5 Απρ 2015

Ένας προβληματισμός για τον φόνο την εποχή του Θεάματος και της υπαρξιακής κρίσης νοήματος – η περίπτωση του πιλότου του γερμανικού αεροπλάνου: Ένας μαζικός φόνος για 15 λεπτά δημοσιότητας;



«Ο Ηρόστρατος… κατά πως είχε ο ίδιος δηλώσει, προκειμένου να μείνει το όνομά του στην Ιστορία, πυρπόλησε το 356 π.Χ., το περίφημο Αρτεμίσιο, δηλαδή τον Ναό της Αρτέμιδας στην Έφεσο. Οι Εφέσιοι τον συνέλαβαν, τον θανάτωσαν και απαγόρευσαν τη μνεία του. Το όνομά του όμως διασώθηκε μέσα από το έργο του Θεόπομπου Ελληνικά, ενώ αναφορές σε αυτόν, στηλιτεύοντας πάντα την ανόσια πράξη του, γίνονται μετέπειτα από πολλούς Έλληνες και Λατίνους αρχαίους συγγραφείς. Σήμερα, στα Γερμανικά η λέξη Herostrat δηλώνει τον εγκληματία που «διψά για δόξα», ενώ ο όρος Herostratic fame στην Αγγλική γλώσσα δηλώνει την «δόξα με κάθε μέσο». (πηγή:el.wikipedia.org/wiki//wiki/Ηρόστρατος 
Μ. Π.
"..στην θέση της σκεπασμένης με θρησκευτικές και πολιτικές αυταπάτες εκμετάλλευσης [φόνου], έβαλε την ανοιχτή, ξεδιάντροπη, άμεση σκληρή εκμετάλλευση [φόνο]"
Παραφράζοντας τον Μαρξ για την «αστική εποχή»/νεωτερικότητα

Η πτώση του γερμανικού αεροπλάνου προκάλεσε αρχικά αμηχανία. Ένα ακόμα αεροπλάνο έπεφτε ή χανόταν και δεν υπήρχε εύκολη δικαιολογία – τρομοκράτες, τριτοκοσμικοί μαλαισιανοί, ρωσόφιλοι αντάρτες στην ανατολική Ουκρανία κλπ. Έπεσε ένα αεροπλάνο της υποτιθέμενης ηγεμονικής και άψογης κλπ κλπ γερμανικής επιχειρησιακής οργάνωσης. Ακολούθησαν κάποια ψιλαφήματα για τρομοκρατία και ξαφνικά η εικόνα παγωμένα τρομακτική. Από ότι φαίνεται ο ένας πιλότος σκόπιμα οδήγησε το αεροπλάνο στην πτώση. Και έτσι, ξαφνικά, απέναντι στις επιδειξιμανείς εκτελέσεις του ισλαμικού κράτους, είχαμε τώρα μια μαζική εν ψυχρώ δολοφονία στη Δύση. Από ένα άτομο, χωρίς καν ιδεολογία. Ο νορβηγός ακροδεξιός μπορεί να έχει ανάλογα ψυχολογικά, αλλά τουλάχιστον έντυσε με ένα μανδύα ιδεολογίας τον μαζικό φονο. Ο Λούμπιτς όχι. Δεν άφησε σημείωμα, δεν εξηγησε σε κανένα. Μόνο μια φίλη του είπε ότι τον θυμόταν να λέει ότι θα τον θυμούνται. Σκότωσε, λοιπόν, για να μείνει στην ιστορία, έστω και σαν ο κακός;
Γιατί όχι;

Ο μαζικός φόνος στη δυτική σκέψη: είτε ιδεολογικός, είτε θρησκευτικός ο μαζικός φόνος είχε μια δικαιολογία/νομιμοποίηση πέρα από το άτομο
Στο κλασικό του έργο της δεκαετίας του 1950 «ο εξεγερμένος άνθρωπος» ο Α. Καμύ διαπραγματεύεται τον ιδεολογικό φόνο, όπως τον ονομάζει ως ένα έγκλημα το οποίο γίνεται με ορθολογικά κριτήρια και ως τέτοιος είναι μια αντίφαση – αλλά και μερικές φορές τραγική προέκταση, του πνεύματος της νεωτερικής εξέγερσης. Ο Καμύ είχε δίκαιο για το δίλημμα, αλλά και ο ίδιος ποτέ δεν κατάφερε να ξεπεράσει τα δικά του όρια. Πολέμησε στην αντίσταση, αλλά δεν συμπαραστάθηκε στην αλγερινή εξέγερση. Ο φόνος εκ μέρους της γερμανικής κατοχής δικαιολογούσε την εξέγερση [και άρα τον φόνο ως αντίσταση] αλλά της αποικιοκρατίας όχι; Ο Καμύ ήταν εγκλωβισμένος στον ευρωπαϊκό πνεύμα – αντίθετα με τον Σαρτρ που κατάφερε να είναι τουλάχιστον ειλικρινής και αδίσταχτα συνεπής στην εξέγερσή του και στην ευθύνη για τα «βρώμικα χέρια». Ο Καμύ συγκάλυπτε μια αιματηρή αθωότητα. Ο φόνος στο όνομα μιας πίστης δεν είναι προϊόν μόνο της νεωτερικότητας. Ήταν η βάση των θρησκευτικών εγκλημάτων επίσης. Και το μείγμα της νεωτερικής ορθολογικής πίστης που διασταυρωνόταν με τη θρησκευτική φαντασίωση δυτικής ανωτερότητας ήταν η αποικιοκρατία.

Το άτομο στην εποχή του θεάματος εκλιπαρεί μια αναγνώριση από ένα αόρατο Άλλο που δεν προσφέρει ούτε κοινότητα, ούτε μύθο για να πιαστεί
Σήμερα, το μαζικό έγκλημα αποκτά μια νέα διάσταση. Σε ένα κόσμο, όπου η δικτύωση μέσα από τα ηλεκτρονικά μέσα, κατασκευάζει πια μια εξάρτηση από την εξωτερική επιβεβαίωση που προβάλλεται κάπου, η μοναξιά της "εσωτερικής ερήμου", γαζώνεται στην ελπίδα αυτού ο Γουόρχολ ονόμασε «15 λεπτά δημοσιότητας». Ο παραδοσιακός και ο νεωτερικός άνθρωπος ποτέ δεν αποκόπηκε τόσο από την αίσθηση της κοινότητας – για αυτό ακόμα και το νεωτερικο μαζικό έγκλημα είχε αναφορές σε κάτι κοινοτικό. Και σε αυτό το πλαίσιο, είχε και ένα όριο. Η παραδοασικη βεντέτα είχε ως όριο το να μην πειράζονται οι γυναίκες και τα παιδιά. Στους πόλεμους, το μαζικό έγκλημα είχε έστω μια στρατηγική χρήση – η Χιροσίμα λ.χ. να προκαλέσει το τέλος του πόλεμου. Σήμερα, όμως, η αποξένωση από την κοινότητα, το απόλυτα απομονωμενο άτομο που συναντά τον κόσμο με την «ναυτία» της υπαρξιακής κρίσης νοήματος, δεν έχει καμία κοινότητα να πιαστεί, η έστω να ταυτιστεί. Ο θρησκευτικός φανταμενταλισμός προσφέρει τουλάχιστον ένα μύθο και μια στρατηγική στην απόγνωση – για αυτό και τα εγκλήματα του είναι στρατηγικά. Έχουν ως στόχο το θέαμα.

Το θέαμα της μαζικής δικτύωσης εξοικειώνει, όχι μόνο με το μαζικό φόνο, αλλά και με την χωρίς ντροπή δικαιολόγησή του – πώς μπορεί να νοιώθει ενοχή ένας γερμανός μετά την Γάζα και την Οδησσό στα δυτικά ΜΜΕ;
Αλλά ο αποξενωμένος εαυτός, ποιά όρια μπορεί να έχει; Στην οθόνη του υπολογιστή του παρελαύνουν εγκλήματα που περνούν ατιμώρητα – τα χτεσινά θύματα της Γερμανίας για τα οποία οι γερμανοί πρέπει να νοιώθουν ένοχοι, σκοτώνουν αδιακρίτως στην Γάζα χωρίς ενοχή – και σε άμεση αναμετάδοση. Τα ΜΜΕ δεν κατάλαβαν ακόμα ότι το αποξενωμένο ‘εγώ’ κατανοεί τη φτηνή προπαγάνδα - το μόνο του μένει είναι ένα ορθολογικο μυαλό που απλώς καταγράφει τις εικόνες και τα ψέματα. Και καταργεί κάθε ίχνος ηθικής μπροστά στην αυτοκατάργηση της ηθικής από το ψέμα που επιμένει να εισβάλει παντού με τη φαινομενική αθωότητα του ανόητου που δεν ξέρει ότι τον βλέπουν γυμνό. Όταν καίγονται 50 άτομα στην Οδησσό και το μόνο που έχουν να κάνουν οι δολοφόνοι είναι να πουν ότι τα θύματα «είναι ρώσοι, κομμουνιστές κλπ», το απομονωμένο ‘εγώ’ της ένοχης γερμανικής συνείδησης δεν ενδιαφέρεται καν, πια, για δικαίωση. Ποιοί είναι οι καλοί με τους οποίους πρέπει να ταυτιστείς;

Και η τραγική προέκταση ενός κόσμου που φτάνει στα όρια της νομιμοποίησης του – αν η ζωή είναι τόσο φτηνή την στιγμή που η χλιδή είναι τόσο εφικτή για άλλους, τί είναι μια αυτοκτονία χωρίς νόημα μπροστά στο αναπόφευκτο αίσθημα εκδίκησης που θα αναδυθεί;
Έτσι, έχουμε το έγκλημα χωρίς πίστη – χωρίς πάθος, χωρίς καν αιτία. Ο δολοφόνος απλώς το κάνει γιατί δεν νοιώθει γιατί δεν έχει από πού να πιαστεί. Και προτιμά να τον θυμούνται, έστω σαν τον κακό – αλλά σε ένα τέτοιο κόσμο, τί είναι το κακό;

Αυτό, λοιπόν, που δεν κατάφερε η Αλ Κάιντα το 2001 θα το κάνει ένας γερμανός. Αλλά είναι μια πράξη που ανοίγει ένα οδυνηρό, αλλά σαφή δρόμο. Σε αυτόν το κόσμο της διάχυτης επικοινωνίας, όπου το έγκλημα νομιμοποιείται από το ψέμα της εξουσίας, ο μαζικός φόνος είναι απλώς μια κίνηση. Δεν χρειάζεται ομάδα. Σήμερα είναι ένας απεξενωμενος γερμανός που δεν ενδιαφέρεται καν να εξηγήσει το γιατί – αύριο θα είναι χιλιάδες από τον εξαθλιωμένο νότο που θα κάνουν μαζικά εγκλήματα ως απλή κίνηση εκδίκησης. Οι άνθρωποι δεν νοιώθουν απόγνωση από τις συνθήκες – νοιώθουν απόγνωση από την διάψευση των προσδοκιών, αλλά ακόμα περισσότερο από την απώλεια συνδετικού νοήματος. Σήμερα, αυτή η οργή εμφανίζεται στην Μέση Ανατολή ως επιθέσεις αυτοκτονίας – ως θάνατος για ένα σκοπό, τόσο παράλογο για όσους δεν ζούμε την απόγνωση του να έχει καταστραφεί η χώρα σου για ένα λάθος/ψέμα μια αμερικανικής κυβέρνησης, όσο και απόλυτα λογικό για οποίον βλέπει πως ζουν οι άλλοι και πως αυτός δεν θα ζήσει ποτέ.

Ένας έλληνας οργισμένος με τη λιτότητα κατέβηκε στο δρόμο με ένα όπλο και αυτοκτόνησε γιατί, όπως  έγραψε "δεν ξέρω τι θα κάνω αν δεν σκοτώσω τον εαυτό μου". Ήταν μια συγκινητική κίνηση για να μην φτάσει στο σημείο της απόγνωσης, της εσωτερικής ερήμου του Λούμπιτς.



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου