1 Φεβ 2015

Όταν ένας Πρύτανης καταφεύγει σε κατασκευή θεαμάτων, βρίζει την κουλτούρα της νεολαίας ότι δεν ξέρει να γράψει δυο συνεχόμενες προτάσεις, και εισηγείται ολοταχώς επιστροφή στο παρελθόν, τότε το Πανεπιστήμιο το οποίο εκπροσωπεί έχει πρόβλημα – και ταυτότητας, αλλά και κατανόησης της εποχής



Μια θλιβερή επανάληψη που δείχνει και το επίπεδο άγνοιας όσων μιλούν, ως εκπαιδευτικοί, χωρίς να κατανοούν
«Μια από τις σοβαρότερες πνευματικές αδυναμίες των νέων μας είναι η γλωσσική ανεπάρκεια… Περίοδοι γλωσσικά ανομοιογενείς, και άνισες, φράσεις ασύνδετες, προτάσεις χωρίς συνοχή..»
Καθηγητής την δεκαετία του 1950, κείμενο στα Κυπριακά Γράμματα

«..πολλά από αυτά [τα παιδιά] δεν γνωρίζουν καν καλά ελληνικά! Δυσκολεύονται να γράψουν με συνοχή δυο προτάσεις και να εκφραστούν ορθά.»
Πρύτανης του Πανεπιστημίου Κύπρου, 2015, σε επιστολή στον πρόεδρο.

Ένας πρύτανης που κατασκευάζει θεάματα προβολής «15 λεπτών δημοσιότητας» – εδώ κατάντησε το Πανεπιστήμιο Κύπρου;

Η δημοσίευση στο Φιλελεύθερο της επιστολής του κ. Χριστοφίδη, Πρύτανη του Πανεπιστήμιου Κύπρου, προς τον κ. Αναστασιάδη, την Πέμπτη 28/1, έμοιαζε με ένα κατασκευασμένο ψευδογεγονός – μια «είδηση», δηλαδή, η οποία κατασκευάστηκε για να δημιουργηθεί θέμα – παρά γιατί υπήρχε ζήτημα. Αν όντως ο κ. Χριστοφίδης ενδιαφερόταν να πει κάτι στον πρόεδρο θα έστελλε την επιστολή και θα περίμενε κάποια απάντηση και ακόμα πιο λογικά θα έστελλε την επιστολή και σε άλλους εμπλεκόμενους – όπως λ.χ. τους, όπως και να το κάνουμε, «συνάδελφους» εκπαιδευτικούς στην Μέση, και είναι άξιον απορίας αν διαβουλεύθηκε με άτομα στο ίδιο το Πανεπιστήμιο που είναι πιο αρμόδιοι, ενδεχομένως, από τον ίδιο για να κρίνουν το θέμα της εξέλιξης και οργάνωσης της εκπαίδευσης. Αντίθετα, μια βδομάδα μετά που την απέστειλε, ξαφνικά, η επιστολή βρέθηκε «τυχαία» στα πρωτοσέλιδα. Την προηγουμένη, ο Φιλελεύθερος είχε ήδη ένα κείμενο προετοιμασίας με τον αστείο τίτλο «Στην ελίτ των πανεπιστήμιων του πλανήτη». Ο τίτλος αναφερόταν στις επιθυμίες του Πρύτανη, εκτός υποσχέσεις και «θα» περιλάμβανε και διάφορα μικροκουτσομπολιά για καθηγητές που παραλίγο να προσλάβουν στο πανεπιστήμιο αλλά δεν..και το κερασάκι, βέβαια, είναι η κρατική επιχορήγηση. «Διευκρίνισε», λέει η εφημερίδα, ότι για να πάρει τέτοιες μεταγραφές το Πανεπιστήμιο, «δεν θα έρθουν στην Κύπρο για 80,000 -100,000 ευρώ τον χρόνο.» Ζητούσε λεφτά ο κ. Χριστοφίδης και εμφανιζόταν σαν προπονητής ποδοσφαιρικής ομάδας – ήθελε λεφτά για μεταγραφές και υποσχόταν ότι στο μέλλον, θα… Το ότι το δημοσίευμα της προηγούμενης της επιστολής συνοδευόταν και από ένα σχόλιο του Γενικού Ελεγκτή ενάντια στο ΤΕΠΑΚ, ήταν ίσως εκφραστικό ενός θλιβερού ανταγωνισμού αν ο κ. Χριστοφίδης εισηγήθηκε το εν λόγω απόσπασμα – σε αυτή την περίπτωση είναι λες ζητούσε λεφτά κατηγορώντας άλλα ιδρύματα. Αλλά η επιστολή του της επόμενης ημέρας ήταν ακόμα χειρότερη – και θλιβερή για ένα ακαδημαϊκό, οποιασδήποτε ειδικότητας.

Ένα πανεπιστήμιο που δημιουργήθηκε καθυστερημένα, και δεν κατανοεί ακόμα ότι ο ρόλος του, τώρα πια, είναι απλώς να είναι μέρος – και ότι οι φαντασιώσεις ανήκουν στο παρελθόν μαζί με όσους εμπόδιζαν για δεκαετίες τη δημιουργία του
Κατ’ αρχήν, η εμμονή του κ. Χριστοφίδη με την «ελίτ» είναι ίσως εκφραστική μιας ανασφάλειας. Ο ίδιος φαίνεται να έχει ανάγκη την επιβεβαίωση, όπως απέδειξε με ένα φαιδρό επεισόδιο πριν λίγα χρόνια, όταν πήγε στη Σύγκλητο και ζήτησε να καταδικάσουν ένα κριτικό σχόλιο στον Τύπο για τον ίδιο. Αλλά ίσως η εμμονή με την ελίτ, την υποτιθέμενη «αφρόκρεμα», όπως την ονομάζει, η οποία, υποτίθεται, πάει στο Πανεπιστήμιο Κύπρου μοιάζει μάλλον με ένα αναστεναγμό για χαμένα μεγαλεία – που δεν βιώθηκαν ποτέ. Το Πανεπιστήμιο Κύπρου δημιουργήθηκε καθυστερημένα, μόλις την δεκαετία του 1990, μετά από πολλές αντιθέσεις από μερίδα του τοπικού κατεστημένου [την εκκλησία, τους κύκλους με πρόσβαση στην ελληνική πρεσβεία που εξέφρασε έντονη αντίθεση[1] κοκ], και μόλις δημιουργήθηκε ευνουχίστηκε ουσιαστικά από οποιαδήποτε κριτική, με απειλές για το ότι έπρεπε να ακολουθεί την πορεία του τοπικού κατεστημένου. Το πανεπιστήμιο, βέβαια, επιχορηγήθηκε πλουσιοπάροχα, αλλά ποτέ δεν κατάφερε να γίνει το Ανώτατο Ίδρυμα που θα είναι το μέτρο, όπως έγινε σε άλλες χώρες με κεντρικά Πανεπιστήμια. Δεν μπορούσε στο πλαίσιο που το περιόρισαν οι αντιδράσεις, και δεν είχε νόημα στην εποχή που δημιουργήθηκε. Ήδη υπήρχαν ιδιωτικά Πανεπιστήμια, μετά έγιναν και άλλα κρατικά [το ΤΕΠΑΚ και το Ανοικτό Πανεπιστήμιο],  ενώ η επέκταση της τεχνολογίας κάνει την τριτοβάθμια μόρφωση ένα πολύ πιο ρευστό φαινόμενο, οπότε το Πανεπιστήμιο Κύπρου έμεινε ουσιαστικά ένα ίδρυμα με πλούσια επένδυση δημόσιου χρήματος, αλλά χωρίς και κάτι το συγκλονιστικά ιδιαίτερο. Ένα τοπικό Πανεπιστήμιο, στο οποίο δεν πηγαίνουν κατ’ ανάγκη όσοι κερδίζουν θέση στις εξετάσεις – μερικοί προτιμούν να πάνε σε άλλες χώρες, αν έχουν χρήματα. Δεν είναι να υποτιμά κάποιος το επίπεδο των εργαζομένων στο Πανεπιστήμιο – όπως και αλλού θα γίνεται μια αξιοσημείωτη εργασία από ευσυνείδητα άτομα. Αλλα όταν ο Πρύτανης κηρύσσει πόλεμο και φορά μια ναπολεόντεια στολή «ελίτ» αναπόφευκτα θα προκαλέσει τα ειρωνικά σχόλια για τις ελλείψεις του δικού του χώρου.

Κάθε συντηρητικός νοσταλγεί ένα ανύπαρκτο παρελθόν και βρίζει τους νέους σαν «αγράμματους» που δεν μπορούν να συνδέσουν «δυο προτάσεις» – τα ίδια όμως έλεγαν και για την νεολαία τη δεκαετία του 1950, την οποία μετά ο συντηρητικός λόγος αποφάσισε φαίνεται ότι ήταν «πρότυπο». Η συνοχή δεν είναι από τα δυνατά σημεία αυτής της ρητορικής…
Σε αυτό το πλαίσιο, μια κρίση ταυτότητας θα ήταν κατανοητή. Αλλά ο κ. Χριστοφίδης αρέσκεται να μεγαλοπιάνεται, όπως ένας διαφημιστής που φτιάχνει εικόνες του μέλλοντος για να πουλήσει ένα μέτριο παρόν. Η επιστολή του ξεκινά με το κλασικό μοτίβο όλων των συντηρητικών που προσπαθούν να νομιμοποιήσουν τη διεκδίκηση μιας εξουσίας – ή κάποιων παροχών – με αναφορά στην κρίση του παρόντος με νοσταλγικές αναφορές στο παρελθόν, και φυσικά υποσχέσεις ανέξοδες για το μέλλον. Ο κ. Χριστοφίδης ισχυρίζεται, λοιπόν, ότι οι μαθητές σήμερα είναι «χειρότεροι» από τη δεκαετία του 1990 – και ο αναγνώστης πιάνει στο κλίμα της ρητορικής του ότι μάλλον θέλει να μας πει ότι πιο πριν ήταν «καλύτεροι». Το να λέει ένας ακαδημαϊκός δάσκαλος ότι τα παιδιά τα οποία μορφώνει είναι «αγράμματοι» είναι προσβλητικό – αλλά ο κ. Χριστοφιδης δεν φαίνεται καν να ασχολείται με τα παιδιά. Προσπαθεί να κατηγορήσει άλλες ομάδες εκπαιδευτικών [το μένος του εδώ εστιάζεται στους καθηγητές της Μέσης Εκπαίδευσης] για προβάλει το δικό του ίδρυμα ή και να καλύψει τη θεσμική ανασφάλεια για την ταυτότητα του ιδρύματος – και ενδεχομένως και της δικής του. Αλλά το να λέει ένας ακαδημαϊκός ότι οι φοιτητές/τριες δεν μπορούν να γράψουν «δυο συνεχόμενες προτάσεις» επιδεικνύει, πέρα από ένα πρωτοφανή ρατσισμό απέναντι στην γλώσσα και την κουλτούρα της νεολαίας που μορφώνει, και μια εντυπωσιακή άγνοια για τις νεώτερες τάσεις στην εκπαίδευση. Η νεολαία φυσικά ξέρει να μιλά – αν όμως στα πλαίσια των εξελίξεων στην τεχνολογία [άρα και στους τρόπους έκφραση και πληροφόρησης] η νεολαία αναπτύσσει μια δική της μορφή έκφρασης και το Πανεπιστήμιο Κύπρου δεν μπορεί να κτίσει πάνω σε αυτό, τότε σαφώς έχει πρόβλημα το πανεπιστήμιο - και εδώ έχουμε και την παραδοχή της αδυναμίας. Ο Πρύτανης φαίνεται αγκυροβολημένος σε ένα πλαίσιο κατανόησης που πάει πίσω στην δεκαετία του 1950, όταν η κυρίαρχη έννοια για την εκπαίδευση ήταν αυτή του «ανθρώπινου κεφαλαίου» - την αντίληψη, δηλαδή, ότι οι μαθητές/φοιτητές είναι απλώς ένα είδος πρώτης ύλης στην οποία επενδύεται μια μορφή γνώσης για να παραχθεί οικονομικό όφελος. Η έννοια της κριτικής σκέψης είναι μάλλον αναμενόμενο ότι του διαφεύγει – και με την νοοτροπία του είναι κατανοητό. Και όμως, σήμερα η κριτική σκέψη δεν είναι κατ' ανάγκη κάτι που προβάλει μια πολιτική στάση - είναι ένα αναγκαίο δεδομένο για να μπορέσει κάποιος/α να λειτουργήσει (και οικονομικά) στον νέο κόσμο της κοινωνίας της πληροφορίας για την Γνώσης, όπου οι πολλαπλές αφηγήσεις, αλλά και ο κατακλυσμός της πληροφορίας απαιτούν την δυνατότητα κριτικής παρέμβασης του ατόμου-υποκειμένου. Σε αυτό το πλαίσιο, είναι θλιβερό το ότι ένας πρύτανης που καμώνεται ότι έχει άποψη για την εκπαίδευση γενικά, φαίνεται να αγνοεί πλήρως τις θεωρίες για το «μορφωτικό»/πολιτιστικό κεφάλαιο, σύμφωνα με τις οποίες οι νέοι προσεγγίζουν την γνώση που παρέχουν τα πανεπιστήμια με βάση τα δικά τους πλαίσια κατανόησης με βάση την κοινωνική τους καταγωγή – και άρα τα κενά στην επικοινωνία καταδεικνύουν και ένα είδος ταξικής και κοινωνικής προκατάληψης εκ μέρους του Πανεπιστήμιου για το είδος και την μορφή της γνώσης που προσφέρεται. Ο Πρύτανης, με αυτήν την έννοια, δεν ενδιαφέρεται για κάποια ελίτ ικανοτήτων, αλλάμια ελίτ που να μπορεί να αναπαράγει την κουλτούρα -και την νοοτροπια - αυτών που είναι προνομιούχοι. Να μιλούν όπως «πρέπει» για το κυρίαρχο μοντέλο, άσχετα αν οι εν δυνάμει ικανοί σε διάφορους τομείς, εκφράζονται με διαφορετικούς τρόπους και αναζητούν τη δημιουργικότητα με πολλαπλές μορφές πρακτικές.

Και η ρητορική του μικρομάγαζου που βρίζει τον γείτονα για να πουλήσει την πραμάτεια του;
Ο κ. Χριστοφίδης, όπως φαίνεται και από τις εισηγήσεις του, μη έχοντας κάτι να εισηγηθεί, προτείνει μια επιστροφή στο παρελθόν – στην παλιά δομή του σχολείου, στο διαχωρισμό των ειδικοτήτων, αντί στην προσφορά επιλογών κλπ. Αν βέβαια έχει δίκαιο, τότε είναι άξιον απορίας ποιοί αποφοιτούν από το Πανεπιστήμιο στο οποίο είναι επικεφαλής – αυτοί οι υποτιθέμενοι αγράμματοι που δεν ξέρουν μαθηματικά και δεν ξέρουν να γράψουν δυο συνεχόμενες προτάσεις; Και όμως αυτά τα παιδιά, κατά τα άλλα, φτιάχνουν το πανεπιστήμιο που ο κ. Χριστοφιδης υπόσχεται να είναι ανάμεσα στην ελίτ των πανεπιστήμιων παγκόσμια. Και στο όνομα των οποίων αμείβεται πλουσιοπάροχα. Είναι μια εξόφθαλμη αντίφαση. Αλλά η λογική δεν φαίνεται να ευδοκιμεί ανάμεσα στην κατά φαντασία «ελίτ». Θα μπορούσε να σκεφτεί κάποιος με βάση τη ρητορική του ότι το πανεπιστήμιο το ίδιο είναι μια παταγώδης αποτυχία, αφού από την δεκαετία του 1990 εκπαιδεύει δάσκαλους που στελεχώνουν τα δημοτικά, τουλάχιστον, όπου, υποτίθεται ότι μαθαίνουν οι μαθητές να γράφουν συνεχόμενες προτάσεις. Του διαφεύγει και αυτή η αντίφαση. Αν οι μαθητές ήταν καλύτεροι την δεκαετία του 1990, τότε ίσως να ήταν καλύτερα πριν το Πανεπιστήμιο.
Το πιο ίσως θλιβερό, όμως, είναι ο ευτελής τρόπος που κάνει επίθεση στους συνάδελφους του της Μέσης εκπαίδευσης – εκπαιδευτικούς που μορφώθηκαν στα πανεπιστήμια επίσης. Αφού αποκαλεί τη διαδικασία συμμετοχής των εκπαιδευτικών στη διαμόρφωση των προγραμμάτων σαν «κακόγουστο συνδικαλιστικό πάρτι» [ενώ τα πάρτι των ακαδημαϊκών με δημόσιο χρήμα είναι καλόγουστα;] προχωρεί σαν μέλος της τρόικα να ζητά από τον πρόεδρο να αγνοήσει οποιαδήποτε απεργία των εκπαιδευτικών. Εδώ, βέβαια, αποκαλύπτεται εν μέρει και η σκοπιμότητα του κατασκευασμένου θεάματος για την «κρίση στην εκπαίδευση» - ο κ. Χριστοφίδης φαίνεται να προσπαθεί να καλοπιάσει την κυβέρνηση με μια επίθεση σε συνάδελφους του εκπαιδευτικούς, για να αποκτήσει πρόσβαση στην εξουσία. Είναι μια θλιβερή κατάντια αυτό το καλόπιασμα της εξουσία μέσα από την επίθεση σε άλλους.

Θα μπορούσε να πει κάποιος ότι μέσα στον κατάλογο της νοσταλγίας για το παρελθόν, υπάρχουν και μερικά σημεία που είναι σημαντικά θέματα που πρέπει να λυθούν – λ.χ. η πρόσβαση μαθητών των ιδιωτικών σχολείων στα Δημόσια Πανεπιστήμια. Αυτό είναι ένα θέμα που συζητείται για χρόνια και υπάρχει ένα σαφές δίκαιο από την οπτική των παιδιών που δεν θέλουν να πάνε στο εξωτερικό. Όταν όμως αυτό το δικαίωμα, τοποθετείται και πάλιν στο πλαίσιο μιας ελιτιστικής ρητορικής, ότι το Πανεπιστήμιο Κύπρου θέλει τους «καλύτερους», τότε το δικαίωμα μπερδευτεί με άλλες, άσχετες, φαντασιώσεις.  Η όλη λίστα φαίνεται να είναι μια συγκόλληση θεμάτων με στόχο την προβολή του ίδιου του πρύτανη στα πρωτοσέλιδα. Ένα είδος «αγώνα» για τα «15 λεπτά δημοσιότητας». Είναι άραγε αυτός ο στόχος πια του Πρύτανη Πανεπιστήμιου Κύπρου; Η διεκδίκηση θεαματικής προβολής μέσα από την προσβολή των νέων και την δαιμονοποίηση άλλων καθηγητών;

Ένας βολικά πολιτικάντικος κατάλογος θεμάτων που αναζητεί κομματική εύνοια;
Το βάθος της συντηρητικής ρητορικής, αλλά και της προσπάθειας κατασκευής ψευδογεγονότος στο χώρο του θεάματος, φάνηκε και από τις «αντιδράσεις». Η ΕΔΕΚ, με την οποία φαίνεται να έχει προσβάσεις ο κ. Χριστοφίδης, έβγαλε μια γενικόλογη ανακοίνωση στήριξης –  είναι αραγε ομολογία του «κομματικού πάρτι» με βάση το οποίο εκλέγηκε μόλις πριν λίγο καιρό ο κ. Χριστοφίδης; Ο δε κ. Ταλιαδώρος της ΟΕΛΜΕΚ, ο οποίος πρόσκειται στον ΔΗΣΥ (στην κυβέρνηση, δηλαδή, από την οποία φαίνεται να ζητά εύνοια ο κ. Χριστοφίδης) του άσκησε μεν κριτική για όσα είπε για τους καθηγητές, αλλά συμφώνησε μαζί του στην επίθεση ενάντια στους "αγράμματους" μαθητές – και αυτός θέλει περισσότερες ώρες ελληνικών, αρχαίων κλπ. Ένας  βολικός κατάλογος, λοιπόν, για να φτιάχνονται "κομματικές συμμαχίες" και να διεκδικήσει ο Πρυτανης, ίσως και κονδύλια και επιτηρήσεις, ο οποίος, όμως, παραπέμπει σε «κακόγουστες» όντως πολιτικάντικες συμμαχίες.

Άλλο η συζήτηση και άλλο… αυτό το θλιβερό θέαμα
Το να γίνει μια συζήτηση για την εκπαίδευση με βάση την εμπειρία και τα δεδομένα (και όχι κουβέντες του στυλ «ήταν καλύτερα στην εποχή μας») είναι φυσικά χρήσιμο. Αλλά το Πανεπιστήμιο Κύπρου πρέπει να βρει αλλού το λόγο ύπαρξής του αφού δεν μπορεί πια στην εποχή μας χωρίς  αυτοκριτική να το παίζει αξιολογητής.  Είναι μέρος αυτού που πρέπει να συζητηθεί. Και ο λόγος του Πρύτανη, δείχνει μια παρωχημένη αντίληψη για την παιδεία, την νεολαία και τις δυναμικές που αναπτύσσει σήμερα, αλλά και μια ανταγωνιστική ρητορική απέναντι σε άλλους εμπλεκόμενους με την εκπαίδευση.





[1] Ανδρέας Χριστοφίδης. Η γλώσσα στα Μέσα Μαζικής Ενημερώσεως. Στο « Ελλάδος Φθόγγον Χέουσα». 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου