Διαστάσεις των τουρκοκυπριακών εκλογών: η διεύρυνηση του κυπροκεντρικού υποστρώματος, οι μετατοπίσεις στο εσωτερικό ηγεμονικό πλαίσιο, οι πόλοι της αριστεράς και της δεξιάς, και η ταξική διάσταση





Η σαρωτική νίκη του Μουσταφά Ακιντζί σηματοδοτεί μια, ενδεχομένως, ευρύτερη μετατόπιση στην τουρκοκυπριακή κοινότητα, η οποία αξίζει να διερευνηθεί τόσο σε ιστορικό, όσο και σε πολιτικό-συγκυριακό επίπεδο. Κατ’ αρχήν, η νίκη του Ακιντζί, όπως φάνηκε και με τις αψιμαχίες με την Άγκυρα μετεκλογικά, καταγράφει ένα ευρύτερο κυπροκεντρικό κλίμα στην τουρκοκυπριακή κοινότητα, το οποίο, όπως έχει παρατηρήσει σε μια σειρά από αναλύσεις του ο Ν. Μούδουρος, τείνει να γίνει ηγεμονικό πια – και να καλύπτει όλο το πολιτικό φάσμα, από την αριστερά στη δεξιά. Σε ένα δεύτερο επίπεδο, το εκλογικό αποτέλεσμα καταγράφει μια συγκυριακή μεν κρίση στο χώρο της δεξιάς [με βάση τις διαμάχες της προηγούμενης περιόδου] αλλά και μια ιστορική μετατόπιση, αν λάβει κανείς υπό όψιν της εντυπωσιακή παρουσία του Οζερσάι. Σε ένα τρίτο επίπεδο, η επιστροφή της αριστεράς στην εξουσία, έστω κα με ανεξάρτητο υποψήφιο, καταγράφει το ιστορικό γεγονός/ρεύμα της ανάδυση της αριστεράς – και καταδεικνύει ότι η περίοδος Ταλάτ δεν ήταν απλώς μια παρένθεση, αλλά ενδεχομένως η αρχή μιας ευρύτερης τάσης.

Το κυπροκεντρικό πλαίσιο
Η πρώτη εξέγερση των τουρκοκυπρίων ενάντια στο κατεστημένο της δεξιάς, την περίοδο 2000-04, κωδικοποιήθηκε στη φράση «Αυτή η χώρα είναι δική μας». Η φράση εξέφρασε μια αποστασιοποίηση από το βαθύ κράτος της Τουρκίας, το οποίο ήταν τότε κεμαλικό και έβλεπε στην Κύπρο ένα χώρο όπου μπορούσε να ασκεί πολιτική θεαμάτων για εσωτερική εθνική κατανάλωση, αλλά και εξωτερικά ως χώρο επέκτασης της τούρκικης επιρροής – και επίδειξης δύναμης.

Σε αυτό το πλαίσιο, η σύνθεση της διεκδίκησης αυτονομίας πηγάζει από το συνδυασμό μιας σειράς ετερόκλητων στοιχείων – την κυπριακή εμπειρία, την κυπριακή προσαρμογή του κεμαλισμού που συναντήθηκε με τον βρετανικό εκμοντερνισμό και την ελληνοκυπριακή αριστερά, κοκ. Αλλά αυτές οι υπόγειες δυναμικές δεν θα εμφανίζονταν χωρίς ένα ευνοϊκό εξωτερικό γεωπολιτικό περιβάλλον – η εμπλοκή της ευρωπαϊκής ένωσης πρόσφερε, για πρώτη φορά στους τουρκοκύπριους, ένα ακόμα πόλο για να μπορούν να κινούνται πέρα από τους δυο υπαρκτούς – τον τούρκικο και τον ελληνοκυπριακό.
Για να κατανοήσει κανείς την ευρύτερη ανάδυση του κυπροκεντρισμού ως έκφραση των δυναμικών της τοπικής κοινωνίας στο συνοριακό γεωπολιτικό πλαίσιο στο οποίο βρέθηκε η Κύπρος ως χώρος από τα μέσα του 20ου αιώνα, αξίζει να αναφερθούν και οι αναλογίες με την ελληνοκυπριακή κοινότητα. Η κυπριακή συνείδηση αναδύθηκε μετά το 1960, με διεκδικήσεις ιδιαιτερότητας αρχικά, οι οποίες ακολούθως πήραν τη μορφή διεκδίκησης ανεξαρτησίας, μέσω μιας παράλληλης συνύπαρξης υποτίθεται εθνικής και πολιτικής ταυτότητας, για να εξελιχθεί σταδιακά μετά το 1974 σε πιο ολοκληρωμένη μορφή αυτονομίας – πολιτικής και υπαρξιακής.

Σε ένα πιο υπόγειο πλαίσιο, η φράση, όμως, εξέφρασε και την ωρίμανση μιας τουρκοκυπριακής ταυτότητας και στο εσωτερικό της Κύπρου – διεκδικούσε αναγνώριση από τους ελληνοκύπριους. Εκείνη η πρώτη ρομαντική περίοδος της εξέγερσης κορυφώθηκε με το δημοψήφισμα του 2004 – η ελληνοκυπριακή κοινότητα φάνηκε ότι είναι αλλού, παρά τις καλές προθέσεις που εκφράστηκαν στην αυθόρμητη, από τα κάτω, παραβίαση των δεδομένων του διαχωρισμού, όταν άνοιξαν τα οδοφράγματα και συναντήθηκαν και πάλι οι δυο κοινότητες «πρόσωπο με πρόσωπο». Όσο αφορά στην Τουρκία, ωστόσο, η τουρκοκυπριακή εξέγερση ήταν ένας μηχανισμός πίεσης, τον οποίο χρησιμοποίησε  ο Ερντογάν για να υπονομεύσει του κεμαλικό βαθύ κράτος – μια από τις βασικές κατηγορίες εναντίον εκείνου του βαθέως κράτους ήταν ότι σκόπευε να διενεργήσει πραξικόπημα εναντίον του Ερντογάν σε περίπτωση λύσης. Πρακτικά, η κυπριακή εξέγερση απομυθοποιούσε πλήρως τον κεμαλικό εθνικό λόγο για «προστασία των τουρκοκυπρίων». Οι τουρκοκύπριοι αρνούνταν πια δημόσια να θέλουν αυτήν την προστασία.

Μέχρι το 2011, όμως, το κλίμα άλλαξε και σε σχέση με την Τουρκία του Ερντογάν. Ο κυπροκεντρισμός αποδείχτηκε, όπως και η κυπριακή συνείδηση στην ελληνοκυπριακή κοινότητα την δεκαετία του 1960, πολύ πιο βαθύ αίσθημα από τις συγκυριακές συναισθηματικές αντιδράσεις. Το 2011, οι τουρκοκύπριοι ήταν, πια, στην κόντρα με τον Ερντογάν, διεκδικώντας αυτονομία και πάλι – αλλά με άξονα, αυτήν την φορά, τα οικονομικά και την προσπάθεια της Άγκυρας να επιβάλει ένα δικό της μνημόνιο στα οικονομικά της τουρκοκυπριακής κοινότητας. Θα μπορουσε κάποιος να πει ότι τα οικονομικά ήταν από πριν ένα βασικό υπόστρωμα – αλλά έγιναν πιο έντονα με τη στάση της Τουρκίας το 2011. Το όλο πλαίσιο πάντως κωδικοποιήθηκε και πάλι ως ένα είδος λόγου στο οποίο διαπλεκόταν η ταυτότητα μαζί με την απεξάρτηση – η ονομασία των συγκεντρώσεων τότε ως «Συναντήσεις Κοινοτικής Ύπαρξης» ήταν εκφραστικό αυτού του πλαισίου.

 Έκτοτε η σχέση Ερντογάν και τουρκοκύπριων έγινε ψυχρή, αν όχι εχθρική. Η αθυροστομία του τούρκου ηγέτη, ο οποίος χαρακτήρισε «αναγιώτους» τους τουρκοκύπριους προκάλεσε θύελλα αντιδράσεων με ένα βαθύ αίσθημα οργής που άγγιζε τις αντιλήψεις των δυο κοινωνιών – τη σχετική πολιτιστική διαφοροποίηση των νεωτερικών τουρκοκυπρίων απέναντι στο συντηρητισμό [και θρησκοληψία – σε σχέση με τους οπαδούς του Ερντογάν], όπως τον έβλεπαν, της τούρκικης κοινωνίας. Εξ’ ού και η περιγραφή των εποίκων ως «καρασακάλ» [μαυρογένηδες]. Άγγιζε ταυτόχρονα και τη δυσφορία των τούρκων απέναντι σε αυτό που έβλεπαν ως βολικό καθεστώς εξάρτησης των τουρκοκύπριων. Οι τουρκοκύπριοι ένοιωθαν να υπονομεύεται η κοινότητά τους από την μετανάστευση – και αυτό είχε ξεκινήσει από το 1980 – αλλά πήρε πια νέες μορφές με την προσπάθεια του Ερντογάν για εισαγωγή και ισλαμικής κουλτούρας, αλλά και έλεγχο πάνω στα οικονομικά της κοινότητας. Η αντιπαράθεση είχε πολιτιστικές ρίζες, που πήγαζαν από τη διαφορετική διαμόρφωση των τουρκοκυπρίων – σε συνάρτηση με τη συμβίωση με τους ελληνοκύπριους ιστορικά, αλλά και την επίδραση της βρετανικής κουλτούρας ως πλαίσιο εκμοντερνισμού σε αντίθεση με την τούρκικη εθνική εμπειρία μετά το 1922.


Αλλά η αντιπαράθεση διευρυνόταν πια και σε πολιτικό και οικονομικό επίπεδο, που άγγιζε πια και το υπαρξιακό θέμα της ταυτότητας – οι τουρκοκύπριοι φαίνεται να έχουν κουραστεί να είναι απλώς «όργανο» στις πολιτικές διαμάχες άλλων και διεκδικούν τον δικό τους ιστορικό ρόλο ως υποκείμενο. Σε αυτό το πλαίσιο, η σύνθεση της διεκδίκησης αυτονομίας πηγάζει από το συνδυασμό μιας σειράς ετερόκλητων στοιχείων – την κυπριακή εμπειρία, την κυπριακή προσαρμογή του κεμαλισμού που συναντήθηκε με τον βρετανικό εκμοντερνισμό και την ελληνοκυπριακή αριστερά, κοκ. Αλλά αυτές οι υπόγειες δυναμικές δεν θα εμφανίζονταν χωρίς ένα ευνοϊκό εξωτερικό γεωπολιτικό περιβάλλον – η εμπλοκή της Ευρωπαϊκής Ένωσης πρόσφερε για πρώτη φορά στους τουρκοκύπριους ένα ακόμα πόλο για να μπορούν να κινούνται πέρα από τους δυο υπαρκτούς – τον τούρκικο και τον ελληνοκυπριακό.

Για να κατανοήσει κανείς την ευρύτερη ανάδυση του κυπροκεντρισμού ως έκφραση των δυναμικών της τοπικής κοινωνίας στο συνοριακό γεωπολιτικό πλαίσιο, στο οποίο βρέθηκε η Κύπρος ως χώρος από τα μέσα του 20ου αιώνα, αξίζει να αναφερθούν και οι αναλογίες με την ελληνοκυπριακή κοινότητα. Η κυπριακή συνείδηση αναδύθηκε μετά το 1960, με διεκδικήσεις ιδιαιτερότητας αρχικά, οι οποίες ακολούθως πήραν τη μορφή διεκδίκησης ανεξαρτησίας, μέσω μιας παράλληλης συνύπαρξης υποτίθεται εθνικής και πολιτικής ταυτότητας, για να εξελιχθεί σταδιακά μετά το 1974 σε πιο ολοκληρωμένη μορφή αυτονομίας – πολιτικής και υπαρξιακής. Το πλαίσιο που ευνόησε την κυπριακή συνείδηση ήταν γεωπολιτικό – η δυνατότητα λειτουργίας ανάμεσα σε διάφορους πόλους στον ψυχρό πόλεμο [Δύση – Σοβιετική Ένωση-Αδέσμευτοι]. Αυτό που αποκάλεσαν στην Αθήνα συμπεριφορά «πόρνης της Μεσογείου». Η δυσφορία ανάμεσα στις δυο κοινωνίες, κάτω από την επιφάνεια της «εθνικής ομοψυχίας» εκφράστηκε και κατά τη διάρκεια της παραμονής της Μεραρχίας στην Κύπρο το 1964-67, αλλά και με τις γενικότερες παρεμβάσεις τους ελληνικού κράτους. Η έκφραση «καλαμαράδες» κωδικοποιούσε, όχι απλώς μια γλωσσική διαφοροποίηση, αλλά και ένα αίσθημα μη ειλικρινείας. Η υπόγεια αντιπαράθεση εκφράστηκε με διάφορους τρόπους, αλλά ίσως η πιο χαρακτηριστική ήταν η αντιπαράθεση Δούντα-Κληρίδη στις αρχές της δεκαετίας του 1990, όταν ο Κληρίδης υπέδειξε στον Δούντα ότι η συμπεριφορά του [να τον διακόπτει ενώ μιλούσε] θύμιζε «ελληνική βουλή» [με σαφώς υποτιμητικό τόνο] και ο Δούντας τον αποκάλεσε «αγγλοαναθρεμένο». Το επεισόδιο, όπως και πολλά άλλα [λιγότερο προκλητικά στο δημόσιο λόγο], κατέγραφε το γεγονός ότι δεν ήταν μόνο η αριστερά [για ταξικούς και ιστορικούς λόγους] που ήταν φορέας του κυπροκεντρισμού. Άλλωστε το νεωτερικό σύμβολο που εξέφρασε τη μετάβαση από την αποικιοκρατία, και την ιδεολογία της προσάρτησης στο ελληνικό κράτος, στην ανεξαρτησία ήταν ο Μακάριος – σύμβολο και του Κέντρου και μερίδας της μετριοπαθούς δεξιάς τότε [όπως ο Λέλλος Δημητριάδης]. Αλλά και η πιο σκληροπυρηνική έκφραση των πελατειακών σχέσεων της δεξιάς, ο Γιωρκάτζης, είχε τις δικές του κυπροκεντρικές στιγμές – όταν προσπάθησε να βοηθήσει στη δολοφονία του Παπαδόπουλου της Χούντας. Και όταν απολύθηκε λόγω πίεσης των Αθηνών, οι οπαδοί πραγματοποίησαν εκδηλώσεις ενάντια στην κυβέρνηση των Αθηνών. Ο ελληνισμός συνέχισε να είναι μια ιδεολογία στάτους στο εσωτερικό, αλλά στο εξωτερικό άρχισε να γίνεται προβληματική απέναντι στις επεμβάσεις των Αθηνών. Ο επικεφαλής της Χούντας, ο κ. Γκιζίκης, σε μια από τις συνεντεύξεις του μετά το 1974, προσδιόρισε το εξής ως μια από τις αιτίες που οδήγησαν την στρατιωτική κυβέρνηση στο πραξικόπημα του Ιούλη του 1974 – οι φήμες ότι ο Μακάριος ήθελε να αντικαταστήσει τους ήρωες του 1821 στην εκπαίδευση με τους ήρωες της ΕΟΚΑ. Και ο Τάσσος Παπαδόπουλος έδωσε μορφή και σε αυτήν την μετάλλαξη – μπορεί να ήταν πρόεδρος από το Κέντρο, τον οποίον εξέλεξε η αριστερά, και στο δικό του μυαλό συνεχιστής του Μακάριου, αλλά εξέφρασε και μια κυπριακή αξιοπρέπεια της δεξιάς το 2004.

Η κρίση της τουρκοκυπριακής δεξιάς
Η τουρκοκυπριακη δεξιά συγκροτήθηκε σε ένα είδος πρωίμου κράτους μέσα από την βιαία αντιπαράθεση με τους ελληνοκύπριους από το 1950 και άρχισε να οικοδομεί ένα δικό της κράτος στους θύλακες από το 1964. Με αυτή την έννοια απέκτησε ηγεμονία στην κοινότητα ως ο κάτοχος των μηχανισμών καταστολής  - αλλά και ως διαχειριστής της «εθνικής» ιδεολογίας που εξήγαγε η Άγκυρα μαζί με την οικονομική βοήθεια. Η αριστερά και οι μετριοπαθείς δεν εξαφανίστηκαν, αλλά αναγκαστικά πήραν ένα ρόλο άτυπης παρουσίας πριν το 1974. Αυτή η ηγεμονία της δεξιάς αμφισβητήθηκε με ένα απρόσμενο τρόπο αμέσως μετά το 1974, όταν στις εκλογές του 1980 έχασε η δεξιά. Όμως, η Άγκυρα δεν επέτρεψε την δημιουργία κεντροαριστερής κυβέρνησης. Εκείνη, όμως, η μετατόπιση ήταν εκφραστική της υπόγειας ρευστότητας – αλλά και του πραγματικού κέντρου βάρους της εξουσίας των τουρκοκυπριακής δεξιάς. Ο Ντενκτάς, ωστόσο, δεν ήταν πειθήνιος, όπως δεν ήταν ο Γιωρκάτζης κλπ. Αντί να υπακούει προσπαθούσε να δημιουργήσει δικά του δίκτυα στην Άγκυρα για να μπορεί να επηρεάζει τις εξελίξεις.

Η τουρκοκυπριακη δεξιά συγκροτήθηκε σε ένα είδος πρωίμου κράτους μέσα από την βιαία αντιπαράθεση με τους ελληνοκύπριους από το 1950 και άρχισε να οικοδομεί ένα δικό της κράτος στους θύλακες από το 1964….
Αυτή η ηγεμονία της δεξιάς αμφισβητήθηκε με ένα απρόσμενο τρόπο αμέσως μετά το 1974, όταν στις εκλογές του 1980 έχασε η δεξιά. Όμως, η Άγκυρα δεν επέτρεψε την δημιουργία κεντροαριστερής κυβέρνησης. Εκείνη, όμως, η μετατόπιση ήταν εκφραστική της υπόγειας ρευστότητας – αλλά και του πραγματικού κέντρου βάρους της εξουσίας των τουρκοκυπριακής δεξιάς. Ο Ντενκτάς, ωστόσο, δεν ήταν πειθήνιος, όπως δεν ήταν ο Γιωρκάτζης κλπ. Αντί να υπακούει προσπαθούσε να δημιουργήσει δικά του δίκτυα στην Άγκυρα για να μπορεί να επηρεάζει τις εξελίξεις.

Η τουρκοκυπριακή δεξιά άρχισε να διασπάται από την δεκαετία του 1990 – και η άνοδος του Σερντάρ Ντενκτάς εξέφραζε από μόνη της μια διαφοροποίηση. Το σοκ, βέβαια, ήρθε μετά την τραπεζιτική κρίση του τέλους της δεκαετίας του 1990 και των αρχών της δεκαετίας του 2000 και την εξέγερση των τουρκοκύπριων με σύνθημα τη λύση. Η ηγεμονία έτριζε και η Άγκυρα δεν φαινόταν πρόθυμη να βοηθήσει. Η προεδρία Ταλάτ ήταν, με αυτή την έννοια, η εξοικείωση με μια ιστορική αλλαγή. Η επαναφορά της δεξιάς στην εξουσία με τον Έρογλου το 2010, δημιούργησε τη ψευδαίσθηση ότι η προηγούμενη περίοδος ήταν απλώς μια «αριστερή παρένθεση». Όμως, υπόγεια τα ρεύματα δεν οδηγούσαν σε εκείνη την κατεύθυνση. Ο Έρογλου και η δεξιά δεν επανεκλέγηκαν, υποστηρίζοντας απόλυτη υποταγή στην κηδεμονία της Άγκυρας. Αντίθετα, επεδίωξαν την ανοχή των συντεχνιών και ήδη από τον επόμενο χρόνο, το 2011, φάνηκε έντονα η κυπροκεντρική διάχυση. Ουσιαστικά, ο Έρογλου, ως ένας τουρκοκύπριος Γιωρκάτζης εκλέγηκε στο πόστο του, παρά τις επιθυμίες της Άγκυρας το 2010, και ακολούθως πουλούσε «τουρκισμό» στο εσωτερικό, και δεν αμφισβητούσε ρητορικά την Άγκυρα, αλλά εξέφραζε μια τοπική κεμαλική δεξιά που είχε τα συμφέροντα της κοινότητας και τους «κράτους» ως βασικό κριτήριο.

Ταυτόχρονα, οι πολυδιασπάσεις στο χώρο της δεξιάς συνεχίστηκαν. Ο Έρογλου υπονόμευσε τον επικεφαλής του κόμματος εθνικής ενότητας, του κόμματός του δηλαδή, και έτσι στις πρόωρες εκλογές του 2013, η αριστερά επανήλθε και κέρδισε τις βουλευτικές. Το κόμμα του Ντενκτάς έγινε χώρος υποδοχής των διαφωνούντων του κόμματος της δεξιάς. Ήταν ένας κακός υπολογισμός από τον Έρογλου. Προφανώς, οι κομματικοί του αντίπαλοι, τον πλήρωσαν με ανάλογο νόμισμα στις προεδρικές. Το βασικό λάθος ήταν η πίστη ότι η δεξιά, ως ιστορική ηγεμονική παράταξη, θα συσπειρωνόταν. Όμως, η ιδεολογική συνοχή είναι απούσα. Και έτσι, ακόμα και η υποστήριξη του Σερντάρ Ντενκτάς δεν βοήθησε. Ο κοινός υποψήφιος της ιστορικής δεξιάς πήρε μόλις 28% στο πρώτο γύρο και πιο κάτω από 40% στο δεύτερο.

Ο βασικός παίκτης που υπονόμευσε την συνοχή ήταν σαφώς η υποψηφιότητα Οζερσάι. Νεαρός, πλασάρεται στο παρόν πλαίσιο υπέρ της λύσης, και μακριά από τις δολοπλοκίες των κομματαρχών της δεξιάς,  κέρδισε για να εκφράσει και μέρος του νέου ηγεμονικού ρεύματος – λύση, χρήση της Ε.Ε ως εξισορροπητής στο δίπολο Τουρκία – Ελληνοκύπριοι. Θα μπορουσε να τον δει κάποιος ως ένα είδος έκφρασης του «μετα-Ντεκτασισμού». Αν και δεν σχολιάστηκε, είναι μάλλον πιθανό ότι υπόγεια η Άγκυρα τον στήριξε – ή τον προτιμούσε, όπως μάλλον προτιμούσε και την Σιμπέρ που φάνηκε να είναι πολύ φιλική στην επίσκεψη Ερντογάν [και ίσως εκείνη η στάση της να της στοίχισε κυπροκεντρικά]. Όμως, το νέο βαθύ κράτος της Άγκυρας έχει μάθει – και έτσι δεν έκανε καμία δημόσια κίνηση. Ο Οζερσάι κέρδισε ως μέρος της νέας ηγεμονικής κουλτούρας των τουρκοκυπρίων.

Ο άλλος παράγοντας που εγκατέλειψε τον Έρογλου ήταν ο όγκος των εποίκων. Εδώ, τα πιο συντηρητικά στρώματα ίσως να επηρεάστηκαν από τα υπόγεια δίκτυα της τουρκικής κυβέρνησης. Όμως, είναι επίσης σαφές, και υπάρχει και ένα σχετικό άνοιγμα της τουρκοκυπριακής αριστεράς σε απόγονους έποικων, ότι οι κυπριοποιημένοι έποικοι, δηλαδή αυτοί που γεννήθηκαν ή έζησαν στην Κύπρο για δεκαετίες, συμπεριφέρονται, πια, ως μέρος της κοινότητας. Το ότι ο Έρογλου κέρδισε μόλις οριακά στην περιοχή Τρικώμου – Καρπασίας είναι εκφραστικό αυτών των μετατοπίσεων.

Η αριστερά
Αν και το μεγάλο κόμμα της αριστεράς έχασε ποσοστά – ή μάλλον απορρόφησε δικά του ποσοστά [με βάση τις βουλευτικές] ο Ακιντζί[1] στον πρώτο γύρο, εντούτοις το γεγονός ότι δεν πέρασε η Σιμπέρ στο δεύτερο γύρο μπορεί να αποδοθεί και στην έμμεση εικόνα που είχε αφήσει η ίδια για τη σχέση της με τον Ερντογάν, αλλά και τη ρευστότητα της οργανωτικής – κινηματικής συγκρότησης της τουρκοκυπριακής αριστεράς. Παρά το ότι υπάρχει το μεγάλο κόμμα, το Ρεπουμπλικανικό, και σε πιο μικρό βεληνεκές το Κοινοτικό – και ακολούθως άλλα μικρότερα- εντούτοις η δυναμική της τουρκοκυπριακής αριστεράς έχει και μια άλλη καθοριστική διάσταση, μετά την πρώτη εξέγερση του 2000-2004: την κινηματική. Και αυτή εκφράζεται και από τις συντεχνίες, αλλά και από τη δυνατότητα των μικρών κομμάτων, οργανώσεων, πρωτοβουλιών, να δημιουργούν πολλαπλάσιες δυναμικές κινητοποιήσεων. Σε αυτές τις κινητοποιήσεις μπορούν να βασίζονται στη δεξαμενή των ιστορικών ψηφοφόρων της αριστεράς, αλλά και σε μια πιο ρευστή μάζα κινουμένων ψηφοφόρων των οποίων οι βασικές κατευθύνσεις τείνουν να διαμορφωθούν με αριστερό πρόσημο.

Η κυπριακή αριστερά και στις δυο κοινότητες έχει μερικά βασικά χαρακτηριστικά: πέρα από την ιστορική και διεθνή έμφαση στην έννοια της ισότητας [πολιτικά αλλά ιδιαίτερα στην οικονομία] η κυπριακή αριστερά χαρακτηρίζεται από δυο σαφείς παραμέτρους – και για αυτό υπήρξε ιστορικά ο αρχικός μαζικός φορέας του κυπροκεντρισμού:



1. Υποστηρίζει την ντε φάκτο και ιστορική πραγματικότητα του πολιτιστικού πλουραλισμού – είναι, με αυτήν την έννοια, ο νεωτερικός πολιτικός διάδοχος της ιστορικής πραγματικότητας της συμβίωσης-συνεργασίας που εκφράζεται με τις έννοιες της «ειρηνικής συμβίωσης», της «επαναπροσέγγισης» μετά το 1974 κλπ.
2. Υποστηρίζει την αυτονομία της κυπριακής κοινωνίας πολιτικά – άρα και από της δυο εθνικά διαπλεκόμενες χώρες/πόλους, Ελλάδα – Τουρκία – με βάση μια πολιτική γεωπολιτικών ισορροπιών. Η ενιαία αριστερά, μέχρι και τη δολοφονία του Καβάζογλου, υποστήριζε την αδέσμευτη πολιτική, ή τη συνεργασία, ως μορφή εξισορρόπησης, με τη Σοβιετική Ένωση. Σήμερα, οι τουρκοκύπριοι κάνουν κάτι ανάλογο με την Ε.Ε.

Σε αυτό το πλαίσιο, οι δηλώσεις του Ακιντζί, ότι είναι καιρός να μεγαλώσει η «μικρή πατρίδα» ότι «τα παιδιά θέλουν κάποτε να γίνουν νοικοκύρηδες στο σπίτι τους» είναι εκφραστικά, και ίσως πιο αιχμηρά από ανάλογες ιστορικά ελληνοκυπριακές διατυπώσεις, των ιστορικών και υπαρξιακών θέσεων της κυπριακής αριστεράς.

Η ταξική διάσταση
Και η παράμετρος που μένει να διερευνηθεί είναι ποιές είναι οι ταξικές διαστάσεις αυτών των μετατοπίσεων[2] – λ.χ. οι ενδεχόμενες μετατοπίσεις στην μεσαία τάξη των τουρκοκύπριων, αλλά και οι ενδεχόμενες δυναμικές στο μέλλον από την επαναφορά ενός κλίματος ταξικής αντιπαράθεσης στην ελληνοκυπριακή κοινότητα με την σχετικά σαφή στροφή μερίδας της ηγεσίας της ελληνοκυπριακης δεξιάς στην στήριξη μια επιθετικής μερίδας της αστικής τάξης ακόμα και σε αντιπαράθεση με μεσαία στρώματα πέρα από τα εργατικά, όπως φαίνεται στο θέμα του ωραρίου των καταστημάτων, αλλά και στην επιμονή για ιδιωτικοποιήσεις παρά την εμφανή μη ανάγκη δανεισμού από την τρόικα. Και φυσικά, το τραπεζιτικό ζήτημα θα πλανιέται με διαπλοκή ξένων και τοπικών αντικρουόμενων συμφερόντων - και υποβόσκουσας μόλις κάτω από την επιφάνεια δυσφορίας και οργής.

Η κυπριακή αριστερά και στις δυο κοινότητες έχει μερικά βασικά χαρακτηριστικά: πέρα από την ιστορική και διεθνή έμφαση στην έννοια της ισότητας [πολιτικά αλλά ιδιαίτερα στην οικονομία] η κυπριακή αριστερά χαρακτηρίζεται από δυο σαφείς παραμέτρους – και για αυτό υπήρξε ιστορικά ο αρχικός μαζικός φορέας του κυπροκεντρισμού: Υποστηρίζει την ντε φάκτο και ιστορική πραγματικότητα του πολιτιστικού πλουραλισμού….[και] Υποστηρίζει την αυτονομία της κυπριακής κοινωνίας πολιτικά – άρα και από της δυο εθνικά διαπλεκόμενες χώρες/πόλους, Ελλάδα – Τουρκία – με βάση μια πολιτική γεωπολιτικών ισορροπιών. Η ενιαία αριστερά, μέχρι και τη δολοφονία του Καβάζογλου, υποστήριζε την αδέσμευτη πολιτική, ή την συνεργασία, ως μορφή εξισορρόπησης, με τη Σοβιετική ένωση.

Σε αυτό το πλαίσιο, οι δηλώσεις του Ακιντζί, ότι είναι καιρός να μεγαλώσει η «μικρή πατρίδα» ότι «τα παιδιά θέλουν κάποτε να γίνουν νοικοκύρηδες στο σπίτι τους» είναι εκφραστικά….των ιστορικών και υπαρξιακών θέσεων της κυπριακής αριστεράς.



[1] Υπήρχε από την αρχή ένα ποσοστό διαφωνίας με την επιλογή Σιμπέρ, το οποίο κατευθύνθηκε προς τον Ακιντζί και προφανώς διογκώθηκε κατά την διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας.
[2] Και η πρωτομαγιά του 2015 ως η πιο μαζική ίσως δικοινοτικήεκδήλωση μέχρι τώρα, ίσως να είναι εκφραστική της συγκυρίας.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου