3 Μαΐ 2015

Και αν αυτός ο άνεμος δεν κοπάσει;[1] Η ατμόσφαιρα ταξικής αντιπαράθεσης έχει επανέλθει στην κυπριακή κοινωνία από το 2011 – και στις δυο κοινότητες. Μια μερίδα του κεφαλαίου, που θυμίζει τους «ενοικιαστές φόρων» του 18ου αιώνα, και τους τοκογλύφους της δεκαετίας του 1920, τα «θέλει όλα δικά της», ενώ απέναντι της κυοφορείται μια ετερόκλητη συμμαχία οργής για την υπεράσπιση των «μικρών» και των «κοινών» [υλικές μορφές της ταξικής πάλης και ρητορικές εκφράσεις των οικονομικών αντιπαραθέσεων]





Η συζήτηση για τα ωράρια που ακολούθησε τη συζήτηση για τις εκποιήσεις κατέγραψε και πάλι μια νέα διάσταση στο δημόσιο λόγο – την έντονη ταξική διαφοροποίηση. Όχι μόνο ανάμεσα σε εργαζόμενους και εργοδότες, αλλά και ανάμεσα σε μια σύγκλιση συμφερόντων των «μικρομεσαίων» και των εργαζόμενων από την μια, και μιας ομάδας, η οποία φαίνεται να προωθεί μια συσσώρευση κεφαλαίου για τους λίγους. Και αυτές οι ρητορικές αντιπαραθέσεις συμβαίνουν σε ένα φόντο εμφάνισης μορφών, έστω και συμβολικής βίας [μερικές πέτρες στη βιτρίνα μιας τράπεζας είναι συμβολική βία] από τους κατόχους των αξιόγραφων – οι οποίοι ήταν από τον Ιούλιο του 2012 τα πρώτα κατεγραμενα θύματα των τραπεζών. Η οργή τους, η οποία εμφανίστηκε και ως καθολικό φαινόμενο αντίθεσης και οργής με τις τράπεζες το Μάρτιο του 2013 [όταν απειλήθηκε καθολικό κούρεμα], μπορεί να γίνει μια πρακτική κινητοποιήσεων για το μέλλον. Διότι η κρίση έχει αποκτήσει αυτά τα 5 χρόνια ταξικό πρόσωπο αντιπάλου για την πλειοψηφία που πληρώνει την κρίση – τις τράπεζες και τα συμφέροντα που εξυπηρετούν [κωδικοποιημένα ως «μεγάλο-οφειλέτες», μεγάλο-μέτοχοι πριν κοκ]. Και από την άλλη, φαίνεται να συγκροτείται ένα μέτωπο συλλογικής αντίστασης που διεκδικεί ντε φάκτο το καθεστώς ελέγχου της αγοράς και κοινωνικής προστασίας που υπήρχε πριν – και το οποίο δημιουργήθηκε μετά τις ταξικές αντιπαραθέσεις της δεκαετίας του 1940 [ή ευρύτερα της περιόδου 1920-50]. Και αυτή η διεκδίκηση φαίνεται να διαπερνά και την τουρκοκυπριακή κοινότητα.

Η επιστροφή της οικονομίας και της ταξικής πάλης στο δημόσιο λόγο
Τα τελευταία 5 χρόνια, η κυπριακή κοινωνία, ως σύνολο, έχει μπει, πια, σε μια περίοδο που τα οικονομικά ζητήματα, και αναπόφευκτα οι ταξικές τους διαστάσεις, αποκτούν αυξανόμενα κεντρικό ρόλο στην πολιτική ζωή, αλλά και στη δημόσια σφαίρα. Αυτή η μετατόπιση είναι ιδιαίτερα σημαντική, αν δει κανείς ότι την προηγούμενη περίοδο, 1950-2010, η οικονομία είχε υποχωρήσει από τα θέματα προτεραιότητας στην ατζέντα των εσωτερικών πολιτικών διαμαχών. Το κυπριακό, στις διάφορες εσωτερικές και εξωτερικές του διαστάσεις απέκτησε κεντρική θέση στο δημόσιο διάλογο και στις δυο κοινότητες, όπως και σε ένα άλλο βαθμό το ζήτημα το εκδημοκρατισμού, ενώ τα θέματα οικονομίας, αν και υπήρχαν στην ατμόσφαιρα, εκφράζονταν συνήθως σε ένα συναινετικό κλίμα. Όπως είχε παρατηρήσει κάποτε ο Τ. Παπαδόπουλος, στη βουλή οι αποφάσεις παίρνονται συνήθως σε ένα κλίμα συναίνεσης που έφτανε στο 95% ομοφωνίας στα περισσότερα θέματα. Όλοι υποστήριζαν την ανάγκη κρατικής παρέμβασης, ενθάρρυνσης της ανάπτυξης, και «κοινωνικής δικαιοσύνης». Το ελληνοκυπριακό κόμμα της δεξιάς λ.χ. μιλούσε μέχρι πρόσφατα για «κοινωνικό κράτος», ενώ οι μαζικές προσλήψεις ημέτερων στο δημόσιο ήταν ιστορικό έργο της ελληνοκυπριακής κεντροδεξιάς. Η τουρκοκυπριακή κοινότητα βρέθηκε σε πιο δύσκολη θέση μετά το 1964, αλλά και εκεί επικράτησε ένα είδος κράτους ευημερίας στους θύλακες – και μετά το 1974, καθώς ήταν και πάλι μια περιοχή υπό εμπάργκο.

Για τους τουρκοκύπριους, η επαναφορά της οικονομίας στο προσκήνιο, έγινε, όχι τυχαία [όπως και τους ελληνοκύπριους] από την κρίση του τραπεζιτικού τομέα στα τέλη της δεκαετίας του 1990. Σύντομα, ωστόσο, η οικονομική διάσταση προσπεράστηκε και το κυπριακό, και η «ευρωπαϊκή υπόσχεση», έγιναν κυρίαρχα στην ατζέντα. Ωστόσο, ενώ η τραπεζιτική κρίση άρχισε να εμφανίζεται και στην ελληνοκυπριακή κοινότητα το 2011, ο Ερντογάν θύμισε και στους τουρκοκύπριους ότι το υπόστρωμα της πολιτικής είναι συνήθως, αν όχι πάντα, η οικονομία. Έτσι ξαφνικά και στις δυο κοινότητες άρχισε να εμφανίζεται μια νέα ρητορική – αυτή που στο εξωτερικό ονομάστηκε νεοφιλελευθερισμός, η οποία, άρχισε να εστιάζει την επίθεσή της στο δημόσιο, στις συνδικαλιστικές οργανώσεις κοκ. Η τουρκοκυπριακή αντίδραση ήταν πιο «κυπριακή» - πιο συλλογική, και αντίθετη σε κάτι που βιωνόταν ως επιβολή από τα έξω. Οι συνδικαλιστικές οργανώσεις μεταβλήθηκαν, σε αυτό το πλαίσιο, σε άξονα κινητοποιήσεων που εξέφραζαν την κοινότητα.


Κόστος Εργασίας:[2] Η κρίση των τραπεζών εκβιάζει μια επίθεση στο βιωτικό επίπεδο της πλειοψηφίας. Από το 2012 οι μισθοί πέφτουν με δραματικό ρυθμό, καθώς το «πρόγραμμα» λιτότητας και τα «μέτρα» της τρόικα – αλλά και αυτά που ακολουθούν μετά το Μάρτιο του 2013, οδηγούν σε επίθεση στους μισθωτούς

Αντίθετα, στην ελληνοκυπριακη κοινότητα, η επίθεση ήταν απρόσμενη, και για ένα διάστημα η αντίσταση φάνηκε να μην κατανοεί το εύρος της επίθεσης. Η επίθεση αυτής της νεοφιλελεύθερης ρητορικής, και των οικονομικών-κοινωνικών δυνάμεων που εκπροσωπούσε, εκφράστηκε αρχικά από μερικούς πολιτικούς στο κοινοβούλιο [και έμοιαζε τότε με απλή πολιτικάντικη ρητορική - ενώ μετά πήρε την μορφή της "κυβερνώσας βουλής"] και άρχισε να απλώνεται στα ΜΜΕ από την άνοιξη του 2011. Υπήρχε ήδη και μια εξωτερική πίεση λόγω της διευρυνόμενης κρίσης στην Ελλάδα – και της έκθεσης των κυπριακών τραπεζών εκεί. Ήταν ένα σύμπλεγμα συμφερόντων που δεν κατανοήθηκαν οι προεκτάσεις του από αυτούς που θα ήταν σύντομα ο στόχος των επιθέσεων που εξαπέλυαν οι προστάτες και άλλοι εκπρόσωποί του. Και αυτό αφορούσε και την αριστερή κυβέρνηση που επέμενε στην αποφυγή της λιτότητας, αλλά και τις συντεχνίες. Μετά το Μαρί [ το οποίο μεταβλήθηκε σε πολιτική κρίση – και ως μοχλός πίεσης προς την κυβέρνηση, αλλά και  προς τις συντεχνίες] η επίθεση ήταν απροκάλυπτη. Μέχρι σήμερα, οι περισσότεροι από τους τότε συμμετέχοντες στα θεάματα προσπαθούν να αποφύγουν την αντικειμενική πραγματικότητα – η έκρηξη είχε συμπέσει, τον ίδιο μήνα, με την απόφαση για κούρεμα των ελληνικών ομολόγων, άρα και με σημαντικές απώλειες για τις κυπριακές τράπεζες. Αλλά στην Κύπρο τα πρωτοσέλιδα δεν λογόκριναν μόνο ότι δεν κηρύχθηκε εκκένωση στην βάση ή ότι την απόφαση για την τοποθέτηση των πυρομαχικών την είχε ο στρατός, αλλά και το ότι η οικονομία βρισκόταν σε ομηρία λόγω της έκθεσης των τραπεζών στην Ελλάδα. Ακόμα και τον Σεπτέμβριο της ίδιας χρονιάς, όταν άρχισε η Λαϊκή να αντλεί ΕΛΑ και η Τράπεζα Κύπρου αρνήθηκε [για 2 θέσεις στο ΔΣ της τράπεζας] να δεχθεί την προσφορά του Ριμπολόβλεφ για 500-600 εκατομμύρια, η κυπριακή δημόσια σφαίρα αρνείτο πεισματικά να συζητήσει την επερχόμενη κρίση των τραπεζών, όπως ένας ασθενής στο ψυχαναλυτικό ντιβάνι. Ακόμα και ο πρόεδρος Χριστόφιας, ο οποίος προσπάθησε και πριν και μετά να προειδοποιήσει για τις τράπεζες, φάνηκε να μην ξέρει το μέγεθος του συγκαλυμενου, από την Κεντρικη και την οικονομικη ελιτ, τραπεζιτικου προβλήματος. Διαφορετικά, δεν θα διόριζε τον δικηγόρο της Τράπεζας Κύπρου για να προβεί στη διερεύνηση της έκρηξης στο Μαρί – με δεδομένη ήδη την κατασκευή υστερίας εναντίον του από το επόμενο πρωί της έκρηξης. Ο κ. Πολυβίου δεν μπορούσε να διερευνήσει, διότι είχε σύγκρουση συμφερόντων – δομικά ως δικηγόρος της Τράπεζας Κύπρου "όφειλε" να στρέψει την προσοχή μακριά από τα τραπεζιτικά. Αυτό που ακολούθησε ήταν 9 μήνες διαμαχών με συμβιβασμούς τους εργατικού κινήματος, χωρίς βέβαια αποτέλεσμα, αφού τελικά οι τράπεζες ζήτησαν κρατική βοήθεια και έσπρωξαν τη χώρα στο μνημόνιο. Και το αν αυτό ήταν ή δεν ήταν σκόπιμο εκ μέρους της Τράπεζας Κύπρου, η οποία ζήτησε ενίσχυση 5 μέρες πριν λήξει η ημερομηνία για ανακεφαλαιοποίηση, παραμένει ακόμα ανοικτό – και φυσικά λογοκρινόμενο στην δημόσια σφαίρα. Σε εκείνη την περίοδο, τα ΜΜΕ πρόσφεραν απλόχερα υπηρεσίες στην συγκάλυψη των τραπεζών, αλλά και στην προώθηση της νεοφιλελεύθερης πολιτικής – ότι φταίει το δημόσιο, οι συντεχνίες, και όσοι γενικά αντιστέκονταν στη λιτότητα. Ο Χριστόφιας ήταν ο συμβολικός στόχος ακριβώς γιατί επέμενε να θυμίζει την άλλη άποψη, έστω και ως πρόεδρος, εκπρόσωπος της εκτελεστικής εξουσίας, αφού ήδη στη Βουλή είχε επιστατήσει η λογική της επιβολής μέτρων από τη «κυβερνώσα αντιπολίτευση» σε συνεργασία με τους «μανδαρίνους» του υπουργείου οικονομικών. Η τρόικα απλώς θα συμπλήρωνε το πλαίσιο της επιβολής των «λύσεων», που νόμιζαν μερικοί ότι θα έσωζαν τις «τράπεζες τους».

Ακόμα και τον Σεπτέμβριο της ίδιας χρονιάς όταν άρχισε η Λαϊκή να αντλεί ΕΛΑ και η Τράπεζα Κύπρου αρνήθηκε [για 2 θέσεις στο ΔΣ της τράπεζας] να δεχθεί την προσφορά του Ριμπολόβλεφ για 500-600 εκατομμύρια, η κυπριακή δημόσια σφαίρα αρνείτο πεισματικά να συζητήσει την επερχόμενη κρίση των τραπεζών, όπως ένας ασθενής στο ψυχαναλυτικό ντιβάνι. Ακόμα και ο πρόεδρος Χριστόφιας, ο οποίος προσπάθησε και πριν και μετά να προειδοποιήσει για τις τράπεζες, φάνηκε να μην ξέρει το μέγεθος του συγκαλυμενου…τραπεζιτικου προβλήματος. Διαφορετικά δεν θα διόριζε τον δικηγόρο της τράπεζας Κύπρου για να κάνει διερεύνηση της έκρηξης στο Μαρι – με δεδομένη ήδη την κατασκευή υστερίας εναντίον του από το επόμενο πρωί της έκρηξης. Ο κ. Πολυβίου δεν μπορούσε να διερευνήσει διότι είχε σύγκρουση συμφερόντων – δομικά σαν δικηγόρος της τράπεζας Κύπρου "οφειλε" να στρέψει την προσοχή μακριά από τα τραπεζιτικά.

Όταν ήρθε τελικά η τρόικα, τον Ιούλιο, το κλίμα ήταν ακόμα εστιασμένο ενάντια στο δημόσιο – απλώς από το φθινόπωρο και μετά εστιάστηκε σε μια νέα θλιβερή στιγμή υποτελείας της πλειοψηφίας του κυπριακού δημόσιου λόγου και του κατεστημένου, το οποίο εξέφραζε. Την έμμεση ή άμεση απαίτηση για αποδοχή των όρων της τρόικα. Το πιο θλιβερό έντυπο αυτής της περιόδου ήταν ο Πολίτης.  Όχι μόνο προσπάθησε να συγκαλύψει τα σκάνδαλα των τραπεζών, αλλά και πίεζε απροκάλυπτα για την αποδοχή των όρων της τρόικα. Και σε αυτό συμμετείχε, πια, και όλη η ηγεσία του ΔΗΣΥ, όπως φάνηκε και με την εξίσου θλιβερή «επιστολή» [βασικά ο στόχος της φάνηκε να είναι ένα ακόμα εκβιαστικό πρωτοσέλιδο του Πολίτη της Κυριακής] Αναστασιάδη για αποδοχή των όρων της τρόικα γιατί κινδύνευε η Λαϊκή – από αποκοπή του ΕΛΑ. Και τον επόμενο χρόνο, η κυβέρνηση του θα απορούσε, δήθεν, γιατί διογκώθηκε ο ΕΛΑ, λες και δεν το ήξερε, όταν επέμενε να γίνουν αποδεκτοί οι όροι της τρόικα για να διατηρείτο ΕΛΑ της Λαϊκής.

Κάτω από την επιφάνεια, ωστόσο, τα πράγματα δεν ακολουθούσαν πια το επιφανειακό μοντέλο της καθολικής επίθεσης ενάντια στην αντίσταση στη λιτότητα, και στην άρνηση του Χριστόφια απλώς να υπογράψει μνημόνιο. Άλλωστε οι επιθέσεις εναντίον του είχαν πάρει σε κάποιο στάδιο και τη μορφή απαίτησης να υπογράψει ένα είδος δήλωσης υποταγής με βάση, το οποίο θα μπορούσαν οι επόμενοι, την επόμενη περίοδο, να νομιμοποιούν τον νεοφιλελευθερισμό με την επίκληση της υποταγής του ως απόδειξη του «δεν υπάρχει άλλη επιλογή». Η άρνηση του, όπως και η επιμονή του στις σκληρές διαπραγματεύσεις άνοιξε ένα κενό νομιμοποίησης – που, όπως φοβόντουσαν, είναι εκεί και διευρύνεται. Οι ευθύνες των τραπεζών ήταν πια σαφείς, όπως και οι ανάγκες τους – και η κυβέρνηση, όπως και ο νέος διοικητής της Κεντρικής, δεν είχαν κανένα λόγο να τις συγκαλυψουν. Ξέσπασε έτσι ένας δημόσιος διάλογος, πια, για τις ευθύνες των τραπεζών. Η ταξική μάχη πήρε ρητορική μορφή -  οι ευθύνες των τραπεζών, η απαίτηση για φορολόγηση του πλούτου απέναντι στο σπάταλο δημόσιο και την άρνηση αποδοχής της τρόικα. Ο Λιλλήκας κατάλαβε ότι κάτω από την επιφάνεια της 80-90% ομοφωνίας των ΜΜΕ, υπήρχε ένα ρεύμα οργής που αντλούσε την έμπνευση του από την δυσφορία με την λιτότητα, αλλά και την υποταγή στην τρόικα - και άρχισε να «πουλά» προεκλογικά έστω, μια διαφοροποίηση από την ομοφωνία της προηγούμενης περιόδου. Η αποτυχία του Αναστασιάδη να εκλεγεί από την πρώτη Κυριακή, αλλά και τα ποσοστά του Μαλά τη δεύτερη, ήταν προειδοποίηση για το υπόγειο ρεύμα που ήταν εν δυνάμει και πλειοψηφικό – παρά την ομοφωνία της πλειοψηφίας των ΜΜΕ.

Και όταν ξέσπασε η πρώτη οργισμένη αντεπίθεση, τον Μάρτιο του 2013, η οποία ναυάγησε το καθολικό κούρεμα που θα κοινωνικοποιούσε τις ζημιές των τραπεζών, η αστική τάξη και τα ΜΜΕ, φάνηκαν να μην μπορούν να κατανοήσουν από πού ξεπήδησε. Το κοινωνικό συμβόλαιο έχει ραγίσει στην ελληνοκυπριακή κοινότητα. Το συγκρατεί ακόμα ένα αίσθημα συλλογικότητας, που βασίζεται στην προσωρινότητα του μνημονίου ως συμφωνίας, αλλά ίσως περισσότερο η ελπίδα που δημιουργήθηκε με την ανακάλυψη φυσικού αερίου, ως πηγή δημόσιου πλούτου. Αλλά οι ρωγμές είναι επίσης σαφείς.

Τα συμπτώματα είναι παντού. Οι τοίχοι ποτέ πριν δεν είχαν τόσα γκράφιτι με εστίαση στην οικονομία και απόηχους ταξικού μίσους. Στις εκδηλώσεις διαμαρτυρίας υπάρχει, πια, μια ένταση που διαχωρίζει ταξικά – αυτοί που είναι θύματα της κρίσης σε αντίθεση με όσους υποστηρίζουν τα κέρδη των λίγων. Τα θέματα διαπερνώνται, πια, από ένα ταξικό κριτήριο – το θέμα των εκποιήσεων πέρασε για ένα ολόκληρο χρόνο από δημόσιο διάλογο και η ταξική διάσταση ήταν σαφής και δεν αφορούσε μόνο την αριστερή ρητορική. Το πλαίσιο ήταν οι τράπεζες και τα συμφέροντά τους απέναντι στους πολίτες και τα θύματα της κρίσης. Είναι σε αυτό το κλίμα που συζητήσεις, όπως εκείνες για τα ωράρια των καταστημάτων, ανοίγουν περισσότερο τη βεντάγια της ταξικής καχυποψίας. Οι κυβερνητικές υποσχέσεις για εργοδότηση ανέργων [ως είδος αστικής ελεημοσύνης] φαίνεται να αποδεικνύονται συγκάλυψη της επέκτασης της μερικής εργασίας – και της διόγκωσης των κερδών μιας μικρής ομάδας, φιλικά προσκείμενων στην κυβέρνηση, επιχειρηματιών. Και απέναντι υπάρχει, πια, όχι μόνο ένα μέτωπο εργαζόμενων, αλλά και μικρομεσαίων επιχειρήσεων.

Πώς να μην στηριζεί την κυβέρνηση το μεγάλο κεφάλαιο; Ενώ οι μισθοί συμπιέζονται, τα κέρδη των μεγάλων επιχειρήσεων αυξάνονται δραματικά[3]
Όταν οι εργοδότες διαψεύδουν δραματικά τον Ζιαρτίδη και επιβεβαιώνουν τους «δογματικούς».
“Είναι για αυτό που κάποτε μιλώντας σε ένα επετειακό συνέδριο της Οργάνωσης Εργοδοτών και Βιομηχάνων Κύπρου είπα ότι ένας από τους παράγοντες επιτυχίας των συνδικαλιστικών αιτημάτων είναι και το γεγονός ότι έχουμε στην Κύπρο μια φιλοπρόοδη τάξη εργοδοτών.  Αυτή η δήλωση μου προκάλεσε την αντίδραση των δογματικών…στην συνάντηση με την Γραμματεία υποστήριξα χωρίς συμβιβασμό την άποψη μου ότι στην Κύπρο οι εργοδότες του 1950, του 1960 είναι διαφορετικοί από τους Ελλαδίτες εργοδότες ή από τους εργοδότες της Τουρκίας, ή από τους εργοδότες της Ιταλίας ή άλλων δυτικοευρωπαϊκών χωρών. Είναι διαφορετικοί κατά το ότι δέχονται την ελεύθερη συλλογική διαπραγμάτευση και στην διαδικασία της διαπραγμάτευσης η στάση τους είναι στάση συνεννόησης, κατανόησης και όχι απόλυτης άρνησης.»
Πανίκου Παιονίδη. 1995. Ανδρέας Ζιαρτίδης, Χωρίς Φόβος και Πάθος, σελ. 132

Λόγω και της αποχώρησής του από το ΑΚΕΛ στις αρχές της δεκαετίας του 1990, ο κ. Ζιαρτίδης, απολαμβάνει μερικές φορές μια μεταθανάτιο αύρα που είναι παραπλανητική. Θα τον επικαλεστούν λ.χ. για να γίνει κριτική στο ΑΚΕΛ και από τα αριστερά και από τα δεξιά. Στην ουσία, όμως, ο κ.Ζιαρτίδης εξέφραζε ακριβώς τον πλουραλισμό των απόψεων στο εσωτερικό της αριστεράς – ακόμα και την περίοδο που φαινόταν μονολιθική. Δεν ήταν. Ο Ζιαρτίδης έτεινε περισσότερο προς ένα είδος ιστορικού συμβιβασμού. Αντίθετα, αυτοί που ο ίδιος αποκαλούσε αφοριστικά [γιατί έχουν και οι μετριοπαθείς τους αφορισμούς και τις απόλυτες συνταγές τους] «δογματικούς», υποστήριζαν ότι το κίνημα δεν έπρεπε να ξεχνά, παρά τους αναγκαίους συμβιβασμούς, την ιστορική προοπτική.

Αυτό που παραβίασε τους όρους του κοινωνικού συμβολαίου της περιόδου 1950-2010 ήταν και πάλι η μερίδα της αστικής τάξης που εκφράζει το χρηματιστικό κεφάλαιο – τις τράπεζες. Αλλά μαζί τους πήραν και την υπόλοιπη αστική τάξη, όπως την εκφράζει η ΟΕΒ, η οποία απαιτεί λιτότητα. Ο λόγος αυτών των απαιτήσεων δεν είναι μόνο η ήττα από την κρίση των τραπεζών και την άρνηση του κοινού να δεχθεί την κοινωνικοποίηση των ζημιών τους με το καθολικό κούρεμα. Όπως δείχνουν τα στοιχεία της ανάλυσης του κ. Ιωακείμογλου, αυτό που συμβαίνει είναι ότι ενώ οι μισθοί μειώνονται, άρα και το μερίδιο του παραγόμενου πλούτου που ανήκει στους εργαζόμενους, το μερίδιο των κερδών των επιχειρήσεων ανεβαίνει.

Είναι εμφανές σήμερα ότι ο κ. Ζιαρτίδης έκανε, σε ένα σημαντικό βαθμό, λάθος. Οι κύπριοι εργοδότες αποδείχθηκαν ότι δεν είναι «φιλοπρόοδοι» αυτήν την περίοδο – αντίθετα μια μεγάλη μερίδα αμολήθηκε χωρίς ντροπή σε μια επίθεση εναντίον των μικρομεσαίων για τα ωράρια, ή εναντίον των εργαζόμενων τους οποίους θέλουν να εργάζονται χωρίς συντεχνίες και με μερική εργασία, που θα έκαναν τον συμπαθή κ. Ζιαρτίδη να κοκκινίσει από ντροπή για την γκάφα του. Είχε δίκαιο, βέβαια, εν μέρει, ιστορικά. Όντως μετά από τις ταξικές συγκρούσεις του 1948, οι εργοδότες υποχώρησαν. Όπως έγινε και τον 19ο αιώνα, μετά τις μεγάλες εξεγέρσεις του 1804 και του 1833 οι ανώτερες τάξεις κατάλαβαν ότι έπρεπε να συμβιβαστούν. Και έτσι, όπως παρατήρησε ο Ρ. Κατσιαούνης, αυτοί που έβγαζαν τα προς το ζην από την εργασία τους, έφτασαν μετά από εκείνη την περίοδο να έχουν μια αυτονομία που δεν είχαν ποτέ προηγουμένως – αλλά ούτε και μετά. Γιατί μετά το 1878, αναπτύχθηκε η ντόπια αστική τάξη – που δεν ήταν επίσης "φιλοπρόοδη" με την έννοια της "φιλικής" προς τα εργατικά στρώματα, όπως εννοούσε ο Ζιαρτίδης. Αντίθετα, η αναδυόμενη κυπριακή αστική τάξη ήθελε πειθαρχία από τους ιθαγενείς. Και η μερίδα της, που ασχολείτο με το χρηματιστικό κεφάλαιο, οι τοκογλύφοι έσπρωξαν την κοινωνία στην κρίση με την παραβίαση του άτυπου κοινωνικού συμβολαίου της προηγούμενης περιόδου – ο οποίο βασιζόταν στην μικροδιοκτησία. Οι εκποιήσεις της δεκαετίας του 1920 ήταν η αρχή της μεγάλης κοινωνικής αντίστασης που κορυφώθηκε την δεκαετία του 1940, ιδιαίτερα στα κινήματα της περιόδου 1944-48, και ανάγκασαν την νέα γενιά της αστικής τάξης, που ανέλαβε τα ηνία μετά το 1950, να γίνει «φιλοπρόοδη».

Αυτό που παραβίασε τους όρους του κοινωνικού συμβολαίου της περιόδου 1950-2010 ήταν και πάλι η μερίδα της αστικής τάξης που εκφράζει το χρηματιστικό κεφάλαιο – τις τράπεζες. Αλλά μαζί τους πήραν και την υπόλοιπη αστική τάξη, όπως την εκφράζει η ΟΕΒ, η οποία απαιτεί λιτότητα. Ο λόγος αυτών των απαιτήσεων δεν είναι μόνο η ήττα από την κρίση των τραπεζών και την άρνηση του κοινού να δεχθεί την κοινωνικοποίηση των ζημιών τους με το καθολικό κούρεμα. Όπως δείχνουν τα στοιχεία της ανάλυσης του κ. Ιωακείμογλου, αυτό που συμβαίνει είναι ότι, ενώ οι μισθοί μειώνονται, άρα και το μερίδιο του παραγόμενου πλούτου που ανήκει στους εργαζόμενους, το μερίδιο των κερδών των επιχειρήσεων ανεβαίνει.



Ιδιαίτερα μετά από την επίθεση του 2011-12. Είναι σαφές λ.χ. ότι τα κέρδη ανεβαίνουν δραματικά μετά το 2012. Αυτό δεν σημαίνει ότι όλοι οι επιχειρηματίες έχουν κέρδη. Αντίθετα, όπως φαίνεται και στη διαμάχη για τα ωράρια, αυτό που φαίνεται να συμβαίνει είνα ότι το μεγάλο κεφάλαιο θέλει, πια, να χρησιμοποιεί το κράτος για τα δικά του κέρδη.

Η στροφή της μεγάλο-αστικής τάξης στην εσωτερική επίθεση: αναζητώντας συσσώρευση σε βάρος άλλων μερίδων του επιχειρηματικού κόσμου,  εύκολα κέρδη από το δημόσιο, και συμπίεση του κόστους της εργασίας
Προηγουμένως, στην περίοδο του κοινωνικού συμβολαίου της προστασίας της Κόνωνας, η αστική τάξη βολεύονταν από την προστασία του κράτους στο να μην μπαίνουν οι ξένοι στο τοπικό της χώρο – και είχε αποδεχτεί μια ισορροπία με άλλες κοινωνικές ομάδες. Η ένταξη στην Ε.Ε. άλλαξε τις ισορροπίες. Το κράτος δεν μπορεί να προστατεύσει την τοπική αστική τάξη. Οπότε η αστική τάξη, αφού δεν μπορεί να χρησιμοποιήσει το κράτος για να προστατευθεί από τους έξω, φαίνεται ότι «αποφάσισε» [δομικά μιλώντας] να κινηθεί επιθετικά σε δυο άξονες:
  1. να χρησιμοποιήσει το κράτος για να επιτεθεί σε δικαιώματα άλλων κοινωνικών ομάδων. Έτσι, η επίθεση στους δημόσιους υπάλληλους είναι μια κλασική μέθοδος για επίθεση μετά στον ιδιωτικό τομέα. Και μετά ακολουθούν οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις που γίνεται προσπάθεια να περιοριστούν ή να κλείσουν για να ανέβουν τα κέρδη των μεγάλων επιχειρήσεων. Το κίνητρο μπορεί να είναι συγκυριακά και η ανάγκη απόσβεσης χρεών στις τράπεζες – διότι είναι μεγάλο-οφειλέτες οι μεγαλοαστοί και κινδυνεύουν από το ξένο κεφάλαιο. Όμως, συστημικά το θέμα είναι η συσσώρευση. Η τοπική αστική Τάκη προσπαθεί να κάνει συσσώρευση σε βάρος των άλλων κοινωνικών ομάδων.
  2. Ο άλλος τομέας είναι οι ιδιωτικοποιήσεις. Η απόκτηση πλούτου σε χαμηλές τιμές από τις δημόσιες και κοινωνικές επενδύσεις δεκαετιών [όπως στην ΑΗΚ, ΣΥΤΑ, Λιμάνια] είναι η κορυφή, και η σκανδαλώδης κορυφή, του παγόβουνου. Στην ουσία το κεφάλαιο, το οποίο εκπροσωπεί η αστική τάξη θέλει να πάρει από την κοινωνία δημόσιους πόρους και να τους μετατρέψει σε ιδιωτικό κέρδος. Και ο ρόλος των ΜΜΕ και μερικών δημοσιογράφων εδώ δεν είναι αμελητέος – σε τέτοιες περιπτώσεις λειτουργούν σαφώς οι μίζες όπως απέδειξαν οι εργολάβοι της Πάφου παρά [ ή ίσως και] η συγκάλυψή τους και από ΜΜΕ και από τις ανακρίσεις του Ρίκκου. Ήδη στην υπόθεση της ΔΕΦΑ για την οποία παραπέμπεται στο δικαστήριο ο πρώην επικεφαλής της, ο κ. Ιωάννου, εμπλέκονται και δημοσιογράφοι/ος. Αλλά εκεί λειτουργεί ακόμα η συγκάλυψη – μόνο η Χαραυγή έκανε μέχρι τώρα παραπομπή στο θέμα. Αλλά και εκεί, στο θέμα των εταιρειών ηλεκτρισμού, είναι αποκαλυπτικό το σκηνικό – ενώ επιτρέπεται η δημιουργία ιδιωτικών εταιρειών παραγωγής ηλεκτρισμού, κανένας δεν το έκανε, γιατί περιμένουν να πάρουν φτηνά το δίκτυο της ΑΗΚ. Και παράλληλα, η προσπάθεια εισαγωγής φυσικού αερίου για παραγωγή ηλεκτρισμού ναυάγησε [με μια εκστρατεία μέσω ΜΜΕ] το 2010-11 και έτσι πληρώναμε ακριβότερο ρεύμα. Οι δημοσιογράφοι που ασχολούνται με το θέμα, ποτέ δεν διερεύνησαν το σκάνδαλο εκείνης της αναβολής που καλλιέργησαν εν μέρει οι ίδιοι. Εμπλέκονταν οι εταιρείες που είχαν συμφέροντα, αλλα και άλλες που ετοιμάζονταν για ιδιωτικοποιήσεις. Για αυτό άλλωστε και επέμενε τόσο η τρόικα, το 2012, και για αυτό άλλωστε μερικοί στην νυν κυβέρνηση επιμένουν και τώρα παρά το ότι μπορούν να δανειστούν από τις αγορές, πια, όπως γινόταν πριν την ελληνική κρίση του 2011, που μας απέκλεισε από τις αγορές. Είναι θέμα χοντρών κερδών και ενδεχομένως μιζών, αν δει κανείς ανάλογες διεθνείς υποθέσεις.

Αυτή τη στροφή της αστικής τάξης  είναι εξωστρεφής – βασίζεται, δηλαδή, στην στήριξη εξωτερικών παραγόντων, όπως η τρόικα. Με αυτήν την έννοια, η αστική τάξη οδηγείται και σε ένα νέο-αποικιακό ρόλο που θα αυξήσει την ένταση με τις αντίπαλες εσωτερικές κοινωνικές ομάδες. Ο στόχος μερικών είναι σαφώς να ξηλώσουν την κοινωνική δομή άμυνας απέναντι στην αγορά και την ηγεμονική κουλτούρα της προστασίας της κοινωνίας. Η προσπάθεια για απορρύθμιση της εργασίας δεν είναι τυχαίο ότι ξεκίνησε από τον ξενοδοχειακό τομέα – ο οποίος μάλιστα επιχορηγείται από το δημόσιο ως ένας τομέας που ανήκει μεν στο ιδιωτικό τομέα, αλλά θεωρείται στρατηγικός για την συνολική οικονομία. Οι ξενοδόχοι, ουσιαστικά, θέλουν το κράτος να ξοδεύει για να φέρνει τουρίστες, αλλά οι ίδιοι προωθούν για αρκετό χρόνο τώρα μια διαδικασία περιορισμού των κύπριων στο τομέα - όσοι είνα παλιοί έχουν δικαιώματα, αλλά γίνεται προσπάθεια να περιοριστεί ο αριθμός αυτών των εργαζόμενων. Το μοντέλο που ενθαρρύνεται, είτε είναι κύπριοι, είτε κοινοτικοί οι εργαζόμενοι είναι τα προσωπικά συμβόλαια.

Η ταξική συγκρότηση και το κυπριακό
Το πώς θα οργανωθεί η συμμαχία των εργαζόμενων μένει να φανεί. Ανάμεσα στους τουρκοκύπριους είναι σαφές ότι μερικές συντεχνίες, όπως εκείνες των δασκάλων είχαν καταλυτικό ρόλο. Το ποιές ταξικές ομάδες και ποιές οργανώσεις θα παίξουν καταλυτικό ρόλο στην ελληνοκυπριακή κοινότητα μένει να φανεί. Είναι πάντως γεγονός ότι παρά την επίθεση η Κύπρος έχει ένα από τα πιο ψηλά ποσοστά συνδικαλιστικής οργάνωσης στην Ευρώπη – αλλά και ευρύτερα.

Ένα από τα θέματα τα οποία αναπόφευκτα θα τεθούν είναι και η διασταύρωση του ταξικού ζητήματος, όπως αναδύεται με το κυπριακό και τις διαδικασίες λύση. Ήδη το φυσικό αέριο, ως το νέο «κοινό», φαίνεται να είναι ενας καταλύτης για τις διαδικασίες λύσης. Αλλά ταυτόχρονα η στροφή της μιας μερίδας της αστικής τάξης στην εξάρτηση από το εξωτερικό, μπορεί και να σηματοδοτεί μια διαδικασία διαμαχών για την διαχείριση του κυπριακού κοινού πλούτου που θα διασταυρώνει ταξικά, αλλά και κριτήρια ταυτότητας εναντίον εξάρτησης. Η αντίδραση από τα μεσαία και εργατικά στρώματα, με την ριζωμένη μνήμη της προστασίας από το «κοινωνικό κράτος», είναι δύσκολο να παραμεριστεί με νεφιλελεύθερες ρητορικές φούσκες. Όπως φάνηκε και τον Μάρτιο του 2013 η και στην τουρκοκυπριακή εξέγερση μετά το 2000, υπάρχουν όρια για την υπομονή των ιθαγενών. Και συχνά,όπως φαίνεται και από την ιστορία της κυπριακής νεωτερικότητας, η συλλογική τους συνείδηση εστιάζει και ταξικά.



[1] «Ο άνεμος δεν θα κοπάσει» παραπέμπει σε μια κινεζική παροιμία που χρησιμοποιείτο ιδιαίτερα την περίοδο της πολιτιστικής επανάστασης.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου