10 Μαΐ 2015

Συγκριτική ανασκόπηση της πορείας της Οικονομίας: μια πληκτική επανάληψη του σεναρίου της λιτότητας που παράγει σταθερά τετραετή ύφεση, παρά τα ευχολόγια επανεκκίνησης, μια αποκαλυπτική τοπική εμμονή που δεν δανείζεται, αλλά θέλει να χαρίσει στο κεφάλαιο πλούτο από το Δημόσιο, και η πιθανή χρήση της Κύπρου ως πείραμα από την ΕΚΤ



Την περασμένη εβδομάδα, διασταυρώθηκαν μερικές ενδιαφέρουσες ειδήσεις – από την μια η εκτίμηση της Ε.Ε. ότι η ύφεση θα επεκταθεί και στο 2015, σημαίνει ότι όχι η υποτιθέμενη επανεκκίνηση πάει σε τρίτο χρόνο αναβολής, αλλά και ότι η Κύπρος θα έχει 4 χρόνια συνεχόμενη ύφεση, όπως και οι άλλες χώρες που πέρασαν από μνημόνιο [της τρόικα ή εσωτερικό] οπότε η κυπριακή εμπειρία δεν φαίνεται να έχει ιδιομορφία - εκτός ίσως από το γεγονός ότι η ύφεση του 2013 δεν ήταν τόσο βαθιά όσο υπολογιζόταν [και αυτό ενδεχομένως λόγω της κατανάλωσης από τις αποταμιεύσεις που σώθηκαν από την εισήγηση για καθολικό κούρεμα]. Ιδιομορφία, όμως, υπάρχει σε κάτι άλλο: μετά και από τους Fitch και η τρόικα, που επανήλθε, φαίνεται να προσανατολίζεται προς την κατεύθυνση ότι η Κύπρος δεν χρειάζεται όλα τα χρήματα της δόσης. Και το επιτόκιο για τον κυπριακό δανεισμό πέφτει. Αυτό σημαίνει ότι η Κύπρος μπορεί να βγει στις αγορές για να δανειστεί – αφού τα χρήματα, τα οποία χρειάζεται είναι για ανανέωση δανείων και όχι, πια, για τις τράπεζες. Ουσιαστικά, αυτό επιβεβαιώνει, βέβαια, ότι η κρίση δεν ήταν ποτέ δημόσια, αλλά πήγαζε από τον τραπεζιτικό τομέα. Αν σκεφτεί κανείς ότι οι άγγλοι συντηρητικοί πρόβαλαν με σθένος ότι "πέτυχαν" έλλειμμα στο 5.5%, ενώ οι εδώ αντιγραφείς τους φώναζαν ότι το έλλειμμα 5.3%  ήταν προβληματικό, στις αρχές του 2011, ενώ σήμερα προσπαθούν με φανατισμό να το πάρουν στο ελάχιστο [σε βαθμό που μένει η Λευκωσία χωρίς νερό] ενώ, ας πούμε η Ιρλανδία, έφυγε από την ύφεση με έλλειμμα άνω του 3%, μπορεί κανείς να καταλάβει το επίπεδο της παραπλάνησης, όταν κάποιοι προσπαθούσαν να συγκαλύψουν τις τράπεζες. Αλλά δείχνει και μια αντίφαση – ενώ η ύφεση συνεχίζεται, η διεθνής εικόνα για την οικονομία της πολιτείας, την οποία δανείζουν οι αγορές ή η τρόικα, είναι θετική. Πώς γίνεται να είμαστε σε συνεχόμενη για 4 χρόνια ύφεση, και μάλιστα η κυβέρνηση να περιμένει την τρόικα ως σωτήρα, αλλα ταυτόχρονα η οικονομία να εξακολουθεί να βολοδέρνει; Και μάλιστα σε μια εποχή που η ΕΚΤ [Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα] άρχισε την ποσοτική χαλάρωση, άρα γίνεται πια και μια παρέμβαση για αντιμετώπιση της κρίσης. Εδώ, η Ελλάδα με τόσες και τόσες πιέσεις εκτιμάται ότι θα βγει από την ύφεση.

Βέβαια, υπάρχουν δυο προβλήματα, τα οποία δεν απασχολούν τις αγορές και εν μέρει ούτε την τρόικα: η ανεργία που τείνει πια να σταθεροποιηθεί άνω του 10% σε όλες τις νυν ή τέως μνημονιακές χώρες [και αυτό παρά την μετανάστευση και την αφαίρεση από τους κατάλογους των μακροχρόνια άνεργων κλπ] αλλά στην Κύπρο, και το μέγεθος των μη εξυπηρετούμενων δανείων. Που είναι ένα τεκμήριο και για τις αιτίες της κρίσης στον τραπεζικό τομέα.


Όμως, η αντίφαση ανάμεσα σε μια κυβέρνηση που επιμένει σχεδόν με εμμονή στη λιτότητα και την υπακοή στην τρόικα, και στην πραγματικότητα ότι δεν χρειάζεται το δάνειο από την τρόικα παραμένει. Γιατί λ.χ. η κυβέρνηση θα οδηγήσει σε νέα αντιπαράθεση την κοινωνία για τις ιδιωτικοποιήσεις, αφού το 1.4 δις, το οποίο δεσμεύτηκε να αντλήσει από τους ημικρατικούς μπορεί να το δανειστεί από αλλού [όπως έκανε και με το σχεδόν ένα δις που δανείστηκε πέρσι και το έδωσε στην Τράπεζα Κύπρου για εξόφληση γραμματίου] – και μάλιστα να διασφαλίσει ότι θα έχει η πολιτεία ένα σταθερό εισόδημα στο μέλλον από κερδοφόρους οργανισμούς; Η απάντηση είναι αναπόφευκτα ότι μια τάση στην κυβέρνηση, αλλά και όσοι είναι πίσω από αυτήν την τάση, θέλουν την τρόικα για να την χρησιμοποιούν για να επιβάλουν εσωτερική λιτότητα προς όφελος συγκεκριμένων ταξικών ομάδων και συμφερόντων. Αυτή η πρακτική φαίνεται και από την ταξική διάσταση πολλών αποφάσεων – όπως τα ωράρια. Όμως, όπως και στην περίπτωση των τραπεζών η μερίδα της αστικής τάξης που ωθεί τα δεδομένα σε σύγκρουση δεν φαίνεται να κατανοεί τις συνέπειες – ότι, δηλαδή, η λιτότητα στη συγκεκριμένη περίπτωση οξύνει την κρίση, και αυτό μπορεί να μην τους ενοχλεί όσον αφορά στις επιπτώσεις στην ανεργία [ η ΟΕΒ θέλει άνεργους για να εκβιάζει ο Πήλικος τους νυν εργαζόμενους] αλλά στα μη εξυπηρετούμενα δάνεια. Και εκεί υπάρχει μια ωρολογιακή βόμβα, η οποία αν εκραγεί δεν θα αφορά απλώς μια νέα διολίσθηση της ύφεσης – αλλά και μια κρίση με ευρύτερες συνέπειες. Και για τις τράπεζες, αλλά και για το μέλλον της κοινωνίας ολόκληρης που μπορεί να μεταβληθεί σε μια ιδιότυπη αποικία χρέους. Και αν ο Χούριγκαν έφυγε βιαστικά μπροστά σε αυτό το φόντο ίσως να πρέπει να το σκεφτούν και άλλοι, τοπικοί και ξενοι, που εμπλέκονται στο θέμα.


Η Κυπριακή ύφεση σε συγκριτικό πλαίσιο: η λιτότητα φτιάχνει ένα πλαίσιο ανεργίας και διόγκωσης του δημόσιου χρέους, το οποίο λειτουργεί ως εκβιασμός για την τοπική κοινωνία απέναντι στους θεσμούς της Ευρωπαϊκής Ένωσης
Η ανακοίνωση των εκτιμήσεων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την οικονομία, σύμφωνα με την οποία η ύφεση θα συνεχιστεί και το 2015, επιβεβαίωσε μια τάση: η κυπριακή ύφεση τείνει, πια, να γίνει ανάλογη, αν όχι ίσως χειρότερη των άλλων χωρών που υποβλήθηκαν σε μνημόνιο. Αν υπολογίσει κανείς την αρχή της ύφεση από το 2012 [με δεδομένο ότι το 2011 τελείωσε με συνολικό ρυθμό στο θετικό της ανάπτυξης],[1] τότε η Κυπριακή οικονομία διανύει το 4 έτος ύφεσης. Και όσον αφορά στις επαναλαμβανόμενες εξαγγελίες της κυβέρνησης για επανεκκίνηση κλπ μπορούν να καταγραφούν, επίσης, στα θεάματα – στα 3 χρόνια της διακυβέρνησής της φαίνεται ότι η χώρα βίωσε την χειρότερη οικονομική κρίση από την δεκαετία του 1970 μετά την εισβολή. Οι αιτίες, βέβαια, πάνε πιο πίσω – και όπως και στην κρίση της δεκαετίας του 1930, είναι εξωγενείς. Όμως, οι εσωτερικές πολιτικές μετά το 2013 οδήγησαν σε πιο βαθιά κρίση – και αυτό είχε να κάνει και με οικονομικά, αλλά και ιδεολογικά αιτία. Η νέα κυβέρνηση του 2013 προτίμησε να βυθίσει την οικονομία σε χειρότερη κρίση από την αρχή σε μια απέλπιδα και αποτυχημένη προσπάθεια να προστατεύσει μερικές τράπεζες και τα συμφέροντα που εκφράζουν – αλλά και για να προωθήσει ιδεολογικά μια εισαγόμενοι ατζέντα ιδιωτικοποιήσεων [αφού με βάση το μνημόνιο της προηγούμενης δεν θα γίνονταν ιδιωτικοποιήσεις].
 Συγκριτικά δεδομένα  χωρών σε  λιτότητα η/και μνημόνιο:

Αρχή της ύφεσης
Έξοδος από ύφεση –
Επιπτώσεις λιτότητας
Ανεργία
Και Δημόσιο Χρέος
Πολιτικό σκηνικό μετά την λιτότητα και την τρόικα
Ιρλανδία
2008: - 2.6%
2009: 6.4%
Μνημόνιο
2013: σημάδια ανάκαμψης το 2011 [+2.8%] επιστροφή στην ύφεση το 2012 και ολοκλήρωση μνημονίου το 2013. Ανάπτυξη +4.8% το 2014 αλλά έντονες αντιδράσεις  για τις επιπτώσεις της λιτότητας.
2011-12 η ανεργία κινήθηκε στο 14%.
Το 2014-15 φαίνεται να κινείται στο 11-10%

Δημόσιο Χρέος:
Εκτίμηση για 109% το 2014
Κρίση των κυβερνητικών κομμάτων.
Άνοδος για πρώτη φορά αριστερού κόμματος, Sin Fein, ως βασικός πόλος του πολιτικού συστήματος -

Ελλάδα
2009: -4.4.%
2010: 5.4%
και δραματική αύξηση το 2011: - 8.9%
Μικρή έξοδος από ύφεση το 2014, αλλά επιμονή της Τρόικας για επιτήρηση-μνημόνιο
Από το 2011 ανεργία κινήθηκε ανάμεσα 25-27%
Δημόσιο Χρέος:
174.1% το 2014
Αναδιοργάνωση του πολιτικού σκηνικού. Εμφάνιση νέου αριστερού πόλου. Ανατροπή κυβέρνησης 2015
Πορτογαλία
Άνοιξη 2011 – οικονομική βοήθεια – τρόικα..
Ανεργία 11% το
2010
Έξοδος από προγράμματα
το 2014, αλλά υπό επιτήρηση μέχρι το 2026
2012-13: ανεργία 15-17% 2014-15: 14-15%

Δημόσιο Χρέος:
134% το 2014
Το πολιτικό σκηνικό παραμένει όπως και πριν. Πτώση όμως των κυβερνητικών δεξιών κομμάτων και άνοδος των σοσιαλιστών
Ισπανία
Κρίση από 2008 - ήπια ανάκαμψη το 2011 [0.7%] -επιστροφή στην ύφεση 2012 [-1.7%]..
Εκτός ύφεσης το 2014, αλλα με
Έντονη πολιτική αντιπαράθεση, ανεργία και πολιτική μετατόπιση..
2012-13: ανεργία 25-27%
2014-15: 23-25%
Δημόσιο Χρέος: από 72% το 2012 εκτόξευση στο 100% με ανοδικές τάσεις το 2014
Κρίση του υπάρχοντος πολιτικού συστήματος με την άνοδο άλλων κομμάτων, αποκεντρωτικές τάσεις και κινήματα
Κύπρος
Μετά από την ήπια αντιμετώπιση της πρώτης φάσης της ευρωπαϊκής κρίσης, η χώρα μπαίνει στη δεύτερη το 2012 με ύφεση -2.4% και ακολούθως
-5.4% το 2013
Εκτιμάται ότι μια έξοδος από την ύφεση θα γίνει το 2016.
Ανεργία 2014-15: 16-17%
Δημόσιο Χρέος:
Εκτιμάται ότι θα φτάσει το 106-108%
το 2015-16
Το πολιτικό σύστημα φαίνεται να είναι σταθερό, όπως στην Πορτογαλία με άνοδο της αμφισβήτησης του μνημονίου και της λιτότητας

 Σε αυτό το πλαίσιο οι πανηγυρισμοί από εύσημα της τρόικα ήταν μάλλον χωρίς νόημα. Η κρίση είχε τις ίδιες επιπτώσεις στην Κύπρο και η βαθιά ύφεση την ίδια περίπου διάρκεια. Σε τελική ανάλυση, ότι τακτική και αν ακολουθείτο θα υπήρχε μάλλον το ίδιο αποτέλεσμα.

Η Ιρλανδία βγήκε από την ύφεση [αν και αυτό δεν σημαίνει από τις επιπτώσεις της κρίσης όσον αφορά στην ανεργία και άλλες διαστάσεις, όπως οι επιπτώσεις την λιτότητας και των ιδιωτικοποιήσεων] σε 4 χρόνια [2010-14]. Η Ισπανία κινείται σε ρυθμούς ανάπτυξης [αν και η οικονομία εξακολουθεί να είναι σε δραματική κατάσταση] μετά από επίσης 4 χρόνια.. Ανάλογες εντάσεις υπάρχουν και στην Πορτογαλία. Μέχρι και η Ελλάδα, που είναι το σύμβολο της οδύνης των μνημονίων, μάλλον βγήκε από την πιο βαθιά ύφεση σε 4 χρόνια.  Σε αυτό το πλαίσιο, οι πανηγυρισμοί από εύσημα της τρόικα ήταν μάλλον χωρίς νόημα. Η κρίση είχε τις ίδιες επιπτώσεις στην Κύπρο και η βαθιά ύφεση την ίδια περίπου διάρκεια. Σε τελική ανάλυση, ότι τακτική και αν ακολουθείτο θα υπήρχε μάλλον το ίδιο αποτέλεσμα. Όσες χώρες, όμως, κατάφεραν να μην μπουν σε μνημόνιο επέπλευσαν ελαφρώς καλύτερα – η Γαλλία και η Ιταλία, όπως και η Σλοβενία, οι οποίες λόγω μεγεθών οι πρώτες και λόγω συγκυρίας η Τρίτη, δεν μπήκαν σε μνημόνιο, κατάφεραν να αποφύγουν τα χειρότερα - έστω και αν είχαν μεγαλύτερα ελλείμματα ή δημόσιο χρέος σε διάφορες συγκυρίες ή και τραπεζιτικά προβλήματα [η Σλοβενία] από χώρες οι οποίες εμπλάκηκαν με την τρόικα και τη λιτότητα της. Από την άλλη, η Ισπανία δεν είχε εξωτερικό μνημόνιο, ουσιαστικά, αλλά εσωτερικό – όπως και η Λετονία. Και τις δυο χώρες η ύφεση ήταν δραματική. Ενώ αντίθετα η Ισλανδία, που είναι εκτός Ευρώπης, κατάφερε να αντιμετωπίσει την τραπεζιτική κρίση πολύ καλύτερα.


Η ύφεση είναι προϊόν της λιτότητας τώρα – και μερικές αποκαλυπτικές συγκρίσεις για τα ψέματα της περιόδου 2011-13, όταν κάποιοι κατηγορούσαν το δημόσιο για να συγκαλύψουν τις τράπεζες: περί ελλείμματος και ποιοί οδήγησαν στην κρίση με τον περιορισμό της ρευστότητας στην αγορά
Ο βασικός παράγοντας της ύφεσης είναι η λιτότητα. Στην περίπτωση της Κύπρου είναι σαφές. Η άρνηση της προηγούμενης κυβέρνησης δεχθεί τη λιτότητα μέχρι την επιβολή της από τον εκβιασμό των τραπεζών που ζήτησαν κρατική στήριξη το 2012, το όποιο έφερε την τρόικα, η κυπριακή οικονομία είχε αντέξει θετικά το πρώτο στάδιο των επιπτώσεων της παγκόσμιας κρίσης στην ευρωπαϊκή οικονομία. Μετά από μια σύντομη ύφεση το 2009, επανήλθε σε ρυθμούς ανάπτυξης το 2010 και στην αρχή του 2011 – και παρά την κρίση που οξύνθηκε [και ευρωπαϊκά αλλά και τοπικά μετά την έκρηξη στο Μαρί που μεταμορφώθηκε και σε πολιτική με οικονομικές προεκτάσεις], εξακολούθησε να έχει συγκριτικά θετικά πρόσημο. Αν δει κάποιος τα συγκριτικά μεγέθη του ελλείμματος και του δημόσιου χρέους είναι αποκαλυπτικά. Στις πρόσφατες βουλευτικές εκλογές της Βρετανία, η συντηρητικη κυβέρνηση που ακολουθούσε νεοφιλελεύθερη πολιτική, διαφήμιζε το έλλειμμα του 5.5% ως επίτευγμα. Στην Κύπρο, το έλλειμμα σε καμία φάση δεν ξεπέρασε το 6.4% - ούτε το 2011, ούτε το 2012, ούτε το 2013. Ακόμα πιο αποκαλυπτικά, αυτό το έλλειμμα υπήρχε και το 2002, πριν μπει η χώρα στην Ε.Ε. Είναι, δηλαδή, διαχειρίσιμο και κατανοητό. Όμως, η Κύπρος ήταν στην ευρωζώνη και αυτό που ειναι επίτευγμα για τους νεοφιλελεύθερους εκτός [είτε είναι υπό ένταξη όπως το 2002, είτε στην Βρετανία του 2015] φαινόταν υπερβολικό. Το δημόσιο χρέος αρχές του 2012 ήταν 71% - πιο κάτω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Οι τραπεζιτικές ανάγκες το εκτόξευσαν στο 87% στα τέλη του 2012, και μετά, υπό την επήρεια της λιτότητας της τρόικα φτάσαμε στο 106% με ανοδική, για την ώρα, τάση.

Για την κυπριακή οικονομία τα βασικά προβλήματα είναι δυο: η αύξηση της ανεργίας που φαίνεται να σταθεροποιείται, όπως και σε άλλες χώρες που πέρασαν θεραπείες λιτότητας, σε ψηλά ποσοστά άνω του 10% [για την ώρα είναι μεταξύ 16-17% χωρίς να λάβει κανείς υπόψη την μετανάστευση την μερική εργασία και την απόσυρση από αναζήτηση εργασίας]. Και για την Κύπρο είναι ιδιαίτερα προβληματικό το ζήτημα των μη εξυπηρετούμενων δανείων που φαίνονται να έχουν φτάσει στα άνω του 60% για την Τράπεζα Κύπρου, ενώ για τον Συνεργατισμό και Ελληνική είναι μεταξύ 50%—60% Τα μη εξυπηρετούμενα είναι αποτέλεσαν της λιτότητας, αλλά είναι και αποτέλεσμα της φούσκας δανείων που καλλιεργούσαν οι τράπεζες και της φούσκας των ακινήτων που οδήγησε στη διόγκωση του ιδιωτικού χρέους – και στη δημιουργία ενός φαύλου κύκλου εξάρτησης.

Άρα έχουμε και ένα πρόβλημα στην αγορά εργασίας και ένα πρόβλημα στην παροχή ρευστότητας και στον τραπεζικό τομέα ευρύτερα.

..τα συγκριτικά μεγέθη του ελλείμματος και του δημόσιου χρέους είναι αποκαλυπτικά. Στις πρόσφατες βουλευτικές εκλογές της Βρετανία η συντηρητική κυβέρνηση που ακολουθούσε νεοφιλελεύθερη πολιτική, διαφήμιζε το έλλειμμα του 5.5%  ως επίτευγμα. Στην Κύπρο, το έλλειμμα σε καμία φάση δεν ξεπέρασε το 6.4% - ούτε το 2011, ούτε το 2012, ούτε το 2013. Ακόμα πιο αποκαλυπτικά αυτό το έλλειμμα υπήρχε και το 2002 πριν μπει η χώρα στην Ε.Ε. Είναι, δηλαδή, διαχειρίσιμο και κατανοητό. Όμως, η Κύπρος ήταν στην ευρωζώνη και αυτό που είναι επίτευγμα για τους νεοφιλελεύθερους εκτός [είτε είναι υπό ένταξη, όπως το 2002, είτε στη Βρετανία του 2015] φαινόταν υπερβολικό. Το δημόσιο χρέος αρχές του 2012 ήταν 71% - πιο κάτω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Οι τραπεζιτικές ανάγκες το εκτόξευσαν στο 87% στα τέλη του 2012, και μετά, υπό την επηρρεια της λιτότητας της τρόικα φτάσαμε στο 106% με ανοδική για την ώρα τάση.


«Είναι ο Κέυνς ηλίθιε».. ή όταν οι Ευρωπαίοι ανακάλυψαν τον νεοφιλελευθερισμό ως μηχανισμό εξάρτησης για την επιβολή της Ευρώπης που δεν μπορούσε να διαφημίσει ως «όραμα»
Μετά την κρίση του 1929 και πριν την προώθηση του νεοφιλευθερισμού την δεκαετία του 1980, η διδασκαλία των οικονομικών στα δυτικά πανεπιστήμια βασιζόταν σε ένα μεγάλο μέρος στη θέση του Κέυνς ότι  το βασικότερο πρόβλημα στην οικονομία ήταν η ανεργία, και ότι μια οικονομική κρίση μπορούσε να αντιμετωπιστεί με κρατική παρέμβαση – όπου το κράτος επενδύοντας στην οικονομία, έκανε αυτό το οποίο το ιδιωτικό κεφάλαιο δεν μπορούσε να κάνει. Η υιοθέτηση του νεοφιλευθερισμού αρχικά στην αγγλοσαξονικές χώρες και μετά επιλεκτικά στην ηπειρωτική Ευρώπη, ιδιαίτερα μετά τις «βίαιες μεταμορφώσεις των οικονομιών της ανατολικής Ευρώπης» οδήγησε σε μια νέα αντίληψη που καμώνεται ότι δεν βλέπει τα αυτονόητα – πως αντιμετωπίζονται οι κρίσεις. Σε αντίθεση με την Ευρώπη λ.χ. που έζησε την νεοφιλελεύθερή της στιγμή-περίοδο μετά το 2010, στις ΗΠΑ, όπου αυτό το μοντέλο είναι και στο επίκεντρο μια ευρύτερης διαμάχης, η τραπεζική κρίση που ξεκίνησε το 2010 αντιμετωπίστηκε, με σχετική επιτυχία [η χώρα πέρασε τα χειρότερα μέχρι το 2010] με μια νομισματική πολιτική [η οποία ως εστίαση στην Κεντρική Τράπεζα θύμιζε νεοφιλελευθερισμό θεσμικά μεν] αλλά ως πρακτική ακολούθησε την στρατηγική του Κέυνς – ότι το ιδιωτικό κεφάλαιο δεν μπορεί, δεν τολμά να επενδύσει σε περιόδους κρίσης, άρα πρέπει να αναλάβει  την πρωτοβουλία το δημόσιο. Έτσι, ο Μπερνανκέ της Κεντρικής Τράπεζας υιοθέτησε την ποσοτική χαλάρωση – την επένδυση, δηλαδή, δισεκατομυριων στην αγορά μετοχών, διοχετεύοντας ρευστότητα στην αγορά..

Η Ε.Ε., η οποία ιστορικά είναι πιο κοντά στο σοσιαλδημοκρατικό-κευνσιανό μοντέλο, ξόδεψε δημόσιο χρήμα για να στηρίξει τις τράπεζες, και μετά απ το 2010 τράβηξε απότομα το χαλί, απαιτώντας ξαφνικά μικρά δημόσιο-οικονομικά ελλείμματα και χαμηλό δημόσιο χρέος. Ήταν λες και τα κράτη πιάστηκαν στην παγίδα των τραπεζών. Η νέα έμφαση είχε, βέβαια, μια δικαιολογία – ότι αυτό επέβαλαν οι συμφωνημένοι κανόνες της Ε.Ε. Δομικά, δηλαδή, η Ε.Ε., αφού διασφάλισε την μη κατάρρευση αποφάσισε να επιβάλει δημόσιο-οικονομική πειθαρχία, χρησιμοποιώντας την κρίση, ως εύκαιρα ομοιογενοποίησης, όπως ίσως να έλπιζαν μερικοί της ευρωζώνης. Έτσι, μια σειρά από χωρες οδηγήθηκαν, είτε λόγω τραπεζιτικών κρίσεων, είτε λόγω δημόσιο-οικονομικών σε μνημόνια. Η οικονομική συμβουλή προς την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα να τυπώσει χρήμα, όπως έκανε και η αμερικανική, για να βγουν οι οικονομίες από την ύφεση, αγνοήθηκε μέχρι πρόσφατα. Μπορεί να πει κάποιος ότι ήταν λάθος πρακτική, λάθος εκτίμηση κλπ. Ήταν, όμως και μια σαφής δομική κίνηση από το γερμανικό κράτος να επιβάλει την ηγεμονία του. Και ενδεχομένως, να πληρώσει αυτήν την κύηση του στο μέλλον με απώλεια νομιμοποίησης.

Η κυπριακή κρίση: οδηγώντας μια χώρα στην λιτότητα χωρίς λόγο
Η κυπριακή περίπτωση ήταν, ίσως, η πιο κλασική μιας χώρας, που οδηγήθηκε σε μια υποχρεωτική λιτότητα χωρίς ιδαίτερο λόγο – και μάλιστα μια λιτότητα που είχε αποτέλεσμα να οξύνει μια ήπια ύφεση και να οδηγήσει σε χειρότερη κρίση το  τραπεζιτικό σύστημα και την κοινωνία.

Η Ε.Ε. η οποία ιστορικά είναι πιο κοντά στο σοσιαλδημοκρατικό-κεϋνσιανό μοντέλο, ξόδεψε δημόσιο χρήμα για να στηρίξει τις τράπεζες, και μετά απ το 2010 τράβηξε απότομα το χαλί, απαιτώντας ξαφνικά μικρά δημόσιο-οικονομικά ελλείμματα και χαμηλό δημόσιο χρέος. Ήταν λες και τα κράτη πιάστηκαν στην παγίδα των τραπεζών. Η νέα έμφαση είχε, βέβαια, μια δικαιολογία – ότι αυτό επέβαλαν οι συμφωνημένοι κανόνες της Ε.Ε. Δομικά, δηλαδή, η Ε.Ε., αφού διασφάλισε την μη κατάρρευση, αποφάσισε να επιβάλει δημόσιο-οικονομική πειθαρχία, χρησιμοποιώντας την κρίση, ως εύκαιρα ομοιογενοποίησης..

Μέχρι την άνοιξη του 2012, η Κύπρος ακολουθούσε μια μετριοπαθή πολιτική κεϋνσιανής παρέμβασης, η οποία ήταν επιτυχημένη – όπως και στις ΗΠΑ η ποσοτική χαλάρωση, αν και στην Κύπρο η πρακτική είχε να κάνει με την παρέμβαση του κράτους στη στήριξη της ζήτησης και στην απροθυμία να επιβληθεί λιτότητα. Αυτή η πίεση αυξήθηκε μετά το καλοκαίρι του 2011 και η κυβέρνηση, υπό γενική εσωτερική πίεση, υποχώρησε προσπαθώντας να κρατήσει ισορροπίες. Αλλά η βουλή, τα ΜΜΕ και τα κόμματα, πλην της αριστεράς, επαναλάμβαναν με ομοφωνία το κλισέ του "να παρθούν μέτρα" - κάνοντας ότι δεν βλέπουν το τραπεζικό πρόβλημα, όπως κάνουν σήμερα ότι ξεχνούν τις συνέπειες εκείνης της υστερίας που τους μετέτρεψε σε φερέφωνα της ΟΕΒ. Οι πιέσεις όμως συνεχίστηκαν. Ο λόγος ήταν σαφής έστω και αν δεν αναγνωριζόταν – οι αντίπαλοι της κυβέρνησης καταλάβαιναν την προβληματική θέση των κυπριακών τραπεζών και ήλπιζαν ότι θα μπορούσαν επικοινωνιακά να μετατοπίσουν την έμφαση στο δημόσιο – αλλά και πιο πρακτικά να υποχρεώσουν το δημόσιο να αναλάβει το κόστος των τραπεζών. Η πραγματική αιτία εκείνης της έντονης ταξικής διαμάχης που ξέσπασε στο δημόσιο λόγο από το 2011 και οξύνθηκε το 2012, είχε να κάνει ακριβώς με αυτό – ότι η αριστερή κυβέρνηση δεν το αποδεχόταν και αναζητούσε εναλλακτικές λύσεις.

 Ο λόγος ήταν σαφής έστω και αν δεν αναγνωριζόταν – οι αντίπαλοι της κυβέρνησης καταλάβαιναν την προβληματική θέση των κυπριακών τραπεζών και ήλπιζαν ότι θα μπορούσαν επικοινωνιακά να μετατοπίσουν την έμφαση στο δημόσιο – αλλά και πιο πρακτικά να υποχρεώσουν το δημόσιο να αναλάβει το κόστος των τραπεζών. Η πραγματική αιτία εκείνης της έντονης ταξικής διαμάχης, που ξέσπασε στον δημόσιο λόγο από το 2011 και οξύνθηκε το 2012, είχε να κάνει ακριβώς με αυτό

Όταν, όμως, μέσω της τρόικας και της κυβέρνησης της δεξιάς, η οποία εκλέγηκε το 2013 επιβλήθηκε μια συνεπής λιτότητα, το αποτέλεσμα ήταν το αναμενόμενο – η συρρίκνωση της παροχής ρευστότητας στην αγορά, έστω και μέσω του κράτους [είτε ως επενδύσεις, είτε ως μισθοί κλπ] οδήγησε την κατανάλωση σε μείωση, η οποία με τη σειρά της οδήγησε σε βαθύτερη κρίση και τους παραγωγικούς τομείς, άρα και σε νέες μειώσεις μισθών στον ιδιωτικό τομέα, άρα και νέο κύκλο ύφεσης. Έτσι, η μείωση των μισθών οδηγούσε σε μείωση στην κατανάλωση, που οδηγούσε σε κρίση την αγορά και στην παραγωγή, άρα και στην αύξηση της ανεργίας.

Αυτού του είδους η κυκλική κρίση θα επηρέαζε βέβαια και τον τραπεζικό τομέα. Αλλά με δεδομένο ότι οι τράπεζες ήταν η γενεσιουργός αιτία για την νέα κρίση και την ύφεση, η επίδραση ήταν ακόμα πιο δραματική και οδήγησε στην εκτόξευση των μη εξυπηρετούμενων δανείων. Οι κυπριακές τράπεζες με ελάχιστη διεθνή εμπειρία μεταμορφώθηκαν σε λιγότερο από 20 χρόνια σε βασικό χώρο διακίνησης κεφαλαίων από την ανατολή στη δύση ή και ανάποδα. Αυτό πλαίσιο κατασκευάστηκε σαφώς με υπόγεια δίκτυα στα οποία πρωτοστατούσαν δικηγορικά γραφεία και μερικοί τραπεζικοί παράγοντες. Όταν οι κυπριακές τράπεζες έφτασαν να έχουν πολλαπλάσιο ποσά κεφαλαίων από το τοπικό ΑΕΠ [λ.χ. 70 δις έναντι 17] ήταν σαφές ότι έπρεπε να επεκταθούν και επανεπενδύσουν κατασκευάζοντας φούσκες. Η επέκταση ταση στο εξωτερικό, έχοντας ως βάση τα υπόγεια κυκλώματα των δικηγορικών γραφείων, είχαν και σαφώς κερδοσκοπικές διαστάσεις, όπως η αγορά της Uniastrum, η αγορά-κύκνειο άσμα των ελληνικών ομολόγων το 2009 ή και πιο πριν. Όμως και στο εσωτερικό το αίσθημα της εξουσίας που κουβαλούσε το δίκτυο κεφάλαια-δικηγορικά γραφεία-πολιτικοί οδήγησε σε φούσκες στα ακίνητα, αλλά και μια μεγάλη διόγκωση του ιδιωτικού χρέους.

Η λιτότητα δεν μείωσε μόνο τους μισθούς και την κατανάλωση, αυξάνοντας ταυτόχρονα την ανεργία – άφησε τα νοικοκυριά χωρίς εισοδήματα και άρα το ιδιωτικό χρέος, η δεύτερη μεγάλη φούσκα μετά από εκείνη των ακίνητων ήταν εκεί, απειλώντας να προκαλέσει κοινωνική έκρηξη.

Όταν, λοιπόν, οι υποστηρικτές των τραπεζών απαίτησαν από το δημόσιο, λιτότητα, [και για ρητορικούς λόγους μετατόπισης, αλλά και ως ελπίδα να μαζευτεί το απαραίτητο κεφάλαιο για ανακεφαλαιποίηση] κατασκεύαζαν οι ίδιοι ένα λάκκο μέσα στο οποίο θα έπεφταν. Η λιτότητα δεν μείωσε μόνο τους μισθούς και την κατανάλωση, αυξάνοντας ταυτόχρονα την ανεργία – άφησε τα νοικοκυριά χωρίς εισοδήματα και άρα το ιδιωτικό χρέος, η δεύτερη μεγάλη φούσκα μετά από εκείνη των ακίνητων ήταν εκεί, απειλώντας να προκαλέσει κοινωνική έκρηξη.


Οι δομικές αιτίες όμως; Μήπως η ΕΚΤ χρησιμοποίησε την Κύπρο, όπως και η Γερμανία την λιτότητα, για να εμπεδώσει τη θέση της στο ευρωπαϊκό δομικό πλαίσιο;
Αξίζει να τεθεί το ερώτημα τί θα γινόταν αν η Κύπρος δεν άνηκε στην ευρωζώνη. Κατ΄αρχήν σαφώς ίσως να διακινούνταν λιγότερα κεφάλαια στις τράπεζες της. Αυτό μπορεί ήταν κακό για οπτική του γιγαντισμού των τραπεζών, αλλά θα ήταν θετικό για το τί ακολούθησε – η διαχείριση μικρότερων κεφαλαίων θα έφερνε λιγότερα εξωτερικά ρίσκα, αλλά και λιγότερες εσωτερικές φούσκες. Και με δεδομένο ότι ο τραπεζιτικός τομέας παρενέβη με τόσο δραματικό τρόπο στην πολιτική σκηνή [όπως φάνηκε αποκαλυπτικα και το 2014-15] μια μείωση της δύναμης των τραπεζών, θα ήταν καλή για την δημοκρατία.

Όμως, θα πρέπει να τονιστεί ότι ο λόγος για τον οποίο οι κυπριακές τράπεζες βρέθηκαν τόσο πολύ στο μάτι του κυκλώνα, έχει να κάνει με την σχετικά ανόητη προθυμία τους να παραχωρήσουν την κυριαρχία τους στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα. Αν ο κυπριακός τραπεζιτικός τομέας ήθελε πραγματικά να το παίζει αυτόνομος παίκτης αντάξιος λ.χ. της Βρετανίας, ή της Ελβετίας, δεν έπρεπε να ενταχθεί στην ευρωζώνη. Η ένταξη οδήγησε στην επιτήρηση και στην εφαρμογή κανόνων που οδηγούσαν, όχι απλώς στις μαύρες τρύπες, αλλά και σε πιεστικά πλαίσια. Το ότι λ.χ. καθορίστηκε ένα πλαίσιο ανακεφαλαιοποίησης των τραπεζών με ορίζοντα το τέλος του Ιούνη του 2012, είχε μεν μια λογική για την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, αλλά η απόφαση της ΕΚΤ να απειλήσει την κυπριακή κυβέρνηση με μη παροχή ρευστότητας ως αντίτιμο για τα κυπριακά ομόλογα όταν η Τράπεζα Κύπρου ζήτησε ενίσχυση 500 εκατομμυρίων την τελευταία στιγμή [25 Ιουνίου του 2012] και μετά ακολούθησε η υποβάθμιση των Fitch, ήταν υπερβολική κίνηση. Μια τράπεζα που διαχειριζόταν δεκάδες δις, ξαφνικά έσερνε μια χώρα στο μνημόνιο για μισό δις. Ήταν μια ύποπτη κίνηση της ηγεσίας της τράπεζας [λες και ήθελε το μνημόνιο] αλλά και η στάση της ΕΚΤ ήταν εξίσουν ύποπτη – όπως θα φαινόταν στη συνέχεια. Η ΕΚΤ δεν ήθελε συνέχιση των ρωσικών δανείων, ενδεχομένως, όπως και ο τοπικός τραπεζικός τομέας, αλλά ήθελε επίσης να ελέγχει αυτόν τον κόμβο διακίνησης κεφαλαίων. Και με την πρώτη ευκαιρία επέβαλε κούρεμα για να μπορέσει να ελέγχει ακόμα πιο άμεσα το κυπριακό τραπεζικό σύστημα. Η υποχρεωτική πώληση των υποκαταστημάτων στην Ελλάδα ήταν όντως μια κίνηση που έσωσε τις ελληνικές τράπεζες, ενώ απάλλασσε τις δύο χώρες από την τραπεζική εξάρτηση. Η ΕΚΤ μέσω Κύπρου καθόριζε πλέον πολιτική. Αν η Κύπρος ήταν πειραματόζωο, το πείραμα ήταν η προώθησης ενοποίησης του τραπεζιτικού συστήματος υπό την επίβλεψη της ΕΚΤ. Όπως η λιτότητα λειτουργεί για να εμπεδώνει η Γερμανία την ηγεμονία της, η κυπριακή τραπεζιτική κρίση βοήθησε την ΕΚΤ να ενισχύσει την εξουσία της. Σε ένα πρόσφατο δημοσίευμα, ο Φιλελεύθερος ανέφερε ότι οι νέοι κανονισμό της ΕΚΤ θα διευρύνουν τα μη εξηρετουμενα δάνεια. Έτσι, οι ευρωπαϊκοί κανόνες καθορίζουν, πια, το μέγεθος της κυπριακης κρίσης.

Αυτό το οποίο συμβαίνει είναι η αυξημένη εξάρτηση της Κύπρου.




Η ΚΥΠΡΟΣ ΕΙΧΕ ΑΝΑ[ΠΤΥΞΗ 0.4% ΤΟ 2011..ΚΑΙ  20.3% το 1976

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου