29 Μαρ 2015

Οι αντιπαραθέσεις του 2009 και οι υποστηρικτές των τραπεζών [η κάθοδος του Βγενόπουλου, ποιοί πίεζαν για να εξυπηρετηθεί, και η ευρύτερη αντιπαράθεση με τις τράπεζες για τα επιτόκια και την ρευστότητα τους]


Από την Σημερινή, 20 Μαΐου 2009. Το «πιστόλι στον κρόταφο» το εισήγαγε ο Βγενόπουλος. Κατά τα άλλα ήταν ενοχλημένος από τον Σταυράκη για την επένδυση του Κατάρ, αλλά και γιατί δεν έγινε αποδεκτή η πρόταση του στον Χριστόφια να διαχειριστεί εκείνος, και η Μαρφίν, το δημόσιο χρέος της Κύπρου..Και ο ΔΗΣΥ τα είχε με την κυβέρνηση…Σήμερα τα ΜΜΕ ξεχνούν βολικά πως υμνούσαν τον «καημένο» τον Βγενόπουλο τότε..

Η πρώτη καταγεγραμμένη αντιπαράθεση των δυο συμμαχιών [εκείνων που υποστήριζαν τη λιτότητα και εκείνων που ήθελαν να αντιμετωπιστεί η κρίση με κεϋνσιανή έμφαση στη στήριξη της ζήτησης] με άξονα την κρίση – ή τουλάχιστον την αντιμετώπιση των επιπτώσεων της παγκόσμιας κρίσης - ξεκίνησε το 2009. Η πιο σημαντική διάσταση εκείνης της αντιπαράθεσης, ήταν το ζήτημα της παροχής 3 δις στις τράπεζες σε «φθηνό χρήμα», αλλά και οι συζητήσεις που δημιούργησε η παρέμβαση του κ. Βγενόπουλου, ο οποίος απειλούσε να μετακινήσει την έδρα της Λαϊκής από την Κύπρο. Το πρώτο θέμα είναι σημαντικό γιατί αφορά και στο πώς οι τράπεζες εκβίαζαν, ουσιαστικά, ώστε να τους δοθούν χαμηλότοκα δάνεια, ενώ οι ίδιες δεν το έκαναν σε σχέση με τις κυπριακές επιχειρήσεις  - αλλά και λόγω του γεγονότος ότι αυτή η επιπρόσθετη ρευστότητα, φαίνεται ότι διοχετεύτηκε, τελικά, στην αγορά ελληνικών ομολόγων ή άλλων ανάλογων επισφαλών επενδύσεων.

Ο τέως Υπουργός Οικονομικών, Χ. Σταυράκης, περιγράφει αρκετά αναλυτικά και το κλίμα, αλλά και τις τελικές υποσχέσεις σε σχέση με το ζήτημα της παροχής «δανείου» στις τράπεζες:

«Από την αρχή της κρίσης, όμως, ήμουν βέβαιος πως μέρος του προβλήματος ήταν και οι τράπεζες… σιγά σιγά, οι τράπεζες κατέφυγαν στην πιο απλή και συνηθισμένη τακτική που ακολουθούν οι τραπεζίτες όταν οι συγκυρίες δεν είναι ευνοϊκές: μείωσαν τις πιστώσεις, δηλαδή δεν έδιναν δάνεια για να «κινηθεί» η αγορά, ενώ ταυτόχρονα αυξάνουν τα επιτόκια τους.

Μέσα σε αυτό το κλίμα, ήταν σχεδόν φυσιολογικό να καταλήξουμε σε μια αντιπαράθεση για το ποιός πρέπει να δράσει για να διορθώσει το πρόβλημα που οι τράπεζες δημιούργησαν στην οικονομία.
Κάποια στιγμή άρχισε να γίνεται δημοσίως η σκέψη για έκδοση «ειδικών τριετών κυβερνητικών χρεογράφων»…. Αυτή ήταν και μια από τις μεγαλύτερες αντιπαραθέσεις του 2009. Η ιδέα ήταν της Κεντρικής Τράπεζας..

Η θέση του Υπουργείου Οικονομικών και εμένα προσωπικά ήταν πολύ συγκρατημένη….[….]
Προσωπικά, δέχθηκα αρκετή πίεση για αρκετό καιρό… Έκρινα ότι η αντιπαράθεση που είχε δημιουργηθεί προκαλούσε πολύ μεγάλη ζημιά στην οικονομία. Προσπάθησα πριν την τελική έκδοση να δεσμεύσω τις τράπεζες όπως δανείσουν αυτά τα τρία δισεκατομμύρια ευρώ σε κυπριακές επιχειρήσεις με ένα επιτόκιο που να μην υπερβαίνει το 3%... Δυστυχώς, όμως, όσο κι αν επέμενα σε αυτό το σημείο, δεν κατέστη δυνατό να επιτύχουμε το στόχο μας και είδαμε πολλά δάνεια να βγαίνουν εκτός της κυπριακής αγοράς.»[1]




23 Ιουλίου 2009: πρωτοσέλιδο του Φιλελευθέρου

Η Αντίθεση του Προεδρικού: η δημόσια συζήτηση για τα κέρδη των τραπεζών και τα επιτόκια
Αυτό το κλίμα ήταν έκδηλο το καλοκαίρι του 2009. Αξίζει, σε αυτό το πλαίσιο, να δούμε και τη δημόσια καταγεγραμμένη θέση του Προεδρικού.  Στις 14/6 ο Πρόεδρος Χριστόφιας έδωσε συνέντευξη στο Φιλελεύθερο και ήταν σαφής η δυσφορία του με τη στάση των τραπεζών.[2] Μια από τις ερωτήσεις είναι αποκαλυπτική του τότε κλίματος:
«Δημοσιογράφος: Υπάρχουν, όμως κάποια πράγματα που θα μπορούσαν να αναζωογονήσουν την οικονομία, όπως είναι τα πιο χαμηλά επιτόκια. Μπαίνει ένα θέμα από την πλευρά της Κεντρικής Τράπεζας από τον περασμένο Οκτώβρη και τίθεται από τις ίδιες τις τράπεζες. Έκδοση τριετών χρεογράφων που θα υποθηκευτούν στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα για άντληση ρευστότητας. Για να αποκτήσουν πιο φθηνό χρήμα. Η Κυβέρνηση στέκεται με επιφύλαξη. Αρνητικά
Η απάντηση του Προέδρου και η στιχομυθία που ακολούθησε ήταν ενδιαφέρουσα και σχεδόν προφητική:
«ΠρόεδροςΓια να το κάμουν τί αυτό το χρήμα οι τράπεζες; …
Δημοσιογράφος: Δεν έχουν πλεονάζουσα ρευστότητα λένε..
Πρόεδρος: Έχουν ρευστότητα. Και μεγάλη μάλιστα. Οι κυπριακές τράπεζες, όμως δεν την αξιοποιούν. Αυτό παραδέχονται οι ίδιοι. Ότι έχουν πλεονάζουσα ρευστότητα. Συγκεκριμένη Τράπεζα, για παράδειγμα, εξασφάλισε πρόσφατα 1 δις ευρώ. Εκδώσαμε χρεόγραφα 1.2 δις τα οποία ρίξαμε στην αγορά.
Δημοσιογράφος: Αναζητούν χρήμα με χαμηλότερο κόστος.
Πρόεδρος: Οι Τράπεζες πρέπει να διορθώσουν αυτά στα οποία οι ίδιες έχουν προχωρήσει και που σχετίζονται με τα ψηλά καταθετικά επιτόκια.
Δημοσιογράφος: Σκοπεύετε να κάνετε κάποια νέα κίνηση προς τις Τράπεζες, εκτός από τη δημόσια έκκληση για μείωση των επιτοκίων;
Πρόεδρος: Και άλλη κίνηση προς τις Τράπεζες;…. οι Τράπεζες είναι κερδοφόρες. Με πολλά εκατομμύρια ευρώ το χρόνο. Εκτός και αν θα πούμε ότι επειδή δεν είναι 500 εκατομμύρια τα κέρδη και είναι 400 εκατ., ζημιώνουν.»

Τελικά, η κυβέρνηση βρέθηκε μπροστά στην άρνηση των τραπεζών να χαμηλώσουν τα επιτόκια, και την στήριξή τους από την Κεντρική Τράπεζα, αλλά και από τα ΜΜΕ και πολιτικούς. Το Ιούλιο του 2009, υπήρχε μια πρωτοσέλιδη καταγραφή της κυβερνητικής προσπάθειας να δεσμεύσει τις τράπεζες: «Μάχη Σταυράκη με τράπεζες. Πίεση για ανανέωση ρευστότητας έναντι μείωσης επιτοκίων».[3].Όπως αποδείχθηκε, ωστόσο, στο υπάρχον νομικό - θεσμικό πλαίσιο, και χωρίς τη στήριξη του διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας, οι τράπεζες δεν είχαν να αντιμετωπίσουν ουσιαστικό μοχλό πίεσης. Η τελική απόφαση (για το δάνειο μέσω χρεογράφων) στηρίχθηκε εν μέρει και στη διαβεβαίωση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ) ότι το δάνειο δεν θα λογαριαζόταν μέσα στο δημόσιο χρέος. Αυτό, όμως, δεν ήταν η άποψη και των οίκων αξιολόγησης. Ο ίδιος ο Σταυράκης προειδοποίησε :[4]
«Σε περίπτωση που μια Τράπεζα δεν θα έχει την απαιτούμενη ρευστότητα στο τέλος του 2012 για να τα επιστρέψει στην κυβέρνηση, τότε ο φορολογούμενος θα υποστεί μια τεράστια ζημιά εκατοντάδων εκατομμυρίων ευρώ.»
Αν και η έμφαση των ΜΜΕ εκείνη την περίοδο δεν ήταν τόσο μονοδιάστατη, όσο μετά, είναι αξιοσημείωτο ότι δεν υπήρχε εστίαση στο γεγονός ότι αυτές οι πιέσεις για παροχή ρευστότητας στις τράπεζες θα επιβάρυναν το δημόσιο χρέος. Και ένα ποσό 3 δις (το ένα έκτο του ΑΕΠ) δεν ήταν αμελητέο ποσό.
Αντίθετα, από την αντιπολίτευση το όλο θέμα αντιμετωπίστηκε, σχεδόν, ως θρίαμβος. Ο Α. Νεοφύτου σε ένα κείμενο του ένα χρόνο μετά, [5] όταν επιχειρηματολογούσε γιατί δεν πρέπει να φορολογηθούν οι τράπεζες, επικαλείτο το δάνειο για να το παρουσιάσει ως το μόνο «θετικό» που είχε κάνει η κυβέρνηση για τον τραπεζικό τομέα – και την κατηγορούσε, μάλιστα, ότι ήταν εχθρική, γενικά. Είναι δύσκολο να υποθέσει κάποιος ότι δεν ήξερε ή δεν είχε ακούσει τί είχε γίνει, ήδη, στην Τράπεζα Κύπρου με την αγορά ελληνικών ομολόγων στο τέλος του 2009 και στις αρχές του 2010, όπως θα δούμε πιο κάτω. Και ήδη είχε αρχίσει η κρίση στην Ελλάδα.

Η Λαϊκή, ο κ. Βγενόπουλος και οι σχέσεις του με τα ΜΜΕ και την αντιπολίτευση: η συζήτηση στη Βουλή τον Ιούλιο του 2009
Όταν ο προηγούμενος ισχυρός άντρας της Λαϊκής, ο κ. Λαζαρίδης, είχε εκτοπιστεί από τον κ. Βγενόπουλο, είχε δηλώσει ότι ο νέος ισχυρός άντρας της Λαϊκής του είχε δώσει να καταλάβει ότι μπορούσε να ελέγχει τους δημοσιογράφους. Ήταν η πρώτη δημόσια καταγραφή πιθανής σχέσης διαπλοκής ανάμεσα στα ΜΜΕ και στις Τράπεζες. Η μετέπειτα πορεία του κ. Βγενόπουλου δείχνει, όντως, μια παράδοξη σχέση με τα ΜΜΕ. Υπήρξε αντικείμενο έντονης προβολής για όσο καιρό είχε την εξουσία στη Λαϊκή, ενώ όταν αποχώρησε έγινε στόχος επιθέσεων. Και αυτό, δεν περιορίστηκε στο τομέα των ΜΜΕ. Μετά από τη δημόσια εμφάνιση της κρίσης των τραπεζών μερικοί από τους εμπλεκόμενους, όπως ο τέως Διοικητής ο κ. Ορφανίδης, αλλά και ο Α. Νεοφύτου, ο οποίος στήριζε και τον ίδιο και την τραπεζιτική του πολιτική, κατηγόρησαν τον κ. Βγενόπουλο, ως υπεύθυνο για την κρίση της Λαϊκής. Όπως θα δούμε στην εξέλιξη των γεγονότων, δεν ήταν σταθερή αυτή η στάση τους – αντίθετα, ο κ. Ορφανίδης διευκόλυνε, παράδοξα, λ.χ. τη Λαϊκή σε σημαντικά ιστορικά σημεία, όπως το 2011,[6] φορτώνοντας την κυπριακή οικονομία με δισεκατομμύρια ευρώ σε ζημιές. Όμως, αξίζει να δούμε και την στάση του τύπου, αλλά και των μετέπειτα αντιπάλων του, το 2009, όταν ο κ. Βγενόπουλος, τότε που ήταν πανίσχυρος στο τραπεζιτικό λόμπι, απειλούσε να μεταφέρει την έδρα της Λαϊκής εκτός Κύπρου.

Το θέμα κυριαρχούσε στα πρωτοσέλιδα και στις 16 Μαΐου του 2009, ο Φιλελεύθερος είχε το χαρακτηριστικό πρωτοσέλιδο τίτλο: «Βόμβα από τη Μαρφίν». Στις 18 Μαΐου οι μέτοχοι της Λαϊκής ενέκριναν πλειοψηφικά την εισήγηση Βγενόπουλου. Ακολούθησαν έντονες κριτικές προς την Κυβέρνηση, γιατί δεν απέτρεψε το ενδεχόμενο. Ο πρωτοσέλιδος τίτλος του Φιλελευθέρου στις 19/5 λ.χ. ήταν «Χιονοστιβάδα αντιδράσεων». Ο Α. Νεοφύτου σε εκείνο το πλαίσιο είχε δηλώσει: «Εκφράζουμε την λύπη μας, αλλά και τον προβληματισμό μας για την απόφαση…» και ζήτησε να προβληματισθεί η «κυπριακή πολιτεία στο σύνολο της». Το «σύνολο» της «κυπριακής πολιτείας» αφορούσε λογικά και το Διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας. Στις 20 Μαΐου 2009, ο ΔΗΣΥ με ανακοίνωσή του ανέφερε: «Αντί των πολυδιαφημιζόμενων επενδύσεων που θα έφερναν από το εξωτερικό οι κυβερνώντες, το μόνο που κατόρθωσαν είναι να μας φεύγουν ακόμα και οι δικές μας κυπριακές εταιρείες κα επενδύσεις». Γενικά, δεν υπάρχει καμία αναφορά που να λέει τότε ότι φταίει ο κ. Βγενόπουλος. Αξίζει να επισημανθεί ότι η παραπομπή του ΔΗΣΥ σε «πολυδιαφημιζόμενες επενδύσεις» αφορούσε την επένδυση από το Κατάρ, την οποία προσπαθούσε να προσελκύσει η κυβέρνηση τότε. Στις αρχές εκείνου του μήνα, γίνονταν διαβουλεύσεις και οι εφημερίδες της αντιπολίτευσης, όπως η Σημερινή, είχαν πρωτοσέλιδα με κριτικές αναφορές για «μυστικές συμφωνίες». Φαίνεται ότι και ο κ. Βγενόπουλος είχε ενστάσεις για το συγκεκριμένο έργο, όπως αναφέρεται και σε ένθετο στον Οικονομικό Φιλελεύθερο στις 21/5.[7] Γενικότερα, ο κ. Βγενόπουλος με μια ευρεία στήριξη ζητούσε αλλαγές στο θεσμικό πλαίσιο για τον έλεγχο των τραπεζών. Η τότε κυβέρνηση κράτησε αποστάσεις[8], αν και φάνηκε ότι εκτός από την Κεντρική Τράπεζα ένας έμμεσος στόχος του κ. Βγενόπουλου ήταν και ο Υπουργός Οικονομικών στον οποίο είχε εστιάσει ο βουλευτής του ΕΥΡΩΚΟ, Ρ. Ερωτοκρίτου, ο οποίος, όπως φάνηκε στην συνέχεια, προσπάθησε ευρύτερα να «βοηθήσει» στο θέμα που δημιουργήθηκε.


Και όταν έγινε η μεγάλη αντιπαράθεση στην Βουλή ανάμεσα σε Ορφανίδη και Βγενόπουλο, ποιοίήταν έντονοι στην καταδίκη του Βγενόπουλου και ποιοί σιώπησαν; Ανακοίνωση έβγαλε το ΑΚΕΛ, το ΔΗΚΟ και ο κυβερνητικός εκπρόσωπος. Πιο μασημένα τα είπε και το ΕΥΡΩΚΟ που αναζητούσε συμβιβασμούς…Οι υπόλοιποι;

Σε εκείνο το πλαίσιο, όπου το σύνολο της πολιτικής ηγεσίας προσπαθούσε να αποφύγει τέτοια εξέλιξη, πραγματοποιήθηκε μια συνεδρία της Βουλής τον Ιούλιο του 2009, στην οποία συμμετείχαν και ο κ. Βγενόπουλος και ο κ. Ορφανίδης. Σε εκείνη τη συνεδρία, ο Βγενόπουλος συγκρούστηκε έντονα με τον Ορφανίδη τον οποίο αποκάλεσε «δικτάτορα». Το πρώτο ενδιαφέρον είναι ότι ο Ορφανίδης, ο οποίος λίγους μήνες μετά, θα έκανε τα τυφλά μάτια στις αγορές ελληνικών ομολόγων από την τράπεζα Κύπρου, και ενώ είχε ήδη εγκρίνει την αγορά μιας ρωσικής τράπεζας, της Uniastrum,[9] παρά τις προειδοποιήσεις για απώλειες εκατομμυρίων, ξαφνικά εμφανιζόταν αυστηρός με το Βγενόπουλο.
Προφανώς, υπήρχαν υπόγειες διαμάχες των τραπεζιτών, οι οποίες δεν έχουν ακόμα διευκρινιστεί. Αξίζει να δούμε, όμως, και πώς τοποθετήθηκαν τα κόμματα για την απαίτηση του κ. Βγενόπουλου να αλλάξει το θεσμικό πλαίσιο. Ο Ρ. Ερωτοκρίτου του ΕΥΡΩΚΟ φαινόταν να είναι σχετικά ένθερμος υποστηρικτής του συμβιβασμού με τον κ. Βγενόπουλο, ενώ ο πιο ενοχλημένος από την στάση του ήταν ο Α. Αγγελίδης, ο οποίος αποχώρησε από την συνεδρία. Ο κ. Ερωτοκρίτου είπε μάλιστα ότι «παρά πολλά ζητήματα στην Κεντρική Τράπεζα …..αποφασίζονται με βάση τη διακριτική ευχέρεια των διαφόρων λειτουργών και αυτό δεν μπορεί να συνεχιστεί απ’ άπειρον και επί μακρόν». Τα κόμματα, τα οποία αντέδρασαν στις δηλώσεις Βγενόπουλου, υπερασπίζοντας το θεσμικό πλαίσιο της αυτονομίας της Κεντρικής Τράπεζας ήταν το ΑΚΕΛ και το ΔΗΚΟ, όπως και η κυβέρνηση μέσω του κυβερνητικού εκπροσώπου. Στην ανταπόκριση του Φιλελευθέρου την επομένη, δεν υπήρχε καμία επικριτική δήλωση εκ μέρους του ΔΗΣΥ για τη στάση του κ. Βγενόπουλου. Η ανεξήγητη σιωπή μπορεί και να συνδέεται με τις αποκαλύψεις του ίδιου του κ. Βγενόπουλου ότι ο Α. Νεοφύτου του είχε εισηγηθεί, τότε, να μεσολαβήσει με τον κ. Ορφανίδη, προσφέροντας έτσι ένα είδος ιδιωτικής εξυπηρέτησης. Διότι, όπως θα δούμε, η σιωπή του κ. Αβέρωφ για τον Βγενόπουλο θα συνεχιστεί και το 2010, όταν θα εργαστεί ενάντια στη φορολόγηση των τραπεζών.

Από το: Οι Τράπεζες, τα ΜΜΕ και οι προσπάθειες Συγκάλυψης, Μετατόπισης και Λογοκρισίας των σκανδάλων
(Η εισαγωγή, η εξέλιξη και οι αναπαραστάσεις της οικονομικής κρίσης στην Κύπρο)




[1] Σταυράκης (2012), σελ. 98, 102-104
[2] Η δυσφορία καταγραφόταν και στον πρωτοσέλιδο υπότιτλο της αναφοράς στην συνέντευξη: «Ο Πρόεδρος Χριστόφιας στον «Φ»: Οι τράπεζες δημιούργησαν πρόβλημα στην αγορά» (Φιλελεύθερος, 14/6/2009)
[3] Φιλελεύθερος,23/7/2009. Στο πρωτοσέλιδο κείμενο αναφέρεται χαρακτηριστικά απόσπασμα από επιστολή του Υπουργείου Οικονομικών στον Σύνδεσμο Τραπεζών: ««Δεν βρήκαμε, σημειώνει, την ανάλογη ανταπόκριση από τις τράπεζες όσον αφορά τη μείωση των δανειστικών επιτοκίων, κυρίως λόγω της προσπάθειας των τραπεζών να διατηρήσουν αυξημένα περιθώρια κέρδους σε μια δύσκολη για την οικονομία περίοδο».
[4] Το φθινόπωρο του 2012 και ενώ η Κύπρος βρισκόταν σε διαπραγμάτευση με την Τρόικα, το θέμα φαίνεται ότι πλανιόταν και έτσι εγκρίθηκαν νέες εγγυήσεις για τις τράπεζες για να εκδώσουν ομόλογα 3 δις. Όπως παρατήρησε σε πρωτοσέλιδό της η Σημερινή (7/11/2012, «Στο παρά πέντε γλιτώσαμε τρία δις ευρω»), αυτή η κίνηση διευκόλυνε τις τράπεζες να σπρώξουν αυτήν την υποχρέωση παρακάτω. Αξίζει να αναφερθεί ότι δεν εγκρίθηκαν, αμέσως, εγγυήσεις 6 δις για τα οποία είχε δώσει άδεια η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα διότι, όπως έγραψε ο οικονομικός Φιλελεύθερος (9/11/2012), υπήρχαν ανησυχίες στη Βουλή ότι μπορεί να τα χρησιμοποιούσε η κυβέρνηση για τις ανάγκες της, ώστε να μην βρίσκεται υπό πίεση και να εκβιάζεται να υπογράψει γρήγορα μνημόνιο.
 «Αξίζει να αναφέρουμε ότι το όλο θέμα συνέχισε να προβληματίζει τα Κόμματα και το απόγευμα, με αποτέλεσμα η συνεδρία της Ολομέλειας της Βουλής να ξεκινήσει με καθυστέρηση μιάμισης ώρας στις 5:30 μ.μ. Στη συζήτηση μπήκε και θέμα κατά πόσον η Κυβέρνηση σκόπευε μέσω αυτής της διαδικασίας να εξασφαλίσει και η ίδια προσωρινή ρευστότητα, κάτι που τελικά ξεκαθαρίστηκε ότι δεν μπορεί να γίνει.» (Φ. σελ 10 «Ένεση έως 3 δις στις Τράπεζες»).
Προφανώς, η πλειοψηφία της Βουλής ακόμα και το 2012 σκεφτόταν περισσότερο τις τράπεζες παρά το Δημόσιο.
[5]  Α.  Νεοφύτου : «Το ΑΚΕΛ και το χρηματοπιστωτικό μας σύστημα». Φιλελεύθερος, 20 Ιουνίου 2010, σελ. 55.
[6] Η περίπτωση της μετατροπής της Εγνατίας σε παράρτημα της Λαϊκής το 2011, αναφέρεται πιο κάτω στις εξελίξεις του 2011.
[7] Ο κ. Βγενόπουλος είχε συμπεριλάβει και το ζήτημα του Κατάρ στους λόγους που τον ενοχλούσαν. Είχε, βέβαια, ταυτόχρονα, εκφράσει και τη θέση ότι δεν είχε πρόβλημα με τον Πρόεδρο, αν και η διαφωνία για το Κατάρ φωτογράφιζε την κυβέρνηση.
[8] Ο Πρόεδρος δήλωσε ότι το θέμα ανήκε στην αρμοδιότητα της Κεντρικής Τράπεζας και διαμαρτυρήθηκε γιατί αποδίδονταν ευθύνες στην κυβέρνηση – ενώ, προηγουμένως, για άλλα θέματα, υπήρξε κριτική ότι η κυβέρνηση δεν σεβόταν την αυτονομία της Κεντρικής Τράπεζας. Δήλωσε ότι προσπάθησε να μεσολαβήσει, αλλά ότι το θέμα δεν ανήκε στην αρμοδιότητα της εκτελεστικής εξουσίας.
[9] Σύμφωνα με την καταγραφή του Χ. Σταυράκη (2012) είχε κάνει έκκληση στον κ. Ορφανίδη μαζί με τον Χ. Πατσαλίδη, Γενικό Διευθυντή του Υπουργείου Οικονομικών. Γράφει χαρακτηριστικά μεταφέροντας την επιχειρηματολογία της έκκλησης τους προς το Διοικητή της Κεντρικής:  «…αυτή η κίνηση είναι πολύ μεγάλη και οι αξίες των τραπεζών διεθνώς έχουν μειωθεί δραματικά. Εισήγηση μας όπως εκμεταλλευτείτε την «δύναμη» της έγκρισης, για να πεισθούν οι πωλητές να μειώσουν την τιμή τους στα νέα δεδομένα της αγοράς».
Για να κατανοηθεί και πάλι το συγκριτικό μέγεθος, η Τράπεζα Κύπρου πλήρωσε σχεδόν 447 εκατομμύρια ευρώ – σχεδόν όσα ζήτησε τον Ιούνιο του 2012 (500 εκατομμύρια) και έσπρωξε ολόκληρη την χώρα στο Μηχανισμό στήριξης. 


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου