15 Μαρ 2015

Η αντιπαράθεση Γερμανίας – Ελλάδας: Η σύγκρουση χαρακωμάτων είναι σημειολογική, ιστορική αλλά και οικονομική


Το σκηνικό των διαπραγματεύσεων της Ελλάδας με το Γιούρογκρουπ εξελίσσεται σε μια συνέχεια της αντιπαράθεσης του Φεβράρη. Η νέα σκλήρυνση, έστω και με θεαματικές διαρροές [ο Ντάιζελμπλουμ να θέλει ελέγχους στο λογιστήριο του κράτους, ο Σόιμπλε να αφήνει να διαφανούν απειλές] και η Ελλάδα να αντιπαραθέτει μια «επιστροφή του ιστορικού απωθημένου» με διεκδίκηση αποζημιώσεων από την κατοχή και σχετικών χρεών. Στην επιφάνεια, η διαμάχη είναι ακόμα μια αντιπαράθεση για την οικονομική πολιτική – λιτότητα εναντίον κεϋνσιανής παρέμβασης. Αλλά αυτό θα μπορούσε να θεωρηθεί ήδη κερδισμένο. Βαθύτερα, η Γερμανία πρέπει να πείσει ότι μπορεί να ηγηθεί – και εδώ είναι το βαθύ πρόβλημα. Και καθώς ο ΣΥΡΙΖΑ αντιπαραβάλει απέναντι στους εκβιασμούς την ιστορική μνήμη, το όλο σκηνικό της αντιπαράθεσης διευρύνεται από τον οικονομικό στο σημειολογικό και το ιστορικό. Η Ελλάδα έχει καταφέρει να αλλάξει το πλαίσιο της αντιπαράθεσης και από δείγμα προβλήματος, έχει μετατραπεί σε ένα πόλο που εκφράζει μια άλλη οπτική – τώρα πια το θέμα δεν είναι το «ελληνικό πρόβλημα», αλλά «η αντιπαραθεση Γερμανίας – Ελλάδας». Και αυτή η αντιπαράθεση γίνεται, πια, σε ρευστά εξωτερικά σύνορα και με αυξανόμενη εσωτερική κρίση νομιμότητας για την Ε.Ε. και το μοντέλο της γερμανικής ηγεμονίας.

Η αντιπαράθεση του Φεβράρη και η αποτυχία της Γερμανίας να αποσπάσει «δήλωση υποταγής»
Στο  πλαίσιο της αντιπαράθεσης του Φεβρουάριου, η Γερμανία και οι σύμμαχοί της φάνηκε ότι είχαν ως στόχο να εγκλωβίσουν τον ΣΥΡΙΖΑ και την νέα κυβέρνηση σε μια αποδοχή των όρων του παλιού μνημονίου, έτσι ώστε να αποδεχθεί την «υπάρχουσα κατάσταση πραγμάτων» ως τη «μόνη υπαρκτή λύση». Η πιθανότητα ρήξης δεν φάνηκε να ήταν τότε στις προτεραιότητες της Γερμανίας – πόνταρε στον εκβιασμό, ο οποίος, όμως, δεν λειτούργησε. Η δυσφορία του Σόιμπλε [ο οποίος, σύμφωνα με πληροφορίες, παρέμβαινε πολλές φορές στο Γιούρογκρουπ, παρακάμπτοντας τον συνηθισμένο του ρόλο να επιτηρεί με μικρές παρεμβάσεις] και το ενοχλημένο του σχόλιο «να δούμε πως θα παρουσιάσουν την συμφωνία στους ψηφοφόρους τους» ήταν μια εμφανής παρότρυνση στα ΜΜΕ και στους έλληνες σύμμαχους της γερμανικής ηγεμονίας να αμφισβητήσουν την νέα ελληνική πολιτική. Το σκηνικό, ωστόσο, δεν φάνηκε να λειτουργεί ούτε μετά. Έτσι, η Γερμανία είδε την μπλόφα του εκβιασμού να μην λειτουργεί, και ούτε την επικοινωνιακή εκστρατεία να αποδίδει. Τα δεδομένα, ωστόσο, παραμένουν. Η αντιπαράθεση δεν είναι σύγκρουση ατόμων [Βαρουφάκης, Ντάιζεμπλουμ, Σόιμπλε], ούτε καν κυρίαρχα θέμα οικονομικής στρατηγικής [ήδη αρχίζει μια ποσοτική χαλάρωση που λειτουργεί ως ντε φάκτο αποδοχή της αποτυχίας της λιτότητας] αλλά μια σημειολογική σύγκρουση με ιστορικές αναφορές της οποίας οι προεκτάσεις είναι ευρύτερες – και πολιτικά και οικονομικά.

Η στρατηγική του νέου πλαισίου της ελληνικής κυβέρνησης: η λιτότητα ως «ανθρωπιστική κρίση» και η επαναφορά της «δημοκρατίας» ως διεκδίκηση
 Η νέα ελληνική κυβέρνηση έθεσε βασικά δυο ζητήματα στα οποία στηρίζεται – τον προσδιορισμό της κατάστασης μετά τη λιτότητα ως «ανθρωπιστική κρίση», και τη διεκδίκηση του δικαιώματος ενός πληθυσμού να αποφασίζει – μέσω εκλογών, αλλά και ως αυτόνομο πολιτικό σώμα, χωρίς αποικιακούς επιτηρητές τεχνοκράτες. Αυτή η κίνηση μετατρέπει ουσιαστικά την Ελλάδα σε σημείο αναφοράς της αμφισβήτησης. Και σε αυτό το σημείο, η αντίδραση της γερμανικής κυβέρνησης είναι αποκαλυπτική. Η λιτότητα στην Ελλάδα απέτυχε – διόγκωσε το δημόσιο χρέος, οδήγησε την κοινωνία στην κρίση. Αλλά το ζητούμενο, αν αυτό ήταν η οικονομική σταθεροποίηση, δεν ήρθε. Και δεν ήρθε, όπως απέδειξαν οι εκλογές, ούτε μια ευνοϊκή για τη Γερμανία, πολιτική σταθεροποίηση. Ο εξευτελισμός της Ελλάδας είχε, όπως παρατηρήθηκε, ένα είδος επιδεικτικού χαρακτήρα τιμωρίας. Στον εξευτελισμό της Ελλάδας, η γερμανική ηγεμονία πόνταρε ότι θα έβαζε τους νέους κανόνες της ευρωπαϊκής συνοχής. Κάθε παρακοή θα μετριέται με όρους οικονομικής απόκλισης και ακολούθως θα επιβάλλονταν μέτρα από το εξωτερικό, πιστοποιώντας ότι η Ευρώπη θα οικοδομειτο, πια, όχι με τις θεματικές διακήρυξεις για δημοκρατία κλπ, αλλά με όρους γερμανικής ηγεμονίας. Και ο βασικός στόχος ήταν να εμπεδωθεί σε αυτό το πλαίσιο, η ηγεμονική-ιδεολογική θέση, ότι «έτσι είναι τα δεδομένα» και δεν «δεν υπάρχει εναλλακτική λύση».

Η αποτυχία της γερμανικής στρατηγικής να δημιουργήσει ένα τοπικό φιλικό νεοαποικιακό πολιτικό σύστημα – και τα ορατά όρια της ρευστής ηγεμονίας
Η ελληνική κοινωνία μπορεί να μην μπόρεσε να δημιουργήσει τα προηγούμενα 5 χρόνια ένα συμπαγές μέτωπο πολιτικής αντιμετώπισης της γερμανικής επιβολής, αλλά κατάφερε, με ένα παράδοξο τρόπο, μέσα από την κρίση των θεσμών, την οποία προώθησε ενεργά η γερμανική ηγεμονία και οι τοπικοί της εκπρόσωποι, μια νέα πραγματικότητα.

Ο εξευτελισμός των ελλήνων θα έπρεπε να ολοκληρώνονταν, στο γερμανικό ηγεμονικό μοντέλο, με ένα νέο πολιτικό πλαίσιο, όπου οι βασικοί άξονες θα δήλωναν υποταγή στο Βερολίνο και θα έμεναν μερικά διακοσμητικά άκρα [αριστερά και δεξιά] ως ένδειξη του τί πρέπει να αποφεύγεται. Η άνοδος του ΣΥΡΙΖΑ ήταν μια διάψευση του μοντέλου. Αντίθετα, ο Σαμαράς και ο Βενιζέλος ήταν οι επιδιωκόμενοι πολιτικοί – άτομα που άλλα έλεγαν ως αντιπολίτευση και μόλις τους δόθηκε η ευκαιρία εξουσίας, άλλαξαν αμέσως γραμμή και μετατράπηκαν σε μνημονιακότερους του μνημονίου.

Αυτό το αποτέλεσμα αποτυχίας στην Ελλάδα θα ήταν ίσως αμελητέο, για την γερμανική ηγεμονία, αν δεν απειλούσε να λειτουργήσει ως πρότυπο. Ξαφνικά, η γερμανική ηγεμονία βρέθηκε να κοιτάζει αμήχανα μια Ευρώπη, ιδιαίτερα στον νότο, που συμπαθούσε τον Βαρουφάκη και θεωρούσε τον Σόιμπλε ακραίο. Έτσι, ο πρώτος γύρος του Φεβρουάριου ήταν κάπως απρόσμενος για το Βερολίνο. Τα προβλήματα φάνηκαν να αυξάνονται, καθώς η αδυναμία του Βερολίνου να προβλέψει τις αντιδράσεις συνοδεύτηκε από ένα αίσθημα στήριξης της Αθήνας. Το πρόβλημα του Βερολίνου, τώρα, έγινε το ανάποδο – ενώ μέχρι τότε εκβίαζε ότι «δεν θα δώσει λεφτά» ή ότι θα διώξουν χώρες από το ευρώ, άρχισαν να εμφανίζονται εξωτερικά και εσωτερικά όρια στη γερμανική ηγεμονία που κρυβόταν πίσω από την μυθολογία της Ε.Ε. Ήδη, η εξέγερση στην ανατολική Ουκρανία το 2014, παρά το ότι ήταν μια αντίδραση σε μια αμερικανική παρέμβαση, έβαλε το Βερολίνο μπροστά σε ανθρώπους που προτιμούσαν να πεθάνουν, παρά να δεχθούν τον μυθο της Ε.Ε. πίσω από τον οποίο νομιμοποιείται η γερμανική ηγεμονία. Και τώρα ήρθε και ένα δυτικό μήνυμα, καθώς η Ισλανδία απέσυρε την αίτηση ένταξης στην Ε.Ε. Και η Ελλάδα άνοιξε ένα νότιο μέτωπο – εκεί που υποτίθεται οι γερμανοί θα έφτιασαν ένα πρότυπο υποταγής.

Όμως, υπάρχουν και οι εσωτερικές πιέσεις. Η αμηχανία του Βερολίνου ανάμεσα στην ημιτελή πολιτική ένωση και την αποσπασματική οικονομική [τραπεζιτική και επιτηρητική, αλλά όχι ενοποίηση για αναδιανομή εισοδήματος] αφήνει πια ένα διαρευνόμενο κενό. Στα ανατολικά και στον νότο είναι η αριστερά που επανεμφανίζεται απειλητικά, στην κεντρική Ευρώπη, ωστόσο, είναι η ακροδεξιά, πια, απειλεί με φυγόκεντρες δυνάμεις.

Η ιστορική σημειολογία ως ένδειξη των πολιτισμικών μετατοπίσεων που δίνουν νέα μορφή στην πολιτική
Σε αυτό το πλαίσιο, η αντιπαράθεση Ελλάδας Γερμανίας αποκτά σιγά σιγά μυθικές-ιστορικές διαστάσεις που απειλούν να δημιουργήσουν βαθιές δομές αντίθεσης στη γερμανική ηγεμονία που θα είναι αδύνατο να παραβλεφθούν στο μέλλον. Η επιμονή της ελληνικής κυβέρνησης για το κατοχικό δάνειο και τις οφειλές της Γερμανίας από την κατοχή, δεν είναι μόνο οικονομικό θέμα. Είναι βαθιά ιστορικό και σημειολογικό – ουσιαστικά η Ελλάδα, το υπόδειγμα προς εξευτελιστική τιμωρία για συμμόρφωση, ξεδιπλώνει δημόσια την γερμανική ενοχή, χωρίς να δείχνει να φοβάται. Η Γερμανία θα ήθελε να αφήσει πίσω της το παρελθόν, και έτσι να λογοκριθεί η αναλογία των αποτελεσμάτων της σημερινής με άλλες προσπάθειες γερμανικής ηγεμονίας. Φυσικά και δεν είναι ναζί, η σημερινή μορφή ηγεμονίας – αλλά οι έμμονες του Σόιμπλε για υποδειγματικές τιμωρίες τί άλλο είναι παρά οδυνηρές παραπομπές στο συλλογικό υποσυνείδητο όσων θυμούνται; Η Γερμανία λανθασμένα νομίζει ότι ξέχασαν οι γύρω της.

Η υποχώρηση της λιτότητας, ως οικονομική συνταγή της επιβολής της γερμανικής ηγεμονίας στον νότο και την ανατολή, είναι έκδηλη σε περιφερειακά θέματα που καλύπτει η σύγκρουση Ελλάδας – Γερμανίας: ήδη οι γάλλοι και οι ιταλοί πήραν παράταση για την μείωση του ελλείμματος, και ο Σόιμπλε απλώς μουρμούρισε αδύναμος, πια, να το εμποδίσει. Θέλει και αυτός σύμμαχους. Και ήδη, στο εσωτερικό της Γερμανίας η έπαρση της γερμανικής ηγεμονίας εκτρέφει ένα νεοεθνικισμό που δεν καταλαβαίνει τα όρια του – εκφράζεται είτε με τις ανοησίες της Bild, ενδεικτική ενός επιπέδου, το οποίο η γερμανική διανόηση θα αντιμετώπιζε, σε άλλες περιστάσεις υποτιμητικά, είτε με τις κραυγές για αποχώρηση από το ευρώ από μερίδα της δεξιάς.


Απέναντι στην Ελληνική "αυθάδεια" που θυμίζει την κρίση μιας πολιτικής που ευνόησε την Γερμανία, αλλά δεν νομιμοποίησε την ηγεμονία της – αντίθετα επανέφερε τη δυσφορία και δημιούργησε ένα βαθύ αίσθημα αντιπαλότητας πια – η Γερμανία έχει να αντιπαραβάλει μόνο την απειλή διακοπής ρευστότητας. Σοβαρό μεν, αλλά αναπόφευκτο προσωρινό. Εδώ, βρίσκεται και η αδυναμία μιας πολιτικής που οικοδομείται σε μόνιμες επικλήσεις "έκτακτης ανάγκης" του παρόντος. Δεν απαντά στο ευρύτερο ερώτημα της ιστορικής ηγεμονίας, αντίθετα δημιουργεί στο σημειολογικό επίπεδο εκείνα τα αποθέματα "διάψευσης προσδοκιών" και κοινωνικής οργής, που δημιουργούν τις ιστορικές παραπομπές για την διαμόρφωση πολιτικής κουλτούρας για δεκαετίες. Και στο παρόν, ακόμα, η Ελλάδα θα μπορούσε να βραχυκυκλώσει ακόμα περισσότερο το σύστημα με αναζήτηση άλλων πηγών χρηματοδότησης [άρα διευρύνοντας το "χώρο" στον οποίο εμπλέκεται και ενισχύοντας την ρευστότητα των συνόρων της ηγεμονίας], ή ακόμα χειρότερα με επιλεκτικές στάσεις πληρωμών – και μάλιστα νομιμοποιημένες με εσωτερικές δημοκρατικές διαδικασίες. Θα φωνάξουν, βέβαια, τα δυτικά ΜΜΕ. Έχουν, όμως, την δύναμη, πια, να ελέγχουν τις εξελίξεις;


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου