1 Φεβ 2015

Η αμηχανία του κυπριακού κατεστημένου, και της ιδεολογίας του, απέναντι στον Τσίπρα: η κρίσης της «Ελλάδας» ως Ιερό νομιμοποίησης της εξουσίας και η λογοκρισία των κοινών αντιστάσεων



Η Ιστορική πραγματικότητα που λογοκρίθηκε, αλλά άντεξε στην καθημερινότητα και νίκησε την Μακρόνησο στο άπλωμα του ιστορικού χρόνου
«Σε αυτή τη Λαϊκή και Δημοκρατική Ελλάδα πρέπει να αναθέτουμε τες ιδικές μας ελπίδες. Σε εκείνη μονάχα και στους δικούς μας αγώνες μπορούμε να στηρίζουμε την εθνική μας προκοπή και σωτηρία. Με την ηθική και πολιτική χρεοκοπία της Αμερικανοδουλης Κυβέρνησης των Αθηνών για εμάς μια είναι η Ελλάδα: Η ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΕΛΛΑΔΑ ΤΩΝ ΒΟΥΝΩΝ. Η Ελλάδα των ίδιων βουνών, από τα οποία ξεκίνησαν οι Κλέφτες του 21 τον αγώνα της λευτεριάς και από τις κορυφές των οποίων κατεβαίνουν τιμωροί και ελευθερωτές του Ελληνικού Δημοκρατικού Στρατού οι Αντάρτες.»
Α. Αδάμαντος, αριστερός δήμαρχος Βαρωσιού, ομιλία για τις 25 Μαρτίου 1949

Και η κατασκευή του Ιερού που μετατρέπει τους ανθρώπους σε ιθαγενείς για να τους κυβερνά μια τοπική εξουσία στο όνομα ενός εξωτερικού Ιερού
«Στην 5η σύνοδο του Εθναρχικού Συμβουλίου..αποφασίστηκε να ζητηθεί από τα πολιτιστικά ιδρύματα και τις σχολικές επιτροπές να δηλώσουν ότι τα βιβλία που γράφονται στην Ελλάδα είναι πολύ ανώτερα από τα βιβλία που γράφονται από κύπριους συγγραφείς τόσο επιστημονικά όσο και πολιτιστικά[1] Ανακοίνωση Εθναρχικού Συμβουλίου 1951.

Η εκλογή Τσίπρα στην Ελλάδα προκάλεσε μια εμφανή αμηχανία σε μεγάλη μερίδα του κυπριακού κατεστημένου. Μια μερίδα συντακτών και σχολιογραφων του Φιλελεύθερου λ.χ. έτρεξαν αμέσως να εξορκίσουν οποιαδήποτε σύνδεση της ελληνικής αριστεράς και της αμφισβήτησης του μνημονίου, με την κυπριακή αριστερά και την ανάλογη αντίσταση από το 2010. Όπως είπε και ο Πούτιν, όσοι ντρέπονται για το παρελθόν τους προσπαθούν να ξαναγράψουν η λογοκρίνουν την ιστορία. Οι πιο ακραιφνείς εθνικόφρονες, από την άλλη, είχαν τα δικά τους προβλήματα όπως τα αποκάλυψε αφοπλιστικά ο Σ. Ιακωβίδης στην Σημερινή – μα μπορεί ένας άθεος να είναι πρωθυπουργός της μυθικής-χριστιανικής κλπ κλπ Ελλάδας;[2] Οι νεοσυντηρητικοί της δεξιάς, από την άλλη, όπως ο Πολίτης, σχεδόν έριχναν μαύρο δάκρυ και στις σχετικές σελίδες στο facebook υπήρχε ένα μένος. Η αριστερά, αντίθετα, φάνηκε να απολαμβάνει αλκυονίδες μέρες: παρά την προσπάθεια λογοκρισίας των κοινών δεδομένων της αντίθεσης στη λιτότητα, ήταν σαφές ότι στην κοινωνία υπήρχε ένα διάχυτο αίσθημα κατανόησης – αυτά που λέει η ελληνική αριστερά σήμερα είναι αυτά που έλεγε και η προηγούμενη κυπριακή αριστερή κυβέρνηση. Μερικοί, μάλιστα, φάνηκαν να φοβούνται ότι θα του είχαν και του Τσίπρα στημένο κάποιο «Μαρί», όπως το έθεσε ένας μπλόγκερ.[3]

Τί εκπροσωπεί λοιπόν ο κ. Τσίπρας – και τί η Ελλάδα στην Κύπρο…Για να κατανοηθεί αυτή η περίπλοκη πραγματικότητα πρέπει να γίνει κατανοητή η παράδοξη σχέση Ελλάδας – Κύπρου. Η Ελλάδα ως κοινωνία έχει υποφέρει από δυτικές επεμβάσεις και επιβολές – ιδιαίτερα μετά το 1944. Αλλά απέναντι στην Κύπρο το ελληνικό κράτος συμπεριφερόταν σαν ηγεμονικό, σαν ένα είδος πυρήνα απέναντι στην περιφέρεια. Έτσι, η τοπική κυπριακή εξουσία είχε ανάγκη από την ελληνική, σαν ιερό, έστω και αν αυξανόμενα, μετά το 1960, υπήρχαν αποκλίνοντα υλικά συμφέροντα. Αυτό το οποίο λογοκρινόταν ήταν και η σχέση εξουσίας, αλλά ιδιαίτερα οι κοινές μορφές αντίστασης. Η ήττα της αριστεράς την δεκαετία του 1940 δημιούργησε ουσιαστικά ένα ιστορικό απωθημένο, το οποίο επαναφέρει η νίκη ΣΥΡΙΖΑ, η επίσκεψη στην Καισαριανή.. Αυτό το απωθημένο είναι βέβηλο για το ιερό, αλλά είναι επίσης και ενοχλητικό γιατί θυμίζει τις κυπριακές αντιστάσεις που πολέμησε το κυπριακό κατεστημένο και τα ΜΜΕ του – εδώ είναι η πηγή της βαθύτερης αμηχανίας.



Το τείχος της ηγεμονικής ιδεολογίας που διαβρώνεται συνεχώς: Ένας «ενωτισμός» που έπρεπε να λογοκρίνει την ταύτιση με τους Βρετανούς, και ένα μετααποικιακό καθεστώς που χρειαζόταν το Ιερό ως νομιμοποίηση και δεν μπορούσε να αρθρώσει δημόσια τον κυπριακό λόγο της ανεξαρτησίας που αναδυόταν από την λαϊκή καθημερινότητα και εξέφραζε και την υλική πραγματικότητα
«Το ερώτημα είναι γιατί, με δεδομένη την διάχυτη ύπαρξη αυτών των απόψεων [για την κυπριακή συνείδηση και την στήριξη της ανεξαρτησίας».. δεν αρθρωνόταν ιδεολογικά σε ένα ευρύτερο πλαίσιο» 
Μιχάλης Ατταλίδης «Οι πηγές της κυπριακής συνείδησης», στο «Cyprus Nationalism and International Politics.

Ο ηγεμονικός λόγος στην Κύπρο, τουλάχιστον από την δεκαετία του 1940, όταν εμφανίστηκε η νεωτερική πολιτική σε μαζικό επίπεδο, οικοδομήθηκε με μια συνειδητή προσπάθεια να κατασκευαστεί ένα διαχωριστικό τείχος ανάμεσα στο εσωτερικό και το εξωτερικό. Έτσι, η τοπική ελίτ και το κατεστημένο πρόβαλαν εξιδανικευμένα εικόνες της Ελλάδας ως Ιερό, για να λογοκρίνουν τις αντιφάσεις τους και να εμφανίζονται ως τοπικοί διαχειριστές της εξουσίας – των βρετανών και της υποτιθέμενης μυθικής Ελλάδας. Έτσι λ.χ. λογοκρινόταν το γεγονός ότι υπήρχε μια κραυγαλέα αντίφαση ανάμεσα στον ενωτισμό που υποστήριζε «ένωση και μόνο ένωση» [ενάντια στην αριστερά και τη θέση για μεταρρυθμίσεις ή αυτοκυβέρνηση το 1947-48] και την ταύτιση με την Βρετανία στον ελληνικό εμφύλιο. Σε αυτό το πλαίσιο, ο Γρίβας ο οποίος ήταν ένας βασικός συνεργάτης των βρετανών στο αιματοκύλισμα των Δεκεμβριανών του 1944, εμφανιζόταν μετά ως «αντί-βρετανός». Και αυτή η λογοκρισία του τί σήμαινε η πολιτική της κυπριακής δεξιάς στο ευρύτερο πλαίσιο του ψυχρού πολέμου, ήταν μέρος της νομιμοποίησης της τοπικής εξουσίας που εμφανιζόταν μεν «αντί-βρετανική», ενώ ταυτόχρονα στελέχωνε τον αποικιακό μηχανισμό. Η αντίφαση, βέβαια, εκράγηκε τελικά την δεκαετία του 1950, όταν αναγκάστηκε και η δεξιά να υιοθετήσει αντί-αποικιακή στάση.

Για να κατανοηθεί αυτή η περίπλοκη πραγματικότητα πρέπει να γίνει κατανοητή η παράδοξη σχέση Ελλάδας – Κύπρου. Η Ελλάδα ως κοινωνία έχει υποφέρει από δυτικές επεμβάσεις και επιβολές – ιδιαίτερα μετά το 1944. Αλλά απέναντι στην Κύπρο το ελληνικό κράτος συμπεριφερόταν ως ηγεμονικό, σαν ένα είδος πυρήνα απέναντι στην περιφέρεια. Έτσι, η τοπική κυπριακή εξουσία είχε ανάγκη από την ελληνική, ως ιερό, έστω και αν αυξανόμενα, μετά το 1960, υπήρχαν αποκλίνοντα υλικά συμφέροντα. Αυτό το οποίο λογοκρινόταν ήταν και η σχέση εξουσίας, αλλά ιδιαίτερα οι κοινές μορφές αντίστασης. Η ήττα της αριστεράς την δεκαετία του 1940 δημιούργησε ουσιαστικά ένα ιστορικό απωθημένο, το οποίο επαναφέρει η νίκη ΣΥΡΙΖΑ, η επίσκεψη στην Καισαριανή..Αυτό το απωθημένο είναι βέβηλο για το ιερό, αλλά είναι επίσης και ενοχλητικό γιατί θυμίζει τις κυπριακές αντιστάσεις που πολέμησε το κυπριακό κατεστημένο και τα ΜΜΕ του – εδώ είναι η πηγή της βαθύτερης αμηχανίας.

Στην μετά-ανεξαρτησιακή περίοδο η δεξιά, αφού απέρριψε την προηγούμενη ηγεσία της, τον Δέρβη, προσπάθησε να εμφανιστεί αναβαπτισμένη – ενωτική μεν (νομιμοποιώντας το ρουσφέτι της στους νεκρούς της ΕΟΚΑ) και στελεχώνοντας τον νέο μηχανισμό του ανεξάρτητου κράτους. Η αντίφαση του εσωτερικού λόγου νομιμοποίησης και της εξωτερικής πραγματικότητας έγινε όμως πιο έντονη. Το ελληνικό κράτος, και λόγω εξάρτησης, αλλά και λόγω των δικών του δυναμικών επέκτασης, επέμενε να θέλει να επιβληθεί ως «εθνικό κέντρο». Και μάλιστα να απαιτεί από τους κύπριους ιθαγενείς να αποδεχθούν μορφές «διπλής ένωσης» ή διχοτόμησης για να εξυπηρετήσει τα δικά του συμφέροντα – είτε ήταν ο Γ. Παπανδρέου με την θεωρία του «ρετιρέ» [την βόρεια Κύπρο] που θα έδινε για να πάρει την «πολυκατοικία» [την Κύπρο], είτε ήταν η χούντα με την απαίτηση για «συμμόρφωση προς τα συμφέροντα του έθνους που εκπροσωπούσε το εθνικό κέντρο». Παρά την λογοκρισία που κυριαρχούσε στην επιφάνεια του δημόσιου λόγου για τις σχέσεις Αθηνών-Λευκωσίας, η ένταση ήταν σαφής. Όμως η τοπική εξουσία δεν μπορούσε να απορρίψει εύκολα της ιδεολογία νομιμοποίησης της –  το «Ιερό» της Ελλάδας – και έτσι το ελληνικό κράτος μπορούσε, σε μια σαφή νέο-αποικιακή πρακτική να ελέγχει τους βασικούς του μηχανισμούς [στρατό, παιδεία] ενώ η ακροδεξιά εμφανιζόταν βασιλικοτερη του βασιλέως. Σε εκείνο το πλαίσιο, ήταν ακόμα πιο σαφές ότι η «Ελλάδα» ήταν ένα είδος πολιτιστικού κεφαλαίου, πρόσβασης σε κάποιο ιερό, το οποίο επικαλούνταν διάφοροι για να αποκτήσουν τοπική νομιμοποίηση για την εξουσίαή το γόητρο/status που επικαλούνταν. Και για αυτό η πραγματικότητα της Ελλάδας έπρεπε να λογοκριθεί. Χρόνια μετά το 1974 λ.χ. οι σύνδεσμοι αγωνιστών της ΕΟΚΑ αμφέβαλαν αν έπρεπε να προβάλλεται η ελληνική τηλεόραση στην Κύπρο – γιατί αυτό, η προβολή της ελληνικής καθημερινότητας, απειλούσε να καταστρέψει την εικόνα της ιερής Ελλάδας. Η κυπριακή εθνικοφροσύνη ήθελε μια Ελλάδα χωρίς του πραγματικούς καθημερινούς Έλληνες – ένα σύμβολο για να το χρησιμοποιεί εσωτερικά, στην Κύπρο, για να διεκδικεί ένα στάτους ανωτερότητας και ιδιαίτερης, ρουσφετολογικής μεταχείρισης. Οι πραγματικοί Έλληνες ήταν απομυθοποιητικοί - και συχνα "προβληματικοι" για το Ιερό..

Η κατάρρευση του Ιερού μετά το 1974 και η επανασυγκόλλησή του με τον παρεμβατισμό του ΠΑΣΟΚ και την υποκριτικά αντιφατική πολιτική Κληρίδη



Το 1974 υπήρξε καταλυτικό και η αντίφαση ανάμεσα στα συμφέροντα της τοπικής εξουσίας [και σε αντίθεση με την ελληνική] και της χρήσης της Ελλάδας ως Ιερό άλλαξε μορφή, καθώς η Κύπρος έγινε η αιτία για αλλαγή καθεστώτος στην Ελλάδα. Γιατί και η εικόνα της Κύπρου φιλτραρόταν αναλόγως των συμφερόντων της ελληνικής εξουσίας – ήταν από την μια ένα υπόλοιπο των εθνικών φαντασιώσεων επέκτασης [και άρα οι κύπριοι ήταν ιθαγενείς], ενώ από την άλλη ήταν και ένας «μπελάς», καθώς η αυτόνομη ύπαρξη της Κύπρου λειτουργούσε σαν καθρέφτης για τις εξαρτώμενες μορφές εξουσίας στην Ελλάδα. Ο Μακάριος έγινε τελικά το αντί-σύμβολο για την Χούντα και η αντίσταση στο πραξικόπημα του 1974, αλλά και η τραγωδία της εισβολής, η αποκάλυψη της ανικανότητας και της εξάρτησης της εθνικοφροσύνης που κυβερνούσε από τον εμφύλιο.

 Η άνοδος, ωστόσο, του ΠΑΣΟΚ υπό τον Α. Παπανδρέου, έφερε μια νέα μορφή παρεμβατισμού, αφού η Κύπρος έγινε το νέο οικόπεδο επένδυσης της εθνικής έμφασης του ελληνικής κεντροαριστεράς – και το κυπριακό κέντρο [ΕΔΕΚ – ΔΗΚΟ] σύρθηκε στην νέα αντίφαση. Οι ανεξαρτησιακοί του Μακαρίου, ξαφνικά μετά τον θάνατό του, έγιναν και πάλι εξαρτώμενοι εν μέρει από την Αθήνα, ενώ για την δεξιά η μυθική Ελλάδα συνέχιζε να είναι ένα Ιερό που συντηρούσε το τείχος του διαχωρισμού εσωτερικού-εξωτερικού. Η διακυβέρνηση Κληρίδη ήταν εκφραστική – ενώ ο ίδιος, ως άτομο και ως πολιτικός, κρατούσε μεγάλες αποστάσεις από τον ελληνοκεντρικό εθνικισμό,[4] εντούτοις τον συντήρησε με ρητορικά ιδεολογήματα για «ενιαία δόγματα» – και πλήρωσε με την αποτυχία αυτού που ο ίδιος θεωρούσε το έργο ζωής του – το σχέδιο Αννάν. Όταν καλλιεργείς εθνικισμό, όταν στηρίζεσαι στον Τσοχατζόπουλο για να επανεκλεγείς το 1998 [και τον ευχαρίστησε απροκάλυπτα μπροστά στις οθόνες], τότε η ελπίδα ότι ξαφνικά οι οπαδοί θα ξυπνήσουν στην ανάγκη λύσης είναι μια αυταπάτη. Ανταμείβεται, βέβαια, με ρουσφέτι χρήση ελλήνων δεκανικιών – αλλά δεν κάνεις πολιτική με τέτοιες αντιφάσεις.

Ένα σύνδρομο νομιμοποίησης για πολλές καταναλωτικές χρήσεις: εδώ πωλείται «Ελλάς» σε διάφορα πακέτα.. φτάνει να μην υποψιαστεί ο Ιθαγενής ότι μπορεί και μόνος του..
Θα πρέπει να τονιστεί ότι το σύνδρομο της Ελλάδας ως Ιερό νομιμοποίησης δεν είναι μόνο πολιτικό. Το χρησιμοποιούν διάφοροι για ευτελείς λόγους. Από τις αρχές του 20ου αιώνα μέχρι και ο βασικός ιεροκήρυκας του ελληνικού εθνικισμού, ο Καταλάνος, κατάγγελλε αυτήν την χρήση. Η γλωσσική επίκληση της "σωστής" «ελληνικής» [κάποτε της καθαρεύουσας, άλλοτε της δημοτικής κοκ] ήταν επίσης ένα εμπόρευμα που διαπραγματευόταν στο παζάρι του status όπως παρατήρησε και ο P. Loizos, στην ανάλυση για τον ελληνικό εθνικισμό πριν το 1974. Την δεκαετία του 1980-90 λ.χ. μερικοί προσπάθησαν να πουλήσουν μέχρι και την ελληνική αμφισβήτηση που αναδυόταν από τα Εξάρχεια και τον ευρύτερο αντί-εξουσιαστικό χώρο, ως καταναλωτικό είδος στην Κύπρο με εθνικιστικό περίβλημα. Πουλούσε η εικόνα στους χώρους της δεξιάς – και έτσι, ενώ οι αναρχικοί έκαιγαν την ελληνική σημαία στην Ελλάδα, στην Κύπρο κάποιοι πουλούσαν αμφισβήτηση για να κερδίσουν πόντους σε γαλανόλευκο status. Το κωμικό Kitsch της προσπάθειας μερικών να γίνουν επαρχιακοί εκπρόσωποι του Ιερού. Ανάλογα έγινε και με τον Σημίτη. Η άνοδος του στην εξουσία δημιούργησε μια νέα αυλή γύρω από την ελληνική πρεσβεία, οι οποίοι συχνά απλά μεταπήδησαν από τον εθνικισμό σε ένα υποτιθέμενο φιλελευθερισμό. Η τάση ήταν ανάλογη, όπως και με τον εθνικισμό – κάτι ήταν καλό, γιατί ερχόταν από την Ελλάδα και όχι γιατί αναδυόταν από μια κυπριακή ανάγκη ή μια κυπριακή ιστορική καταγωγή. Το Ιερό της υποταγής το ιθαγενή απλά ντυνόταν με διαφορετικό περίβλημα.

Η ταύτιση με το ελληνικό Ιερό ήταν η διεκδίκηση της εξουσίας των μεταπρατών – αυτών που είχαν ανάγκη να προωθούν μια εικόνα εξάρτησης για να έχουν ρόλο και νόημα ύπαρξης σαν διαμεσολαβητές.

Ο Τσίπρας ως απομυθοποιητικό βέβηλο και η ανάδυση της πραγματικότητας: ή πώς δεν μπορείς να λογοκρίνεις την ιστορική μνήμη που θυμίζει την εμπειρία και το τί σήμαινε η κυπριακή αριστερά
Σε αυτό το πλαίσιο, ο Τσίπρας φαίνεται διαφορετικός γιατί δεν μεγάλωσε στην Ελλάδα που έζησε την αντίφαση της σημαίας που έστελλε του υπερασπιστές της χώρας στην Μακρόνησο, και ούτε είχε τις φαντασιώσεις της Μεγάλης ιδέας που ξανά-ενταφιάστηκαν στην Κύπρο το 1974 μετά από πρώτη ήττα τραγωδία του 1922. Ακόμα χειρότερα, όμως, για το τοπικό κατεστημένο δεν φαίνεται να έρχεται από εκείνη την πτέρυγα που ψάχνει την νομιμοποίηση σε μια ιεραρχική σχέση του εθνικά Ιερού απέναντι στους ιθαγενείς.[5] Ο Τσίπρας είναι αριστερός και το λέει ξεκάθαρα: είναι άθεος, έχει σύμβολο τον Τσε και η πρώτη του εσωτερική συμβολική κίνηση, ως ο εναλλακτικός του όρκος, ήταν η επίσκεψη στο σκοπευτήριο της Καισαριανής για να αποτίσει φόρο τιμής στους 200 νεκρούς κομμουνιστές του Μάη του 1944 - αλλά ήταν και μια συμβολική υπόσχεση στους ιστορικούς αγώνες της αριστεράς, γιατί οι 200 της Καισαριανής δεν ήταν οι μόνοι κομμουνιστές που εκτελέστηκαν. Το πρώτο επίπεδο λοιπόν της αμηχανίας ήταν ιστορικό. Το δεύτερο είναι συμβολικό – και βέβηλο για το Ιερό της ηγεμονικής ιδεολογίας. Ξαφνικά, η παρθένος μητέρα Πατρίδα της  εθνικοφροσύνης είχε εκλέξει ένα σέξι αγόρι, και.. κόκκινο. Διότι όταν υπάρχει μια είδηση που αναφέρεται στον αριστερό πρόεδρο της Ουρουγουάης λ.χ. τότε τα καθεστωτικά ΜΜΕ στην Κύπρο δεν έχουν πρόβλημα να την προβάλουν. Είναι γραφική και ευτυχώς για αυτούς σε απόσταση. Ο Τσίπρας, όμως, καταλαμβάνει τον χώρο του ιερού. Και το δεν τον βεβηλώνει – τον διαψεύδει.
Και εδώ η ιστορική συγκυρία είναι ακόμα πιο ενοχλητική. Η Κύπρος μπορεί να λειτουργούσε ιστορικά ως καθρέφτης για την εξάρτηση της Ελλάδας [αφού αποκάλυπτε την αδυναμία της ελίτ της] αλλά λειτουργούσε και ως ένα παράδοξο σύμβολο αντίστασης. Και η πρόσφατη ιστορία είναι έντονα ενοχλητική – η κυπριακή αριστερά, όπως και αν το παρουσιάσουν τα ΜΜΕ του κυπριακού κατεστημένου, νομιμοποίησε την ιδέα μιας αριστερής κυβέρνησης: και παρά τις επιθέσεις, έδειχνε στις δύσκολες μέρες του 2010-12 ότι μπορούσε να γίνει διαπραγμάτευση με την τρόικα, ότι υπήρχε μια κυβέρνηση που προσπαθούσε να την αποφύγει – και μάλιστα, ότι έστω και υπό πίεση αυτή η κυβέρνηση άνοιξε τον δρόμο σε άλλου είδους δανεισμό, αλλά και στο πέρασμα στο θέμα του φυσικού αερίου. Στην Κύπρο αυτά βιώθηκαν, όπως βιώνεται η καθημερινή ιστορία – στο βαθύ επίπεδο. Στην επιφάνεια τα ΜΜΕ έπαθαν μια μικρή κρίση. Η αναλογία του τί έλεγε η κυβέρνηση Χριστόφια και τί λέει η νέα κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ είναι εμφανής. Άρα πως γεφυρώνεται το Ιερό που καταρρέει, αφού «εδώ τα είπαμε πριν» και οι υποτακτικοί του «Ιερού» μόλις πριν δυο χρόνια έβριζαν γιατί επέμενε η αριστερή κυβέρνηση στην διαπραγμάτευση; Το σενάριο λέγεται «επίθεση στον Χριστόφια». Το δύσκολο, όπως δείχνει και η ιστορική εμπειρία, είναι να λογοκρίνεις την πραγματικότητα. Διότι τα δεδομένα είναι εκεί. Και η «δικαίωση» επιστρέφει – είτε είναι η κρίση της ρητορικής της λιτότητας, είτε οι συγκλίσεις για το κυπριακό, είτε η γεωπολιτική του φυσικού αερίου.

Ο κυρίαρχος λόγος, λοιπόν, πρέπει να διαχειριστεί μια βαθιά κρίση του Ιερού και μια πιο πρόσφατη κρίση μεταμόρφωσης από απολογητή των τραπεζών και κράχτη υπέρ της τρόικα.  Και ξαφνικά, απέναντι τους εμφανίζεται μια πραγματικότητα δύσκολη. Αναδύεται ένα ιστορικό βάθος που ακόμα και αν αναχαιτιστεί παροδικά, δεν πρόκειται να εξαφανιστεί όπως απέδειξε η ήττα της Μακρονήσου από την ιστορική μνήμη.

Η διπλή αμηχανία: η κρίση του Ιερού και η πολιτική πραγματικότητα που δυσκολεύεται να καλουπώσει το κυπριακό κατεστημένο
Ότι και να γίνει στο μέλλον , η Ελλάδα που μεγάλωσε μετά το 74 θα γίνεται ακόμα πιο σαφής στην Κύπρο – και ο Τσίπρας είναι ο πρώτος της πολιτικός εκπρόσωπος. Και η νομιμοποίηση της εξουσίας στην Κύπρο που οικοδομήθηκε, από τη δεκαετία του 1940, στην Μακρόνησο θα έχει αυξανόμενα προβλήματα – γιατί το θέμα δεν είναι ο Τσίπρας, σαν άτομο, αλλα η ίδια πραγματικότητα. Η Ελλάδα ως κοινωνία αντί ως Ιερό. Η δεξιά έχει φτιάξει μια ανύπαρκτη Ελλάδα που τώρα πια γίνεται και δύσκολο να συντηρηθεί σαν αυταπάτη. Οι απορριπτικοί λ.χ. προσπάθησαν να φτιάξουν το τείχος και πάλιν – αμήχανα. Ο Μιχαηλίδης θύμιζε επαρχιακό κουμπάρο, όταν έγραφε στον Τσίπρα για τις θέσεις του Αλαβάνου – σαν μέντορα του. Οι απορριπτικοί στήριξαν την υστερία για μέτρα λιτότητας, τα οποία συγκάλυπταν τις ευθύνες των τραπεζών, αλλά σήμερα θα ήθελαν και ολίγον «Τσίπρα». Θα ήθελαν ένα είδος αντίστασης, αλλά εδώ το κάνει ένας κόκκινος που θυμίζει..την αριστερά που τόσο πολέμησαν.. Από την άλλη πλευρά ο Πολίτης, ως εκπρόσωπος των νεοσυντηριτικών του νεοαποικισμου της τρόικα, φάνηκε να ενοχλείται. Η ελληνική αντίσταση χαλούσε την εικόνα ότι «δεν υπάρχει άλλη επιλογή». Το να πουλά κανείς ατάκες, ποίηση, μουσική κλπ από την ελληνική αριστερά, είναι εύκολο, όταν κάποιος κάνει εμπόριο. Όταν όμως η πραγματικότητα κτυπά την πόρτα;

Ο Τσίπρας είναι αριστερός και το λέει ξεκάθαρα: είναι άθεος, έχει σύμβολο τον Τσε και η πρώτη του εσωτερική συμβολική κίνηση, σαν ο εναλλακτικός του όρκος, ήταν η επίσκεψη στο σκοπευτήριο της Καισαριανής για να αποτίσει φόρο τιμής στους 200 νεκρούς κομμουνιστές του Μάη του 1944 - αλλα ήταν και μια συμβολική υπόσχεση στους ιστορικούς αγώνες της αριστεράς, γιατί οι 200 της Καισαριανής δεν ήταν οι μόνοι κομμουνιστές που εκτελέστηκαν. Το πρώτο επίπεδο λοιπόν της αμηχανίας ήταν ιστορικό. Το δευτερο είναι συμβολικο – και βέβηλο για το ιερό της ηγεμονικής ιδεολογίας. Ξαφνικά η παρθένος μητέρα Πατρίδα της  εθνικοφροσύνης είχε εκλέξει ένα σέξι αγόρι, αλλά βαθύ κόκκινο. Διότι όταν υπάρχει μια είδηση που αναφέρεται στον αριστερό πρόεδρο της Ουρουγουάης λ.χ. τότε τα καθεστωτικά ΜΜΕ στην Κύπρο δεν έχουν πρόβλημα να την προβάλουν. Είναι γραφική και ευτυχώς για αυτούς σε απόσταση. Ο Τσίπρας όμως καταλαμβάνει τον χώρο του ιερού. Και το δεν τον βεβηλώνει – τον διαψεύδει.



[1] Panayioti Persianis. 1978. Church and State in CyprusΤο ίδιο κατεστημένο το 1964, όταν πια ανέλαβε το ανεξάρτητο κράτος αγωνιζόταν ενάντια στις επιθέσεις του ελληνικού κράτους που έβλεπε «χωριστικές τάσεις» στην Κυπριακή εκπαίδευση. Βλ. Παναγιώτης Περσιάνης. 2004. Η Νομιμοποίηση του Κυπριακού Κράτους.
«Ο νέος Πρωθυπουργός της Ελλάδας δεν πιστεύει, δεν θρησκεύει, γι’ αυτό και δεν ορκίστηκε ενώπιον του Αρχιεπισκόπου Αθηνών, αλλ’ έδωσε μιαν απλή διαβεβαίωση (!) ενώπιον του Προέδρου της Ελληνικής Δημοκρατίας. Ποιο είναι το ίνδαλμα του Αλέξη Τσίπρα; Μην πάει το μυαλό σας σε κανένα ήρωα του Έθνους. Ίνδαλμά του είναι ο Τσε Γκεβάρα, η φωτογραφία του οποίου κοσμεί το γραφείο του. Εξάλλου, ο ένας από τους δύο γιους του ονομάζεται Ορφέας-Ερνέστο, από το όνομα του Τσε Γκεβάρα.
Ο Αλέξης Τσίπρας ηγείται τώρα ενός ορθόδοξου χριστιανικού ελληνικού Έθνους, που και θρησκεύει βαθύτατα και πιστεύει και στηρίζει τις ελπίδες του όχι μόνο στον Τσίπρα αλλά πρώτα στο Θεό, στην Παναγία και σε όλους τους Αγίους, που το προστατεύουν και εκφράζουν την πίστη και την προσδοκία των Ελλήνων… Η διαβεβαίωση που έδωσε ενώπιον του Κάρολου Παπούλια συνιστά τη μεγαλύτερη απαξίωση και προσβολή προς παράδοση αιώνων συνυφασμένη με την Ορθοδοξία.»
«Καρτεράτε τζιαι του Τζίπρα το Μαρίν του. Θα έν πιο βίαιον που τζιείνον του Χριστόφκια, διότι ο Χριστόφκιας σαν ανατολίτης αριστερός επροσπάθησεν να το παίξει low profile. Τούτος πάει τζιαι φκάλλει τους τζιαι την γλώσσαν του.»
Γενικότερα το κείμενο-ανάρτηση του Άνευ Ορίων, στο οποίο έγινε το πιο πάνω σχόλιο, είναι απο μονο του εκφραστικό των προβληματισμών στο χώρο της κυπριακής αριστεράς
[4] Σε μια μνημειώδη τηλεοπτική  αντιπαράθεση του με τον κ. Δούντα στις αρχές της δεκαετίας του 1990 η απόσταση ήταν σαφής. Καθώς ο κ. Δούντας τον διέκοπτε, ο κ. Κληρίδης εκνευρισμένος του είπε: «Εδώ δεν είναι η ελληνική βουλή κ. Δούντα» για να απαντήσει ο τέως έλληνας πρέσβης στην Κύπρο και αρχιερέας του απορριπτισμού: «ε βέβαια, εμείς δεν είμαστε αγγλοαναθρεμμένοι».

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου