1 Μαρ 2015

Η ανάδυση της κυπριακής συνείδησης



Η έρευνα της IMR/Πανεπιστημίου Λευκωσίας για τον Νεοκυπριακό Σύνδεσμο, με θέμα τις ταυτότητες στην Κύπρο αποτελεί ένα ενδιαφέρον τεκμήριο δυο φαινομένων: του χάσματος ανάμεσα στο επίσημο δημόσιο λόγο και την καθημερινότητα [ιδιαίτερα στην ελληνοκυπριακη κοινότητα], και του πώς η υπόγεια-καθημερινή διάσταση εξελίσσεται ιστορικά, παρά την επίσημη λογοκρισία της. Αν και η παρουσίαση της έρευνας έδωσε έμφαση στις σχέσεις των δυο κοινοτήτων, αλλά και στο «αν και πως» θα πρέπει να «προωθηθεί η κυπριακή ταυτότητα», εντούτοις, από την οπτική γωνία της ιστορικής εξέλιξης των ταυτοτήτων, τα πιο σημαντικά στοιχεία αφορούν το γεγονός ότι η κυπριακή ταυτότητα, χωρίς επίσημη ευλογία, αναπτύσσεται στην καθημερινότητα και αποκτά ενδιαφέρουσες, ετερόκλητες, μορφές.

Μια συντριπτική κυπριακή πλειοψηφία – παρά τον επίσημο-ηγεμονικό λόγο
Στην ερώτηση για το πώς προσδιορίζουν οι κάτοικοι της Κύπρου τον εαυτό τους ένα ποσοστό 57% των ε/κ προσδιορίζουν τον εαυτό τους είτε απλώς ως «κύπριο» [48%] ή σαν περισσότερο κύπριο, παρά έλληνα [9%], ενώ μόλις 9% τον προσδιορίζουν είτε ως έλληνα [5%] είτε «περισσότερο έλληνας, παρά κύπριος [4%].

Ένα, επίσης, σημαντικό ποσοστό, 34% βρίσκεται στην μέση, σε μια δυαδική κατάσταση. θεωρώντας τον εαυτό του εξίσου «κύπριο και έλληνα». Τα αντίστοιχα ποσοστά στην τουρκοκυπριακη κοινότητα είναι ακόμα πιο συντριπτικά, με 88% προσδιορισμό ως κύπριο, μόλις 2% τούρκος, και 10% είτε εξίσου κύπριος και τούρκος [6%] ή και μόνο τουρκοκύπριος [4%]. Αν κάποιος ομαδοποιούσε τις απαντήσεις σε κύπριος, έλληνας-τούρκος, και μεικτή ταυτότητα [έλληνας-κύπριος, τούρκος-κύπριος], τα δεδομένα είναι τα εξής

Ελληνοκυπριακή κοινότητα
Τουρκοκυπριακή κοινότητα
Τοπική ταυτότητα  κύπριοι
57%
88%
Εισαγόμενη εθνική ταυτότητα Έλληνας - τούρκος
9%
2%
Εξίσου έλληνας/τούρκος και κύπριος ή μια άλλη ενδιάμεση ταυτότητα
34%
10%

Εδώ, φαίνεται η γνωστή, από τις εξελίξεις, τάση οι τουρκοκύπριοι να έχουν ένα έντονο κυπροκεντρικό σημείο εστίασης – μπροστά στις παρεμβάσεις του τουρκικού κράτους. Αυτό το δεδομένο είναι και προϊόν των κινητοποιήσεων των τελευταίων 15 χρόνων και είναι σαφώς, πια, ένα δεδομένο, που δεν πρόκειται να αλλάξει εύκολα. Αλλά και οι μετατοπίσεις στην ελληνοκυπριακή κοινότητα είναι εξίσου εντυπωσιακές. Με δεδομένο ότι τα ελληνοκύπρια ΜΜΕ, αλλά εν μέρει και το εκπαιδευτικό σύστημα, στο οποίο οι λειτουργοί έχουν μια κλίση προς τα δεξιά, σε αντίθεση με τους τουρκοκύπριους, έχουν μια εστίαση στο «εθνικό», η ανάδυση μιας σαφούς πλειοψηφίας, η οποία είτε απλώς ονομάζει τον εαυτό της κύπριο, είτε θεωρεί την κυπριακή ως την πρωταρχική της ταυτότητα, είναι σημαντική μετατόπιση προς μια νέα πραγματικότητα. Και γίνεται ακόμα πιο ενδιαφέρουσα με την ριζική πτώση της ταύτισης μόνο με έννοια έλληνας, που πέφτει στο 5%. Αν έκανε κανείς έρευνα μόνο σε άτομα με καθοριστικό λόγο στα ΜΜΕ, αλλά και στην εκπαίδευση, σαφώς το ποσοστό θα ήταν πολύ πιο μεγάλο. Το χάσμα ανάμεσα στον ηγεμονικό λόγο και την πραγματικότητα είναι πια εντυπωσιακό.

Μια ιστορική ανάδρομη: πριν περίπου 20 χρόνια ακόμα και το να πει κάποιος στο δημόσιο λόγο ότι είναι «κύπριος» [αντί έλληνας ή τούρκος] ήταν αρκετό για να κλείσει/λογοκριθεί εκπομπή στο ΡΙΚ
Η έννοια της κυπριακής συνείδησης εμφανίστηκε την δεκαετία του 1960 – αν και θα μπορούσε να πει κάποιος ότι η δεξιά και η ακροδεξιά έβλεπαν συνομωσίες ενάντια στην ταυτότητα που εισήγαγαν από την Αθήνα, ως είδος πολιτιστικού κεφαλαίου, από τα τέλη της δεκαετίας του 1940 – τότε γίνονταν ιδεολογικές "εκκαθαρίσεις" στα σχολεία και που το εθναρχικο συμβούλιο, μετά το 1948, επέμενε ότι κανένα βιβλίο που θα γραφτεί από κύπριο, δεν μπορεί να είναι αντίστοιχο έστω, με τα ανώτερα βιβλία που γράφονταν στην Αθήνα.[1] Ήταν ένα είδος βολικής δουλοπρέπειας, που επέτρεπε στην ελίτ, αλλά και στην παράταξη που την στήριζε να μοιράζει πιστοποιητικά «ελληνοφροσύνης» στην σκιά της Μακρονήσου, ως τρόπο συντήρησης της τοπικής της εξουσίας.[2]

Στις αρχές της δεκαετίας του 1960, ο όρος κωδικοποιήθηκε για πρώτη φορά από τον Θ. Παπαδόπουλο, ένα ίσως από τους πιο σημαντικούς διανυόμενους της γενιάς του στο κείμενο «Η κρίσης της κυπριακής συνειδήσεως». Το συγκεκριμένο κείμενο είναι ενδιαφέρον, διότι καταγράφει εν μέρει την εμφανή ακόμα και τότε αποστασιοποίηση του πληθυσμού από την ένωση, αλλά και για τις επιλογές που αναφέρει. Έτσι, αφού θεωρεί ότι η ένωση αποκλείεται, θέτει δυο επιλογές – την ανάπτυξη κυπριακής ταυτότητας [την οποία απορρίπτει] και την ανάπτυξη μιας μεικτής δυαδικής ταυτότητας με ελληνική εθνική και κυπριακή πολιτική ταυτότητα. Οι μεγάλες πολιτικό-πολιτιστικές διαμάχες της τότε περιόδου έγιναν ακριβώς, γιατί αυτή η δυαδικότητα δεν γινόταν αποδεχτή από την Αθήνα, αλλά και από την τοπική ακροδεξιά η οποία έγινε το όργανο, και των αθηναϊκών και των δυτικών παρεμβάσεων,[3] μέσα από τις οποίες οδηγηθήκαμε στο 1974. Μετά το 1974, ο Μ. Ατταλίδης σε ένα βιβλίο,[4] στο οποίο προσπάθησε να ερμηνεύσει την κατάσταση πριν το 1974, αφού ανέλυσε [με βάση την ανάλυση του Παπαδόπουλου] την κατάσταση στην Κύπρο [τις τάσεις διαφοροποίησης της κυπριακής από την ελληνική ταυτότητα] έθεσε το ερώτημα πώς και γιατί η διάχυτη αίσθηση της κυπριακής συνείδησης, δεν κωδικοποιήθηκε ως πολιτική θέση. Ήταν μια ενδιαφέρουσα ανάλυση μεν, όσον αφορά στον προσδιορισμό των «πηγών της διάχυτης εμφάνισης της κυπριακής συνείδησης», αλλά δεν υπήρχε απάντηση [ούτε καν ικανοποιητική ανάλυση για την ύπαρξη του χάσματος ανάμεσα στον ηγεμονικό και τον καθημερινό λόγο]. Ήταν από εκείνα τα σημεία που έμμεσα αποσιωποιήθηκαν - και ευρύτερα και στις πιο ακαδημαϊκές αναλύσεις. Γενικότερα, η δεκαετία του 1970, όπως παρατήρησε με μια πιο εμπειρική ανάλυση ο Μαυράτσας,[5] ήταν μια δεκαετία όπου ο κυπροκεντρισμός διαχύθηκε[6] - και στον ηγεμονικό δημόσιο λόγο.[7] Αλλά το μοντέλο που επικράτησε ήταν εκείνο της αποδοχής της διπλής ταυτότητας – αυτό ήταν και το μοντέλο το οποίο υιοθέτησε ο Νεοκυπριακός σύνδεσμος, ο οποίος εμφανίστηκε τότε. Όμως, η διεκδίκηση της κυπριακότητας παρέμεινε, έτσι, ημιτελής – προσδιοριζόταν πολιτικά ως ταυτότητα της πολιτείας, αλλά όχι πολιτιστικά, μια διάσταση που αποκτούσε, όμως, ευρύτερη αποδοχή και μετά το τραύμα του 74, αλλά και λόγω της αυτόνομης πια πολιτικής και οικονομικής ανάπτυξης.

Την δεκαετία του 1980, όσοι νομιμοποιούσαν την εξουσία τους με αναφορά σε μια μυθική η ιερή Ελλάδα ανασυντάχθηκαν - εν μέρει και στη σκιά του επεμβατισμού του ΠΑΣΟΚ. Έτσι, τότε καλλιεργήθηκε μια νέα φαντασιακή απειλή για να νομιμοποιήσουν την αυξανόμενα εύθραυστη εξουσία τους – ότι η υποστήριξη της κυπριακής ταυτότητας σήμαινε..υποστήριξη της φοινικικής ταυτότητας.[8]

Ήταν μια απλοϊκή, φυσικά ατεκμηρίωτη, θέση την οποία προωθούσαν τα ΜΜΕ της δεξιάς [που αναζητούσαν μια κάποια νομιμοποίηση του παρελθόντος τους] αλλά και των απορριπτικών που αναζητούσαν την εύνοια του πατριωτικού ΠΑΣΟΚ – και τέτοιες ρητορικές έκφρασε τότε μέχρι και ο Στυλιανίδης που μετά ανακάλυψε τον «φιλελευθερισμό» στο Σημίτη. Στις αρχές της δεκαετίας του 1990, η συμμαχία της δεξιάς με τον απορριπτικό κέντρο για να ηττηθεί ο Βασιλείου είχε και ανάλογες υστερικές στιγμές – έτσι, λογοκρίθηκε η εκπομπή «Χωρίς Πλαίσια» στο ΡΙΚ, διοργανώθηκε μια εκστρατεία δαιμονοποίησης της ίδρυσης του πανεπιστημίου,[9] κουβαλήθηκε και ο Μπαμπινιώτης, λίγο μετά την εκλογή Κληρίδη για να πει στους ιθαγενείς ότι η κυπριακή γλωσσική εκδοχή υπονομεύει την ελληνική γλώσσα κοκ. Μερικοί τρομοκρατήθηκαν – η στάση του Ατταλίδη λ.χ. ο οποίος ξαφνικά θεωρούσε υβρίδια, να τον ταυτίζουν με τον νεοκυπριακό σύνδεσμο, ήταν μια θλιβερή στιγμή αυτολογοκρισίας για τον ίδιο, αλλά και για την κυπριακή δημόσια σφαίρα. Για όποιον, όμως, πρόσεχε τις μετατοπίσεις στις ρητορικές από την δεκαετία του 1960, η ελληνοκεντρική άποψη είχε υποχωρήσει πια αισθητα, και τώρα πια διεκδικούσε απλώς την λογοκρισία της κυπριακής ταυτότητας – τη δήλωση ‘είμαι κύπριος’. Διότι η όλη της ρητορική της, πια, βασιζόταν στην υιοθέτηση της θέσης των κυπροκεντρικών της προηγούμενης περιόδου - ότι δηλαδή υπάρχουν δυο ταυτότητες μια πολιτική [κυπριακή] και μια πολιτιστική-εθνική [ελληνική]. Δαιμονοποιούσαν τον Νεοκυπριακό Σύνδεσμο, ενώ στην πολιτική ρητορική ήταν αναγκασμένοι να υιοθετήσουν τις απόψεις που εισήγαγε ο Σύνδεσμος. Ο στόχος τώρα είχε γίνει η λογοκρισία της ανάδυσης της εμπειρίας της κυπριακότητας ως βίωμα, και ως πολιτιστικής εμπειρίας – και νεωτερικής, αλλά και ιστορικής.

Από ότι φαίνεται σήμερα, όμως, αυτό που αναλώθηκε να λογοκρίνει η τοπική εξουσία, και οι μηχανισμοί νομιμοποιησης της, είναι μια υπαρκτή πραγματικότητα γιατί η κρίση του ηγεμονικού λόγου δεν μπορεί πια να την λογοκρίνει.

Οι ετερόκλητες εστιάσεις των δυο κοινοτήτων στο χώρο και το χρόνο της κυπριακότητας
Ωστόσο, επειδή ακριβώς η κυπριακή ταυτότητα [το αίσθημα «είμαι κύπριος/α» ή «περισσότερο κύπριος/α»] δεν κατασκευάστηκε από τα πάνω ως ένα καλούπι, το οποίο να επιβληθεί προς τα κάτω ιεραρχικά, δεν έχει την ομοιομορφία του εθνικά εισαγόμενου και κατασκευασμένου λόγου – και στις δυο κοινότητες. Σε αυτό το πλαίσιο, οι κύπριοι χρησιμοποιούν ετερόκλητα σύμβολα για να προσδιορίσουν την ταυτότητα τους. Όμως, αυτές οι «επιλογές» δεν είναι τυχαίες – εκφράζουν και πάλι τη βιωμένη εμπειρία. Έτσι, στην συγκεκριμένη έρευνα, οι ελληνοκύπριοι και οι τουρκοκύπριοι δίνουν διαφορετική ερμηνεία στα βασικά δεδομένα που προσδιορίζουν ως «κυπριακότητα». Και σε αυτό πλαίσιο, αξίζει να δει κανείς και το πώς η διαφορά αναμεσα στις δυο κοινότητες έχει να κάνει και με τις βασικές έννοιες του χώρου [γεωγραφικός χώρος του νησιού] και του χρόνου [ιστορία].

Ερ. 2 Ποια από τα παρακάτω στοιχεία θεωρείτε απαραίτητα για να είναι κάποιος «Κύπριος»;




Οι πινακες για τα ερωτήματα 2 [ο πινακας πιο πανω] και 5 [ο πινακας πιο κατω] στην έρευνα[10] είναι σημαντικοι, γιατί θέτουν αυτού του είδους τα ζητήματα - τί σημαίνει να είσαι κύπριος ή πού νομίζουν οι ερωτηθέντες ότι θα πρέπει να στηριχθεί/στηρίζεται μια τέτοια ταυτότητα. Αν δει κανείς τα αποτελέσματα συγκριτικά [ανάμεσα στις δυο κοινότητες και ως επιλογές προτίμησης από τους ερωτηθέντες] τα αποτελέσματα είναι όντως ενδιαφέροντα.

Στο πίνακα 2, η θρησκεία αλλα και η γλώσσα σαν προσδιοριστικά είναι επιλογές με χαμηλή στήριξη και από τις δυο κοινότητες – αναγνωρίζοντας, ενδεχομένως, μια ντε φάκτο πραγματικότητα στη σημερινή Κύπρο. Σε αυτό το πλαίσιο, αξίζει να αναφερθεί και μια μικρή, αλλά ιστορικά ερμηνεύσιμη διαφοροποίηση: και στις δυο κοινότητες το ποσοστό για αποδοχή στο σύνολο της κυπριακής ταυτότητας απότομα «άλλης υπηκοότητας» γονείς [είτε που γεννήθηκαν από «ξένους», είτε που μετανάστευσαν στην Κύπρο] είναι χαμηλό, αλλά όχι αμελητέο, τουλάχιστον για παιδιά μεταναστών. Οι τουρκοκύπριοι, παρά την διαφοροποίηση από την τούρκικη ταυτότητα δείχνουν ελαφρώς πιο ανεκτικοί [17% έναντι 12% λ.χ.] ίσως και λόγω της σταδιακής ενσωμάτωσης μέρους των παιδιών μεταναστών από την Τουρκία.

Ερ. 5. Που πρέπει να στηριχθεί μια τέτοια [κυπριακή] ταυτότητα


Γενικότερα και στους δυο πίνακες: οι ελληνοκύπριοι φαίνονται να προτάσσουν τον χώρο ως  τη βασική διάσταση της ταυτότητας. Στην ερώτηση 2, ένα 46% προσδιορίζει ως κύπριο κάποιον που γεννήθηκε από «κύπριους γονείς» [την καταγωγή του, δηλαδή, από τον χώρο Κύπρος] και αυτό τονίζεται και από ένα άλλο 27%, το οποίο θεωρεί αρκετό έστω κάποιος να θεωρεί την Κύπρο «πατρίδα του». Στο ερώτημα 5 «που πρέπει να στηρίζεται η κυπριακή ταυτότητα», ως ένα είδος «θετικής άξιας», ένα ποσοστό 51% εστιάζει στην «αγάπη για τον τόπο/Κύπρο».
Αντίθετα, οι τουρκοκύπριοι φαίνεται να τονίζουν την εθνική-πολιτιστική καταγωγή. Αυτό είναι εν μέρει παράδοξο, αφού οι τουρκοκυπριοι σε ένα συντριπτικό ποσοστό [88%] δηλώνουν κύπριοι. Η επίκληση, σε ποσοστό 46% [όπως ακριβώς και των ε/κ για την καταγωγή από κύπριους γονείς] της εθνικής καταγωγής [έλληνας ή τούρκος] για το «ανηκείν» την κυπριακή ταυτότητα, δείχνει και μια διαφοροποίηση εσωτερικά – οι τουρκοκύπριοι νοιώθουν μεν κύπριοι, αλλά και διαφορετικοί κύπριοι. Μια ενδεχομένως ενδιαφέρουσα διάσταση βρίσκεται και στις απαντήσεις στην ερώτηση 5, όπου το μεγαλύτερο ποσοστό των τουρκοκυπρίων φαίνεται να θεωρεί πιο σημαντικό στοιχείο μιας κοινής ταυτότητας την κοινή ιστορία [ποσοστό 40%]. Με αυτήν την έννοια, οι τουρκοκύπριοι φαίνεται να τονίζουν περισσότερο την ιστορία και τον χρόνο, σε αντίθεση με τους ελληνοκύπριους που τονίζουν τον χώρο, αλλά και τις συγκυρίες-συμφέροντα. Έτσι, για τους ελληνοκύπριους το κοινό μέλλον [36%] και τα κοινά συμφέροντα [35%] είναι σημαντικά, και ακολουθούν η «αγάπη για τον τόπο» ως σημαντικοί παράγοντες της ταυτότητας, ενώ για τους τουρκοκύπριους τονίζεται το κοινό «ταμπεραμέντο».

Η κυπριακότητα ως αυτονομία και ως εσωτερική διαφοροποίηση
Αυτά τα αποτελέσματα επιβεβαιώνουν, μπορεί να πει κάποιος, τη βασική κυπριακή εμπειρία της αυτονομίας από την μια [όπως επιβεβαιώνεται ιστορικά, αλλά και γεωγραφικά από τα σύνορα του νησιού Κύπρος, το οποίο αντιπροσωπεύει η Κυπριακή Δημοκρατία] όσο και του εσωτερικού πλουραλισμού [είναι αξιοσημείωτη από μόνη της η ύπαρξη ετερόκλητων στοιχείων ως βασικών στοιχείων για την κυπριακότητα] ο οποίος καταγράφει την ιστορική βιωμένη εμπειρία. Είναι λογικό ότι οι ελληνοκύπριοι τονίζουν τον χώρο, και γιατί στο εσωτερικό τους υπάρχει ακόμα ένα ηγεμονικό πλαίσιο, το οποίο χρησιμοποιεί, ακόμα, την «ελληνοφροσύνη» [και τον εισαγώμενο χρόνο] ως μηχανισμό νομιμοποίησης της εξουσίας ή του στατους, αλλά και γιατί ως πλειοψηφική κοινότητα ελέγχουν την πολιτεία που εκφράζει την κυπριακή αυτονομία. Αφού ο χρόνος είναι, εν μέρει, ελεγχόμενος από τα έξω/ "αποικιοκρατούμενος", έστω και εθνικά ή σε ένα οριενταλιστικό πλαίσιο, όπου η Δύση είναι ο πολιτισμός στον οποίο πρέπει να προσβλέπουν οι ιθαγενείς, ο χώρος παραμένει η απτή απόδειξη της βιωμένης εμπειρίας και των συμβόλων της. Οι τουρκοκύπριοι αντίθετα, ακριβώς γιατί και λόγω της ύπαρξης μιας κοσμικής παράδοσης στο εκπαιδευτικό σύστημα, αλλά και λόγω των αντιπαραθέσεων με Τουρκία, αλλά και τους ελληνοκύπριους, τονίζουν την ιστορικότητα τους – την οποία έχουν κερδίσει απέναντι στον τούρκικο εθνικό λόγο [και σε αυτό βοήθησε η ρήξη κεμαλιστών-ισλαμιστών στην Τουρκία] αλλά και απέναντι στους ελληνοκύπριους που τους θεωρούσαν απλώς ως «υπόλοιπο». Η κυπριακή ταυτότητα, κατά συνέπεια, κουβαλά στην ανάδυσή της από τα κάτω δυο βασικά στοιχεία – την αυτονομία και την εσωτερική διαφοροποίηση-πλουραλισμό. Ίσως να είναι και πιο μεταμοντέρνα από τα εισαγόμενα πρότυπα με τα οποία έπρεπε να αναμετρηθεί η κυπριακή καθημερινότητα κατά την μοντέρνα εποχή.


Αυτά τα αποτελέσματα επιβεβαιώνουν, μπορεί να πει κάποιος, τη βασική κυπριακή εμπειρία της αυτονομίας.. και του εσωτερικού πλουραλισμού… ο οποίος καταγράφει την ιστορική βιωμένη εμπειρία. Είναι λογικό ότι οι ελληνοκύπριοι τονίζουν τον χώρο, και γιατί στο εσωτερικό τους υπάρχει ένα ηγεμονικό πλαίσιο, το οποίο χρησιμοποιεί ακομα την «ελληνοφροσύνη» ως μηχανισμό νομιμοποίησης της εξουσίας ή του στατους, αλλά και γιατί ως κοινότητα.. ελέγχουν την πολιτεία που εκφράζει την κυπριακή αυτονομία. Αφού ο χρόνος είναι, εν μέρει, "αποικιοκρατούμενος"…ο χώρος παραμένει η απτή απόδειξη της βιωμένης εμπειρίας... Οι τουρκοκύπριοι αντίθετα, ακριβώς γιατί και λόγω της ύπαρξης μιας κοσμικής παράδοσης στο εκπαιδευτικό σύστημα, αλλά και λόγω των αντιπαραθέσεων με την Τουρκία, αλλά και τους ελληνοκύπριους, τονίζουν την ιστορικότητά τους – την οποία έχουν κερδίσει απέναντι στον τούρκικο εθνικό λόγο… αλλά και απέναντι στους ελληνοκύπριους που τους θεωρούσαν απλώς ως «υπόλοιπο».



[1] Panayiotis Persianis. 1978. Church and State in Cyprus Education. Nicosia, p. 96
[2] Peter Loizos. Αλλαγές στην Δομή της Κοινωνίας, στο «Κύπρος 1878-1955». Ο Λοΐζος παρατηρεί ότι η κρίση εξουσίας, κατά την περίοδο 1920-50, ήταν πολύ πιο βαθιά από ένας απλός ιδεολογικός ή πολιτικός ανταγωνισμός – άγγιζε την ίδια την νομιμοποίηση της εξουσίας, την οποία η εκκλησία ως θεσμός έβλεπε να αμφισβητείται από τις «νέες ιδέες» του εκμοντερνισμού και φυσικά από την αριστερά. Η ριζική ταύτιση με τον υστερικό αντικομμουνισμό το 1948 ήταν και ένα τρόπος άμυνας απέναντι στην κρίση εξουσίας.
[3] Η εκτίμηση ότι, όταν μετά τον ελληνικό εθνικισμό, θα εμφανιστεί το πραγματικό πρόβλημα, για τους βρετανούς, ένα είδος «κυπριακού εθνικισμού» [Cypriot nationalism] καταγράφεται από την δεκαετία του 1930 σε έγγραφα του κυβερνήτη Πάλμε, ο οποίος συμβούλευε την αποικιακή δύναμη να κάνει ότι μπορεί να καθυστερήσει την εμφάνιση μιας κυπριακής διεκδικητικής ταυτότητας και κινήματος – σε αυτά τα πλαίσια μπορεί να ερμηνευθεί και η ταύτιση της αποικιακής διοίκησης με την δεξιά την επόμενη δεκαετία. Η αναφορά του Πάλμερ καταγράφεται στο Turkish Cypriot identity in literature, σελ. 41.
[4] Michael Attalides. 1979. Cyprus, Nationalism and International Politics. New York: ST. Martins.
[5] Καίσαρας Μαυράτσας. 1998. Όψεις του ελληνικού εθνικισμού στην Κύπρο. Αθήνα: Κατάρτι.
[6] Εδώ θα πρέπει να αναφερθεί, ως ενδεικτική του κλίματος, της σχετικής ελευθέριας που πρόκυψε μετά το1974, τη δημοσίευση της «Κυπριακής Ιστορίας» του Κ. Γραικού, η οποία υπήρξε η πρώτη κυπροκεντρική ιστορία που δημοσιεύτηκε.
[7] Γιάννης Παπαδάκης. 1995. 20 χρόνια μετά από τι; Η πολλαπλή νοηματοδότηση του 1974. Στο «Ανατομία μιας μεταμόρφωσης», Intercollege Press.
[8]  Ενδεικτικό αυτού του κλίματος ήταν και το βιβλίο του Β. Χατζηβασίλη «Σχέσεις Ελλαδιτών και Κυπρίων» [έκδοση Στοχαστής] όπου ανάμεσα στην αναπαραγωγή των ρητορικών της δεξιάς πριν το 1974, υπάρχουν και αναφορές στο κλίμα της δεκαετίας του 1980. Αναφέροντας λ.χ. μια σχετική δήλωση του τότε κυβερνητικού εκπροσώπου για τον φαντασιακό διαχωρισμό-επιλογών [«έλληνες - ανατολίτες φοίνικες»]  έγραφε: «..το πρόβλημα της διάβρωσης της εθνικής συνείδησης και της ελληνικής γλώσσας κατά  λανθάνοντα τρόπο υπάρχει και αποτελεί ορατό κίνδυνο.» [σελ. 145]. Η αδυναμία κατανόησης ότι αυτό που «φοβάται» ο συγγραφέας μπορεί να είναι μια ιστορική εξέλιξη ή και στην περίπτωση του γλωσσικού, μια ανάδυση του καταπιεσμένου, δεν φαίνεται καν να διασταυρώνει το μυαλό του ή την δομή των ρητορικών του αναπαράγει. Μιλά η εξουσία και βλέπει «κίνδυνους» για να διεκδικεί επιβολή.
[9] Όπως ομολόγησε και ο τέως υπουργός Παιδείας Α. Χριστοφίδης, η ελληνική πρεσβεία ήταν έντονη στην αντίθεση της.
[10] Ολόκληρη η έρευνα δημοσιεύεται στις Απόψεις σε αυτό το τεύχος.

2 σχόλια:

  1. Τι κρίμα για την επιστήμη, που έχουν και την κάλυψή της αυτές οι παρουσιάσεις. Φαίνεται ότι οι ΜΚΟ και οι ΑΜΚ στα πανεπιστήμια δούλεψαν γερά για να πείσουν για τη διχοτόμηση του νησιού. Οι καρδιτσιώτες στην καρδίτσα έχουν καρδιτσιώτικη συνείδηση δηλαδή;

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Αγαπητε Ανωνυμε,
    Σε οποιον δεν αρεσει το μηνυμα, αναζητα δικαιολογιες σε φαντασιακους αγγελιαφορους..:)
    Τα χαριτωμενα κλισε για τις ΜΚΟ κοκ αλλου να τα πουλατε..Αν ψαχνατε λιγο, η εστω αν διαβαζατε λιγο προσεκτικα, θα κατανοουσατε οτι την "κυπριακη συνειδηση" δεν ηταν ηθελαν [και την πολεμησαν] αυτοι που υπαινισεστε οτι ειναι πισω απο τα φαντασμα των ΜΚΟ - και οι τοπικοι εκπροωσποι τους. Απο την δεκαετια του 1960 η κυπριακη συνειδηση εκφραζε ακριβως την αντιθεση στην διχοτομηση-διπλη ενωση [την διπλη προσαρτηση δηλαδη] κλπ που προωθουσαν οι δυτικοι και το τοτε ελληνικο κρατος που ηταν εξαρτωμενο τους..Και φυσικα το συμμαχο τους τουρκικο κρατος...

    Αλλα μερικοι απλα ισως να θελουν μια πολυκατοικια για να μοιραζουν ρετιρε..:) αν δεν κατανοειτε και παλιν - αυτη ειναι μια φραση ελληνα πολιτικου της δεκαετιας του 60 που φαινεται να γοητευτηκε με σχεσιο Ατσεσον. Μερικοι το στηριξαν, μερικοι προσπαθησαν να το εφαμροσουν τον Ιουλιο του 1974.

    Οσο για την Καρδιτσα..:)
    Μα νομιζετε οτι η Κυπρος ειναι επαρχια των κρατων που διοργανωσαν τον Ιουλιο του 1974;..:)
    ..Η μηπως ειναι ανεξαρτητη πολιτεια που αγωνιστηκε να διαφυλαξει την ανεξαρτησια της απο επεμβασεις και του ελληνικου κρατους;

    Επι της ουσιας - οι ταυτοτητες ειναι ρευστα σχηματα που διαμορφωνονται ιστορικα..Και το κειμενο αναλυει ενα τεκμηριο σε ενα ιστορικο φοντο - ειναι ενδεικτικο..Το οτι η επιβολη του ελληνικου και του τουρκικου εθνικισμου δεν καταφεραν να λογοκρινουν την αναδυση της κυπριακης συνειδησης, ειναι ενα ενδιαφερον φαινομενο αντιστασης αλλα και του πως η ιστορια και η γεωγραφια ειναι πολυ πιο αποφασιστοι παραγοντες, απο τα φτηνα κλισε των σχολικων εγχειριδιων και της αυτο-αναφορικης προπαγανδας που νομιζει οτι Καρδιτσα ειναι ανεξαρτητη, δικοινοτικη, πολιτεια με αυτονομη πορεια θεσμων απο τον Μεσαιωνα..

    Υγειαν..:)

    ΑπάντησηΔιαγραφή