19 Απρ 2015

Η αποκάλυψη/πτώση του Ρίκκου: η κρίση του κυπριακού Μακαρθισμού, η αντίσταση της κοινωνίας και τα ρήγματα στο ηγεμονικό μπλοκ του κατεστημένου, που αποκαλύπτουν οι διαμάχες των δικηγορικών γραφείων



Ένα πρωτοσέλιδο του Φιλελευθέρου που μπορεί να έχει γράψει Ιστορία

Την Τρίτη, 14 Απριλίου, ο Κώστας Κληρίδης έκανε ίσως την πιο σημαντική, σίγουρα την πιο ιστορική, εμφάνιση της ζωής του – σε μια πρωτοφανή, και για τα δεδομένα γενναία κίνηση, πήγε μπροστά στα ΜΜΕ και ανακοίνωσε ότι ο βοηθός γενικός εισαγγελέας ήταν κατηγορούμενος, μετά από έρευνα, για δεκασμό και δωροληψία. Και όταν εξαπολύθηκε μια, αναμενόμενη επίθεση εναντίον του, ο κ. Κληρίδης απάντησε με μια φράση που μπορεί να αποδειχθεί ιστορικά αποκαλυπτική «μετατρέπετε τους κατηγορούμενους σε κατήγορους», καταλήγοντας με το «Ντροπή». Για ένα κύριο χαμηλών τόνων που κατηγορήθηκε για αναποφασιστικότητα, ήταν μια εντυπωσιακά αποφασιστική στιγμή. Για την κυπριακή κοινωνία ήταν δίπλα σημαντική – η κοινωνία αντέδρασε στην προσπάθεια της κυβέρνησης και των ελεγχόμενων ΜΜΕ να μετατοπίσουν το θέμα, αλλά και ο γενικός εισαγγελέας κέρδισε ένα χώρο αυτονομίας σε μια περίοδο που η αυτονομία θεσμών φάνηκε να υποχωρεί μπροστά σε ένα νέο αυταρχισμό που είχε απόηχους καπετανάτων της δεκαετίας του 1960..

Ο Μακάρθυ και ο Ρίκκος: δυο παράλληλες πορείες αυταρχισμού με «δίκες πρωτοσέλιδων» στο χώρο του θεάματος
Στις αρχές της δεκαετίας του 1950, ο γερουσιαστής Μακάρθυ, ένας πολιτικός με προϊστορία "βρώμικων"[1] πρακτικών, αποφάσισε να χρησιμοποιήσει τον αντικομουνισμό ως πρακτική για την επανεκλογή [ως πρακτική μετατόπισης από δικά του σκάνδαλα] με στόχο τη διακυβέρνηση των δημοκρατικών. Για μερικά χρόνια μετατράπηκε σε ένα είδος «φόβου και τρόμου», που επέβαλε λογοκρισία με τις πρακτικές του [τη «χρήση άδικων ερευνητικών πρακτικών» όπως κωδικοποιήθηκε μετά την πτώση του] και που οδήγησαν σε διασυρμό, απώλεια εργασίας κλπ πολλά άτομα. Τελικά, εκείνο το καθεστώς του «δημόσιου τρόμου», αμφισβητήθηκε και κατέρρευσε, όταν μια μερίδα των «θεσμών» της αμερικανικής δημοκρατίας [που συμπεριλάμβανε και δημοκρατικούς και ρεπουμπλικάνους] αντέδρασε και με την τολμηρή παρέμβαση μιας ομάδας λειτουργών των ΜΜΕ, ο Μακάρθυ μετατράπηκε σε ένα σύμβολο μιας σκοτεινής περιόδου. Όπως κωδικοποίησε ο E. Murrow, ένας από τους δημοσιογράφους που τόλμησαν να αντιπαρατεθούν μαζί του και να σπάσουν το καθεστώς του δημόσιου διασυρμού ατόμων, σε «δίκες των πρωτοσέλιδων» μέσα από τα ΜΜΕ…
«..πρέπει να θυμόμαστε ότι η κατηγορία δεν είναι απόδειξη…Δεν θα ζούμε στο φόβο ο ένας του άλλου. Δεν θα οδηγηθούμε από το φόβο σε μια εποχή παραλογισμού.»

Ο Ρ. Ερωτοκρίτου, τηρούμενων των αναλογιών [δεν είναι περίοδος ψυχρού πόλεμου, είναι διαφορετικά άτομα, άλλο η Κύπρος, άλλο η ΗΠΑ κλπ] εξέφρασε μια περίοδο κυπριακού Μακαρθισμού. Η κυρίαρχη αναλογία δεν είναι τόσο [αν και και υπήρχε και μια δόση] ο αντικομουνισμός, αλλά η καλλιέργεια ενός κλίματος αυταρχισμού και θεαματικών δικών μέσα από πρωτοσέλιδα [με διαρροές από τις ανακρίσεις σχεδόν σε άμεση αναμετάδοση], πίσω από το οποίο, όπως τελικά αποκαλύπτεται, κρύβονται ιδιοτελή συμφέροντα – ο Ρίκκος έκανε ακριβώς ότι υποτίθεται ότι κατηγορούσε άλλους. Όπως ο Μακάρθυ φώναζε για τη «δημοκρατία» και τον "κίνδυνο από τις φιλελεύθερες ελίτ", έτσι και ο Ρίκκος φώναζε για διαπλοκή και μίζες για να πιαστεί ο ίδιος στα πράσα να κάνει τα ίδια..

Όταν ο Ρίκκος πίστεψε την φούσκα που κατασκεύαζε – και νόμιζε ότι μπορούσε να απειλεί τους πάντες… και να διεκδικεί και ιδιαίτερα συμφέροντα στο περιθώρια των βαρύγδουπων λόγων



(σκίτσο του Μελέτη Αποστολίδη)

Το ότι αυτό θύμιζε και μια διολίσθηση, επίσης, στο καθεστώς των καπετανάτων της δεκαετίας του 1960 ήταν εμφανές για όσους μπορούσαν να κάνουν την σύγκριση. Σε αυτό το κλίμα, ο κ. Ερωτοκρίτου σε μια φάση φαίνεται ότι ένοιωθε πια τόσο «ισχυρός», που δεν τηρούνταν ούτε καν τα προσχήματα – η αστεία [και ενοχοποιητική όπως αποδείχτηκε] έκρηξη του, όταν ο Κοιλιάρης παρέπεμψε στην υποτιθέμενη αναφορά της Γιωρκάτζη σε δωροδοκία του ήταν εκφραστική. Απαιτούσε να παραιτηθεί μια ανεξάρτητη αξιωματούχος γιατί τον έθιξε.. Αλλά δυστυχώς τα πράγματα ήταν χειρότερα. Όπως φαίνεται και από την υπόθεση, για πιέσεις και απειλές ενάντια στο ΙΠΕ που ανέδειξε ο γενικός ελεγκτής [και δεν διερευνήθηκε ακόμα ποινικά] για να πληρώσει πελάτη του δικηγορικού του γραφείου [παρά τις εμφανείς παρατυπίες], ο κ. Ερωτοκρίτου ένοιωθε, ενδεχομένως, ότι με την απειλή «θα σας ανοίξω – μέσω εισαγγελίας- ποινική υπόθεση» [δηλαδή, με βάση την εμπειρία από άλλες υποθέσεις, θα σας κάνω θέαμα στα πρωτοσέλιδα – με ενδεχόμενες συλλήψεις, διαρροές αποσπασματικών πληροφοριών κλπ] θα επωφελείτο ο κύκλος του δικηγορικού του γραφείου. Αλλά η υπόθεση της Providencia ήταν ακόμα πιο κραυγαλέα – και γιατί ήταν χοντρά τα ποσά [η μίζα για την οποία κατηγορείται είναι 600,000 – όσα, δηλαδή, παραδέχθηκε και ο Βέργας] αλλά και γιατί αποκαλύπτει την διγλωσσία του «καθεστώτος του Ρίκκου»: από την μια προσπαθούσε να προωθήσει την εικόνα ότι ενδιαφερόταν για τη διερεύνηση των σκανδάλων της οικονομίας, ενώ στην πράξη ζητούσε 600,000 ευρώ από τη διαχείριση της Λαϊκής για ίδιον όφελος. Όπως και ο Μακάρθυ υπερεκτίμησε τη δύναμη του.

Όταν ο κ. Κοιλιάρης έκανε την αναφορά σε κατηγορία για δωροδοκία του Ρίκκου, το σκηνικό έμοιαζε με τις προηγούμενες προσπάθειες να εκτοπιστούν αξιωματούχοι με αστείες κατηγορίες – στην προκειμένη περίπτωση το ζητούμενο φαίνεται να ήταν να κατηγορηθεί η κ. Γιωρκάτζη για συκοφαντία. Υπήρξαν κα εκδοχές ότι ίσως σκόπιμα να το άφησε να διαρρεύσει ο κ. Κοιλιάρης, αν υποθέσει κάποιος ότι ο κ. Αναστασιάδης ήθελε να ξεφορτωθεί τον Ρίκκο. Οι μετέπειτα εξελίξεις, όμως, σαφώς αποκλείουν αυτό το σενάριο – ο κ. Αναστασιάδης τελικά εκτέθηκε, προσπαθώντας να συγκαλύψει τον Ρίκκο. Ο κ. Κοιλιάρης διορίστηκε ως εκπρόσωπος του ΔΗΚΟ την εποχή του κ. Κάρογιαν – και σε αυτό το στάδιο είναι σαφώς εξαρτώμενος από την κυβέρνηση. Η παρουσία του στη βουλή φαίνεται ότι ήταν μέρος μιας εκστρατείας [με φόντο στο background το δικηγορικό γραφείο Νεοκλέους που ήταν ο χαμένος των εξελίξεων στην Κεντρική] για εκτοπισμό της Γιωρκάτζη. Άρα, αν περνούσε ότι είχε συκοφαντήσει τον βοηθό γενικό εισαγγελέα, θα μπορούσε να κατασκευαστεί κάποια υπόθεση για να πάει στο Ανώτατο η εισαγγελία και να διεκδικήσει την αντικατάστασή της. Αδύνατο σημείο, βέβαια, αλλά τον Δημητριαδη τον εκβίαζαν με ακόμα πιο αστεία νομική δικαιολογία – ότι υπέγραψε ένα συμβόλαιο με καθυστέρηση μιας βδομάδας, σε ένα θέμα που δεν υπήρχε ζήτημα εύνοιας, απώλειας δημόσιου χρήματος κλπ κλπ. Όμως, η προσπάθεια κατασκευής ζητήματος «συκοφαντίας» σκόνταψε σε δυο απρόσμενα δεδομένα. Κατ’ αρχήν απρόσμενα για τους δημιουργούς του θεάματος, αρκετοί δημοσιογράφοι και η κοινή γνώμη, φάνηκε να εστιάζει στο όνομα «Ρίκκος» και τη συνδεση του με την λεξη «δωροδοκία». Ο Ρίκκος και οι υποστηρικτές του είχαν υπερεκτιμήσει την αποδοχή του – υπήρχε πια ένα υπόστρωμα καχυποψίας και αμφισβήτησης. Το δεύτερο δεδομένο ήταν η εντελώς ανόητη αντίδραση του βοηθού γενικού εισαγγελέα. Σε ένα μείγμα έπαρσης [άρα μη κατανόησης της καχυποψίας] αλλά και ενός είδους πανικού [ ήξερε ότι ανοιγόταν το θέμα πραγματικό ήταν ζήτημα μίζας], έβγαλε ένα λογύδριο, όπου θεωρούσε δεδομένο ότι γινόταν πιστευτός ότι δεν είχε δωροδοκηθεί – και ζητούσε απολογία ..αλλά και παραίτηση έστω και με απολογία. Ήταν μια ασυνάρτητη παράσταση. Ήταν, όμως, ένα θέαμα που άνοιγε την πόρτα για να πιαστεί το πόδι του – πιάστηκε έτσι στην παγίδα που ο ίδιος έφτιαχνε για άλλους.

Σε αυτό το κλίμα ο κ. Ερωτοκρίτου σε μια φάση φαίνεται ότι ένοιωθε, πια, τόσο «ισχυρός» που δεν τηρούνταν ούτε καν τα προσχήματα… Αλλά δυστυχώς τα πράγματα ήταν χειρότερα. Όπως φαίνεται και από την υπόθεση, που ανέδειξε ο γενικός ελεγκτής για πιέσεις και απειλές ενάντια στο ΙΠΕ [και δεν διερευνήθηκε ακόμα ποινικά]  για να πληρώσει πελάτη του δικηγορικού του γραφείου [παρά τις εμφανείς παρατυπίες], ο κ. Ερωτοκρίτου ένοιωθε, ενδεχομένως, ότι με την απειλή «θα σας ανοίξω –μέσω εισαγγελίας- ποινική υπόθεση» [δηλαδή, με βάση την εμπειρία σε άλλες υποθέσεις, θα σας κάνω θέαμα στα πρωτοσέλιδα – με ενδεχόμενες συλλήψεις, διαρροές αποσπασματικών πληροφοριών κλπ] θα επωφελείτο ο κύκλος του δικηγορικού του γραφείου. Αλλά η υπόθεση της Providencia ήταν ακόμα πιο κραυγαλέα – και γιατί ήταν χοντρά τα ποσά [η μίζα για την οποία κατηγορείται είναι 600,000 – όσα, δηλαδή, παραδέχθηκε και ο Βέργας] αλλά και γιατί αποκαλύπτει τη διγλωσσία του «καθεστώτος του Ρίκκου»: από την μια προσπαθούσε να προωθήσει την εικόνα ότι ενδιαφερόταν για την διερεύνηση των σκανδάλων της οικονομίας, ενώ στην πράξη ζητούσε 600,000 από τη διαχείριση της Λαϊκής για ίδιον όφελος. Όπως και ο Μακάρθυ υπερεκτίμησε την δύναμή του.


Ο Κληρίδης ήξερε για την Providencia, αλλά και είχε διαμαρτυρηθεί χωρίς αποτέλεσμα για τα θεάματα που έστηναν οι διαρροές από την Νομική Υπηρεσία – οπότε η γκάφα του Ρίκκου τον υποχρέωσε, πια, να αναλάβει τις ευθύνες του
Ο Κ. Κληρίδης, ήξερε κατ’ αρχήν την υπόθεση της Providencia, στην οποία αναφερόταν η «κατ’ ισχυρισμό» [όπως λεγόταν τότε] δωροδοκία. Ο ίδιος είχε παρέμβει τον Νοέμβριο του 2013 για να ακυρώσει την προσπάθεια του Ρίκκου να αποδώσει ουσιαστικά τη διαχείριση στο γραφείο Νεοκλέους – με την ταυτόχρονη απουσία του δικηγορικού γραφείου από την δίκη όπου ο, κατά τα άλλα βοηθός γενικός εισαγγελέας, διεκδικούσε ένα συμψηφισμό 600,000 από την  Λαϊκή. Ακόμα και να μην ήταν έντιμος και συνεπής ο κ. Κληρίδης – και άρα να προχωρήσει την διαδικασία με ενα τετοιο σκάνδαλο - είχε και σειρά διαμαχών με τον κ. Ερωτοκρίτου. Πέρα από την αρχική τους διαμάχη τον Νοέμβριο του 2013, ακολούθησαν μια σειρά αψιμαχιών για το θέαμα των «δικών στα πρωτοσέλιδα των ΜΜΕ». Ίσως και λόγω background, ως δικαστής που ξέρει τις προηγούμενες αποφάσεις κυπριακών δικαστηρίων, ο κ. Κληρίδης είχε κάνει αρκετές φορές παρεμβάσεις για να σταματήσουν οι διαρροές στα πρωτοσέλιδα. Αγνοήθηκε επιδεικτικά – με τον κ.Ερωτοκρίτου να κάνει ότι δεν ήξερε ποιός διέρρεε κλπ. Στα μάτια της κοινής γνώμης έμοιαζε με κοροϊδία. Έτσι, όταν προέκυψε το θέμα με τον Κοιλιάρη, ο κ. Κληρίδης είχε και γνώση, αλλά και πλαίσιο για να παρέμβει και να ζητήσει ποινική έρευνα. Έμμεσα του την πρόσφερε λόγω της παρέμβασής του ο κ. Ερωτοκρίτου – αφού επέμενε ότι έπρεπε να παραιτηθεί η κ. Γιωρκάτζη, τότε αξίζει να διερευνηθεί, αν ήταν όντως ψέμα οι «κατ ισχυρισμό» κατηγορίες.

Ο κ. Κληρίδης ήταν συνεπέστατος. Διόρισε τον κ. Καλλή με σαφείς οδηγίες να μην διαρρεύσει τίποτα. Οπότε δεν είχαμε τα γνωστά θεάματα που είχαμε συνηθίσει από την Δρομολαξιά, στην Πάφο/ΣΑΠΑ – «Η αστυνομία μπαίνει στην ΣΥΤΑ», « Έρευνες για ύποπτο sms», «που πήγαν τα λεφτά της συναυλίας» κλπ. Όσοι ήθελαν μπορούσαν να δουν τα δεδομένα και όπως κατέδειξε η ερευνά της Δέφτερης Ανάγνωσης, ο Ρίκκος φαινόταν εμπλεκόμενος σε διαδικασίες σύγκρουσης συμφερόντων και εξαγοράς/συναλλαγής. Στα υπόλοιπα ΜΜΕ, ωστόσο, υπήρχε σιωπή. Αρκετοί είχαν χρησιμοποιηθεί από τον Ρίκκο, άρα αν ήξεραν κάτι θα το φίλτραραν από την οπτική του συμφεροντος του. Πάντως, ο Φιλελεύθερος καταγράφοντας τα δεδομένα της κατάθεσης του στον κ. Καλλή, ανέφερε την λέξη δωροδοκία χωρίς εισαγωγικά. Ο Ρίκκος κα το δικηγορικό γραφείο Νεοκλέους ωστόσο, επέμεναν να είναι αισιόδοξοι – είχαν όπως φάνηκε την βεβαιότητα της κάλυψης του προεδρικού.

Η δήλωση Κληρίδη, ο κουρνιαχτός του θεάματος με στόχο την μετατόπιση – και η κωδικοποίηση της φράσης «Ντροπή»  ως έκφραση μιας συλλογικής οργής
Όταν εμφανίστηκε για να δημοσιοποιήσει τα αποτελέσματα, ο κ. Κληρίδης φάνηκε να αντιλαμβάνεται ότι άνοιγε μια μεγάλη μάχη – για τον ίδιο και τους θεσμούς. Φαινόταν κάπως φορτισμένος συναισθηματικά – αλλά και αποφασισμένος. Τήρησε κατ’ αρχήν όλους του νομικούς τύπους. Δεν δημοσιοποίησε την έρευνα, αναφέρθηκε σε εκείνη, έκανε επίσης αναφορά στο «τεκμήριο της αθωότητας» μέχρι να ολοκληρωθεί η δίκη κοκ. Όμως, ήταν σαφής για δυο πράγματα. Ότι υπήρχε θέμα δεκασμού και δωροληψίας και ότι υπήρξαν παρεμβάσεις για να μάθουν κάποιοι το πόρισμα – και προφανώς να τον επηρεάσουν. Και σε αυτό ήταν έντονος – και προδιέγραφε την μετέπειτα αντιπαράθεση με τον Αναστασιάδη.

Αμέσως μετά ο Ρίκκος έτρεξε να κατασκευάσει το γνωστό θεαματικό σενάριο της μετατόπισης: κάλεσε αμέσως [και σε ύποπτο χρόνο] δημοσιογραφική διάσκεψη και σε ένα μείγμα κακού θεάτρου (με την κωμική πια ατάκα για την «μικρή ορφανή ρωσίδα»), γενικόλογων [αλλά ατεκμηρίωτων] κατηγοριών [εναντίον του γενικού εισαγγελέα] και προσπαθειών να εμφανιστεί ως «κατήγορος». Ήταν κωμικό, αλλά ο εκπρόσωπος του δικηγορικού γραφείου Νεοκλέους, ο επικεφαλής ερευνών που απάλλαξε τους εργολάβους στην Πάφο, προσπαθούσε να εμφανιστεί ως «θύμα του κατεστημένου». Αρχικά, τα ΜΜΕ άρχισαν να τσιμπούν. Μια τηλεόραση στην Λεμεσό είχε την αναμετάδοση της δήλωσης Κληρίδη αργά το βράδυ, με υπότιτλο «αμφισβητείται το πόρισμα Καλλή». Η Π. Σπόντα στο ΡΙΚ, ακόμα και την επομένη προσπαθούσε να παρουσιάσει το θέμα ως δυο ιστορίες που αξίζουν διερεύνηση – μια του Κληρίδη μια του Ρίκκου. Ούτε καν πως έγινε ποινική έρευνα από τέως δικαστή. Ως επιστέγασμα της μετατόπισης, εμφανίστηκε και η πρώτη ανακοίνωση του Αναστασιάδη, που εξίσωνε την έρευνα με τις αοριστολογίες του Ρίκκου και ανακοίνωνε το διορισμό δικών του ποινικών ανακριτών. Το προεδρικό είχε χάσει όχι απλώς μια χρυσή ευκαιρία να αποστασιοποιηθεί από τον Ρίκκο, αλλά τεκμηρίωνε πόσο είχε χάσει και το ίδιο το μέτρο και την κατανόηση των δεδομένων. Έχοντας συνηθίσει να παρεμβαίνει σε διάφορους θεσμούς, να εκβιάζει να απειλεί και διορίζει όποιον ήθελε, θεώρησε ότι και εδώ θα έκανε τα ίδιο. Για δικηγόρος ο κ. Αναστασιάδης φαινόταν να μην κατανοεί ότι παραβίαζε το διαχωρισμό εξουσιών – ότι παρέμβαινε στη δικαστική εξουσία.

Και τότε επανεμφανίστηκε εκείνο το αόρατο πέπλο αμφισβήτησης που άνοιξε το ζήτημα μόλις εμφανίστηκε η υπόθεση δωροδοκίας του Ρίκκου. Ο Κληρίδης, εξοργισμένος, προφανώς από το όλο θέαμα του απογεύματος, απέστειλε μια σύντομη αναφορά που μεταδόθηκε στα νυχτερινά δελτία ειδήσεων – ίσως να είναι οι λίγες γραμμές που θα μείνουν στην ιστορία από όλα όσα είχε γράψει και πει.
«Ακολουθούνται με ευλάβεια όλες οι νόμιμες διαδικασίες και συνταγματικές διαδικασίες και τελικά οι κατηγορούμενοι μετατρέπονται σε κατήγορους, με την συνδρομή και υπόθαλψη του Ανώτατου άρχοντα της χώρας. Ντροπή!»

Σε μια άλλη εποχή, ίσως, το κοινό να περίμενε να δει τί θα έλεγαν τα κόμματα και τί θα έγραφαν οι εφημερίδες την επομένη. Αλλά η κοινή γνώμη εκφράστηκε, ήδη, εκείνο το βράδυ στο ίντερνετ και τα κοινωνικά δίκτυα. Η λέξη «ντροπή» του Κληρίδη άγγιξε βαθιά. Και η «μετατροπή των κατηγορούμενων σε ενόχων» ήταν επίσης κάτι που άγγιζε βαθιά, μιλώντας για την «περίοδο του Ρίκκου» - η εικόνα του Λίλλη θα τον συνοδεύει πάντα, όπως και των εργολάβων του ΣΑΠΑ.

Ο Κληρίδης ως εκπρόσωπος της νομιμοποίησης των θεσμών – και της συνείδησης των ορίων της εξουσίας
Ο κ. Κληρίδης στάθηκε όρθιος μπροστά σε μια καταιγίδα μετατόπισης [όπως τόσες άλλες τα προηγούμενα δυο χρόνια] και ξαφνικά, βρέθηκε να του συμπαραστέκεται ένα ετερόκλητο μέτωπο οργισμένων πολιτών με την αυθαιρεσία και τον αυταρχισμό της εξουσίας. Ο κ. Κληρίδης φαίνεται να εκφράζει εκείνο το αίσθημα «δικαιοσύνης και ισονομίας», που είναι η νομιμοποιητική ιδεολογία των δικαστικών θεσμών – και το οποίο βιώνουν ως μέτρο αξιολόγησης, τουλάχιστον,  όσοι δεν είναι συνεργοί σε προαποφασισμένες δίκες. Οι θεσμοί μπορεί να παράγουν και διαπλοκή, αλλά η βασική τους ιδεολογία νομιμοποίησης εσωτερικεύεται και ως το όριο το οποίο πρέπει να υπερασπιστούν. Μερικοί προσφέρουν υπηρεσίες σε οικονομικά ή πολιτικά συμφέροντα. Άλλοι προσαρμόστηκαν στο "δίκαιο έκτακτης αναγκης" ως δικαιολογία για αποφυγή ευθυνών. Όμως, υπάρχει και μια άλλη κυπριακή δικαστική παράδοση – που πάει λ.χ. πίσω στον δικαστή Ζεκκιά που αρνήθηκε να ικανοποιήσει αιτήματα των αποικιακών αρχών την εποχή των αντί-αποικιακών κινητοποιήσεων. Η κίνηση του κ. Κληρίδη να αμφισβητήσει την εξουσία, να αρνηθεί να απαντήσει στα τηλέφωνα και να προσάγει σε δίκη το άτομο που λειτουργούσε ως μεσάζων της εξουσίας ανάμεσα στην εισαγγελία και το ΜΜΕ [υποσκελίζοντας τα δικαστήρια] ήταν γενναία – και μια θεσμικά αναγκαία υπεράσπιση της αυτονομίας της δικαστικής εξουσίας.

Και τότε επανεμφανίστηκε εκείνο το αόρατο πέπλο αμφισβήτησης που άνοιξε το ζήτημα μόλις εμφανίστηκε η υπόθεση δωροδοκίας του Ρίκκου. Ο Κληρίδης, εξοργισμένος, προφανώς από το όλο θέαμα του απογεύματος, απέστειλε μια σύντομη αναφορά που μεταδόθηκε στα νυχτερινά δελτία ειδήσεων – ίσως να είναι οι λίγες γραμμές που θα μείνουν στην ιστορία από όλα όσα είχε γράψει και πει.
«Ακολουθούνται με ευλάβεια όλες οι νόμιμες διαδικασίες και συνταγματικές διαδικασίες και τελικά οι κατηγορούμενοι μετατρέπονται σε κατήγορους, με την συνδρομή και υπόθαλψη του Ανώτατου άρχοντα της χώρας. Ντροπή!»

Η κοινωνική συμπαράσταση, σε αυτό το πλαίσιο, έσπασε και το δίκτυο των προσπαθειών να ελέγξει η κυβέρνηση την πλειοψηφία των ΜΜΕ – ακόμα και στα φιλοκυβερνητικά - το αίσθημα «ντροπή» ήταν διάχυτο. Παρά το ότι λ.χ. ο Καλατζής του Πολίτη λειτούργησε, από την αρχή, ως δημόσιες σχέσεις του Ρίκκου, προβάλλοντας μισή ώρα πριν την διάσκεψη τύπου, τις κατηγορίες του, η Κάτια Σάββα, από την άλλη, επίσης του Πολίτη, κωδικοποίησε πρώτη την αντίφαση και τελικά το ψέμα του κ. Ερωτοκρίτου, όταν αρνήθηκε ότι είχε υποσχεθεί να παραιτηθεί. Ο Κασκάνης του Πολίτη ταυτίστηκε επίσης με το «ντροπή» του Κληρίδη. Την άλλη μέρα, ο κύριος τίτλος του Φιλελεύθερου έδινε το αποτέλεσμα της μάχης που δόθηκε την προηγούμενη μέρα και νύχτα:
«Ντροπή κύριε Πρόεδρε»
ενώ η Αλήθεια εξέφρασε την αναδίπλωση του προεδρικού, πριν καν την ανακοινώσει ο Αναστασιάδης με το επιχείρημα ότι η πρόθεση για διορισμό ποινικών ανακριτών ήταν προσπάθεια να προστατευθεί ο γενικός εισαγγελέας. Προφανώς, ο Χάσικος ανέλαβε την επιχείρηση «μα εγώ εν τζαι..»

Την υπόλοιπη βδομάδα, ο Ρίκκος δοκίμασε και το θέαμα της κατάθεσης με δηλώσεις στα ΜΜΕ και τη συγκέντρωση «οπαδών» του έξω από την εισαγγελία – ως ένας απόηχος ανάλογων σεναρίων από την δεκαετία του 1960 και το 2013.
Αλλά τώρα ήταν πολύ διαφορετικά τα πράγματα. Το Σάββατο, ο Καλατζής αναγκάστηκε να τιτλοφορήσει το κείμενο του με αναφορά στον Κληρίδη ότι εμφανίζεται ως ο «κερδισμένος».

Πίσω από τα θεάματα: τα συμφέροντα των δικηγορικών γραφείων ως υποκατάστατα της δημοκρατικής διαδικασίας, η αντιπαράθεση συμφερόντων και τί αφήνει η αντίσταση στους Μακαρθισμούς
Τί υπάρχει πίσω από αυτήν την ρήξη όσον αφορά στα συμφέροντα του ιστορικού μπλοκ του κατεστημένου; Σαφώς, η σημερινή ρήξη, ακόμα και η οργή του κ. Κληρίδη, αλλά και η συμπαράσταση που βρήκε, δεν είναι μόνο προσωπικά ζητήματα. Η διαπλοκή και η διαφθορά που εμφανίζονται δεν είναι αποκαλύψεις – αντίθετα αυτό που γίνεται είναι μια νέα και αρκετές φορές απροκάλυπτη προσπάθεια ρουσφετολογίας και ημετεροκρατίας στο όνομα της καταπολέμηση στης διαπλοκής. Όταν ο υπουργός εσωτερικών με οικογενειακές επιχειρήσεις στη γη και στα ΜΜΕ διαχειρίζεται τους κρατικούς τομείς αυτών των υποθέσεων, είναι μάλλον σαφές ότι στήνονται θεάματα για να μην φαίνονται, αλλά πολύ πιο σοβαρά ζητήματα σύγκρουσης συμφερόντων και διαπλοκής. Οπότε, το αίσθημα «Ντροπή» ήταν μια ευρύτερη κραυγή.

Η δυσφορία πηγάζει και από τη συνεχή, πια, εμφάνιση ανάλογων δεδομένων – σήμερα οι κύπριοι πολίτες ξέρουν/άκουσαν ότι πρέπει να γίνονται σεβαστοί οι θεσμοί. Σε αντίθεση λ.χ. με την δεκαετία του 1960, όταν προσπαθούσαν ακόμα να κατανοήσουν το σύνταγμα της ανεξαρτησίας. Και όμως, ακριβώς τώρα ζουν μια κωμωδία χειρότερη από τα καπετανάτα του 60 – η κυβέρνηση θέλει να αλλάζει διοικητές της Κεντρικής κάθε λίγο, αναλόγως συμφερόντων δικηγορικών γραφείων, τώρα θέλει να αλλάζει και γενικούς εισαγγελείς με στόχο να συγκαλύπτει σκάνδαλα ημετέρων.. Σε αυτό το πλαίσιο, αντί να δει κανείς τα δεδομένα ως κρίση θεσμών, ίσως να πρέπει να τα δει ως διεκδίκηση επιτέλους της εφαρμογής των θεσμών και των δημοκρατικών διαδικασιών, που είναι κάπου καταγεγραμμένες, αλλά δεν βιώθηκαν ακόμα ως οικείες των πολιτών.

Με αυτή την έννοια οι Μακαρθισμοί είναι αυταρχικές στιγμές παλινδρόμησης στην εξέλιξη μιας δημοκρατίας, οι οποίες ουσιαστικά υποχρεώνουν μια κοινωνία να αντιμετωπίσει το ζήτημα της υπεράσπισης και μετά της διεύρυνσης της δημοκρατίας. Όταν, τελικά, τέθηκε υπό έλεγχο ο Μακάρθυ μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1950, το ευρύτερο κλίμα δεν είχε αλλάξει αμέσως. Όμως, σιγά σιγά η υπεράσπιση του δικαιώματος στη διαφωνία έγινε βασικό επιχείρημα και η βάση για τα κοινωνικά κινήματα που ακολούθησαν στις ΗΠΑ και έδωσαν νέο νόημα στην ίδια την έννοια της δημοκρατίας – ανοίγοντας την στις μειονότητες, αλλά και στην ίδια την έννοια της διαφορετικότητας. Ο δικαστής William O. Douglas του Ανωτάτου Δικαστηρίου των ΗΠΑ αποκάλεσε «απεχθή» μια απόφαση του 1952, σύμφωνα με την οποία επιτρεπόταν η απόλυση δασκάλων για τις απόψεις τους με βάση το κλίμα το Μακαρθισμού. Από το 1956 και μετά, το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ πήρε μια σειρά από αντίθετες αποφάσεις που ξήλωσαν, όχι απλώς το πλαίσιο που είχε φτιάξει η υστερία του Μακαρθισμού, αλλά και έθεσαν τη βάση για μια ριζική αναγνώριση των δικαιωμάτων στη διαφωνία που τόσο πολέμησε ο γερουσιαστής. Το επεισόδιο του αυταρχισμού είχε οδηγήσει σε εμβάθυνση της δημοκρατίας, όπως φάνηκε την δεκαετία του 1960, αφού υποχρέωσε τους πολίτες να αντιδράσουν/αντισταθούν και να επεκτείνουν στην καθημερινότητα τις δημοκρατικές διαστάσεις που είναι κωδικοποιημένες – παγωμένες στο χρόνο εκφράσεις – στο σύνταγμα. Ειρωνικά μερικοί από τους δικαστές που έκαναν τη διαφορά διορίστηκαν από την συντηρητικό Αϊζενχάουερ. Ίσως, λοιπόν, οι παραλληρισμοί να έχουν ευρύτερα σημεία κοινής ερμηνείας. Θα φανεί από την πορεία του κ. Κληρίδη.

Το επεισόδιο του αυταρχισμού είχε οδηγήσει σε εμβάθυνση της δημοκρατίας όπως φάνηκε τη δεκαετία του 1960 αφού υποχρέωσε τους πολίτες να αντιδράσουν/αντισταθούν και να επεκτείνουν στην καθημερινότητα τις δημοκρατικές διαστάσεις που είναι κωδικοποιημένες – παγωμένες στο χρόνο εκφράσεις – στο σύνταγμα. Ειρωνικά μερικοί από τους δικαστές που έκαναν τη διαφορά διορίστηκαν από την συντηρητικό Αϊζενχάουερ. Ίσως, λοιπόν, οι παραλληρισμοί να έχουν ευρύτερα σημεία κοινής ερμηνείας. Θα φανεί από την πορεία του κ. Κληρίδη.

Υστερόγραφο: για την ιστορική αναλογία
Η αναλογία ψυχρού πολέμου και της σημερινής συγκυρίας δεν είναι συγκρίσιμη όσον αφορά στα μεγέθη και τον εξωτερικό ρόλο των κρατών. Ο Μακαρθισμός, ωστόσο,  είχε λιγότερο να κάνει με το εξωτερικό και πολύ περισσότερο με το εσωτερικό των ΗΠΑ – και όταν χρησιμοποιείται ο όρος αναλυτικά παραπέμπει ακριβώς σε περιόδους εσωτερικού αυταρχισμού σε μια κοινωνία. Από εκεί και πέρα οι αναλογίες είναι σαφείς. Ο Μακαρθισμός ήταν μια προσπάθεια μετατόπισης από υπαρκτά προβλήματα – οι ΗΠΑ τότε αναλάμβαναν την ηγεμονία, από την Βρετανία στο παγκόσμιο σύστημα, αλλά υπήρχαν μια σειρά από προβλήματα. Στο εξωτερικό, ο νέος ρόλος δεν ήταν εύκολος – στον πόλεμο της Κορέας τα πράγματα δεν πήγαιναν καλά, οι «κομμουνιστές» είχαν δυναμική στο παγκόσμιο σύστημα. Αυτό προκαλούσε μια αμηχανία στο εσωτερικό των ΗΠΑ – και γιατί μέχρι τότε οι ΗΠΑ απέφευγαν αυτήν την επέκταση, και γιατί μια χώρα που έκτισε την εικόνα της στην αντι-αποικαική εξέγερση θα γινόταν η ίδια πια ηγεμονική του μπλοκ των αποικιοκρατών, αλλά ακόμα πιο σημαντικά για την συγκυρία, την προηγούμενη περίοδο η άνοδος και εμπέδωση του αριστερού κεϋνσιανισμού του Ρούσβελτ, το New Deal, χαρακτηρίστηκε από την άνοδο αριστερών ιδεών, την διάχυσή τους σε διάφορους τομείς κοκ. Τα ότι το Κ.Κ είχε φτάσει στο σημείο να έχει 100,000 μέλη και διάχυτη επιρροή, ήταν σύμπτωμα μιας διαφορετικής κουλτούρας – που αμφισβητούσε όχι μόνο της ταξικής δομής, αλλά και τον ρατσισμό κοκ. Ο νέος εξωτερικός ρόλος των ΗΠΑ, όμως, απαιτούσε και εσωτερική «εκκαθάριση» - ο κομμουνισμός ήταν απλώς το σύμπτωμα, ή δικαιολογία. Στην ουσία, ο στόχος ήταν το New Deal και η διάχυση της κουλτούρας που το συνόδευε. Έτσι, ένας διεφθαρμένος πολιτικός, όπως ο Μακάρθυ αφέθηκε να κατασκευάζει θεαματικές δίκες και να δαιμονοποιεί ως είιδος μετατόπισης και από τα εξωτερικά προβλήματα της ηγεμονίας, αλλά και από τις εσωτερικές μετατοπίσεις που ήθελε το αμερικανικό κεφάλαιο και οι συντηριτικοί. Στην Κύπρο η αναλογία ήταν η εξής: η φούσκα του χρηματιστικού κεφαλαίου είχε σκάσει και στη δημόσια σφαίρα κυοφορείτο μια έντονη οσμή ταξικής αντιπαράθεσης – παρόλες τις προσπάθειες συγκάλυψης, η εστίαση στις τράπεζες ήταν αναπόφευκτη. Ταυτόχρονα, η νέα κυβέρνηση είχε να διαχειριστεί εκτός από την κρίση των τραπεζών και την δική της κρίση νομιμότητας, μετά το Μάρτη του 2013. Αν στις ΗΠΑ ο Μακαρθισμός ήταν η προσπάθεια περιορισμού του δημοκρατικού ανοίγματος επί Ρούσβελτ, στην Κύπρο η περίοδος του Ρίκκου ήταν μια ανάλογη στροφή σε πρακτικές και ρητορικές του παρελθόντος, μπροστά σε μια παρακμή ενός μοντέλου. Η στιγμή της κρίσης, ωστόσο, είναι ιστορικά παροδική – αναπόφευτκα η αποκάλυψη θα οδηγήσει σε διεύρυνση της δημοκρατίας γιατί έσπασε ένα πέπλο λογοκρισίας. Κάποιοι πληρώνονται – και μάλιστα από αυτούς που πουλούσαν σκανδαλοθηρία με συντηριτική βαρύγδουπη φρασεολογία. Τώρα πια οι υποψίες του κοινού φαίνεται να επιβεβαιώνονται.






[1] Άλλαξε κόμμα, όταν είδε ότι δεν θα το πρότειναν οι δημοκρατικοί για εισαγγελέα, κατέβαινε στις εκλογές με εκστρατείες ψεμάτων και παραπλάνησης κοκ…

1 σχόλιο: