24 Μαΐ 2015

Πρωτοβουλία για τη Διάσωση των Φυσικών Ακτών Υπόμνημα Θέσεων – Κοινοβουλευτική Επιτροπή Περιβάλλοντος – Τετάρτη, 20 Μαΐου 2015





Νομοσχέδιο με τίτλο «Ο περί Εκτίμησης των Επιπτώσεων στο Περιβάλλον από Ορισμένα Έργα (Τροποποιητικός) Νόμος του 2013 (Πρόταση νόμου των κ. Ανδρέα Κυπριανού, Νίκου Νουρή και Κυριάκου Χατζηγιάννη, εκ μέρους της κοινοβουλευτικής ομάδας του Δημοκρατικού Συναγερμού) (Αρ. Φακ. 23.02.054.072-2013)»

Η Πρωτοβουλία για τη Διάσωση των Φυσικών Ακτών εκφράζει την πλήρη διαφωνία και κάθετη εναντίωση της με την υπό αναφορά πρόταση νόμου. Η συγκεκριμένη πρόταση νόμου παραβιάζει τις πρόνοιες και τη φιλοσοφία των «περί της Εκτίμησης των Επιπτώσεων στο Περιβάλλον από Ορισμένα Έργα Νόμων του 2005 έως 2012 [Ν. 140(Ι)/2005, 42(Ι)/2007, 47(Ι)/2008, 80(Ι)/2009 και 137(Ι)/2012]», καθώς επίσης και την «Οδηγία 2011/92/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 13ης Δεκεμβρίου 2011 για την εκτίμηση των επιπτώσεων ορισμένων σχεδίων δημοσίων και ιδιωτικών έργων στο περιβάλλον». Ειδικότερα, αυτή η πρόταση νόμου αποδυναμώνει έως και αναιρεί το λόγο και ρόλο της περιβαλλοντικής αρχής, όσον αφορά την επιβολή συγκεκριμένων όρων ή / και μέτρων, τους οποίους θεωρεί ουσιώδεις, ή ακόμη και τυχόν εισήγηση της για μη-εκτέλεση ενός έργου, λόγω σοβαρών, ριζικών ή / και μη-αναστρέψιμων περιβαλλοντικών επιπτώσεων.

Η εν λόγω πρόταση νόμου πρακτικά παρακάμπτει και ουσιαστικά υποβαθμίζει την καθ’ ύλην αρμόδια υπηρεσία για την εκτίμηση των περιβαλοντικών επιπτώσεων ενός έργου. Στο πλαίσιο των θεμελιωδών αρχών του κράτους δικαίου, της διάκρισης εξουσιών και της χρηστής διοίκησης θεωρούμε ανεπίτρεπτο να παρέχεται το δικαίωμα στον αιτητή – ιδιώτη επενδυτή να αμφισβητεί ή / και να απορρίπτει τους ουσιώδεις όρους και την περιβαλλοντική γνωμάτευση, παραπέμποντας την απόφαση της καθ’ ύλην αρμόδιας υπηρεσίας σε υπουργική επιτροπή, χωρίς την υποβολή ιεραρχικής προσφυγής, δικαίωμα το οποίο παρέχεται έτσι κι αλλιώς μέσω της ισχύουσας νομοθεσίας.

Σημειώνεται ότι μέσω της συγκεκριμένης πρότασης νόμου αυτό το δικαίωμα θα παρέχεται στον αιτητή – ιδιώτη επενδυτή ακόμη και εάν η πολεοδομική αρχή δεν διαφωνεί με την περιβαλλοντική αρχή και παρά το γεγονός ότι η γνωμάτευση της περιβαλλοντικής αρχής στηρίζεται στην επιστημονική αξιολόγηση από τα εξειδικευμένα μέλη της Επιτροπής Εκτίμησης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων. Ως εκ τούτου, μία αμιγώς επιστημονική και τεχνική διαδικασία αξιολόγησης των περιβαλλοντικών επιπτώσεων ενός έργου, στην οποία συμμετέχει εξειδικευμένο προσωπικό του κράτους (αρμόδιες αρχές), της κοινωνίας πολιτών (περιβαλλοντικές – οικολογικές οργανώσεις) και της αγοράς (ιδιώτες μελετητές), πλέον αντικαθίσταται από μία αδιαφανή διαδικασία, στην οποία αναμένεται να ασκούνται πολιτικές πιέσεις και να εξυπηρετούνται οικονομικά συμφέροντα, λόγω της διαφωνίας του αιτητή – ιδιώτη επενδυτή.

Επισημαίνεται επίσης ότι με βάση το Άρθρο 19 της ισχύουσας νομοθεσίας, ακόμη και «σε περίπτωση κατά την οποία η πολεοδοµική αρχή, η οποία θα αποφασίσει για τη χορήγηση πολεοδοµικής άδειας για εκτέλεση του έργου, ή η κρατική υπηρεσία, η οποία θα προβεί σε εκτέλεση ή θα εγκρίνει την εκτέλεση δηµόσιου έργου δε συµφωνεί µε την εφαρµογή οποιασδήποτε από τις εισηγήσεις της περιβαλλοντικής αρχής, τότε παραπέµπει το θέμα στην υπουργική επιτροπή, η οποία αποφασίζει, µέσα σε τριάντα ηµέρες από την ηµεροµηνία της παραποµπής, κατά πόσο η ανωτέρω πολεοδοµική αρχή ή κρατική υπηρεσία, αναλόγως της περιπτώσεως, εφαρµόσει την εισήγηση της περιβαλλοντικής αρχής ή κατά πόσο θα εφαρµόσει οποιαδήποτε άλλα µέτρα ή θα προβεί σε οποιεσδήποτε άλλες ενέργειες που αποσκοπούν στη µείωση ή εξάλειψη των επιπτώσεων που δυνατό να επιφέρει στο περιβάλλον η εκτέλεση ή λειτουργία του έργου. Οι εισηγήσεις που µπορούν να παραπεµφθούν για εξέταση στην υπουργική επιτροπή είναι: (α) για µη εκτέλεση του ή (β) επιβολή συγκεκριµένων όρων στην πολεοδοµική άδεια τους οποίους η περιβαλλοντική αρχή θεωρεί ουσιώδεις ή (γ) σε περίπτωση δηµόσιου έργου, εφαρµογή συγκεκριµένων µέτρων κατά την εκτέλεση του έργου τα οποία η περιβαλλοντική αρχή θεωρεί ουσιώδη». Κατά συνέπεια, η συγκεκριμένη πρόταση νόμου δεν έρχεται να καλύψει οποιοδήποτε κενό στην εφαρμογή των προνοιών της νομοθεσίας, σε περίπτωση διαφωνίας των καθ’ ύλην αρμόδιων αρχών επί των ουσιωδών όρων και της περιβαλλοντικής γνωμάτευσης.

Αξίζει να σημειωθεί ότι το βασικό επιχείρημα της αιτιολογικής έκθεσης δεν ευσταθεί, καθώς η ισχύουσα διαδικασία αξιολόγησης των περιβαλλοντικών επιπτώσεων ενός έργου είναι πολύ περισσότερο διαφανής από τη διαδικασία που προτείνεται μέσω της εν λόγω πρότασης νόμου. Ενδεικτικά αναφέρουμε ότι οποιοδήποτε άτομο ενδιαφέρεται να παρακολουθήσει ή / και να συμμετάσχει στις συνεδρίες της Επιτροπής Εκτίμησης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων μπορεί να ζητήσει να παρευρεθεί για να εκφράσει τις απόψεις του. Παράλληλα, στις συνεδρίες συμμετέχουν τόσο ο αιτητής όσο και ο ιδιώτης επενδυτής, οι οποίοι μπορούν να παρουσιάσουν όλες τις επιστημονικές και τεχνικές λεπτομέρειες ενός έργου, καθώς επίσης και να καταθέσουν τις παρατηρήσεις και τις εισηγήσεις τους έναντι όλων των μελών της Επιτροπής Εκτίμησης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων. Παράλληλα, τονίζεται το γεγονός ότι όλες οι Μελέτες Εκτίμησης των Επιπτώσεων στο Περιβάλλον και οι Περιβαλλοντικές Γνωματεύσεις είναι διαθέσιμες ηλεκτρονικά στην επίσημη ιστοσελίδα του Τμήματος Περιβάλλοντος, ενώ η πρόσβαση σε αυτές είναι ελεύθερη και δημόσια.

Επισημαίνεται ότι το περιβαλλοντικό κεκτημένο είναι υπεράνω του εθνικού δικαίου και η Κυπριακή Δημοκρατία έχει υποχρέωση να εναρμονίσει τις νομοθεσίες της με αυτές της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αντίθετα, το συγκεκριμένο νομοσχέδιο φαίνεται να αγνοεί τις υποχρεώσεις της Κυπριακής Δημοκρατίας και να προωθεί τροποποιήσεις της εθνικής νομοθεσίας, οι οποίες στρέφονται ενάντια στο περιβαλλοντικό κεκτημένο και σε θεμελιώδεις αρχές της περιβαλλοντικής δικαιοσύνης. Τέλος, υπογραμμίζεται ότι εάν δεν υλοποιούνται οι ουσιώδεις όροι ή εάν δεν εγκρίνεται η περιβαλλοντική γνωμάτευση ενός έργου, τότε αυτόματα δεν εφαρμόζεται η οδηγία αυτή καθαυτή.

Όπως αναφέρει και το προοίμιο της σχετικής «Οδηγίας 2011/92/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 13ης Δεκεμβρίου 2011 για την εκτίμηση των επιπτώσεων ορισμένων σχεδίων δημοσίων και ιδιωτικών έργων στο περιβάλλον», «οι επιπτώσεις ενός έργου στο περιβάλλον θα πρέπει να εκτιμώνται με γνώμονα την προστασία της ανθρώπινης υγεί­ας, τη συμβολή, με τη δημιουργία ενός καλύτερου περιβάλλοντος, στη βελτίωση της ποιότητας ζωής, τη φροντίδα για τη διατήρηση των ποικιλιών των ειδών και τη διατήρηση της αναπαραγωγικής ικανότητας του οικοσυστήματος ως θεμε­λιώδους πόρου ζωής».


Εν αντιθέσει με το πνεύμα της σχετικής οδηγίας, η συγκεκριμένη πρόταση νόμου φαίνεται να έχει ως γνώμονα την εξυπηρέτηση οικονομικών συμφερόντων, να παραχωρεί υπερεξουσίες στην υπουργική επιτροπή και να αναιρεί το περιβαλλοντικό κεκτημένο, μέσω αδιαφανών πολιτικών διαδικασιών και αποφάσεων, στο πλαίσιο μίας αναπτυξιακής «κατάστασης εξαίρεσης». Έτσι, η «έκτακτη ανάγκη» της οικονομικής κρίσης, της διευκόλυνσης των «αναπτυξιακών έργων» και της «αποφυγής υποβολής χρονοβόρων προσφυγών» δίνει την εντύπωση ενός fictio, δηλαδή μίας πλασματικής κατασκευής. Παρότι επικαλείται την «αρχή της φυσικής δικαιοσύνης και το περί δικαίου αίσθημα», ουσιαστικά μέσω της εν λόγω πρότασης νόμου το δίκαιο προσπαθεί να προσεταιριστεί την ανομία με υπουργικές αποφάσεις (χωρίς οποιαδήποτε επιστημονική τεκμηρίωση, νομικοτεχνική ανάλυση και διαφανείς διαδικασίες λήψης αποφάσεων) και άρα να απομονώσει την ισχύ του νόμου από τον ίδιο τον νόμο.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου