18 Ιαν 2015

Στο «ναό της Αφροδίτης» εψήναν σούβλα ή Κουκουλώννοτας τα δύσκολα; Ένα σκανδαλο που δεν βόλευε και ξαφνικά εξαφανίστηκαν οι μάρτυρες, το δικαστήριο αντιλήφθηκε τώρα τί θα πει αναξιόπιστος μάρτυρας και τα ΜΜΕ γράφουν ότι αθωώθηκε ο ιδιοκτήτης αντί ο υπάλληλος.. How interesting



Η υπόθεση με διαστάσεις σκάνδαλου, όπως είχε χαρακτηριστεί, έπεσε στα μαλακά και αθόρυβα, όπως και το σκάνδαλό της.
«Στον χώρο σύχναζαν τέσσερις αξιωματικοί της Αστυνομίας, ανώτερα στελέχη της Νομικής Υπηρεσίας και άλλοι επώνυμοι παράγοντες πολιτικών κομμάτων της Λεμεσού. Τα πιο πάνω πρόσωπα απείχαν από κάθε σεξουαλική δραστηριότητα, μέχρι να επιβεβαιωθούν τα αποτελέσματα του χημείου για μετάδοση μολυσματικών ασθενειών»

Αρχικά είχαν συλληφθεί 24 άτομα και για προσωποκράτηση η Αστυνομία παρουσίασε 17. Στο δικαστήριο κατέληξε ένας κατηγορούμενος, ο οποίος εργαζόταν ως οδηγός, αφού από τις 17 εργαζόμενες, οι 16 απελάθηκαν και η υπόθεση στηρίχθηκε σε μία, η οποία είχε εργοδοτηθεί το βράδυ της εφόδου της αστυνομίας, στις 23 Ιουλίου 2014. Όπως διευκρίνησε η Νομική Υπηρεσία, δεν υπήρχε μαρτυρία που να συνδέει τις 15 γυναίκες με τα αδικήματα υπό διερεύνηση, ενώ οι άλλες δύο οι οποίες κατέθεσαν ότι είχαν προσληφθεί από τον κατηγορούμενο για να έρχονται σε σεξουαλική επαφή με πελάτες, αναγνωρίστηκαν ως θύματα σεξουαλικής εκμετάλλευσης και εμπορίας. Η μία από τις δύο αυτές γυναίκες, διεγνώσθηκε στην πορεία σε στρεσογόνα ψυχολογική κατάσταση και απειλούσε να τερματίσει τη ζωή της σε περίπτωση που δεν της επιτρεπόταν η αποχώρηση της Κυπριακής Δημοκρατίας, όπως και έγινε.




Τα υπονοούμενα για τις διαδικασίες ανέγερσης του ναού και εξασφάλισης των πολεοδομικών αδειών, τα οποία κοινοποιήθηκαν στη Γενική Εισαγγελεία με επιστολή της η αστυνομία, δεν φαίνεται να εξετάστηκαν καν στο δικαστήριο: «Ο Ναός 4000τμ, κόστισε 3.5εκ ευρώ κτίστηκε σε επτά σκάλες γης και εξασφάλισε με ταχύτητα αστραπής εντός 45 ημερών πολεοδομική άδεια και εντός δύο μηνών άδεια λειτουργίας από τον ΚΟΤ, κάτι που αποδεικνύει ότι ο πρόεδρος της δημοκρατίας δεν έχει δίκαιο για την ύπαρξη γραφειοκρατίας στο δημόσιο τομέα», σύμφωνα με την αστυνομία[1].


Χαρακτηριστική είναι και σχετική ανακοίνωση του υπουργείου εσωτερικών «Στις 8/11/2012 εκδόθηκε Διάταγμα Αναστολής Εργασιών- επισημαίνεται στην ανακοίνωση του Υπουργείου Εσωτερικών- στην απουσία των κατηγορούμενων και η κυρίως υπόθεση και ο έλεγχος του διατάγματος ορίστηκε στις 30/11/2012. Ο κατηγορούμενος δεν παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο και εξεδόθη ένταλμα σύλληψης εναντίον του και το Προσωρινό Διάταγμα έγινε Απόλυτο και δόθηκε σε επιδότη για να το επιδώσει. Έκτοτε, ακολούθησαν διαδοχικές αναβολές επειδή ο κατηγορούμενος στην αρχή δεν εντοπιζόταν και αργότερα προσκόμιζε πιστοποιητικά ασθενείας. Στο μεταξύ, οι παράνομες οικοδομικές εργασίες συνεχίζονταν, κυρίως κατά τις βραδινές ώρες.

Στις 28/02/2014, ο κατηγορούμενος παρουσιάστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου και παραδέχθηκε τις εναντίον του δύο κατηγορίες. Στις 26/6/2014 το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού εξέδωσε καταδικαστική απόφαση, επιβάλλοντας πρόστιμο. Επιπρόσθετα, εκδόθηκαν Διατάγματα Κατεδάφισης τόσο εναντίον της κατηγορουμένης Εταιρείας όσο και του δεύτερου κατηγορουμένου (του Διευθυντή) προσωπικά. Εάν αμελήσουν να υπακούσουν στο Διάταγμα εντός δύο μηνών ο Διευθυντής υπόκειται σε σύλληψη και η περιουσία σε κατάσχεση»[2]

Όταν ο δικηγόρος του φερόμενου ως κατηγορούμενου μίλησε για την εμπλοκή επωνύμων και προειδοποίησε για δημοσιοποίηση των ονομάτων τους εάν δεν αναστέλλετο η υπόθεση, η Νομική Υπηρεσία είχε εκδώσει ανακοίνωση σύμφωνα με την οποία «η Νομική Υπηρεσία με τους επικεφαλής της αλλά και όλους τους Λειτουργούς της δεν δέχεται συναλλαγές, ούτε αποδέχεται συγκαλύψεις. Αλλά βέβαια ούτε και εκβιασμούς, εκ μέρους οποιοιδήποτε»[3].  Προφανώς, αυτό ισχύει επιλεκτικά και μόνο σε συγκεκριμένες περιπτώσεις. Συμπληρωματικά, τότε, ο βοηθός Γενικός Εισαγγελέας, Ρίκκος Ερωτοκρίτου, είχε αναφέρει ότι η Νομική Υπηρεσία θα ζητήσει να δοθούν γραπτώς εξηγήσεις από την Αστυνομία για το πώς κατέληξε στην απόφαση να κατηγορηθεί μόνο ένα άτομο και με ποιά κριτήρια έφυγαν από την Κύπρο οι 17 κοπέλες που εργάζονταν στον συγκεκριμένο χώρο[4]

Όσον αφορά στους διαχειριστές του Ναού, ο κ. Ανδρέας Αριστείδης, δικηγόρος της Δημοκρατίας, ως εκπρόσωπος της Νομικής Υπηρεσίας, είχε δηλώσει τον Οκτώβρη του 2014 ότι δεν υπήρχε στη δικογραφία μαρτυρία για τα πρόσωπα που διαχειρίζονταν το χώρο, πέρα από τον ένα και μοναδικό κατηγορούμενο. Ο κ. Αριστείδης, μάλιστα, επικαλέστηκε τότε, την γραπτή κατάθεση του υπόπτου ότι κατονόμασε τον εαυτό του ως τον μοναδικό υπεύθυνο του χώρου. Τα δημοσιεύματα, όμως, για την έφοδο της αστυνομία έκαναν αναφορά σε ιδιοκτήτες, υπάλληλους και πελάτες που είχαν περάσει από ανάκριση και ήταν άγνωστο αν θα κρατούνταν ή και θα τους απαγγέλλονταν κατηγορίες.[5] Μάλλον στην πορεία οι ιδιοκτήτες «χάθηκαν» και ως μοναδικός εμπλεκόμενος έμεινε ο ... οδηγός, όπως χάθηκε και η ιδιοκτήτρια εταιρεία που ολημερής το έχτιζε και ανεγέρθη παρά τα καταδικαστικά διατάγματα για κατεδάφισή του. Όμως, ο οδηγός, αρχικά είχε κριθεί στις 8 Δεκεμβρίου ως ένοχος εκ πρώτης όψεως για κατηγορίες σεξουαλικής εκμετάλλευσης ενηλίκων, μαστροπεία, αποζείν από κέρδη πορνείας και διατήρηση οίκου ανοχής.


Τελικά, ο φερόμενος ως ύποπτος, ο οποίος στην πορεία των δημοσιευμάτων από οδηγός μετετράπει για λόγους θεάματος σε «διαχειριστή» του Ναού της Αφροδίτης και σε «μαστρωπό», αθωώθηκε αφού η κατηγορούσα αρχή, δηλαδή η εισαγγελία, δεν κατάφερε να αποδείξει την ενοχή του [που τόσο επισταμένα πάσχιζε μέσα από δημοσιεύματα να περάσει] μιας και η βασική μάρτυρας κατηγορίας κρίθηκε ως αναξιόπιστη. Η εμπλοκή αξιωματικών της αστυνομίας, στελεχών της Νομικής Υπηρεσίας και άλλων πολιτικών παραγόντων[6] που μπορεί να συνέβαλαν σε πιθανά αδικήματα, πέρασε στο ντούκου, παρά το σάλο που είχε προκληθεί τις μέρες κατά τις οποίες το θέαμα κατασκευαζόταν και ακόμα «πουλούσε». Ακούγαμε τότε ότι η νομική υπηρεσία και αστυνομία «σείονταν συθέμελα» και κάποιοι είχαν χάσει τον ύπνο τους[7]

Η υπόθεση αποτελεί κατ’ αρχήν μια ακόμα αποτυχία της εισαγγελίας να συνεχίσει ένα θέαμα το οποίο έστησε και δεν της βγήκε. Κατά δεύτερον, αποτελεί μια ακόμα αποτυχία του κράτους να χειριστεί θέμα εμπορίας προσώπων για πολλοστή φορά, αφού ούτε τα θύματα προστατεύθηκαν μιας και οι περισσότερες εργαζόμενες απελάθηκαν, ούτε και ο ιδιοκτήτης του «Ναού της Αφροδίτης» εμφανίστηκαν πουθενά πέραν από την προσπάθεια επίρριψη των ευθυνών στον τελευταίο τροχό της άμαξας, τον οδηγό.

Το πιο σοβαρό ίσως είναι ότι η υπόθεση αποδεικνύει πως το κράτος για μια ακόμα φορά επιλεκτικά εφαρμόζει τις νομοθεσίες που το ίδιο υιοθετεί και ψηφίζει, αφού σύμφωνα με τον πιο πρόσφατο νόμο για την εμπορία προσώπων του Απριλίου του 2014, ποινικοποιείτο όχι μόνο η δράση της σωματεμπορίας, αλλά και της αγοράς υπηρεσιών, με ευθύνες και στον πελάτη και με προβλεπόμενη ποινή μέχρι και τρία χρόνια για την αγορά υπηρεσιών από θύματα σωματεμπορίας. Επομένως, για άλλη μια φορά, δικάστηκε ένα αδίκημα το οποίο εστίασε σε ένα αποδοπομπιαίο τράγο και οι πραγματικοί ένοχοι, όπως στη συγκεκριμένη περίπτωση ο ιδιοκτήτης του οίκου ανοχής που προφανώς με ιλιγγιώδεις ρυθμούς ξεπερνούσε τους σκόπελους της γραφειοκρατείας [αλήθεια με ποιό τρόπο;] παρέμεινε και εξακολουθεί να παραμένει άθιχτος κι αμόλυντος, όπως και οι πελάτες – επώνυμοι, υψηλά ιστάμενοι και πιθανώς με επιρροή – χωρίς κατηγορίες κατά παράβαση νομοθεσίας.

Όσον αφορά στους διαχειριστές του Ναού, ο κ. Ανδρέας Αριστείδης, δικηγόρος της Δημοκρατίας, ως εκπρόσωπος της Νομικής Υπηρεσίας, είχε δηλώσει τον Οκτώβρη του 2014 ότι δεν υπήρχε στη δικογραφία μαρτυρία για τα πρόσωπα που διαχειρίζονταν το χώρο, πέρα από τον ένα και μοναδικό κατηγορούμενο. [….]
Τα δημοσιεύματα, όμως, για την έφοδο της αστυνομία έκαναν αναφορά σε ιδιοκτήτες, υπάλληλους και πελάτες που είχαν περάσει από ανάκριση και ήταν άγνωστο αν θα κρατούνταν ή και θα τους απαγγέλλονταν κατηγορίες.[8] Μάλλον στην πορεία οι ιδιοκτήτες «χάθηκαν» και ως μοναδικός εμπλεκόμενος έμεινε ο ... οδηγός, όπως χάθηκε και η ιδιοκτήτρια εταιρεία που ολημερής το έχτιζε και ανεγέρθη παρά τα καταδικαστικά διατάγματα για κατεδάφισή του.

Αναπόφευκτα, η συγκεκριμένη υπόθεση, τόσο στο στήσιμό της, όσο και ως θέαμα με τα πρωτοσέλιδα που προσέλκυσε, δεν μπορεί να μην παραλληλιστεί με την άλλη μεγάλη υπόθεση του πρόσφατου παρελθόντος, αυτή της Δρομολαξιάς. Και στις δύο περιπτώσεις, βασικός μάρτυρας κατηγορίας ήταν ένα άτομο, γύρω από τη μαρτυρία του οποίου κτίστηκε το κατηγορητήριο της υπόθεσης με αμφιβόλου αξιοπιστίας μαρτυρίες και αμφιβόλου ποιότητας πληροφορίες. Στη μία περίπτωση, το δικαστήριο έσκιζε τα ιμάτιά του για την αξιοπιστία του μάρτυρα παρά τα εμφανή κενά που υπαγορεύουν στήσιμο της υπόθεσης και στην άλλη, το δικαστήριο αναγνώρισε την αναξιοπιστία και απέρριψε την υπόθεση βάσει αυτού.

Τα ερωτηματικά εξακολουθούν να εγείρονται όσον αφορά στα κριτήρια της επιλογής μαρτύρων κατηγορίας και πώς αυτοί κρίνονται ως αξιόπιστοι ή όχι. Στη μεν περίπτωση της Δρομολαξιάς, το δικαστήριο φαίνεται να έπραξε όπως ακριβώς είχει προβλεφθεί στις ηχογραφημένες συνομιλίες που είχαν διαρρεύσει αρχή αρχή της υπόθεσης. Στη δε περίπτωση του «Ναού της Αφροδίτης» ως διά μαγείας, οποιοσδήποτε επώνυμως εξαφανίστηκε από το προσκήνιο, ενώ ακόμα και τα δημοσιεύματα με αναφορά στη λίστα των ονομάτων των πελατών που κατατέθηκαν στο δικαστήριο με πολύ περιορισμένες εξαιρέσεις, έπαψαν να υφίστανται. Και στις δύο περιπτώσεις, μια συνισταμένη φαίνεται να είναι κοινή: η στάση της Γενικής Εισαγγελείας και η συνεργασία μεταξύ νομικής υπηρεσίας και αστυνομίας.

Η υπόθεση αποτελεί κατ’ αρχήν μια ακόμα αποτυχία της εισαγγελίας να συνεχίσει ένα θέαμα το οποίο έστησε και δεν της βγήκε. Κατά δεύτερον, αποτελεί μια ακόμα αποτυχία του κράτους να χειριστεί θέμα εμπορίας προσώπων για πολλοστή φορά, αφού ούτε τα θύματα προστατεύθηκαν μιας και οι περισσότερες εργαζόμενες απελάθηκαν, ούτε και ο ιδιοκτήτης του «Ναού της Αφροδίτης» εμφανίστηκαν πουθενά πέραν από την προσπάθεια επίρριψη των ευθυνών στον τελευταίο τροχό της άμαξας, τον οδηγό.



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου