15 Φεβ 2015

Η τουρκοκυπριακή κάλπη της ρευστότητας



Το ερώτημα ποιός θα εκλεγεί ηγέτης της Τουρκοκυπριακής κοινότητας στις 19 Απριλίου 2015, φυσιολογικά παραμένει ακόμα αναπάντητο. Αλλά αυτή τη φορά ο λόγος που μένει αναπάντητο το ερώτημα δεν είναι μόνο η σχετικά σημαντική απόσταση από τη νύχτα της 19ης Απριλίου. Ιδιαίτερα χαρακτηριστικό είναι και το γεγονός ότι καμιά εταιρεία δημοσκοπήσεων, από τις λίγες που λειτουργούν στην Τουρκοκυπριακή κοινότητα, δεν έχει δημοσιοποιήσει καμιά έρευνα την οποία ολοκλήρωσε. Τα επιτελεία των κυριότερων υποψηφίων – Derviş Eroğlu, Sibel Siber, Mustafa Akkıncı, Kudret Özersay – αφήνουν μόνο κάποιες διαρροές (και αυτές όχι στον Τύπο) από έρευνες γνώμης που έγιναν, με στόχο να ανιχνεύσουν περισσότερο τις «σιωπηλές και ανέκφραστες» τάσεις της κοινωνίας. Ομολογουμένως η Τουρκοκυπριακή κοινότητα παρουσιάζει αυτή τη στιγμή μια «περίεργη» ρευστότητα, τα μηνύματα της οποίας είναι δύσκολο να αποκωδικοποιηθούν ολοκληρωτικά, πριν από τη νύχτα της εκλογικής αναμέτρησης.

Τα υπόγεια ρεύματα και η επαναδιαπραγμάτευση με τη «νέα Άγκυρα»

Ποιοί είναι, όμως, εκείνοι οι παράγοντες που αναγκάζουν τα εκλογικά επιτελεία και τις εταιρείες σε μια αξιοσημείωτη επιφυλακτικότητα; Οι εξελίξεις και η τουρκοκυπριακή ανταπόκριση σε αυτές κατά τα τελευταία χρόνια, ίσως να παρουσιάζουν ορισμένες τάσεις της κοινότητας, ενώ την ίδια στιγμή φωτίζουν περισσότερο το πλαίσιο των κυριότερων υποψηφιοτήτων. Τόσο οι βουλευτικές εκλογές, όσο και οι δημοτικές εκλογές που συνδυάστηκαν με δημοψήφισμα για αλλαγές στο σύνταγμα την περίοδο 2013 – 2014, αποκάλυψαν συμπεριφορές και τάσεις, όχι μόνο διαφορετικές από το «αναμενόμενο», αλλά εντελώς εκτός των παραδοσιακών πλαισίων της τουρκοκυπριακής ψήφου. Σε αυτές τις τρεις εκλογικές αναμετρήσεις, δεν ίσχυσε σε απόλυτο βαθμό, ούτε η κλασσική δεξιά πλειοψηφία, αλλά ούτε και η «σαρωτική» αξιοποίηση συγκυριών από την αριστερά κατά τα πρότυπα της περιόδου 2003 – 2005.

Αντίθετα, τα συγκεκριμένα αποτελέσματα έβγαλαν στην επιφάνεια ανακατατάξεις και μετακινήσεις, όχι μόνο σε ευρύτερο κοινοτικό επίπεδο, αλλά και εντός των συγκεκριμένων ιδεολογικών ρευμάτων και κομμάτων. Για παράδειγμα, ποιός θα μπορούσε εύκολα να υποστηρίξει πριν την ανακοίνωση των αποτελεσμάτων των πρόωρων βουλευτικών εκλογών τον Ιούλιο του 2013, ότι ο μέχρι τότε πρωθυπουργός και πρόεδρος του Κόμματος Εθνικής Ενότητας (ΚΕΕ) İrsen Küçük θα έμενε εκτός βουλής; Το παράδειγμα Küçük, ήταν άλλωστε ένα από τα πιο χαρακτηριστικά της αντίδρασης μέρους της τουρκοκυπριακής δεξιάς εναντίον της «νέας Άγκυρας» του πολιτικού Ισλάμ. Φαίνεται ότι ο πρώην ηγέτης του ΚΕΕ ταυτίστηκε με την τουρκική κυβέρνηση και την πολιτική της στην Κύπρο περισσότερο από ότι άντεχαν οι «κόκκινες γραμμές» των παραδόσεων της ΤΜΤ.

Την ίδια στιγμή, ποιός θα μπορούσε εύκολα να ισχυριστεί ότι περισσότεροι από τους μισούς βουλευτές θα επέστρεφαν σπίτι τους; Όπως και λίγους μήνες μετά στις δημοτικές και στο δημοψήφισμα, κανένας δε μπορούσε να υποψιαστεί ότι ο Harmancı, προερχόμενος από ένα μικρό κόμμα, όπως το Κόμμα Κοινοτικής Δημοκρατίας, θα μπορούσε να νικήσει τους υποψήφιους των δύο μεγάλων κομμάτων και μάλιστα στη Λευκωσία. Και βεβαίως, η απόρριψη από την πλειοψηφία της κοινότητας των συνταγματικών αλλαγών που πρότειναν τέσσερα κοινοβουλευτικά κόμματα, αποτέλεσε ένα ακόμα σημαντικό σήμα απονομιμοποίησης της λειτουργίας του πολιτικού συστήματος.

Τα προαναφερθέντα υπόγεια ρεύματα της Τουρκοκυπριακής κοινότητας, αποτελούν μια ισχυρή έκφραση της επαναδιαπραγμάτευσης της σχέσης της κοινότητας με την Τουρκία, όπως αυτή καταγράφεται δημόσια τα τελευταία χρόνια. Και είναι ακριβώς αυτή η δυναμική διαδικασία επαναδιαπραγμάτευσης της θέσης της Άγκυρας ανάμεσα στους Τουρκοκύπριους που επιβάλλει πλέον τη σημερινή επιφυλακτικότητα στα εκλογικά επιτελεία. Αυτό, βεβαίως, ισχύει στο πολλαπλάσιο από τα επιτελεία και υποψηφίους, που επιθυμούν να έχουν το «πράσινο φως» από την άλλη μεριά της θάλασσας. Αλλά ακόμα και αυτοί, όπως και η ίδια η κυβέρνηση ΑΚΡ, συνειδητοποιούν πλήρως ότι η ό,ποια δημόσια έκφραση τουρκικής προτίμησης προς υποψήφιο, μάλλον θα φέρει ακριβώς τα αντίθετα αποτελέσματα.

Η αντιμετώπιση της ρευστότητας από τους υποψήφιους

Μέσα σε αυτό το ρευστό τοπίο, η κατάσταση των κυριότερων υποψηφίων καταγράφεται περίπου ως εξής:

Το Ρεπουμπλικανικό Τουρκικό Κόμμα (ΡΤΚ) συνεχίζει να αντιμετωπίζει τα προβλήματα που προκαλεί η εσωτερική του κρίση. Η διαμάχη μεταξύ φιλελεύθερων και αριστερών το τελευταίο χρονικό διάστημα εκφράστηκε χαρακτηριστικά με την επικράτηση των πρώτων. Κατάφεραν να εμποδίσουν τον Mehmet Ali Talat[1] από πιθανή προεδρική υποψηφιότητα, διασφάλισαν την κομματική ηγεσία στον Özkan Yorgancioğlu, τουλάχιστον μέχρι και το τέλος των προεδρικών, ενώ επέβαλαν, ουσιαστικά, ως υποψήφια τη Sibel Siber.

Και ακριβώς σε αυτό το σημείο άρχισαν τα δύσκολα… Η Siber επιλέγηκε γιατί συγκέντρωνε την περισσότερη δημοφιλία σε όλες τις δημοσκοπήσεις που έκανε το κόμμα στη διάρκεια των διαδικασιών για επιλογή υποψηφίου. Όμως, δεν είναι προσωπικότητα που προέρχεται από την ευρύτερη αριστερά. Αντίθετα, ήταν ιδρυτικό στέλεχος του Δημοκρατικού Κόμματος και αργότερα αποχώρησε λόγω διαφωνιών με τον πατέρα Denktaş. Η δυσκολία που αντιμετωπίζει σήμερα δεν πηγάζει μόνο από την αδυναμία της να συσπειρώσει τον αριστερό πυρήνα του ΡΤΚ, αλλά και από το γεγονός ότι ακριβώς αυτός ο πυρήνας νιώθει αποξενωμένος από την ηγεσία του κόμματος. Επιπλέον, η Siber καλείται να αντιμετωπίσει τη συνεχή φθορά του ΡΤΚ από την κακή κυβερνητική του απόδοση. Όμως, είναι γεγονός ότι η κινητοποίηση των λεγόμενων «παλιών αριστερών» μπορεί να φέρει θετικά αποτελέσματα στη βάση του κόμματος, με αποτέλεσμα να είναι ανοιχτή η προοπτική περάσματος της Siber στο δεύτερο γύρο των εκλογών. Σε μια τέτοια περίπτωση, τα δεδομένα αλλάζουν σε μεγάλο βαθμό.

Ο Derviş Eroğlu, όπως ήταν αναμενόμενο, «παίζει» στα σίγουρα την προεκλογική του εκστρατεία. Αποφεύγει να αντιπαρατεθεί με τους υπόλοιπους υποψήφιους στην τηλεόραση και επιλέγει μια «μοναχική» εκστρατεία, η οποία οργανωτικά επικεντρώνεται στο μεγάλο του όπλο: την άριστη προσωπική επαφή και σχέσεις με ένα πολύ μεγάλο μέρος της κοινότητας. Στο σημείο αυτό αναδεικνύεται ένα μέρος του υπόβαθρου της υποψηφιότητας Eroğlu: Ο Τουρκοκύπριος ηγέτης είναι ο «γερόλυκος» των δομών εξουσίας. Κατάφερε να επικρατήσει στην εσωκομματική αντιπαράθεση, τόσο ενάντια στον Denktaş παλαιότερα, όσο και ενάντια στον Küçük πρόσφατα. Μέσα από την επικράτηση του στην κομματική δομή της δεξιάς επέκτεινε τον προσωπικό του κύκλο εξουσίας μέσα από το διαμοιρασμό πηγών κερδοφορίας και εργοδότηση στο δημόσιο. Αυτός είναι και ο κύκλος που τον στηρίζει σήμερα. Πέραν τούτου, ο Τουρκοκύπριος ηγέτης επενδύει στο φόβο και τη γενική «παραίτηση» της κοινότητας αναφορικά με την επίλυση του Κυπριακού. Ενεργοποιεί ως «εφιάλτη» το ζήτημα του εδαφικού και του περιουσιακού (ιστορικά θέματα φόβου της κοινότητας), ενώ την ίδια στιγμή αξιοποιεί πλήρως την απουσία διαπραγματεύσεων και την απόσυρση των προηγούμενων κεκτημένων στο τραπέζι των συνομιλιών. Μέσα σε ένα τέτοιο πλαίσιο, τουλάχιστον στο παρόν στάδιο, παρουσιάζεται το φαβορί της αναμέτρησης. Το μεγάλο πρόβλημα που αντιμετωπίζει έχει δύο αλληλοεξαρτώμενους άξονες: ο πρώτος είναι η πολύ κακή οργανωτική κατάσταση της τουρκοκυπριακής δεξιάς (του Κόμματος Εθνικής Ενότητας και του Δημοκρατικού), αλλά και η απροσδιόριστη πορεία της ρευστότητας και των υπόγειων ρευμάτων που καταγράφονται στους Τουρκοκύπριους τα τελευταία χρόνια.

O Kudret Özersay προκύπτει ως μια υποψηφιότητα ολοκληρωτικής επένδυσης στο κλίμα καταδίκης του πολιτικού και κομματικού συστήματος. Το σενάριο που υποβοήθησε στην τελική απόφαση για υποψηφιότητα του συγκεκριμένου ακαδημαϊκού, ήταν το ότι οι Τουρκοκύπριοι, πλέον, απομακρύνονται και αποξενώνονται από την παραδοσιακή πολιτική και κομματική δραστηριότητα με χαρακτηριστικό παράδειγμα τις τελευταίες βουλευτικές και δημοτικές. Επενδύει επίσης στην αναβάθμιση της αποπολιτικοποίησης και θεωρεί ότι θα μαζέψει τη ψήφο διαμαρτυρίας, τουλάχιστον, από το φάσμα της κεντροδεξιάς. Όμως, το βασικό υπόβαθρο της υποψηφιότητας Özersay είναι πολύ σημαντικότερο από τα προαναφερθέντα: Είναι το μέλλον της Τουρκοκυπριακής δεξιάς. Σε περίπτωση που συγκεντρώσει ποσοστά πέριξ του 10%, τότε ανοίγει ο δρόμος για νέους κομματικούς σχηματισμούς, που ίσως για πρώτη φορά θα τοποθετούνται ξεκάθαρα σε μια φιλελεύθερη γραμμή πλεύσης. Η υλοποίηση μιας τέτοιας προοπτικής φυσικά, πρέπει να μελετηθεί σε βάθος, αφού θα πρόκειται για μια σοβαρή κοινωνική διαφοροποίηση.

Ο Mustafa Akkıncı είναι ο υποψήφιος με τα μεγαλύτερα «ερωτηματικά» σε σχέση με την τελική απόδοση που θα καταγράψει. Χωρίς τη μεγάλη κομματική υποστήριξη και χωρίς ιδιαίτερα ισχυρό οργανωτικό μηχανισμό, ο Akkıncı πρωταγωνιστεί στις πιο πετυχημένες προεκλογικές συγκεντρώσεις. Η παρουσία του κόσμου και ο ενθουσιασμός που επικρατεί καταγράφονται με ιδιαίτερη ανησυχία από το επιτελείο Siber.

Η υποψηφιότητα Akkıncı στη σημερινή συγκυρία υπογραμμίζει μερικά πολύ σημαντικά στοιχεία αναφορικά με τις ρήξεις στον ηγεμονικό χώρο της Τουρκοκυπριακής κοινότητας. Είναι η προσωπικότητα που βρίσκεται πιο κοντά από όλες τις άλλες στην έκφραση των υπόγειων ρευμάτων που καταγράφηκαν στις προηγούμενες εκλογικές αναμετρήσεις. Εκφράζει σε ολόκληρη τη μέχρι στιγμή εκστρατεία του, τόσο τον υπόγειο θυμό της κοινότητας, όσο και την καταγεγραμμένη διαμαρτυρία της ενάντια στην Άγκυρα. Παρά το διαφορετικό πολιτικό του παρελθόν τη δεκαετία του 1970 και 1980, σήμερα τοποθετείται πιο ξεκάθαρα από όλους σε θέματα όπως η Ομοσπονδία και το Βαρώσι. Το σημαντικότερο, όμως, είναι ότι από όλους τους βασικούς υποψήφιους, ο Akıncı είναι εκείνος που κατά ένα παράδοξο τρόπο εκφράζει τη νοητή γραμμή συνέχειας με την εξεγερσιακή κατάσταση της περιόδου 2002-2004. Ο λόγος και οι θέσεις που αναπτύσσει σήμερα είναι αποτέλεσμα των αλλαγών εκείνης της περιόδου, όταν ο Akkıncı βρέθηκε πρωταγωνιστής στο κίνημα που δημιουργήθηκε γύρω από την πλατφόρμα «Αυτή η χώρα είναι δική μας». Επομένως, σήμερα η δική του υποψηφιότητα αναπαράγει σε κάποιο βαθμό τις «εκπλήξεις» των δημοτικών του 2014, όμως εκσυγχρονίζει την ίδια στιγμή τη δημοκρατικότητα με την οποία εκφράστηκε ο εθνοκοινοτισμός των Τουρκοκυπρίων την περίοδο πριν από τα δημοψηφίσματα του 2004. Το μειονέκτημα του Akkıncı είναι τα ερωτηματικά των αντοχών ενός μικρού οργανωτικού μηχανισμού. Την ίδια, όμως, στιγμή το πλεονέκτημα του είναι το ότι ακόμα και σε περίπτωση που δεν περάσει στο δεύτερο γύρο, μπορεί να καθορίσει σε μεγάλο βαθμό την κατάσταση της Sibel Siber.    







[1] Ιδιαίτερα σε περίπτωση ήττας της Siber, δεν αποκλείεται ο Talat να επιδιώξει επιστροφή στην ηγεσία του ΡΤΚ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου